θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ. Κατά Ματθαίον: ιδ΄ 22-34   
    
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους. Καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ᾿ ἰδίαν προσεύξασθαι. Ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ. Τὸ δὲ πλοῖον ἤδη μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος.
Τετάρτῃ δὲ φυλακῇ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης. Καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ μαθηταὶ ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν.
Εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε. Ἀποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρός σε ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα. Ὁ δὲ εἶπεν, ἐλθέ. Καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς τὸν Ἰησοῦν.
Βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με. Εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας;
Καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος· οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ. Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρέτ.
  
Ἀπόδοση στη νεοελληνική:

  
Τον καιρό ἐκείνο, ἀνάγκασε ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς νὰ μποῦν εἰς τὸ πλοιάριον καὶ νὰ πᾶνε πρὶν ἀπὸ αὐτὸν στὴν ἀπέναντι ὄχθην, ἕως ὅτου διαλύσῃ τὸν κόσμον. Καὶ ἀφοῦ διάλυσε τὸν κόσμον, ἀνέβηκε εἰς τὸ ὄρος διὰ νὰ προσευχηθῇ μόνος του. Ὅταν δὲ ἐβράδιασε, ἦτο ἐκεῖ μόνος. Τὸ πλοιάριον εὑρίσκετο ἤδη εἰς τὸ μέσον τῆς λίμνης καὶ ἐπάλευε μὲ τὰ κύματα, διότι ὁ ἄνεμος ἦτο ἀντίθετος.
Κατὰ τὴν τετάρτην δὲ νυχτερινὴν βάρδια ἦλθε σὲ αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περπατώντας ἐπάνω εἰς τὴν θάλασσαν. Οἱ μαθηταί, ὅταν τὸν εἶδαν νὰ περπατῇ ἐπάνω εἰς τὴν θάλασσαν, ἐταράχθηκαν καὶ ἔλεγαν ὅτι εἶναι φάντασμα καὶ ἀπὸ τὸν φόβον τους ἐφώναξαν.
Ἀμέσως τοὺς ἐμίλησε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἶπε, «Ἔχετε θάρρος, ἐγὼ εἶμαι· μὴ φοβᾶσθε». Τότε τοῦ ἀπεκρίθη ὁ Πέτρος, «Κύριε, ἐὰν εἶσαι ἐσύ, τότε δῶσε μου διαταγὴν νὰ ἔλθω σ’ ἐσὲ ἐπάνω στὰ νερὰ». Ἐκεῖνος δὲ εἶπε, «Ἔλα». Καὶ ὅταν ὁ Πέτρος κατέβηκε ἀπὸ τὸ πλοιάριον, ἄρχισε νὰ περπατῇ ἐπανω στὰ νερά, διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς τὸν Ἰησοῦ.
Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔβλεπε τὸν ἄνεμον δυνατὸν ἐφοβήθηκε, καὶ ἐπειδὴ ἄρχισε νὰ βυθίζεται, ἐφώναξε, «Κύριε, σῶσέ με». Ἀμέσως ὁ Ἰησοῦς ἅπλωσε τὸ χέρι, τὸν ἔπιασε καὶ τοῦ λέγει, «Ὄλιγόπιστε, γιατὶ ἐδίστασες;».

Καὶ ὅταν ἀνέβηκαν εἰς τὸ πλοιάριον, ἔπαυσε ὁ ἄνεμος. Ἐκεῖνοι ποὺ ἦσαν εἰς τὸ πλοιάριον τὸν προσκύνησαν καὶ τοῦ εἶπαν, «Ἀληθινὰ εἶσαι Θεοῦ Υἱός». Καὶ ἀφοῦ διέσχισαν τὴν λίμνην, ἦλθαν καὶ ἀπεβιβάσθησαν εἰς τὴν Γεννησαρέτ.

Agni Parthene (Complete) - Simonopetra Monastery


Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ του Αγίου Ιουστίνου (Πόποβιτς)

Ο άνθρωπος είναι μεγάλος μόνον δια του Θεού και εν τω Θεώ, τούτο είναι η θεμελιώδης αρχή του θεανθρωπίνου πολιτισμού. Χωρίς τον Θεόν ο άνθρωπος δεν είναι παρά εβδομήκοντα κιλά αιμοφύρτου ύλης. Τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τον Θεόν, αν όχι τάφος παραπλεύρως εις τάφον; Ο Ευρωπαίος άνθρωπος έχει καταδικάσει εις θάνατον και τον Θεόν και την ψυχήν. Δεν κατεδίκασεν όμως ούτω και τον εαυτόν του εις θάνατον εκ του οποίου θανάτου δεν υπάρχει ανάστασις; Κάμετε ειλικρινώς και αμερολήπτως τον απολογισμόν της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, επιστήμης, πολιτικής, κουλτούρας, πολιτισμού, και θα ιδήτε ότι αυταί έχουν φονεύσει εις τον Ευρωπαίον άνθρωπον τον Θεόν και την αθανασίαν της ψυχής. Εάν όμως προσέξετε σοβαρώς εις την τραγικότητα της ανθρωπίνης ιστορίας, οπωσδήποτε θα εννοήσετε, ότι η θεοκτονία πάντοτε καταλήγει εις την αυτοκτονίαν. Ενθυμείσθε τον Ιούδαν; Εκείνος πρώτος εφόνευσεν τον Θεόν και έπειτα εξώντωσε τον εαυτόν του. Τούτο είναι αδυσώπητος νόμος, ο οποίος κυριαρχεί εις την ιστορίαν του πλανήτου τούτου.                                                                                                                                                                             

Ο Άγιος Νέος Ιερομάρτυς και Ισαπόστολος ΚΟΣΜΑΣ ο εν Αλβανία μαρτυρήσας κατά το έτος αψοθ΄ (1779) αγχόνη τελειούται.


Εύκοσμος ώφθης κόσμος, ω Κοσμά μάκαρ,                                                                                Κόσμον λόγοις σοις αίμασι τ΄ αγλαϊσας.


