Του Πρωτοπρ. Θεοδώρου Ζήση Καθηγητού Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ


Επί πολλές δεκαετίες η παναίρεση του Οικουμενισμού λυμαίνεται την ορθόδοξη πίστη και ζωή. Από τους ποιμένες, φύλακες του ποιμνίου, που θα έπρεπε να αγρυπνούν και να εκδιώκουν τους λύκους των αιρέσεων του Παπισμού και του Προτεσταντισμού, πολλοί σιωπούν και κρύβονται, είτε από φόβο και δειλία είτε για να μη πέσουν στην δυσμένεια των ισχυρών, ενώ άλλοι έχουν προσχωρήσει στις αιρέσεις και ως προβατόσχημοι λύκοι κατασπαράσσουν πνευματικά τους ποιμαινομένους. Την διαφύλαξη της πίστεως ανέλαβαν ευάριθμοι πρεσβύτεροι και μοναχοί, αλλά και οι ίδιοι οι ποιμαινόμενοι με αξιοθαύμαστη παρρησία. Δεν είναι πάντως η πρώτη φορά στην ιστορία της Εκκλησίας, που το ποίμνιο αποδεικνύεται συνετώτερο των ποιμένων, ποιμαινόμενο αοράτως από τον αρχιποίμενα Χριστό, ο οποίος άλλωστε εγκατέστησε τους ποιμένες, όχι για να καταφάγουν, αλλά για να προστατεύουν το ποίμνιο, όχι για να σφετεριστούν την ιερατική Χάρη προς ίδιον όφελος, αλλά για να θυσιάσουν ακόμη και τη ζωή τους, όπως έπραξεν Εκείνος, για την σωτηρία των προβάτων.

π. Θεόδωρος Ζήσης. Απάντηση στον Οικ. Πατριάρχη (2).

Άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς) :

 Εις την πραγματικότητα το ταλαίπωρον ανθρώπινον γένος έχει ένα μόνον γνήσιον φίλον: τον Σωτήρα Χριστόν, διότι Αυτός το ελύτρωσε από τον μεγαλύτερον εχθρόν του, τον θάνατον. Δια της ενδόξου αναστάσεώς Του ο Κύριος εισήγαγε το ανθρώπινον γένος εις το ρεύμα του ποταμού της αθανασίας, ο οποίος εκβάλλει εις την αιώνιον ζωήν. Και από τότε και αι σκέψεις και αι αισθήσεις και τα έργα των ανθρώπων του Χριστού, γίνονται όλα μικρά ρυάκια αθανασίας, τα οποία, καθώς περνούν μέσα από τους βράχους του χρόνου και του χώρου, κελαρύζουν και τρέχουν με χαράν προς το χωρίς όχθες πέλαγος της θαυμαστής αιωνιότητος και θεανθρωπότητος του Χριστού.

Η επικείμενη καταστροφή και μουσουλμανοποίηση της χώρας

 Πηγή : http://logia-tou-aera.blogspot.ca/

Του Θεόδωρου Κατσανέβα

Η εισβολή

Η σημερινή οικονομική καταστροφή μας έχει αποπροσανατολίσει από έναν μεγαλύτερο κίνδυνο: την ταχύτατη αλλοίωση της εθνολογικής σύνθεσης της χώρας, και τελικά τη μουσουλμανοποίησή της. Το ενδιαφέρον όλων επικεντρώνεται στις επόμενες εκλογές και όχι στις επόμενες γενιές όπως θα έπρεπε. Σύμφωνα με τη ρεαλιστική όσο και εφιαλτική αυτή πρόβλεψη, σε 10-20 χρόνια, η Ελλάδα όπως την ξέρουμε σήμερα, δε θα υπάρχει πια. Σε δέκα χρόνια, εδώ στο καλύτερο οικόπεδο της γης που έχει μπει στο μάτι πολλών, θα κατοικούν 4-5 εκατ. μουσουλμάνοι νεαροί σε ηλικία, έναντι 8-9 εκατ. γερασμένων ελληνογενών. Τότε, θα είναι αδύνατο να σταματήσει η συνέχιση της μαζικής εισβολής και του πολλαπλασιασμού της, με δεδομένο ότι οι γυναίκες-μουσουλμάνες γεννούν πέντε παιδιά κατά μέσο όρο, έναντι λιγότερο από ένα των ελληνίδων.