Κοσμάς ο Άγιος Ιερομάρτυς και Ισαπόστολος, ο αληθώς άνθρωπος του Θεού, διδάσκαλος και κήρυξ του θείου Ευαγγελίου, κατήγετο από το μικρόν χωρίον της Αιτωλίας το ονομαζόμενον Μέγα Δένδρον. Ήτο υιός γονέων ευσεβών, παρά των οποίων ανετράφη και εξεπαιδεύθη εις τα γράμματα εν νουθεσία Κυρίου, κατά τον θείον Απόστολον. Όταν δε ήλθεν εις ηλικίαν περίπου είκοσιν ετών, ήρχισε να διδάσκεται από τον Ιεροδιάκονον Ανανίαν, τον καλούμενον Δερβισάνον. Επειδή όμως κατά τους χρόνους εκείνους ήρχισε να ακμάζη και να φημίζεται μεγάλως και το σχολείον του Βατοπαιδίου εις το Άγιον Όρος, μετέβη εκεί, ίνα φοιτήση εις τούτο με άλλους αρκετούς συμπατριώτας του. Εκεί συνεπλήρωσε την μάθησιν υπό διδάσκαλον τον Παναγιώτην Παλαμάν. Μετά δε ταύτα εδιδάχθη και την Λογικήν από τον εκ Μετσόβου διδάσκαλον Νικόλαον Τζαρτζούλιον, όστις ήτο εκεί σχολάρχης μετά τον σοφώτατον Ευγένιον. Ήτο δε ούτος ο Ιερομάρτυς Κοσμάς ακόμη τότε λαϊκός, καλούμενος Κώνστας. Αλλά αν και το σχήμα των λαϊκών έφερεν, εφαίνετο σεμνός, ως να έφερε το μοναχικόν σχήμα και κατά πάντα τρόπον ηγωνίζετο και ήσκει εαυτόν έως της τελειότητος. Επειδή δε κακή τη τύχη η σχολή εκείνη ηρημώθη, αναχωρησάντων των διδασκάλων, τότε και ο καλός και ενάρετος Κώνστας μετέβη εις την Ιεράν Μονήν του Φιλοθέου. Εκεί κατά πρώτον εκάρη Μοναχός λαβών το όνομα Κοσμάς, υπετάγη δε εις την άσκησιν και τους βαρυτάτους κόπους της μοναχικής πολιτείας μετά πάσης προθυμίας. Μετά δε ταύτα, εχούσης της Μονής ταύτης την ανάγκην εφημερίου, υπακούσας εις την σφοδράν προτροπήν των πατέρων και τας παρακλήσεις αυτών, εχειροτονήθη ιερομόναχος. Εξ αρχής δε ο μακάριος ούτος ανήρ, και έτι κοσμικός ων, πόθον είχε πολύν να ωφελήση τους αδελφούς Χριστιανούς με εκείνα τα οποία εδιδάχθη και έμαθε. Διο πολλάκις έλεγεν, ότι οι αδελφοί μας Χριστιανοί μεγάλην έχουσιν ανάγκην από λόγον Θεού. και ότι χρέος βαρύτατον έχουν εκείνοι, οίτινες σπουδάζουν, να μη προστρέχουν εις τα παλάτια των αρχόντων και τας αυλάς των μεγιστάνων δια να αποκτήσωσι πλούτον και αξιώματα, αλλά πρωτίστως να διδάσκωσι τας χριστιανικάς αληθείας εις τους απλοϊκούς ανθρώπους, οίτινες ζώσιν εις την απαιδευσίαν και την άγνοιαν, δια να αποκτήσουν ούτω μισθόν ουράνιον και αμάραντον δόξαν. Αλλά αν και ο μακάριος Κοσμάς τοιαύτα επόθει και ζήλος πολύς εθέρμαινε την ιεράν αυτού καρδίαν, ίνα ωφελήση τους πολλούς, όμως, συλλογιζόμενος το πόσον είναι μέγα και δύσκολον το έργον του Αποστολικού κηρύγματος, ως ταπεινόφρων και μέτριος δεν ετόλμησε μόνος να αναλάβη το τοιούτον βαρύτατον έργον χωρίς να έχη την συγκατάθεσιν της θείας βουλήσεως. Όθεν, θέλων να δοκιμάση αν είναι τούτο θέλημα Θεού, ήνοιξε την Θείαν Γραφήν. Και, ω του θαύματος! Εύρεν ευθύς ενώπιόν του τον λόγον του Αποστόλου, λέγοντος: «Μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά και το του ετέρου έκαστος» (Α΄ Κορ. ι: 24). Ήτοι ας μη ζητή τις μόνον το ιδικόν του συμφέρον, αλλά και το συμφέρον του αδελφού του. Φωτισθείς όθεν εκ τούτου και αποκαλύψας τον σκοπόν του και προς τους άλλους πνευματικούς πατέρας και λαβών παρ΄ αυτών συγχώρησιν, ανεχώρησεν εις Κωνσταντινούπολιν, ίνα συναντήση εκεί και τον αυτάδελφόν του διδάσκαλον Χρύσανθον. Ούτος εδίδαξεν εις τον μακάριον Κοσμάν και ολίγην ρητορικήν τέχνην, ίνα ομιλή με ποιάν τινα μέθοδον. Αποκαλύψας όθεν τον λογισμόν του και εις τους εκεί ευλαβεστάτους Αρχιερείς και διδασκάλους και ευρών πάντας αυτούς παρακινούντας τούτον συμφώνως προς το θείον τούτο έργον, έλαβεν έγραφον προς τούτο άδειαν παρά του τότε πατριαρχεύοντος Σεραφείμ του εκ Δελβίνου. Ούτως ο μακάριος ούτος Ιερομάρτυς Κοσμάς ήρχισε να κηρύττη το Ευαγγέλιον της Βασιλείας των Ουρανών κατ΄ αρχήν μεν εις τας εκκλησίας και τα χωρία της Κωνσταντινουπόλεως, εκείθεν δε μετέβη εις Ναύπακτον, Βραχώρι, Μεσολόγγιον και άλλους τόπους και πάλιν επέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν. Όπου και συμβουλευθείς τον τότε Πατριάρχην Σωφρόνιον και λαβών παρ΄ αυτού νέαν άδειαν και ευλογίαν ήρχισε και πάλιν να κηρύττη τον λόγον του Ευαγγελίου με περισσοτέραν θερμότητα και ζήλον. Περιελθών, όθεν, άπαντα σχεδόν τα Δουκάνησα και διδάξας τους Χριστιανούς να μετανοούν και να πράττουν έργα άξια της μετανοίας, επέστρεψεν εκείθεν εις το Άγιον Όρος. Ήτο δε τότε το έτος 1775. Αφού δε περιήλθεν όλας τας εκεί Μονάς και Σκήτας και εδίδαξε τους εις αυτάς ασκουμένους πατέρας, παρέμεινεν εκεί ολίγον καιρόν αναγιγνώσκων τα θεία βιβλία. Μη δυνάμενος δε ο Άγιος να παραμείνη περισσότερον εξ αιτίας της αγάπης, ήτις εθέρμαινε την καρδίαν του δια την ωφέλειαν των Χριστιανών, καθώς πολλάκις ο ίδιος έλεγε τούτο εις τους πατέρας, ανεχώρησεν από το Άγιον Όρος και εκκινήσας από τα έξω του Όρους χωρία, έφθασε κηρύττων εις την Θεσσαλονίκην, την Βέροιαν και εις ολόκληρον σχεδόν την Μακεδονίαν. Επροχώρησε δε έως τα μέρη της Χειμάρρας, της Ακαρνανίας, της Αιτωλίας και έως και αυτής της Άρτης και της Πρεβέζης. Εκείθεν δε έπλευσεν εις την Αγίαν Μαύραν (η πόλις και η νήσος Λευκάς), και εις την Κεφαλληνίαν. Οπόθεν δε και αν διήρχετοή όπου μετέβαινεν, εγίνετο μεγάλη σύναξις των Χριστιανών, οίτινες ήκουον μετά κατανύξεως και ευλαβείας την χάριν και την γλυκύτητα των λόγων του και ακολούθως εγένετο συνομιλία, εκ της οποίας επήρχετο μεγάλη η ωφέλεια των ψυχών. Ήτο δε η διδασκαλία αυτού, καθώς ημείς αυτήκοοι εγενόμεθα, απλουστάτη, ως εκείνη των αλιέων· ήτο γαλήνιος και ήσυχος και εφαίνετο πλήρης της χάριτος, της ιλαρότητος και της ενθέου γλυκύτητος του Αγίου Πνεύματος. Μάλιστα δε εις την Κεφαλληνίαν μέγαν καρπόν ψυχικής ωφελείας απέδωσεν ο ιερός ούτος διδάσκαλος με τον σπόρον της θείας διδασκαλίας του. Αλλά και ο Θεός, ο τα πάντα κυβερνών και οικονομών, συνήργει άνωθεν και εβεβαίωνε τους λόγους του Αγίου Ιερομάρτυρος και Ισαποστόλου Κοσμά, με τα ακόλουθα σημεία και θαύματα, καθώς άλλοτε δια των τοιούτων θαυμάτων εβεβαίου το κήρυγμα των θείων αυτού Αποστόλων. Ούτω εις την νήσον ταύτην έζη πτωχός τις ράπτης, όστις είχε την δεξιάν του χείρα από χρόνων πολλών ακίνητον και άχρηστον. Ούτος όθεν, καταφυγών εις τον Άγιον, παρεκάλει να τον ιατρεύση. Ο Άγιος τότε παρεκίνησεν αυτόν να προστρέξη με ευλάβειαν εις την διδασκαλίαν του και ο Θεός θέλει τον ευσπλαγχνισθή. Υπήκουσεν ο πτωχός ράπτης και αφού ήκουσεν ευλαβώς της διδασκαλίας αυτού, ω του θαύματος! την επομένην ημέραν ιατρεύθη τελείως. Άλλος πάλιν παράλυτος, μαθών τούτο το παράδοξον, παρεκάλει και τον μετέφερον επί της κλίνης του, κατά την ώραν της διδασκαλίας του Αγίου. Και ούτος, ω του θαύματος! μετ΄ ολίγας ημέρας ιάθη τελείως και εδόξαζε τον Θεόν και ηυχαρίστει τον Άγιον. Εις το κάστρον της Άσσου διέμενεν εις ευγενής, όστις είχε δεινήν ασθένειαν των ώτων και επί πολλούς χρόνους ήτο τελείως κωφός. Ούτος μεταβαίνων με ευλάβειαν και πίστιν εκεί όπου εδίδασκεν ο Άγιος, ήρχισεν ευθύς να ακούη, ιαθείς τελείως. Εις την Κεφαλληνίαν υπάρχει χωρίον, ονομαζόμενον Κουρουνός. Εκ του χωρίου τούτου διερχόμενος ο Άγιος εν καιρώ θέρους, εδίψασε και εζήτησεν ύδωρ δια να πίη από εν ξηροπήγαδον. Οι άνθρωποι είπον εις τον Άγιον ότι δεν ήτο εύκολον, διότι το ξηροπήγαδον δεν είχεν ύδωρ. Αλλά δια να κάμουν υπακοήν, ανέσυραν από το βάθος του πηγαδίου ύδωρ γεμάτον λάσπην. Και ευθύς ως ο Άγιος έφερε τούτο εις το στόμα του και έπιεν ολίγον, ευθύς το ξηροπήγαδον τούτο παραδόξως ανέβλυσεν ύδωρ καθαρόν και άφθονον και έκτοτε είναι πάντοτε πλήρες καθ΄ όλον τον χρόνον και ιαματικόν δια ασθενείας. Εξ αιτίας του πλήθους του λαού, το οποίον συνηθροίζετο κατά τας διδασκαλίας του Αγίου, ουδεμία Εκκλησία εχώρει και ούτω εξ ανάγκης εδίδασκεν εις τας πεδιάδας. Εις τον τόπον λοιπόν όπου έμελλε να διδάξη, έλεγε πρώτον και κατεσκεύαζαν ένα μεγάλον ξύλινον Σταυρόν. Κατόπιν ακουμβούσεν επί του στηθέντος Σταυρού το σκαμνίον, το οποίον, ως λέγουσιν, κατεσκεύασε δι΄ αυτόν, ως θρονίον, ο Κουρτ πασάς, επί του οποίου ανερχόμενος εδίδασκεν. Και μετά το πέρας της διδασκαλίας το μεν σκαμνίον διέλυε και το έφερε μεθ΄ εαυτού, όπου και αν μετέβαινεν, ο δε Σταυρός έμενεν εκεί εις παντοτεινήν ενθύμησιν του κηρύγματός του. και εις τους τόπους, όπου ήσαν στημένοι οι Σταυροί, ο Θεός ενήργει πολλά θαύματα. Ούτω εις το μέσον της αγοράς του Αργοστολίου, πόλεως της Κεφαλληνίας, όπου ο Άγιος έστησεν ένα τοιούτον Σταυρόν, ανέβλυσεν ύδωρ θαυμάσιον και άφθονον, το οποίον εξακολουθεί να φαίνεται έως την σήμερον, χωρίς ποτέ να ολιγοστεύη. Από της Κεφαλληνίας ο Άγιος έπλευσεν εις την Ζάκυνθον, συνοδευόμενος από δέκα καϊκια, πλήρη ευλαβών Κεφαλλήνων. Και αφού εδίδαξεν εκεί έως ολίγον, δεν ηυτύχησεν ο ευλογημένος. Όθεν επέστρεψε πάλιν εις την Κεφαλληνίαν και εκείθεν μετέβη εις Κορυφούς (Κέρκυρα), όπου εδεξιώθησαν αυτόν πανδήμως και μάλιστα ο ηγεμών. Επειδή όμως πλήθος πολύ συνηθροίσθη εκ των χωρίων, ίνα ακούσουν την διδασκαλίαν του Αγίου, οι της πόλεως προεστώτες, τον φθόνον φοβούμενοι, παρεκάλεσαν τον Άγιον να αναχωρήση το ταχύτερον. Και ούτω ο ενάρετος και ευλογημένος Άγιος Κοσμάς, ίνα μη γίνη αίτιος σκανδάλων και ταραχών, αναχωρήσας εκείθεν μετέβη εις το αντίκρυ της Κερκύρας μέρος της Στερεάς, ήτοι της BHπείρου, ονομαζόμενον Άγιοι Σαράντα. Εκεί εδίδασκε τους Χριστιανούς περιπατών και διερχόμενος από τας βαρβάρους εκείνας επαρχίας, όπου εκινδύνευε να απολεσθή τελείως η ευσέβεια και η χριστιανική ζωή ένεκα της αμαθείας, εις την οποίαν ευρίσκοντο οι εκεί Χριστιανοί, αλλά και από τα πολλά κακά τα οποία είχον καταπνίξει τούτους, ήτοι φόνους, κλοπάς και άλλας μυρίας παρανομίας, τόσον ώστε παρ΄ ολίγον να ήσαν χειρότεροι κατά τας κακίας και τα αμαρτήματα από τους ασεβείς. Και εις τούτων των Χριστιανών τας διεφθαρμένας και εξηγριωμένας καρδίας εμφυτεύσας τον σπόρον του θείου λόγου ο ιερός Κοσμάς, κατώρθωσε, συνεργούσης της θείας χάριτος, να επιτύχη καρπόν αγλαόν. Διότι τους αγρίους αυτούς ημέρευσε, τους ληστάς κατεπράϋνε, τους ασπλάχνους και ανελεήμονας ανέδειξεν ευσπλάγχνους και ελεήμονας, τους ανευλαβείς μετέφερεν εις την ευσέβειαν, τους αμαθείς και αγροίκους εμόρφωσεν εις τα θεία γράμματα και ενουθέτησε να προσέρχωνται εις τας ιεράς