Σύμφωνα με έγκυρες και διασταυρωμένες πληροφορίες μας, σήμερα εισβάλλουν στη χώρα, κατά κύριο λόγο από τον Έβρο, 200.000-250.000 κυρίως μουσουλμάνοι από την Αφρική και την Ασία. Σε δέκα χρόνια, θα ανέρχονται σε 2-2,5 εκατ. και μαζί με τους εδώ εγκατεστημένους που υπολογίζονται σε 1,8 εκατ. (συμπεριλαμβανομένων αυτών της Δυτικής Θράκης, μαζί με γεννήσεις της τάξης των 500.0000), θα ανέρχονται σε πάνω 4 εκατ. Το δόγμα Οζάλ «δε χρειάζεται να κάνουμε πόλεμο με τους Έλληνες, αρκεί να τους στείλουμε μερικά εκατομμύρια από εδώ μεριά», βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, όπως αποδείχτηκε και από τις μυστικές εκθέσεις που βγήκαν στη δημοσιότητα, ύστερα από τις αποκαλυπτικές δηλώσεις του πρώην Πρωθυπουργού Γιλμάζ για δολιοφθορές σε βάρος της χώρας μας.

Το τραγικό είναι ότι, με την έλευση του άτεγκτου Μνημονίου και την ερημοποίηση της αγοράς εργασίας, πολλά νέα παιδιά, αλλά και νοικοκύρηδες νόμιμοι μετανάστες, φεύγουν από τη χώρα σε αναζήτηση μιας καλύτερης μοίρας στον ήλιο. Και έτσι, η χώρα μουσουλμανοποιείται με μαθηματική βεβαιότητα. Και αυτό λέγεται με όλο το σεβασμό που οφείλεται στη θρησκεία αυτή και σε κάθε ένα μουσουλμάνο ξεχωριστά.
 
Διαβάστε όλο το κείμενο : "κλικ" πιο κάτω στο  Read more

Βοήθησε, μην αδρανείς. Σήμερα η φωτιά στον γείτονα, αύριο σε εμάς....

Dear Brothers and Sisters in Christ,
We are writing with a request for your assistance. We have become aware of a proposed Bill in parliament to redefine marriage by amendment to the Marriage Act, broadening the definition of marriage from the union between a man and a woman to the union of "two people", ie. the legalisation of same sex marriages. If this bill is passed, some of the implications will be as follows:
- Priests will be obliged to perform homosexual marriage once law is passed and if they refuse, may face criminal prosecution
- Homosexual marriage will become the 'norm' and be taught in schools
- People (and followers of their faith) who speak out against it could be criminally prosecuted
- Once something becomes law, it becomes 'morally good' (principle of 'ipso facto')
- Even though we may disagree, the law says it's acceptable, that is, once the law changes, it changes the moral status of something

What can we do?
There is an online survey asking people to express their views and opinions on the two members' bills proposing to re-define the legal definition of marriage. An inquiry into the matter has been instigated and a committee will review the public's responses to gauge the views of the nation. Australian citizens have until the 20th of April to respond. You must have an email address to be able to fill in the online survey, but can also email your opinions and views or alternatively, send them to parliament house in Canberra via mail. We urge you to please fill in the survey using the following link:
www.aph.gov.au/marriage
To question 1 you respond (i) Disagree, (ii) Agree, (iii) Disagree
To question 2 you respond (i) No and (ii) No
Please take a minute to complete the survey and let's pray that the law concerning marriage does not change. Please pass this email on to as many people as you can before the 20th of April.

Yours in Christ,

Parish of St Paraskevi

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος από το νέο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε.

Πρέπει, πρίν κλείσομε τήν παρουσίασι τς μολογίας καί ποτειχίσεως το σίου Μαξίμου, νά ναφέρωμε καί τό γεγονός τς πολογίας του στήν Κωνσταντινούπολι μετά τήν πάνοδο κ τς πρώτης ξορίας του. Ατό τό περιγράφει διος σέ πιστολή του πρός τόν μοναχό ναστάσιο:
«Χθές κτωκαιδεκάτ το μηνός, τις ν γία Πεντηκοστή, πατριάρχης δήλωσέ μοι λέγων · Ποίας κκλησίας ε; Βυζαντίου; Ρώμης; ντιοχείας; λεξανδρείας; εροσολύμων; δού πσαι μετά τν π’ ατάς παρχιν νώθησαν. Ε τοίνυν ε τς καθολικς κκλησίας, νώθητι, μήπως, ξένην δόν τ βί καινοτομν, πάθς περ ο προσδοκς. Πρός ος επον · Καθολικήν κκλησίαν, τήν ρθήν καί σωτήριον τς ες ατόν πίστεως μολογίαν, Πέτρον μακαρίσας φ’ ος ατόν καλς μολόγησεν, τν λων εναι Θεός πεφήνατο. Πλήν μάθω τήν μολογίαν, φ’ ν πασν τν κκλησιν γέγονεν νωσις, καί το γενομένου καλς, οκ λλοτριομαι» (Φιλοκαλία, ΕΠΕ 15Β, 450). δ γιος νομάζει «Καθολική κκλησία τήν ρθήν καί σωτήριον τς ες ατόν πίστεως μολογίαν». Συνεπς ποιος δέν χει ατήν τήν μολογία δέν δύναται νά νήκη ες τήν Καθολικήν κκλησίαν.
δ χαρακτηριστικά ναφέρουν ες τόν σιο τήν νωσι λων τν Πατριαρχείων καί τοπικν κκλησιν, λλά χι μέ βάσι τήν ρθόδοξον πίστι. σιος προτιμ
περίφραστα τήν ρθόδοξον πίστι καί χι τήν κκλησιαστική νωσι νευ ατς τς πίστεως. Εναι πολύ σημαντική ατή θέσις το σίου καί δεικνύει τι μόνη ληθής νωσις συντελεται ν τ ρθοδόξ πίστει.λα τά λλα εναι τεχνάσματα το διαβόλου. Τελικς ο ντιπρόσωποι το Πατριάρχου το λέγουν:
«Οκον κουσον, φησαν · δοξε τ δεσπότ καί τ πατριάρχ, διά πραικέπτου το πάππα Ρώμης, ναθεματισθναί σε μή πειθόμενον, καί τόν ριζόμενον ατος πενέγκασθαι θάνατον. Τό τ Θε πρό παντός αἰῶνος ρισθέν ν μοί δέξοιτο πέρας, φέρον ατ δόξαν πρό παντός γνωσμένην αἰῶνος, ατος τοτο κούσας πεκρινάμην» (ΕΠΕ 15Β, 452). σιος λοιπόν, νυποχώρητος στίς θέσεις του, προτιμ τόν ναθεματισμό καί τόν μαρτυρικό θάνατο, παρά νά πικοινωνήση κκλησιαστικά μέ λα τά Πατριαρχεα τά ποα δέν εχαν ρθόδοξο φρόνημα. ποτείχισις λοιπόν κλαμβάνεται πό τόν σιο ς δός σωτηρίας, φ’ σον ατή μόνη διεσφάλιζε τήν ληθινή πίστι νόθευτον πό τήν πικοινωνία μέ τήν αρεσι. Πρίν κλείσουμε τήν μικρή ναφορά μας ες τόν Μέγα μολογητή σιο Μάξιμο, πρέπει νά ναφερθομε καί σέ κάποια νστασι ρισμένων, ο ποοι εναι ποδέκτες τς θεωρίας τι, διά θέματα τς πίστεως, πρέπει Σύνοδος πρωτίστως νά καταδικάση κάποιον πίσκοπο ς αρετικό καί κατόπιν νά διακόψωμε τήν μνηνόνευσί του καί τρόπον τινά νά ποτειχισθομε πό ατόν. σως ατοί θεωρον καί ξετάζουν τό θέμα νομικς καί χι πνευματικς.