Ακολουθίας και άπαντας εν γένει τους αμαρτωλούς επέστρεψεν εις βαθείαν μετάνοιαν και τελειοποίησιν, εις σημείον ώστε άπαντες οι Χριστιανοί έλεγον, ότι εις τον καιρόν των ανεφάνη εις νέος Απόστολος. Παντού δε οπόθεν διήλθεν ίδρυσε σχολεία δια του μέσου της διδασκαλίας αυτού, τόσον ανώτερα όσον και κοινά, ίνα φοιτούν εις αυτά τα παιδία και μανθάνουν δωρεάν τα ιερά γράμματα και εκ τούτων να εδραιώνωνται εις την πίστιν και την ευσέβειαν, ως και να καθοδηγούνται εις την ενάρετον ζωήν και πολιτείαν. Κατέπεισε δε τους πλουσίους και ηγόρασαν υπέρ τας τέσσαρας χιλιάδας χαλκίνας κολυμβήθρας και αφιέρωσε ταύτας εις τας Εκκλησίας εις μνημόσυνόν των, ίνα βαπτίζωνται κατά τον τύπον του Μυστηρίου τα παιδιά των Χριστιανών. Ομοίως κατέπεισε τους έχοντας τα μέσα και ηγόρασαν βιβλία Πατερικά και τοιαύτα με χριστιανικάς διδασκαλίας, κομβοσχοίνια, μικρούς σταυρούς, καλύμματα της κεφαλής και κτένια, εκ των οποίων τα μεν βιβλία διένειμεν εις εκείνους, οίτινες επεθύμουν την μάθησιν, τα δε καλύμματα, υπέρ τας τεσσαράκοντα χιλιάδας, εις τας γυναίκας, ίνα σκεπάζουν την κεφαλήν των και τα κτένια εις εκείνους, οίτινες υπέσχοντο να αφήσουν το γένειον και να διάγωσι βίον ενάρετον και χριστιανικόν. Τα δε κομβοσχοίνια και σταυρίδια διένειμεν εις τον πολύν λαόν δια να συγχωρώσι τους αγοράσαντας. Είχε δε ο Άγιος μεθ΄ εαυτού τεσσαράκοντα έως πεντήκοντα Ιερείς, οίτινες ηκολούθουν αυτόν και όταν έφθανεν εις τινα τόπον παρήγγελλε κατά πρώτον εις τους Χριστιανούς να εξομολογηθούν, να νηστεύουν και να τελούν αγρυπνίαν με μεγάλην λαμπρότητα και φωτοχυσίαν. Διότι είχεν επίτηδες κατεσκευασμένα ξύλινα μανουάλια, χωρούντα έκαστον εκατόν κηρία και κατόπιν διένειμε δωρεάν εις άπαντας κηρία. Μεθ΄ ο παρήγγελλεν εις τους Ιερείς και ανεγίγνωσκον το Άγιον Ευχέλαιον και εχρίοντο πάντες οι Χριστιανοί, εις το τέλος δε έκαμνε διδασκαλίαν. Επειδή δε ηκολούθουν τον Άγιον λαός πολύς, έως και δύο και τρεις χιλιάδες ψυχών, επρόσταζον αφ΄ εσπέρας και ητοίμαζον σάκκους πλήρεις άρτου και μεγάλας χύτρας με εβρασμένον σίτον και μετέφερον ταύτα εις τον δρόμον, οπόθεν ήθελε διέλθει το πλήθος των ανθρώπων και εκείθεν έτρωγον πάντες και συνεχώρουν ζώντας και τεθνεώτας. Ενήργησε δε ο Θεός δια του Αγίου αυτού Ιερομάρτυρος και Ισαποστόλου Κοσμά, και εκεί εις την Β. Ήπειρον, καθώς και εις άλλους τόπους, τοιαύτα θαυμάσια. Τούρκος τις αξιωματικός, παρακινούμενος υπό Εβραίων ή ομοφύλων του, ή υπό του διαβόλου, τόσον μίσος ησθάνθη κατά του Αγίου, ώστε μίαν ημέραν ίππευσε τον ίππον του και έτρεχεν ίνα προλάβη τον Άγιον και τον κακοποιήση. Αλλά ο ίππος καλπάζων έρριψε τούτον χαμαί, εξ ου και συνετρίβη ο δεξιός του πους. Επιστρέψας δε κακήν κακώς εις την οικίαν του, εύρε τον υιόν του νεκρόν. Μετανοήσας όθεν πικρώς έγραψεν επιστολήν εις τον Άγιον εις την οποίαν ωμολόγει το σφάλμα του και εζήτει παρ΄ αυτού συγχώρησιν. Οι πρώτοι αγάδες των Φιλιατών, εκ της μεγάλης φήμης του Αγίου υποκινούμενοι, μετέβησαν ίνα ίδουν αυτόν και ακούσουν την διδασκαλίαν του. Επειδή δε ήτο καιρός του θέρους, εκοιμήθησαν έξω εις τον κάμπον. Και περί το μεσονύκτιον είδον φως λαμπρότατον, ουράνιον, ως νέφος, το οποίον εσκέπασε τον τόπον εκείνον όπου εκάθητο ο Άγιος, σημείον το οποίον διηγήθησαν εις τους Χριστιανούς. Όθεν το πρωϊ εζήτησαν από τον Άγιον να δώση εις αυτούς την ευχή του από την καρδίαν του και όχι μόνον από τα χείλη του. Άλλος Τούρκος αξιωματικός εκ Καβαϊας υπέφερεν από δεινήν ασθένειαν, εκ της οποίας δεν ηδύνατο να ουρήση. Ούτος μαθών τα υπό του Αγίου τελούμενα θαυμάσια έστειλε προς αυτόν τον υπηρέτην του, παρακαλών όπως ο Άγιος τον επισκεφθή, ίνα, τη τούτου μεσιτεία, ο Θεός τον ιατρεύση. Αλλ΄ ο Άγιος δεν ηθέλησε να μεταβή, ονομάζων εαυτόν αμαρτωλόν. Ο Τούρκος όμως και πάλιν απέστειλε τον υπηρέτην του με εν αγγείον πλήρες ύδατος, παρακαλών τον Άγιον να ευλογήση το ύδωρ. Τότε ο Άγιος, βλέπων την μεγάλην του Τούρκου ευλάβειαν, διεμήνυσεν εις αυτόν να υπακούση εις δύο συμβουλάς του: Να μη πίνη ρακί και να διανείμη το δέκατον του πλούτου του εις τους πτωχούς. Αφού δε ο Τούρκος υπεσχέθη ότι θα πράξη ταύτα, ο Άγιος ηυλόγησε το ύδωρ, το οποίον πίνων ο ασθενών ιατρεύθη τελείως εις τέσσαρας ημέρας. Όθεν έκτοτε έκαμνε μεγάλας ελεημοσύνας εις τους πτωχούς. Προς το Φανάρι, εις τόπον λεγόμενον Λυκουρίσι, ο Τούρκος εξουσιαστής ιδών τον Σταυρόν, τον οποίον αφήκεν εκεί ο Άγιος, όταν εδίδαξεν, ως προείπομεν, ανέσυρεν αυτόν και τον μετέφερεν εις την οικίαν του με σκοπόν να υποστηλώση τον ξύλινον σκελετόν της κλίνης του, που είχεν εις το φυλάκιον του αγρού του. αλλ΄ ευθύς ως ανέσυρε τον Σταυρόν, ω του θαύματος! εγένετο ωσάν φοβερός σεισμός και ο εξουσιαστής, μη δυνάμενος να σταθή εις τους πόδας του, έπεσε κατά γης κυλιόμενος επί ώραν πολλήν, αφρίζων και τρίζων τους οδόντας ως δαιμονιζόμενος. Μετά δε ώραν πολλήν ανεσηκώθη από δύο Τούρκους εκείθεν διερχομένους, και αφού συνήλθεν ηννόησεν, ότι τούτο το σημείον ήτο οργή Θεού δια την αφροσύνην του να εκριζώση τον Σταυρόν. Ευθύς τότε μετέβη μόνος του και εστερέωσε και πάλιν τον Τίμιον Σταυρόν εις τον τόπον όπου ευρίσκετο πρότερον, καθ΄ εκάστην δε μετέβαινε και ησπάζετο αυτόν με βαθείαν ευλάβειαν. Όταν δε αργότερον ο Άγιος διήλθε και πάλιν εκείθεν, έτρεξεν ούτος ο Τούρκος και προσεκύνησεν αυτόν, διηγούμενος δε το θαύμα παρουσία πάντων εζήτει ταπεινώς συγχώρησιν. Ο Άγιος ήλεγχε τας γυναίκας εκείνας που φέρουν στολίδια και επιτηδεύονται εις το να επιδεικνύωνται, συν τω χρόνω δε κατέπεισε ταύτας δια των διδασκαλιών του να απορρίψουν ταύτα και να σωφρονούν, τόσον ώστε μερικαί εξ αυτών εφόρουν πλέον μελανά ενδύματα. Όμως γυνή τις πλουσία εις την Κόριτζαν είχε παιδίον του οποίου την κεφαλήν εστόλιζε με πολλά φλωριά και άλλα περιττά κοσμήματα. Την γυναίκα ταύτην πολλάκις συνεβούλευσεν ο Άγιος να διαμοιράση ταύτα εις τα πτωχά παιδία, εάν θέλη να ζήση το τέκνον της. Αλλ΄ εκείνη δεν υπήκουσεν εις την τοιαύτην συμβουλήν, ότε ο Άγιος είπεν εις αυτήν, ότι εάν δεν παύση να στολίζη το τέκνον της με αυτά τα περιττά και ανόητα πράγματα, θέλει στερηθή τούτο ταχέως. Και επειδή και εις την τοιαύτην συμβουλήν εκείνη δεν συνεμορφώθη, την επομένην ημέραν εύρε το τέκνον της νεκρόν εις την κλίνην του. Και τότε εγνώρισεν, ότι δια την απείθειάν της ο Θεός την ετιμώρησεν. Εκεί οπόθεν διήρχετο ο Άγιος εδίδασκε τους Χριστιανούς να μη κάμνουν εμπόριον την Κυριακήν, ούτε άλλας εργασίας, αλλά να προσέρχωνται προθύμως εις τας Εκκλησίας δια να ακούουν τας ιεράς Ακολουθίας και τους θείους λόγους. Πλην όμως πολλοί, παρακούσαντες εις την τοιαύτην του Αγίου συμβουλήν, ετιμωρήθησαν παρά Θεού με διαφόρους τιμωρίας. Ούτω, εις τόπον λεγόμενον Χαλκιάδες, έως μιάς ώρας απόστασιν από της Άρτης, πραγματευτής τις, όστις παρήκουσε και ετόλμησε να εμπορευθή Κυριακήν, έπαθε την χείρα του, ήτις εξηράνθη και έμεινε παράλυτος. Σπεύσας δε προς τον Άγιον και ζητήσας συγχώρησιν δια την αμαρτίαν, έτυχε ταύτης και μετ΄ ολίγας ημέρας η χειρ του ιατρεύθη. Ομοίως  και εις την Πάργαν καταστηματάρχης τις, θελήσας να πωλήση μερικόν εμπόρευμα την Κυριακήν, έπαθε παράλυσιν της χειρός του, αφού δε ωμολόγησε την αμαρτίαν του ενώπιον του Αγίου, είδε την ποθουμένην της χειρός του ίασιν. Εις το Ξηρόμερον μία γυνή εζύμωσε την Κυριακήν. Αφού δε εξήγαγεν από τον φούρνον της εψημένους τους άρτους είδε τούτους ερυθρούς, ωσάν να τους είχε ζυμώσει με αίμα. Όθεν προσδρανούσα εις τον Άγιον και πεσούσα προ των ποδών αυτού έλαβε την συγχώρησιν, και έκτοτε δεν ειργάζετο πλέον ημέραν Κυριακήν. Εις άλλα δε μέρη, όπου δεν εδόθη ο πρέπων σεβασμός εις την τοιαύτην εντολήν του Αγίου, πολλά σημεία εγένοντο. Και βους έθανε τινός παρακούσαντος και ημίονος άλλου τινός και έτερος εδαιμονίσθη, άλλος δε εύρε το τέκνον του νεκρόν. Εις χωρίον της Καστοριάς, ονομαζόμενον Σέλτζα, μία γυνή, τρέφουσα ευλάβειαν προς τον Άγιον, έλαβε το ύδωρ δια του οποίου ένιψε ποτε το πρόσωπόν του ο Άγιος και διεφύλαξεν αυτό εντός υαλίνου δοχείου. Και ω του θαύματος! Επ΄ αυτού του ύδατος εφύτρωσεν εν χόρτον με δύο μόνον φύλλα, το οποίον ηυξήθη και ηπλώθη εις όλην την επιφάνειαν του ύδατος τούτου χωρίς να έχη ρίζαν. Και το χρώμα αυτού ουδόλως ήλλαξεν, αλλ΄ έμεινε δροσερόν επί ένα ολόκληρον χρόνον, πάντες δε όσοι το έβλεπον, εθαύμαζον. Και το ύδωρ πολλούς ασθενείς εθεράπευσεν, όπως έλεγεν η γυνή αύτη. Τοιαύτα και άλλα πάμπολλα θαυμάσια ενήργησε ο Θεός δια του Αγίου αυτού Ιερομάρτυρος και Ισαποστόλου Κοσμά, όστις κατά τους τότε καιρούς της ζοφεράς του Έθνους δουλείας περιώδευεν απανταχού της Ελλάδος στηρίζων τους Χριστιανούς εις την Ορθόδοξον πίστιν, ώστε και η ιδέα της ελευθέρας πατρίδος να αναθερμαίνεται. Έλεγε δε πολλάκις ο Άγιος εις τας διδασκαλίας του, ότι προσεκλήθη δια το κήρυγμα του Ευαγγελίου από τον ίδιον τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν και ότι δια την αγάπην του προς Αυτόν μέλλει να χύση το αίμα του. Η δε πρόρρησίς του αύτη επραγματοποιήθη ως ακολούθως. Ο αποστολικός ούτος διδάσκαλος ποτέ δεν ήνοιξε το στόμα αυτού δια να είπη λόγον εναντίον των Εβραίων, ούτε εις την Θεσσαλονίκην, ούτε εις την Καστοριάν, ούτε εις τα Ιωάννινα ούτε εις άλλον τόπον όπου ήσαν Εβραίοι, μόνον δε τους Χριστιανούς εδίδασκε να πολιτεύωνται ως Χριστιανοί, να καλλιεργούν τας κατά Χριστόν αρετάς, να φυλάττουν προ παντός την αλήθειαν και να έχουν εμπιστοσύνην εις τους ηγήτορας τους οποίους έδωκεν ο Θεός. Καθώς και αυτοί οι Αλβανοί παρακολουθούντες τας διδαχάς του έξω εις τας πεδιάδας όπου εδίδασκε, τον ήκουον να λέγη ταύτα και τον εκήρυττον ως άνθρωπον του Θεού, τόσον ώστε και αυτός ο Κουρτ πασάς, ακούων της καλής του Αγίου φήμης, επρόσταξε και ήλθεν ο Άγιος ενώπιόν του. Τόσον δε ήρεσεν εις τον πασάν η ομιλία του Αγίου, ώστε και το θρονίον εκείνο, ως προείπομεν, εδώρησεν εις τον Άγιον, δια να ανέρχεται υψηλά και από ύψους να διδάσκη και ενέδυσε τούτο με βαρύ βελούδινον ύφασμα. Όμως το μισόχριστον γένος των Εβραίων, καθώς εις τους παρελθόντας καιρούς έδειξε πάντοτε πάσαν κακίαν κατά των Χριστιανών, ούτω και τώρα, δεν ηνείχοντο να κηρύττεται η πίστις και το θείον Ευαγγέλιον του Ιησού Χριστού, και τινες Εβραίοι των Ιωαννίνων είπον εις τον πασάν, ότι ο ιερός ούτος Κοσμάς ήτο απεσταλμένος από τους Μοσκόβους δια να πείση τους υποδούλους Έλληνας να φεύγουν εις την Μοσκοβίαν. Αλλά η θεία Πρόνοια διεφύλαξε τότε τον Άγιον από την επικίνδυνον ταύτην επιβουλήν, όμως μεγάλη χρηματική ζημία εγένετο εις τους Χριστιανούς. Εκ του γεγονότος τούτου όθεν ο ιερός Κοσμάς ήρχισε να στηλιτεύη την πονηρίαν και το αδιάλλακτον μίσος των Εβραίων κατά των Χριστιανών. Και επειδή απεδείχθη ότι η κατηγορία αύτη ήτο πλαστή και συκοφαντία, μετέβη και πάλιν ο Άγιος εις Ιωάννινα. Και κατά πρώτον έπεισε τους Χριστιανούς να μεταφέρουν την λαϊκήν αγοράν από της Κυριακής εις το Σάββατον, πράγμα όπερ επροξένησεν εις τους Εβραίους μεγάλην ζημίαν. Κατόπιν εκήρυξε τούτους ως φανερούς εχθρούς των Χριστιανών και ότι είναι έτοιμοι ανά πάσαν στιγμήν να προξενήσουν κάθε κακόν εις αυτούς. Θέλων δε ο Άγιος να αφήσουν οι Χριστιανοί την συνήθειαν να φέρουν εις την κεφαλήν των τας μακράς φούντας και άλλα διάφορα εξαρτήματα της ενδυμασίας, τα οποία ηγόραζον από τους Εβραίους, συνεβούλευεν αυτούς ότι είναι ακάθαρτοι και ότι εκ τούτου οι θεοκτόνοι μολύνουσι ταύτα, ίνα μολύνωνται και οι Χριστιανοί και να μη αγοράζωσι πλέον ταύτα από τους Εβραίους. Όθεν εκείνοι, μη υποφέροντες πλέον να ακούουν τον Άγιον ελέγχοντα αυτούς, μετέβησαν εις τον Κουρτ πασάν και έδωσαν εις αυτόν πολλά χρυσά νομίσματα, δια να εξαφανίση τον Άγιον. Ο δε Κουρτ πασάς, αφού συνεβουλεύθη μετά του χότζα του, απεφάσισε να θανατώση δι΄ αυτού τον ιερόν Κοσμάν, με τοιούτον τρόπον. Συνήθειαν είχεν ο Άγιος Ιερομάρτυς Κοσμάς, όπου και αν μετέβαινε δια να διδάξη, να λαμβάνη πρώτον την άδειαν από τον Αρχιερέα του τόπου ή από τους επιτροπεύοντας αυτόν. Συγχρόνως έστελλε Χριστιανούς να λαμβάνουν την άδειαν και από τους εξουσιαστάς του τόπου· ούτως ο Άγιος εκήρυττεν ανεμποδίστως. Μεταβάς , όθεν, εις εν χωρίον λεγόμενον Κολικόντασι, έλαβε την πρέπουσαν άδειαν παρά του Αρχιερέως του τόπου. Αναζητών δε και τους εξουσιαστάς, έμαθεν ότι ο Κουρτ πασάς ώριζε τους τόπους εκείνους και ότι διέμενεν εις τι εκεί πλησίον χωρίον ονομαζόμενον Μπεράτι. Πληροφορηθείς συγχρόνως ότι και ο χότζας του αυτού πασά διέμενεν εκεί πλησίον, απέστειλε Χριστιανόν τινα και έλαβε την άδειαν και εκήρυξε. Πλην όμως δεν έμενεν ευχαριστημένος, αλλ΄ ηθέλησε να μεταβή μόνος του εις τον χότζαν, ίνα λάβη την συγκατάθεσιν, δια το ασφαλέστερον. Οι Χριστιανοί τότε προς στιγμήν τον ημπόδισαν, λέγοντες εις τον Άγιον, ότι ποτέ άλλοτε δεν έπραξε τοιούτον τι, να υπάγη δηλαδή εις τους Αγαρηνούς εξουσιαστάς αυτοπροσώπος, ίνα τύχη της αδείας του κηρύγματος. Όμως δεν ηδυνήθησαν να τον εμποδίσουν. Συμβουλεύων δε ούτος ο ένθερμος του Χριστού Μάρτυς να μη εξετάζουν εκείνοι περισσότερον, παρέλαβε μεθ΄ εαυτού τέσσαρας Μοναχούς και ένα Ιερέα, ως διερμηνέα, και μετέβη εις συνάντησιν του χότζα. Ο χότζας τότε υπεκρίθη, ότι είχεν έγγραφον διαταγήν από τον Κουρτ πασάν, όστις τον εξουσιάζει, να αποστείλη τον Άγιον εις τον πασάν, δια να συνομιλήσουν μεταξύ των. Ευθύς τότε επρόσταξε τους ανθρώπους του να μη αφήσουν αυτόν να εξέλθη της αυλής του, έως ότου τον αποστείλη εις τον πασάν. Τότε ο ευλογημένος διδάσκαλος του θείου λόγου ηννόησεν ότι μέλλουν να τον θανατώσουν. Όθεν εδόξασε και ηυχαρίστησε τον Δεσπότην Ιησούν Χριστόν, διότι ηξίωσεν αυτόν να περατώση τον δρόμον του Αποστολικού κηρύγματος με μαρτυρικόν θάνατον. Κατόπιν, στραφείς προς τους Μοναχούς, οίτινες συνώδευον αυτόν, είπεν εκείνο το ψαλτικόν: «Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος και εξήγαγεν ημάς εις αναψυχήν». Καθ΄ όλην δε την νύκτα εκείνην εδοξολόγει τον Κύριον ψάλλων, χωρίς να δείξη παντάπασι σημείον λύπης δια την μέλλουσαν στέρησιν της ζωής αυτού, φαινόμενος μάλιστα χαριέστατος, ωσάν να ητοιμάζετο να μεταβή εις χαρμόσυνον και πανηγυρικήν τελετήν. Όταν δε εξημέρωσε, παρέλαβον τον Άγιον επτά Αγαρηνοί δήμιοι, και ανεβίβασαν αυτόν επί ίππου, υποκρινόμενοι, ότι θα οδηγήσουν δήθεν τούτον εις τον Κουρτ πασάν. Αλλ΄ ως απεμακρύνθησαν περί τας δύο ώρας απόστασιν, έφερον αυτόν πλησίον ενός μεγάλου ποταμού και καταβιβάσαντες τον Άγιον Ιερομάρτυρα Κοσμάν εκ του ίππου απεκάλυψαν εις αυτόν την προσταγήν του Κουρτ πασά, να τον θανατώσουν. Ο Άγιος τότε εδέχθη μετά χαράς την τοιαύτην κατ΄ αυτού απόφασιν και κλίνας τα γόνατα προσηυχήθη εις τον Θεόν, ευχαριστών και δοξάζων, διότι δια την προς Αυτόν αγάπην του ηξιώθη να θυσιάση την ζωήν του, καθώς η ψυχή του διακαώς επεθύμει πάντοτε. Έπειτα, εγερθείς, ηυλόγησε σταυροειδώς τα τέσσαρα σημεία του ορίζοντος και ηυχήθη πάντας τους Χριστιανούς τους φυλάττοντας τας εντολάς του. Οι δε δήμιοι έσυραν αυτόν πλησίον ενός δένδρου και επεχείρησαν να δέσουν τας χείρας του. Ο Άγιος όμως ημπόδισε τους δημίους, ειπών ότι δεν μέλλει να αντισταθή, αλλά να κρατή εσταυρωμένας τας χείρας, ωσάν να ήσαν δεδεμέναι. Κατόπιν έγειρε την ιεράν κεφαλήν του επί του δένδρου και ούτως οι βάρβαροι έδεσαν τον λαιμόν αυτού με σχοινίον. Ευθύς δε ως έσφιξαν τούτο, το θείον αυτού πνεύμα ανήλθε προς τους ουρανούς. Ούτως ο τρισμακάριος Κοσμάς, ο κοινωφελέστατος εκείνος ανήρ και του κόσμου κόσμος ο ευκοσμότατος, ηξιώθη να λάβη διπλούς τους στεφάνους της αθανασίας παρά Κυρίου. Και ως Ισαπόστολος και ως Ιερομάρτυς εις ηλικίαν εξήκοντα πέντε ετών. Γυμνώσαντες δε οι δήμιοι το άγιον αυτού λείψανον, έσυραν τούτο προς τον ποταμόν και αφού έδεσαν μίαν βαρείαν πέτραν εις τον λαιμόν έρριψαν εντός του ύδατος. Οι δε Χριστιανοί, μαθόντες ταύτα, έτρεξαν ευθύς δια να ανασύρουν από τον ποταμόν το άγιον λείψανον. Αλλ΄ αν και ηρεύνησαν με δίκτυα και με άλλους τρόπους, δεν ηδυνήθησαν να ανεύρουν τούτο. Πλην όμως, μετά τρεις ημέρας, Ιερεύς τις ευλαβής, παπά- Μάρκος ονομαζόμενος, εφημέριος του Μοναστηρίου της Υπεραγίας Θεοτόκου των Εισοδίων του ονομαζομένου της Αρδευούσης, κειμένου πλησίον του χωρίου Κολικόντασι, εισελθών εις λέμβον και ποιήσας το σημείον του σταυρού, έπλεεν εις τον ποταμόν, ερευνών. Και μετ΄ ολίγον, ω του θαύματος! είδε το άγιον λείψανον, το οποίον έπλεεν επάνω εις τα ύδατα, όρθιον, ωσάν να ήτο ζωντανόν. Όθεν έσπευσεν εν τω άμη, ενηγκαλίσθη τούτο και το ανέσυρεν. Ευθύς δε ως ανεσήκωσε τούτο, αίμα πολύ έρρευσεν από το μελίρρυτον στόμα του Αγίου εντός του ποταμού, ενδύσας δε το σεπτόν αυτού λείψανον με το ράσον του, μετέφερεν αυτό ευλαβώς εις το ως άνω Μοναστήριον της Θεοτόκου και ενεταφίασεν εντίμως όπισθεν του Αγίου Βήματος. Μετά δε την τελευτήν του Αγίου τούτου Νέου Ιερομάρτυρος ταύτα τα θαυμάσια ηκολούθησαν. Ο Κουρτ πασάς μετενόησε βαθέως, διότι εξηπατήθη και δι΄ έν μάταιον κέρδος εθανάτωσε τον αθώον τούτον και ειρηνικόν άνθρωπον. Όθεν διεμήνυσεν εις τον χότζαν του να ελευθερώση τους Μοναχούς, οίτινες είχον συνοδεύσει τον Άγιον, τους οποίους εκράτει προς φύλαξιν, και να μεταβούν ούτοι και να διαμένουν εις το, ως ελέχθη, Μοναστήριον της Θεοτόκου. Ούτοι, πράγματι, μεταβάντες εκεί, εύρον ενταφιασμένον το άγιον λείψανον και ίνα λάβουν μεγαλυτέραν την εντύπωσιν εκ του μαρτυρίου αυτού, εξέθαψαν τούτο, ομού μετ΄ άλλων Ιερέων και Χριστιανών. Και τότε είδον τούτο το θαυμάσιον. Αν και το άγιον λείψανον ευρίσκετο επί τρεις ημέρας εντός των υδάτων του ποταμού, καθώς ο Ιωνάς εντός της κοιλίας του κήτους, όμως ουδεμίαν αλλοίωσιν ή δυσοσμίαν είχεν, αλλ΄ ευωδίαζεν ολόκληρον και εφαίνετο ωσάν να εκοιμάτο. Και αφού ησπάσθησαν τούτο με βαθείαν ευλάβειαν, το ενεταφίασαν πάλιν. Eκείνην δε την στιγμήν έτυχε να ευρίσκεται εκεί δαιμονιζομένη τις γυνή, ήτις από τόπους μακρινούς ηκολούθει τον Άγιον ζώντα, ποθούσα την θεραπείαν της. Ευθύς δε ως είδεν ανοιγόμενον τον τάφον του Αγίου εταράχθη σφόδρα από το δαιμόνιον, μετ΄ ολίγον δε ιατρεύθη τελείως, δοξάζουσα τον Θεόν και τον Άγιον. Αγαρηνός τις, εξ εκείνων οίτινες εθανάτωσαν τον Άγιον, έλαβε το επανωκαλύμμαυχον αυτού και επιστρέψας εις τον χότζαν ετοποθέτησε τούτο επί της κεφαλής του, περιγελών τον Άγιον. Ευθύς δε, δαιμονισθείς, απέρριψε τα ενδύματά του και έτρεχε γυμνός, φωνάζων ότι αυτός εθανάτωσε τον ασκητήν. Τούτο μαθών ο πασάς επρόσταξε και τον έκλεισαν εις την φυλακήν, όπου κακήν κακώς ετελευτησεν. Αφού ο Άγιος έκαμε την τελευταίαν αυτού διδασκαλίαν εις το ως άνω χωρίον Κολικόντασι, αφήκεν εκεί, κατά την συνήθειάν του, ένα Σταυρόν εστημένον εις την γην. Και μετά την τελευτήν αυτού, οι Χριστιανοί έβλεπον καθ΄ εκάστην νύκτα φως ουράνιον, το οποίον έλαμπεν άνωθεν του Σταυρού. Όθεν, κατά την ημέραν της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, μετέβησαν οι Ιερείς μετά του πλήθους των Χριστιανών και παρέλαβον τον Σταυρόν εκείνον, τον οποίον λιτανεύσαντες μετ΄ ευλαβείας μετέφεραν και έστησαν όπισθεν του αγίου Βήματος της Εκκλησίας του Μοναστηρίου, πλησίον του τάφου του Αγίου εις παντοτεινήν ενθύμησιν του θαύματος. Όταν δε οι μαθηταί αυτού έλαβον την πλήρη ελευθερίαν από τον πασάν, έκαμαν ανακομιδήν του ιερού λειψάνου του Αγίου και τινες εξ αυτών παρέλαβον μέρη τούτου και διεσκορπίσθησαν εις διαφόρους τόπους. Πολλοί τότε ασθενείς εκ των τόπων αυτών έλαβον την ίασιν των ασθενειών των δια των αγίων εκείνων λειψάνων. Δύο δε μαθηταί του Αγίου μεταβάντες εις την νήσον της Ναξίας, ίνα αναγγείλουν τα του μαρτυρίου αυτού εις τον εκεί σχολάρχην ιεροδιδάσκαλον Χρύσανθον, τον αυτάδελφον του Αγίου, έτυχε να έχουν μεθ΄ εαυτών ολίγας τρίχας από το γένειον του Αγίου. Τας οποίας μετ΄ ευλαβείας λαβούσα γυνή τις εκ του ονομαζομένου Νεοχωρίου, και ήτις υπέφερεν από βαρυτάτην θανατηφόρον ασθένειαν, ω του θαύματος! ευθύς ησθάνθη παράδοξον δύναμιν και μετ΄ ολίγον επανήλθε και πάλιν τελείως η υγεία της. Αλλά και πολλαί στείραι γυναίκες λαμβάνουσαι επί τεσσαράκοντα ημέρας χώμα από τον τάφον του Αγίου μετ΄ ευλαβείας και πίστεως επιτυγχάνουν της παρακλήσεως του να γεννούν τέκνα, με την χάριν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και δια πρεσβειών του Αγίου Του Ιερομάρτυρος και Ισαποστόλου Κοσμά, ου ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν της Βασιλείας των ουρανών. Αμήν.

ΟΡΕΓΕΣΑΙ ΟΡΘΟΝ ΒΙΟΝ;

Την ερώτηση κάνει ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος στα «Ασκητικά» του 
και μας δίνει και την απάντηση:
 

«Ορέγεσαι ορθόν βίον; Επιμελού την ταπεινοφροσύνην, διότι χωρίς αυτήν
 
ορθός βίος δεν δύναται να υπάρξη». Και συμπληρώνει στην συνέχεια:
 
«Αγάπα την ταπεινοφροσύνην και δεν θέλεις συλληφθή ποτέ υπό διαβολικής   παγίδος. Διότι θέλεις γίνει ανώτερος των παγίδων του διαβόλου, επειδή
 
ανακουφίζεσαι πάντοτε από το οξύτατον πτερόν της ταπεινοφροσύνης».

ΝΕΟ ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΡΩΣΟ

Σάββατο, 24 Αύγουστος 2013 00:57 Desk Agioritikovima


altΤο ΄΄Αγιορείτικο Βήμα΄΄ σας αποκαλύπτει….
Του Γιώργου Θεοχάρη
Πριν δυο εβδομάδες στο Ιερό προσκύνημα του Αγίου Ιωάννη του Ρώσου στο Προκόπι Ευβοίας συνέβη ένα συγκλονιστικό γεγονός αφήνοντας άφωνους πιστούς και κληρικούς.
Κατά το προσκύνημα της μία γυναίκα θέλησε εν κρυπτώ να πάρει μαζί της τη ζώνη του Αγίου, που μόλις είχε φορέσει στη μέση της, ώστε να θεραπευτεί συγγενικό της πρόσωπο, όπως υποστήριξε εκ των υστέρων.
Χωρίς να γίνει αντιληπτή, εξήλθε από τον Ιερό Ναό με τη ζώνη στη τσάντα της και κατευθύνθηκε στο λεωφορείο του ΚΤΕΛ για Αθήνα. Το λεωφορείο δεν ξεκινούσε, κατέβηκε ο οδηγός έλεγξε τα πάντα και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε ένδειξη για τεχνικό πρόβλημα .
Ξαφνικά άρχισαν να χτυπάνε οι καμπάνες οι οποίες λειτουργούν μόνο χειροκίνητα, όπως υποστήριξαν στο ΄΄Αγιορείτικο Βήμα΄΄ άνθρωποι από οργανισμό της Ιεράς Μητρόπολης.
Μετά από αυτά τα σημάδια, η γυναίκα που είχε τη ζώνη του Αγίου στη τσάντα της έτρεξε στον οδηγό και του είπε ΄΄ πρέπει να γυρίσω στο Ναό να αφήσω κάτι που πήρα για να θεραπευτεί ένας δικός μου άνθρωπος΄΄.
Πήγε στο Ναό, άφησε διακριτικά τη ζώνη του Αγίου πάνω στο Ιερό Λείψανο του και επέστρεψε στο λεωφορείο. Αμέσως το λεωφορείο ξεκίνησε προκαλώντας έκπληξη στους επιβάτες.Το θαυμαστό γεγονός σκόρπισε δέος στην ευρύτερη περιοχή του Νομού Ευβοίας και έκανε ακόμα περισσότερους πιστούς να προσέρχονται στη χάρη του θαυματουργού Αγίου για να του ζητήσουν να τους ελεεί .
alt

Η ανακομιδή του σεπτού λειψάνου του εν Αγίοις Πατρός ημών Διονυσίου Αρχιεπισκόπου Αιγίνης, και η τούτου εκ Στροφάδων νήσων εις Ζάκυνθον επάνοδος.


Ζάκυνθε, τέρπου ασμένως δεξαμένη                                                                                                       Σκήνος πολίτου Διονυσίου θείου.                                                                                                           Δέξατο πάτρη σον δέμας εικάδι αμφί Τετάρτη.


Διονύσιος ο Άγιος και θαυματουργός Ιεράρχης εγεννήθη εν Ζακύνθω εν έτει αφμζ΄ (1547) Ιουνίου κα΄ (21) ευσεβών και πλουσίων γονέων υιός, Μωκίου και Παυλίνης την κλήσιν. Εισήλθεν εκ νεότητος εις την κατά τας Στροφάδας νήσους βασιλικήν Μονήν και ενεδύθη το μοναχικόν σχήμα. Προεχειρίσθη έπειτα Αρχιεπίσκοπος Αιγίνης, της οποίας εκόσμησε τον θρόνον επί χρόνον ικανόν, μετά δε ταύτα επέστρεψεν εις την πατρίδα αυτού, ένθα διεβίωσε του λοιπού οσίως γευόμενος το μέλι της ησυχίας. Φθάσας ο Άγιος εις το τέρμα του βίου του εν βαθεί γήρατι, προανήγγειλε τον θάνατον αυτού εις τους αδελφούς της Μονής της Αναφωνητρίας, εις την οποίαν ησύχαζεν. Ούτοι μετά θλίψεως ήκουσαν το πικρότατον τούτο άγγελμα. Ούτω δε ο Άγιος παρέδωσε την ψυχήν εις τον Πλάστην την ιζ΄(17)  του μηνός Δεκεμβρίου του έτους αχκδ΄ (1624), ημέραν Παρασκευήν, ημερομηνίαν καθ΄ ην τελείται και μέχρι σήμερον η μνήμη αυτού και η περιαγωγή του λειψάνου ανά πάσαν την πόλιν. Ότε δε εκοιμήθη ο Άγιος, το ιερόν αυτού σκήνος, κατά παραγγελίαν του ιδίου μετεφέρθη προς ενταφιασμόν εις την Μονήν των Στροφάδων, όπου ζώντα ο Άγιος εαυτόν αφωσίωσε, και εκεί ετάφη υπό των πατέρων εις καινόν μνημείον εις το παρεκκλήσιον του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, κείμενον εντός του περιβόλου του Μοναστηρίου. Αλλ΄ έτη πολλά δεν παρήλθον, και δι΄ οραμάτων προς τον Ηγούμενον και τους πατέρας της Μονής ο Άγιος ανήγγειλε το αγίασμα αυτού, όπως το ίδιον σκήνωμα εκ του τάφου εκβάλωσιν. Υπείκοντες δε οι πατέρες εις την θείαν ταύτην αποκάλυψιν, ετέλεσαν ανακομιδήν του λειψάνου, όπερ ευρόντες σώον, ανελλιπές και ακέραιον, και ευωδίαν υπερφυώς αποπνέον, κατέθηκαν ευλαβώς εν λάρνακι εντός του νάρθηκος του κυριακού του Ναού της θείας του Χριστού Μεταμορφώσεως. Υπήρχε δε τούτο εκεί της Μονής φυλακτήριον και παραμυθία ουχί μικρά εις τους πατέρας, νοσήματα θεραπεύον, καταστρέφον τα νέφη των ακρίδων και καταβυθίζον αυτά εις την θάλασσαν, ανομβρίας διαλύον, και εν γένει θαυματουργούν εις πάντας τους πιστώς εις αυτό προσερχομένους κατά ανάγκην, στενοχωρίαν και θλίψιν. Κατά δε το έτος 1716 εν μηνί Ιουνίω, ότε ο οθωμανικός στόλος διηυθύνετο προς εκπόρθησιν της Κερκύρας και διήλθε δια των Στροφάδων, οι πατέρες του εκεί Μοναστηρίου φοβηθέντες έκρυψαν εντός δύο σπηλαίων μετά των άλλων πολυτίμων ειδών της Μονής και το σεβάσμιον λείψανον του Αγίου. Και τότε μεν έμειναν ανενόχλητοι υπό των Αγαρηνών· μετά δε την εκ Κερκύρας αισχράν, ταις πρεσβείαις του θαυματουργού Αγίου Σπυρίδωνος, φυγήν των, στίφος βαρβάρων μένεα πνεόντων τότε ως εκ της αποτυχίας των εκείνης κατά των Χριστιανών, οδηγούμενον υπό τινος αιμοδιψούς, Μουσταφά ονομαζομένου, απεβιβάσθη εις την νήσον και εφόρμησαν εις την Μονήν, συνέλαβεν ευθύς τον Ηγούμενον μετά των πατέρων, πλην τεσσάρων κεκρυμμένων που, και δια πικρών τυραννικών βασάνων ηνάγκασεν αυτούς να τους αποκαλύψωσι τους θησαυρούς της Μονής. Ούτω λαφυραγωγήσαντες οι βάρβαροι την Μονήν και θανατώσαντες τους Μοναχούς ανεχώρησαν, λαβόντες μεν εν τω πλοίω των την εικόνα της Παναγίας, αφήσαντες δε ανέπαφον, κατά θείαν οικονομίαν, του Αγίου το λείψανον, εκτός των δύο χειρών, τας οποίας τέσσαρες Χριστιανοί εκ του πληρώματος του πλοίου αποκόψαντες δι΄ ευλάβειαν, και διχάσαντες έλαβον έκαστος ανά εν τεμάχιον προς αγιασμόν των. Αλλά μετά ταύτα σκεπτόμενος ο αρχηγός αυτών, ότι έχουσιν αξίαν τινά αι χείρες του αγίου λειψάνου, έλαβεν αυτάς και εις Χίον τας επώλησεν προς τον τότε Αρχιερέα αυτής Αγαθάγγελον και προς ένα ευλαβή Μοναχόν, Ακάκιον το όνομα, οίτινες και τας έπεμψαν χάριν ευλαβείας εις την Μονήν των Στροφάδων· την δε εικόνα της Παρθένου ηγόρασαν εν Πάτμω δύο αδελφοί, οίτινες την έπεμψαν εις Στροφάδας. Μετά δε την απομάκρυνσιν του βαρβαρικού στόλου, εξελθόντες της κρύπτης των οι τέσσαρες διασωθέντες Μοναχοί, και ιδόντες τα γενόμενα, ελυπήθησαν σφόδρα και ήσαν απηλπισμένοι δια την έλλειψιν τροφών, βλέπουσι δε τότε απροσδοκήτως δύο ενετικά πλοία μακρόθεν πλέοντα, εις τα οποία αφού έκαναν σημεία και έφεραν εις τον όρμον των επιβιβάζονται επ΄ αυτών και αφικνούνται εις Ζάκυνθον την 24 Αυγούστου 1716, κομίζοντες εις την πατρώαν αυτού γην και το πανσεβάσμιον λείψανον του Αγίου Διονυσίου. Διαδοθείσης της φήμης ταύτης εν Ζακύνθω συνέρρευσαν πανταχόθεν Ιερείς τε και λαϊκοί, πλούσιοι και πένητες, όπως ασπασθώσι το άγιον λείψανον· αφού δε ωκοδομήθη κατάλληλος Ναός εις την παραλίαν της Άμμου και επί οικοπέδου ανήκοντος εις την Μονήν των Στροφάδων, κατετέθη το σεπτόν σκήνος εις αυτόν τον Ναόν, όστις μέχρι σήμερον τιμάται επ΄ ονόματι του Αγίου, βρύον θαύματα και πηγάζον τούτο ιάματα προς δόξαν του επουρανίου Θεού. Τελείται δε η ανακομιδή αύτη του αγίου λειψάνου την 24ην Αυγούστου. Εκ των πολλών δε συγχρόνων θαυμάτων παραθέτομεν ενταύθα ολίγα τινά.Ανδρόγυνον εκ Πελοποννήσου, συνελθόν από δεκαετίας εις γάμον, δεν είχεν αποκτήσει τέκνον. Όθεν παρεκάλεσαν τον Άγιον να χαρίση εις αυτούς τοιούτον επί τη υποσχέσει να βαπτίσωσιν αυτό εις τον εν Ζακύνθω Ναόν του· είδε δε τότε η γυνή κατ΄ όναρ τον Άγιον, ειπόντα εις αυτήν: «Τι ζητείς παρ΄ εμού, γύναι; Ιδού εισήκουσεν ο Θεός της δεήσεώς σας και θα τύχητε της επιθυμίας σας τάχιστα». Πράγματι δε συλλαβούσα αύτη έτεκεν υιόν χαριέστατον δια πρεσβειών του Αγίου· διο περιχαρείς γενόμενοι οι γονείς και άπαντες οι συγγενείς των εδόξαζον τον Θεόν και τον θεράποντα αυτού Άγιον Διονύσιον. Μετά παρέλευσιν δε πέντε μηνών από του τοκετού ητοιμάσθησαν ν΄ αναχωρήσωσιν εις Ζάκυνθον προς εκπλήρωσιν της υποσχέσεώς των, αλλά πνεύσαντος εναντίου ανέμου ημποδίσθη το πλοίον να αναχωρήση, και εν τω μεταξύ ησθένησε βαρέως το τέκνον των. Τούτο όμως δεν απεδειλίασεν αυτούς και απέπλευσαν άμα παρήλθεν η κακοκαιρία. Πλην, φευ! εν ω ήσαν ολίγον μακράν της Ζακύνθου, έως τέσσαρα μίλια, ετελεύτησε το αγαπητόν βρέφος, έκαστος δε δύναται να φαντασθή τους κοπετούς και τους οδυρμούς των ατυχών εκείνων γονέων· ο αήρ αντήχει εκ των κραυγών των. Ηγκυροβόλησε τέλος εις τον λιμένα το πλοίον αφ΄ εσπέρας, την δε επιούσαν πρωϊαν ηθέλησαν, καίτοι αποθαμένον, να προσφέρωσι το τέκνον των εις τον Άγιον οι αγαθοί, αλλ΄ ατυχείς εκείνοι γονείς. Επορεύθησαν λοιπόν εις τον Ναόν του Αγίου, φέροντες το τεθνηκός και υπό πολλών άλλων Χριστιανών συνοδευόμενοι, αποθέσαντες δε το πτώμα πλησίον της ιεράς λάρνακος, δακρυρροούντες και ολοφυρόμενοι έλεγον, ότι αν και εξ αμαρτιών απώλεσαν το προσφιλές εις αυτούς τέκνον, δεν καθυστέρησαν όμως και της εαυτών υποσχέσεως. Αλλά τότε αίφνης, ω του θαύματος! το βρέφος ήνοιξε τους οφθαλμούς και κλαυθμηρίζον εζήτει την μητέρα του! Επί τη παραδόξω ταύτη θέα οι παρεστώτες γονυκλινείς εφώνουν το: «Κύριε ελέησον», η δε τάλαινα μήτηρ, επαναβλέπουσα το τέκνον της εις την παρούσαν ζωήν, εν ω προ δεκαοκτώ ωρών νεκρόν έκειτο ενώπιόν της, έπεσε κατά γης λιπόθυμος ως νεκρά. Έπειτα αναλαβούσα εδέχθη αυτό εις τους κόλπους της, και βαπτισθέν ωνομάσθη Διονύσιος. Ούτως ανεχώρησαν χαίροντες οι ευλαβείς εκείνοι σύζυγοι δοξάζοντες τον Θεόν και κηρύττοντες πανταχού το θαυμάσιον, δια το οποίον ευγνωμονών ο Διονύσιος ουδέποτε έλειπε κατά την μνήμην του Αγίου να φέρη εις αυτόν κηρία και παντοία θυμιάματα. Εν έτει 1820, την 17ην Δεκεμβρίου, τελουμένης της περιφοράς του ιερού λειψάνου του Αγίου ανά την πόλιν της Ζακύνθου, και προκειμένου να διέλθη τούτο ενώπιον του κατά την πλατείαν των Αγίων Πάντων εγερθέντος τότε αγάλματος του αρμοστού Θωμά Μέτλανδ, όπως τελεσθή δέησις και τα αποκαλυπτήρια αυτού, εγένετο την νύκτα μέγας σεισμός και το πρωϊ έπεσε χάλαζα μεγάλη και βροχή ραγδαιοτάτη, παρακωλύσασα την τελετήν να προχωρήση. Τότε ηναγκάσθησαν να φέρωσι το άγιον λείψανον και να το καταθέσωσι προσωρινώς εις τον Ναόν της Φανερωμένης, ο δε τότε τοποτηρητής συνταγματάρχης Ρος, συνοδευόμενος υπό τινος Άγγλου ναυάρχου, παρατυχόντος εκεί, επορεύθη εις τον ειρημένον Ναόν, και διατάξας να μη παραμείνωσιν εις τον Ναόν έτεροι εκτός αυτού του ναυάρχου και των επιτρόπων, προσηυχήθη γονυκλινώς και μετά συγκινήσεως ενώπιον του αγίου λειψάνου, καταθέσας προ των ποδών του Αγίου και το χρυσούν εγκόλπιον, το οποίον είχον προσφέρει εις αυτόν οι Λευκάδιοι, ότε κατά την εν τη νήσω εκείνη διοίκησίν του διέπρεψεν επί καλοκαγαθίαις, και το οποίον υπάρχει έτι και σήμερον επί του αγίου λειψάνου, εις τεκμήριον του τελεσθέντος θαύματος. Εις υποδηματοποιός, Παναγιώτης Καλουντζόπουλος, Ζακύνθιος, δια του ιδρώτος του προσώπου αυτού συντηρών την οικογένειάν του, απώλεσεν εντελώς ο ατυχής την όρασιν, και κατά παρακίνησιν της συζύγου του επεκαλέσθη τον Άγιον, όπως λάβη το πολύτιμον φως του. Όθεν λαβών ανά χείρας ο τυφλός την εικόνα του Αγίου κατησπάζετο αυτήν στενάζων εκ βάθους καρδίας και επικαλούμενος την βοήθειάν του. Κατά δε την 14ην του μηνός Δεκεμβρίου βλέπει κατ΄ όναρ τον Άγιον ως Αρχιερέα μετά του επανωμανδύου του, όστις πλησιάσας έλαβεν αυτόν εκ του δεξιού βραχίονος και του λέγει: «Θάρσει, τέκνον, πίστευε εις τον Θεόν και μη λυπού, διότι μετά τρεις ημέρας θα έχης το φως σου και εντελώς θα θεραπευθής, μη φανερώσης όμως τούτο έως ου λάβης εντελώς την ίασιν». Και ταύτα ειπών έγινεν άφαντος. Τότε εγερθείς του ύπνου ο τυφλός Παναγιώτης διηγήθη την οπτασίαν ταύτην εις την σύζυγόν του μόνον, επιτιμών αυτήν να μη την φανερώση, και ζητήσας την εικόνα του Ιεράρχου θερμώς αυτήν ησπάσθη. Κατά δε τον εσπερινόν της εορτής του Αγίου, ως ήκουσεν ο τυφλός τον πρώτον κρότον του πυροβόλου, εμνήσθη της οπτασίας του Αγίου, και κλίνας τα γόνατα επί της στρωμνής του, και υποστηριζόμενος παρά της ευλαβούς συζύγου του, παρακαλεί και ικετεύει δακρύων τον Άγιον. Και ω του θαύματος! αυθωρεί είδεν αμυδρόν φως. Κατά δε την επιούσαν, την δεκάτην εβδόμην Δεκεμβρίου, ότε εορτάζεται η μνήμη του Αγίου δια περιφοράς εν τη πόλει της Ζακύνθου του πανσέπτου αυτού λειψάνου, εν ω η λιτανεία διήρχετο κάτωθεν της οικίας του πάσχοντος, ηγέρθη ούτος της κλίνης, υποστηριζόμενος υπό της συζύγου του, και κλίναντες αμφότεροι τα γόνατα εδέοντο θερμώς επικαλούμενοι τον Άγιον· και, ω των θαυμασίων σου, Κύριε! Δεν είχε προχωρήσει η λιτανεία τριάκοντα βήματα, ότε ο τυφλός εντελώς ανέβλεψε, δοξάζων και ευλογών τον Θεόν και τον θεράποντα αυτού θαυματουργόν Διονύσιον έως της σήμερον ημέρας. Πλοίον έξωθεν της Ζακύνθου πελαγιζόμενον και μη δυνάμενον ν΄ ανθέξη εις τα απειλητικά κύματα, ήρχισε να βυθίζεται εις την θάλασσαν· τρεις δε εκ των ναυτών ευσεβείς, ριφθέντες εις την ορμήν των αγρίων κυμάτων, επεκαλέσθησαν την βοήθειαν του Αγίου Διονυσίου. Πράγματι δε φανερωθείς ο Άγιος εις αυτούς, κατεπράϋνε την ορμήν των κυμάτων, και τους ωδήγησε κολυμβώντας εις Ζάκυνθον. Πορευθέντες δε ούτοι βεβρεγμένοι και ασθμαίνοντες εις τον Ναόν του Αγίου, όπως προσενέγκωσιν ευχαριστίας εις τον λυτρωτήν αυτών, εζήτησαν να ανοιχθή η ιερά λάρναξ, ίνα προσκυνήσωσι το άγιον αυτού λείψανον και βρέξωσι με τα δάκρυά των τους αγίους αυτού πόδας· αλλά λείποντος του εφημερίου, όστις εκράτει τας κλείδας, εν ω ήσαν έτοιμοι οι τρεις ευσεβείς άνδρες ν΄ ασπασθώσι μόνον την ιεράν λάρνακα και να αναχωρήσωσιν, αίφνης ακούεται τριγμός και ανοίγει η λάρναξ αυτομάτως προς έκπληξιν και θαυμασμόν αυτών τε και των λοιπών παρισταμένων ορθοδόξων! Ασπασθέντες λοιπόν τους αγίους αυτού πόδας μετά κατανύξεως, πάλιν αυτομάτως έκλεισεν η ιερά λάρναξ ως πρότερον, οι δε ναύται εξελθόντες εκήρυττον τοις πάσι τα παράδοξα ταύτα του θαυματουργού Αγίου Διονυσίου θαύματα. Εν έτει 1841 προσεβλήθη υπό βαρείας οφθαλμίας η οκταετής Αικατερίνη θυγάτηρ του Σπαρτιάτου Ευστρατίου Ιατρίδου καλουμένου, κατοίκου Ζακύνθου, όχι μόνον δε δια των της επιστήμης πολλαπλών μέσων δεν εθεραπεύθη το κοράσιον, αλλά και εντελώς ετυφλώθη κατά τον Ιούνιον του ειρημένου έτους και εκυρτώθη κατά τε τα γόνατα και την κεφαλήν. Απελπισθείς δε παρά της επιστήμης ο ατυχής πατήρ προσέτρεξεν εις το έλεος του Αγίου Διονυσίου, και κατά την 17ην Δεκεμβρίου, ότε τελείται η μνήμη του Αγίου και η λιτανεία του σεπτού αυτού λειψάνου, περιτυλίξας με σινδόνην το τυφλόν τέκνον του έφερεν αυτό εις τον δρόμον, όθεν έμελλε να διέλθη η λιτανεία, και γονυκλινής ικέτευε και παρεκάλει τον Άγιον μετά θερμών δακρύων· αφού δε διέβη η ιερά λάρναξ μετά του αγίου λειψάνου άνωθεν του τετυφλωμένου κορασίου, ετύλιξε πάλιν αυτό ο ατυχής πατήρ και το έφερεν εις την οικίαν του, ότε, ω του παραδόξου θαύματος! ανέβλεψεν η Αικατερίνη, και όχι μόνον ιατρεύθη η οφθαλμία της, αλλ΄ έλαβε και εντελή ίασιν του σώματος. Ιωάννης τις Μποφαρδιός το όνομα, καταγόμενος εκ του προαστίου Ποχάλεως, είχε κρατηθή, εστηρίζετο δε εις δύο βακτηρίας. Κατά την εορτήν του Αγίου μετά δυσκολίας επορεύθη εις τον εσπερινόν, όπως επικαλεσθή το έλεος και την βοήθειαν αυτού, αλλά δεινωθείσης της ασθενείας του δεν ηδύνατο ν΄ αναχωρήση, και απεφάσισε να διανυκτερεύση μόνος εντός του Ναού. Την νύκτα, εν ω έκρουσαν οι Μοναχοί την θύραν και αυτός δεν ηδύνατο να εγερθή να ανοίξη, ακούει μυστηριώδη τινά φωνήν εξερχομένην εκ της ιεράς λάρνακος: «Ευλογημένε, εγέρθητι και άνοιξον». Τότε ενδυναμωθείς ολίγον και εχόμενος δια των χειρών του εκ των στασιδίων ήνοιξε την θύραν. Την δε πρωϊαν, μετά την τέλεσιν της θείας μυσταγωγίας, απεφάσισε τη βοηθεία των δύο ράβδων του να απέλθη εις τον οίκον του εις Πόχαλιν, και καθ΄ οδόν ήρχισε να αναλαμβάνη τας σωματικάς δυνάμεις του, ότε δε έφθασεν εις την οικίαν του ήτο ρωμαλέος και υγιέστατος. Νικόλαος τις Ντιρλής, ερχόμενος δια πλοιαρίου εις Ζάκυνθον, προσεβλήθη υπό επιληψίας. Ότε δε προσήγγισε το πλοιάριον εις Ζάκυνθον και ο πάσχων ιδών τον Ναόν του Αγίου επεκαλέσθη την βοήθειάν του, εθεραπεύθη πάραυτα. Άγγλος πλοίαρχος, ελλιμενισμένος εις τον όρμον του Κερίου της Ζακύνθου ένεκα της μεγάλης τρικυμίας, είδε τον Νικόλαον Κουτσουκέλην, φύλακα του Υγειονομείου, να δέηται γονυκλινώς. Ερωτήσαντος και μαθόντος ότι δέεται προς τον Άγιον Διονύσιον είπεν εις αυτόν: «Δύναμαι και εγώ να τον παρακαλέσω, ίνα σωθώμεν;»  «Και διατί όχι;» του απαντά εκείνος. Τότε ασκεπής εδεήθη του Αγίου ο πλοίαρχος και, ω του θαύματος! την τρικυμίαν αυθωρεί διεδέχθη γαλήνη, φθάσας δε ούτος εις Ζάκυνθον εδώρησε την εν τω αγίω άρτω νυν υπάρχουσαν αργυράν κανδήλαν. Έκτοτε δε, οσάκις ήρχετο εις Ζάκυνθον μετά του πλοίου του, δεν έλειπε του να προσφέρη πάντοτε εις τον Άγιον αρκετάς λαμπάδας. Ο Ιλαρίων Γκέρπεσης κατά την πρώτην εκκλησιαρχίαν αυτού τω 1849 τρις είδε κατ΄ όναρ τον Άγιον, την δε τετάρτην φοράν βλέπει τον Άγιον σύροντα αυτόν εκ του βραχίονος και λέγοντα: «Εγέρθητι». Εξυπνά, λαμβάνει τας κλείδας του Ναού, ανοίγει και βλέπει καιόμενον το κιβώτιον της ελεημοσύνης, εις το οποίον είχε μεταδοθή το πυρ εκ τινος λαμπάδος, την οποίαν ελησμόνησεν ανημμένην. Έσβησε λοιπόν αμέσως αυτό και ηυχαρίστησε τον Άγιον. Κατά την 16ην Δεκεμβρίου 1861, ότε ετελείτο ο εσπερινός, εις το «Φως ιλαρόν», εκπυρσοκροτούντων των μασκούλων, εν ξύλινον έναυσμα (καρκούνι) μασκούλου εισήλθεν εις την κοιλίαν του εκ Ποχάλεως παιδός Χρήστου Σεμιτέκλου (Ντίρλη) του Σπυρίδωνος, όπερ έθρεψεν εις την κοιλίαν του. Μετά δε είκοσιν ημέρας ησθάνθη ο παις δυνατούς πόνους, και ω του θαύματος! το ξύλινον εκείνο έναυσμα εξήλθεν εκ της τακτικής οδού, διότι επεκαλείτο αυτός πάντοτε εις βοήθειάν του τον Άγιον. Τοιαύτα είναι ολίγα εκ των πολλών υπερφυών θαυμάτων, τα οποία ετέλεσε και τελεί καθ΄ εκάστην ο θαυματουργός Άγιος Διονύσιος, παρέχων ιάματα εις πάντας τους μετά πίστεως αιτούντας την βοήθειαν και εκλιπαρούντας το άπειρον αυτού έλεος. Συ δε, ω θαυμαστέ Ιεράρχα Διονύσιε, του οποίου θαυμάζομεν το άπειρον έλεος και την μεγάλην ευσπλαγχνίαν, δέου τω πανοικτίρμονι Θεώ, ίνα διαφυλάττη πάντας τους δια πρεσβειών σου αιτούντας την βοήθειαν του Κυρίου και Θεού ημών, του θαυμαστού εν τοις Αγίοις αυτού, ως αποδεικνύει ο ανωτέρω δια βραχέων περιγραφείς Βίος σου, εν ω φαίνεται η εν σοι του Θεού χάρις, όπως θαυματουργής αενάως και ελεής τους εις το μέγα σου προστρέχοντας έλεος και μάλιστα τους συμπολίτας σου κατοίκους της νήσου Ζακύνθου, τους καυχωμένους ότι ηυτύχησαν να Σε έχωσι προστάτην Άγιον.                                                                                                                                                                                                                                                  Ταις των Σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν. 


(σ.σ. Πριν είκοσι χρόνια, η οικογένειά μου ήταν στην Ελλάδα. Το βράδυ της 23 Αυγούστου αποφάσισα να πάω στον εσπερινό να προσκυνήσω την εικόνα του αγίου Διονυσίου. Οδηγούσα ένα βαν. Σε μια διασταύρωση κοντά στο Ναό του αγίου Διονυσίου περίμενα να ανάψει το πράσινο να στρίψω δεξιά. Όταν άναψε έριξα μια ματιά να δω αν υπήρχε πεζός που θα περνούσε στο απέναντι πεζοδρόμιο και ο οποίος έχει την πρωτοπορία σύμφωνα με τον κώδικα οδήγησης , δεν υπήρχε κανείς, αλλά περιέργως δεν ξεκίνησα αλλά περίμενα. Όταν αποφάσισα να ξεκινήσω είδα στο κάτω δεξιό μέρος του βαν ότι υπήρχε ανάπηρος με το καροτσάκι του, που διέσχιζε το δρόμο να πάει απέναντι. Οδηγώ σχεδόν πενήντα χρόνια και όταν είμαι με κόκκινο παρατηρώ πότε θα ανάψει το πορτοκαλί της άλλης κατεύθυνσης για να αρχίσω να προχωρώ σιγά -σιγά περιμένοντας να ανάψει το πράσινο της δικής μου πορείας. Πάντα βιαστικός υπέρ το δέον, εκτός της μοναδικής φοράς του αγίου Διονυσίου, που δεν με άφησε να ξεκινήσω, διότι θα πολτοποιούσα τον άνθρωπο. Δοξασμένο το όνομα του αγίου μας Διονυσίου!)

File:Lublinn.jpg

SIMONOPETRA - PSALM 110 .wmv


ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΣΕΙΡΑ Α Νο 04 ΑΠΟ 23


Οι οικουμενισταί είναι ψευδοχριστιανοί, «πλανώντες και πλανώμενοι»



Ο δαίμων της υπερηφανείας έχη φθείρει τα νοήματα  των «ορθοδόξων» Οικουμενιστών, και ούτε γνωρίζουν τι λέγουν ή «περί τίνων διαβεβαιούνται», τούτο δεν σημαίνει ότι η Αγία Εκκλησία μας οφείλει να παρακολουθήση την έξαλλον και πεπλανημένην πορείαν των. Aλλοίμονον, αν η δογματική, ηθική και πνευματική διδασκαλία της Εκκλησίας δεν έχει αιώνιον κύρος. Τότε δεν θα είχομεν Εκκλησίαν με τον αιώνιον Χριστόν ως Κεφαλήν, αλλά ομάδας παρανοϊκάς. Οι οικουμενισταί που νομίζουν ότι οι καιροί μας επιβάλλουν αλλαγήν εις την δογματικήν, ηθικήν και πνευματικήν διδασκαλίαν των αγίων Πατέρων, είναι ψευδοχριστιανοί, «πλανώντες και πλανώμενοι», αξιολύπητα όντα, δουλεύοντα εις τον δαίμονα της οιήσεως. Εστερημένοι της αισθήσεως, της «νικησάσης τον κόσμον πίστεως», έχουν θορυβηθή από τα εκπληκτικά έργα των υιών των ανθρώπων και αρχίζουν να εντρέπωνται δια τα «παλαιά», που διδάσκουν οι Πατέρες. Εντεύθεν, εμφανίζονται ελευθερίως σκεπτόμενοι και ζώντες και προσαρμοζόμενοι εις τας αμαρτωλάς ιδιοτροπίας του κόσμου, που ζητεί «αγάπην» και «ένωσιν» των ανθρώπων και κάμνει το ευαγγέλιον του αιωνίου Θεού υπόθεσιν λογοτεχνίας και προσωπικών μωριών.

Orthodox church in Izmir faces demolition


By Dimitris Rigopoulos

Plans for a new highway are threatening one of the last surviving Greek Orthodox churches in the region of Izmir (Smyrna) in Turkey.
Profitis Ilias (named after the Prophet Elias/Elijah, a revered figure for both Christians and Muslims) is a three-aisled basilica commissioned in 1846 by the Ecumenical Patriarch of Constantinople Anthimus VI.

Aγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης :

....Αλλ΄ ω πόσον και συ αδελφέ! ω πόσον ωμοιώθης με τον προπάτορα Αδάμ! διότι και συ βλέπων το ξύλον το γνωστόν καλού και πονηρού, επήρες από τον καρπόν αυτού και έφαγες και απέθανες. Ποίον δε είναι το ξύλον το γνωστόν καλού και πονηρού; Είναι η εμπαθής αίσθησις της φαινομένης Κτίσεως, κατά τον Άγιον Μάξιμον, λέγοντα: «ξύλον γνωστόν καλού και πονηρού η φαινομένη Κτίσις εστίν· ηδονής γαρ και οδύνης ποιητικήν έχει φυσικώς την μετάληψιν». Και λοιπόν συ βλέπων εμπαθώς τα αισθητά κάλλη των κτισμάτων, δεν ανέβηκες από την θεωρίαν αυτών εις την θεωρίαν του Κτίστου· αλλά επεθύμησες να απολαύσης αυτά σωματικώς δια της αισθήσεως. Όθεν γευσάμενος και απολαύσας αυτά, άφησες μεν την των νοητών ηδονήν, έπεσες δε εις την των σωμάτων αισθητήν ηδονήν, η οποία χωρίζουσά τε από την ζωοποιόν χάριν του Θεού, σε έκαμε να θανατωθής κατά το σώμα και κατά την ψυχήν. Φύσει γαρ φθείρουσι και θανατούσι την ψυχήν και το σώμα αι αισθηταί ηδοναί, και μάλιστα αι σαρκικαί· και τούτο εστάθη το πολυθρύλλητον πτώμα του Αδάμ.  Αλλ΄ επειδή δια της δυνάμεως του Σταυρού: τουτέστι δια της κακοπαθείας και νεκρώσεως των σωματικών ηδονών, εκάλεσεν ημάς ο Χριστός εις την προτέραν αφθαρσίαν, και την των νοητών ηδονήν, άφες και συ, αδελφέ, την απόλαυσιν των αισθητών ηδονών, και αγάπησον την απόλαυσιν των νοητών· άφες την ευπάθειαν της σαρκός, και αγάπησον τας κακοπαθείας αυτής· ίνα και της αφθαρσίας επιτύχης, ήτις σε κάμνει να πλησιάσης εις τον Θεόν. ως λέγει ο Σολομών: «Προσοχή νόμων, βεβαίωσις αφθαρσίας· αφθαρσία δε, εγγύς είναι ποιεί Θεού» (Σοφ. στ:19).

Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ του Αγίου Ιουστίνου (Πόποβιτς)

Όλοι οι ήλιοι και τα άστρα δεν αξίζουν όσον μια ψυχή. Εάν καταναλώση ο άνθρωπος την ψυχήν του εις το κακόν και τας αμαρτίας, δεν θα ημπορέση να δώση αντάλλαγμα δι΄ αυτήν, έστω και αν γίνη κυρίαρχος όλων των ηλιακών συστημάτων. Μένει λοιπόν δια τον άνθρωπον μία και μόνη διέξοδος, άλλη δεν υπάρχει. ιδού αυτή: Ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι η μόνη ασφάλεια της ψυχής του ανθρώπου, η μόνη βεβαίωσις της αθανασίας και της αιωνιότητος. Η ψυχή δεν ασφαλίζεται με τα πράγματα, αλλ΄ αιχμαλωτίζεται απ΄ αυτά. Ο Θεάνθρωπος ελευθερώνει τον άνθρωπον εκ της τυραννίας των πραγμάτων. Τον άνθρωπον του Χριστού δεν εξουσιάζουν τα πράγματα, αλλ΄  αντιθέτως ούτος έχει εξουσίαν επ΄ αυτών. Επειδή εις το τιμολόγιον του Χριστού η ψυχή του ανθρώπου έχει ασυγκρίτως μεγαλυτέραν αξίαν από όλα τα όντα και τα πράγματα, δια τούτο ο ορθόδοξος άνθρωπος με όλην την μέριμνάν του, με όλην την προσοχήν του αφιερούται εις την ψυχήν του. Διότι ο ορθόδοξος πολιτισμός είναι πρωτίστως και κατ΄ εξοχήν πολιτισμός της ψυχής.                                                         

Η έκταση της οφειλομένης υπακοής στον πνευματικό μας πατέρα

Σκοπός της πνευματικής πατρότητας δεν είναι η διαρκής εξάρτηση των πνευματικών τέκνων από τον πατέρα τους, αλλά η υποβοήθησή τους να φθάσουν βαθμιαία στην πνευματική τους ελευθερία. Ο γνήσιος πνευματικός πατέρας δέν καταδικάζει τα παιδιά του σε ισόβια πνευματική νηπιότητα, αλλά αγωνίζεται διαρκώς για να ανδρωθούν πνευματικά να φθάσουν, όπως διδάσκει ο απόστολος Παύλος, «εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφ.4,13). Ο καταναγκασμός και η πνευματική βία δεν έχουν θέση στη σχέση πνευματικού πατέρα και πνευματικών παιδιών. Η οφειλόμενη υπακοή προς τον πνευματικό μας πατέρα δεν είναι «τυφλή» αλλά ενσυνείδητη. Ούτε και καταργεί την προσωπική μας ευθύνη, η οποία πηγάζει από την εν Χριστώ ελευθερία μας. «Καθήκον του πνευματικού πατέρα δεν είναι να καταστρέψει την ελευθερία του ανθρώπου, αλλά να τον βοηθήσει να δει ο ίδιος την αλήθεια. δεν είναι να καταπιέσει την προσωπικότητα του ανθρώπου, αλλά να του δώσει τη δυνατότητα να ανακαλύψει τον εαυτό του, να αναπτυχθεί, να ωριμάσει και να γίνει αυτό που στην πραγματικότητα είναι... Ο πνευματικός πατέρας δεν επιβάλλει τις προσωπικές του ιδέες και αρετές, αλλά βοηθά τον μαθητή να βρει τη δική του αποκλειστικά κλήση... Μ' ένα λόγο, είναι μόνο ένας προπομπός του Θεού, και πρέπει να οδηγήσει τις ψυχές στο δρόμο του Θεού, και όχι στο δικό του» 


Γράφει ο άγιος Βαρσανούφιος:
 


«Οίδας ότι ουδέποτε εβάλλομεν δεσμόν επάνω τινός, ουδέ εαυτοίς». «Μη αναγκάσης τήν προαίρεσιν, αλλ' επ' ελπίδι σπείρον. και γάρ, ο Κύριος ημών ουκ ηνάγκασε τινά, αλλ' ευηγγελίσατο. και ει τις ήθελεν ήκουσεν» (Απόκρισις 51 καί 35, ο.π., σσ. 56 και 49).

Η σύναξις της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών ΘΕΟΤΟΚΟΥ εν τω Πυρσώ της Ευρυτανίας.

Προύσηθεν Εικών της Αγνής τη Ελλάδι                                                                                          Ποταμός ίκται θαυμάτων αενάων.                                                                                                                                             
Εικάδι δευτερίη Θεομήτορα Πυρσός αϊδει.

Εις τα μέρη της ποτέ μεν περιφήμου, νυν δε τεταπεινωμένης Ελλάδος, κατά την Επαρχίαν του Λιτζάς και Αγράφων είναι όρος μέγα και υψηλόν, το οποίον ονομάζεται Όρθρυς, διότι από το ύψος, το οποίον έχει, ορθρίζει, ήτοι βλέπει τον ερχομόν της ημέρας και του ηλίου πρωτύτερα από όλα τα άλλα βουνά της Στερεάς Ελλάδος. Προς τα δυτικά μέρη και νότια του όρους τούτου ευρίσκονται και άλλα όρη, τα οποία είναι τόσον δύσβατα, όσον δεν ημπορεί να παραστήση ο λόγος, από αυτά δε εξέρχονται οι δεξιοί κλώνοι και αρχαί του Αχελώου ποταμού. Μέσον των ορέων τούτων, εις τους πλέον βαθυτάτους και δυσαναβάτους τόπους, ευρίσκεται η Ιερά Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου της Προυσιωτίσσης. Η Μονή αύτη περισφίγγεται εξόχως κάτωθεν μεν υπό ενός βαθυτάτου χάους, άνωθεν δε υπό φοβερωτάτου και αβάτου σπηλαίου, του οποίου το Καθολικόν, ήτοι η Εκκλησία, είναι μέσα εις το σπήλαιον με θόλον και ωραιοτάτη, αφιερωμένη εις μνήμην της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Εν ταύτη ευρίσκεται και μέρος εκ της αγίας Κάρας του Αγίου Ιερομάρτυρος Κλήμεντος Επισκόπου Αγκύρας μετά και άλλων αγίων λειψάνων, και μέρος του Τιμίου Ξύλου. Εις δε τα αριστερά αυτής πλάγια, εις το ενδότατον σπήλαιον, είναι το Παρεκκλήσιον της Προυσιωτίσσης, εικονογραφημένον και με τέμπλον ωραίον, εις το οποίον ευρίσκεται έως της σήμερον η θαυματουργός εκείνη και εις την θέαν ωραιοτάτη Εικών της Θεοτόκου.

H συνέχεια, “κλικ’’ πιο κάτω στο: Read more

ΣΥΝΕΡΓΕΙ ΦΑΝΕΡΑ ΚΑΙ ΚΡΥΦΑ.

«Ο Θεός δεν αφήνει ποτέ εκείνους, που προσέρχονται ανεπιφύλακτα σε Αυτόν», μας λέγει ο Άγιος Συμεών ο Ν. Θεολόγος στα «Πρακτικά  και Θεολογικά Κεφάλαιά» του,


«δεν τους αφήνει να πέσουν στην αμαρτία χωρίς σηκωμόν, αλλά   όταν βλέπει ότι δεν έχουν την δύναμη, συμπράττει και βοηθεί, τους προσφέρει ενίσχυση από ψηλά και τους φέρνει κοντά του. Συνεργεί  και φανερά και κρυφά, και έτσι, που αυτοί να μη το συνειδητοποιούν, και αλλιώς, με τρόπον συνειδητόν, έως ότου, αφού ανεβούν όλην      την κλίμακα, προσεγγίσουν σε Αυτόν και ενωθούν εξ ολοκλήρου με    Αυτόν και λησμονήσουν όλα τα επίγεια και βρεθούν μαζί του εκεί ψηλά —είτε με το σώμα τους είτε χωρίς το σώμα, δεν γνωρίζω— να ζουν μαζί του και να απολαμβάνουν τα απόρρητα αγαθά». 

Οικουμενισμός με τον Ιερομόναχο πατέρα Ευθύμιο Τρικαμηνά.


“και αρξάμενος καταποντίζεσθαι, έκραξε, λέγων, Κύριε, σώσόν με.”

ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2013

Η σώζουσα πίστη
“και αρξάμενος καταποντίζεσθαι, έκραξε, λέγων, Κύριε, σώσόν με.” 

Επέδειξε πραγματικά μεγάλη τόλμη και θάρρος ο Πέτρος όταν ζήτησε να περπατήσει πάνω στη γεμάτη τρικυμίες και φουρτούνα θάλασσα. Μπορεί βέβαια ο μαθητής του Χριστού να ήταν εξοικειωμένος με το υγρό στοιχείο λόγω του επαγγέλματός του αλλά πρέπει να είχε και πικρή εμπειρία από το θυμό της θάλασσας όταν ξεσπούσαν φουρτούνες.

κείνο όμως που τον έκανε τώρα να αψηφά με τόση περιφρόνηση τον φόβο των κυμμάτων και τον κίνδυνο του καταποντισμού δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η μεγάλη αγάπη προς τον Διδάσκαλό του, το Χριστό. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι εξεδήλωσε έντονη επιθυμία να σπεύσει να πάει κοντά Του. Έστω και αν χρειαζόταν να περπατήσει πάνω στα κύμματα.

H συνέχεια, “κλικ’’ πιο κάτω στο: Read more

Πρωτοπρ. π. Θεόδωρος Ζήσης:



Μέ ἁπλᾶ λόγια: Στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀνήκουν ὅσοι ἀκολουθοῦν τήν ἀλήθεια· ὅσοι δέν ἀκολουθοῦν τήν ἀλήθεια, αὐτοί δέν ἀνήκουν στην Ἐκκλησία. Αὐτό ἰσχύει πολύ περισσότερο γιά ὅσους ἐξαπατοῦν τους ἑαυτούς των αὐτοαποκαλούμενοι καί ἀλληλοαποκαλούμενοι ποιμένες καί ἱεροί ἀρχιποιμένες. Γιατί ἔχουμε διδαχθῆ ὅτι ὁ Χριστιανισμός δέν δίνει σημασία στά πρόσωπα, ἀλλά στήν ἀλήθεια καί στήν ἀκρίβεια τῆς πίστεως.

Αυτοκτονούμε!!!

Ιανουάριος 1970---Δεκέμβριος 2012
15 .560 .000, δεκαπέντε  εκατομμύρια πεντακόσιες εξήντα χιλιάδες ελληνόπουλα κατακρεουργήθηκαν από εκτρώσεις!!!
Με το εθνικό έγκλημα της νομιμοποιήσεως των αμβλώσεων και μάλιστα με δαπάνες του κράτους, δια του Ν. 1609 του 1986.
Με την έντεχνη από το  1980  αλλοίωση της ομοιογένειας των Ελλήνων με περίπου 3.000. 000 μουσουλμάνων λαθρομεταναστών.
Και τώρα με την  σταδιακή απονομή της ελληνικής ιθαγένειας σε μετανάστες και λαθρομετανάστες, είναι όντως τραγικόν, ευρισκόμεθα προ της  αλλοιώσεως και μειώσεως του ελληνικού πληθυσμού, και οι υπεύθυνοι του έθνους συνεχίζουν να νομιμοποιούν και να πληρώνουν δια 350 χιλιάδες περίπου, εκτρώσεις, ετησίως.
Αυτοκτονούμε!!!

«Γνωστόν έστω σοι, ω Τύραννε, ότι τοις θεοίς σου ου λατρεύομεν, και τη εικόνι, η έστησας, ου προσκυνούμεν»

Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου:

...Αλλά και εάν ο νοητός Ναβουχοδονόσορ: ήτοι ο Διάβολος, ο αρχιτέκτων και παντομίμητος της κακίας ζωγράφος, ζητεί να στήση με τας προσβολάς του μέσα εις την φαντασίαν και ενθύμησίν σου καμμίαν εικόνα της φιληδονίας, ή φιλοδοξίας, ή φιλαργυρίας, ή άλλου πάθους (ζητεί γαρ αυτός ο κατάρατος πάντοτε, πώς να στήση εις τον νουν τας τοιαύτας ψυχοβλαβείς εικόνας, ως λέγει ο Ησαϊας «ζητήσει τέκνων, πως στήσει εικόνα αυτού» (Ησ. μ: 20) πρόσεχε καλώς, και μη προσκυνήσης αυτήν με την συγκατάθεσιν της καρδίας και του λογισμού σου, ίνα μη χωρισθής από την χάριν του Θεού· αλλά αντιστάσου εις την προσβολήν του Διαβόλου, όστις σε παρακινεί να προσκυνήσης αυτήν νοητώς· καθώς και οι τρεις Παίδες δεν επροσκύνησαν αισθητώς την αισθητήν εικόνα του Ναβουχοδονόσορ. Και αν φοβερίζη να σε κακοποιήση ο Διάβολος, μη φοβηθής, αλλ΄ ειπέ τον και συ εκείνο το των τριών Παίδων, «Γνωστόν έστω σοι, ω Τύραννε, ότι τοις θεοίς σου ου λατρεύομεν, και τη εικόνι, η έστησας, ου προσκυνούμεν» (Δανιήλ γ: 18).

ΞΕΡΙΖΩΣΕ ΤΗΝ ΦΙΛΑΥΤΙΑ.

Αυτό μας συμβουλεύει ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέγοντας: 

«Όταν ξεριζωθή η φιλαυτία (εγωϊστική αγάπη του εαυτού μας),
 που είναι αρχή και μητέρα όλων των κακών, καθώς είπα, συνήθως ξεριζώνονται μαζί και όλα όσα προέρχονται από αυτήν και όσα την ακολουθούν. Γιατί όταν δεν υπάρχει αυτή, με κανέναν τρόπον γενικώς      ούτε το παραμικρόν ίχνος ή είδος κακίας δεν μπορεί να υπάρχη».