Κρίνοντας νομικς σημαίνει τι πρέπει τό ρμόδιο θεσμικό ργανο νά πιληφθ το θέματος καί νά ποφασίση περί το πρακτέου. Πνευματικς σημαίνει τι, πικοινωνία μέ τήν αρεσι, μολύνει τούς χοντας γιές φρόνημα καί τούς συγκαταριθμε μέ τούς αρετικούς. Δι’ ατό ο Πατέρες λα τά λλα θέματα τά νέθεσαν νά τά ρυθμίζη ρθοδοξοσα καί ρθοτομοσα τόν λόγον τς ληθείας Σύνοδος, πειδή κριβς ες ατά δέν φίσταται μολυσμός καί συμμετοχή τν πιστν. Διά τά θέματα μως τς πίστεως θεωρήθη νέκαθεν πεύθυνος καστος πιστός, ες τρόπον στε, μέ τήν παγωγή στόν αρετικό πίσκοπο τήν ποτείχισί του, νά μολογ τήν πίστι του, νά πολεμ τήν αρεσι νά τήν νέχεται καί ποθάλπη καί γενικς νά τοποθετται  ατοβούλως καί νά συντάσσεται μέ τήν ρθοδοξία τήν αρεσι. Διά νά καταδείξουν, λοιπόν, σύμφωνο τόν σιο Μάξιμο μέ ατήν τή νομική θεώρησι, πικαλονται τό πιχείρημα, τι σιος δέν διέκοψε τήν κκλησιαστική πικοινωνία καί δέν ποτειχίσθηκε πό τόν αρετικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, πρίν συγκληθ στήν Ρώμη Σύνοδος, ποία κατεδίκασε τόν Μονοθελητισμό. Δηλαδή πρίν τήν Σύνοδο τς Ρώμης πικοινωνοσε κκλησιαστικά μέ τούςαρετικούς καί μετά ποτειχίσθηκε. Ατό βεβαίως δέν εσταθε διά τούς ξς λόγους:
α) Στίς συζητήσεις μέ τούς ντιπροσώπους το ατοκράτορος καί το Πατριάρχου,στήν ξορία καί στήν Κωντινούπολι, οδόλως νέφερε σιος τήν Σύνοδο τς Ρώμης, λλά πάντοτε προέβαλε τό ρθόδοξο δόγμα σέ ντιπαράθεσι μέ τήν αρεσι το Μονοθελητισμο. λεγε δηλαδή τι, δέν πέγραφε τόν «Τύπον», διά τίς αρέσεις πού περιεχε καί χι πειδή δέν συμφωνοσε πρός ατόν κκλησία τς Ρώμης. Ο ναφορές το σίου γίνοντο πάντοτε ες τήν αρεσι καί χι ες τήν καταδίκη των πό τήν Ρώμη.
β) ταν το νέφεραν ο πεσταλμένοι τι λα τά Πατριαρχεα συμφώνησαν, κόμη καί Ρώμη, σιος πάλι δέν δέχθη νά πικοινωνήση κκλησιαστικά, λλά προτίμησε νά περασπισθ τήν ρθοδοξία καί τήν λήθεια, στω καί μόνος του. Ατό εναι τρανή πόδειξις, τι δέν νδιαφέρετο διά τίς Συνόδους καί τήν συμφωνία τν Πατριαρχν, λλά τοποθετοσε νεπιφύλακτα τόν αυτόν του μέ τήν ληθινή πίστι καί τήν ρθοδοξία.
γ) σιος δέν δέχθη νά πικοινωνήση κκλησιαστικά μέ τούς κπροσώπους το Πατριάρχη, στω καί ταν το νέφεραν τι συμφωνον μαζί του στό ρθόδοξο δόγμα περί δύο θελήσεων καί νεργειν το Χριστο. λόγος το τι μνημόνευον τούς αρετικούς Μονοφυσίτας στή Θεία Λειτουργία. Καί πό ατό συμπεραίνομε τι σιος εχε προσωπικά κριτήρια καί φ’ σον κρινε τι πρχε πρόβλημα πίστεως στόν Πατριάρχη, δέν πικοινωνοσε κκλησιαστικά μαζί του.
δ) Τέλος, σέ μία τν συζητήσεων μετά τν ντιπροσώπων, το νέφερον ατοί ποθετικς τά ξς: «Καί λέγουσιν (ο πεσταλμένοι). Ε δέ συμβιβασθσι τος νταθα ο Ρωμαοι, τί ποιες; Καί επε ( σιος). Τό Πνεμα τό γιον διά το ποστόλου καί γγέλους ναθεματίζει παρά τό κήρυγμά τι νομοθετοντας» (τό γιον Πνεμα δηλαδή ναθεματίζει, σους νομοθετον ντίθετα μέ τή διδασκαλία τς κκλησίας). πό λα ατά καταδεικνύεται τι τόν σιο δέν τόν νδιέφερε τί θά πράξη Ρώμη καί λοι ο Πατριάρχες, λλά δήλωνε περίφραστα καί μετά παρρησίας τι, θά πικοινωνοσε κκλησιαστικά μετ’ ατν, μόνον καί φ’ σον μολογοσαν διά λόγων καί ργων τήν ληθινή πίστι. κόμη καί γγελος πό τόν ορανό νά τολεγε κάτι ντίθετο δέν θά πείθετο.





ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ : ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ BAlΩN

Ευλογημένος ο Ερχόμενος

(Εκείνος που έχει θρόνο τον ουρανό και υποπόδιο τη γη, ο γυιός του Θεού και ο Λόγος του ο συναΐδιος, σήμερα τα­πεινώθηκε και ήρθε στη Βηθανία απάνω σ' ένα που­λάρι. Και τα παιδιά των Εβραίων τον υποδεχθήκανε φωνάζοντας: «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, ο βασιλιάς του Ισραήλ».

Οι πολέμαρχοι του κόσμου, σαν τελειώνανε τον πόλεμο και βάζανε κάτω τους οχ­τρούς τους, γυρίζανε δοξασμένοι και καθί­ζανε απάνω σε χρυσά αμάξια για να μπούνε στην πολιτεία τους. Μπροστά πηγαίνανε οι σάλπιγγες κι οι σημαίες κ' οι αντρειωμένοι στρατηγοί και πλήθος στρατιώτες σκεπα­σμένοι με σίδερα άγρια και βαστώντας φονικά άρματα γύρω σ' ένα αμάξι φορτωμένο με λογής λογής αρματωσιές και σπαθιά και κοντάρια παρμένα από το νικημένο έθνος.
Όλοι οι πολεμιστές ήτανε σαν άγρια θηρία σιδεροντυμένα, τα κεφάλια τους ήτανε κλει­δωμένα μέσα σε φοβερές περικεφαλαίες, τα χοντρά και μαλλιαρά χέρια τους ήτανε μα­τωμένα από τον πόλεμο, τα γερά ποδάρια τους περπατούσανε περήφανα και τεντωμέ­να, σαν του λιονταριού που ξέσκισε με τα νύχια του το ζαρκάδι και τανύζεται με μουγκρητά και φοβερίζει τον κόσμο. Ύστερα ερχότανε το χρυσό τ' αμάξι του πο­λεμάρχου, που καθότανε σ' ένα θρονί πλου­μισμένο μ' ακριβά πετράδια, περήφανος, ακατάδεχτος, φοβερός, που δεν μπορούσε να τον αντικρύσει μάτι δίχως να χαμηλώσει και βα­στούσε το τρομερό σκήπτρο του, που κάθε σάλεμά του ήτανε προσταγή, δίχως ν' ανοίξει τα στόμα του αυτός που το κρατούσε.
Άλο­γα ανήμερα, ήτανε ζεμένα σ' αυτό τ' αμάξι, με λουριά χρυσοκεντημένα με γαϊτάνια και περπατούσανε κι αυτά καμαρωτά και περή­φανα σαν τους ανθρώπους. Ένα κορίτσι έμορ­φο σαν νεράιδα, μεταξοντυμένο, βαστούσε ένα χρυσό στεφάνι απάνω από το κεφάλι του νικητή, κι άλλα κορίτσια κι αγόρια ρίχνανε λιβάνια κι άλλα μυρουδικά σε κάποια με­γάλα θυμιατήρια όμοια με μανουάλια.
Από πίσω έρχόντανε οι σκλάβοι άντρες και γυ­ναίκες κι όποιοι ήτανε άρρωστοι και λαβω­μένοι, τους σέρνανε και τους χτυπούσανε οι στρατιώτες. Όση δόξα είχανε αυτοί που πηγαίνανε μπροστά, άλλη τόση καταφρόνε­ση και δυστυχία είχανε όσοι ακολουθούσανε από πίσω. Αυτοί ήτανε δεμένοι με σκοινιά και μ' αλυσίδες, πολλοί πιστάγκωνα, κουρε­λιασμένοι, πληγιασμένοι, κίτρινοι σαν πεθα­μένοι από τα μαρτύρια κι από την αγρύ­πνια. Πολλοί ήτανε μισόγυμνοι κ' οι πλά­τες τους ήτανε μελανιασμένες από το βούνευρο. Ανάμεσά τους ήτανε γυναίκες, παρθέ­νες ντροπιασμένες, κλαμένες μανάδες με αθώα μωρά στην αγκαλιά τους, γρηές που βαστούσανε τα εγγόνια τους από το χέρι, όλες κατατρομαγμένες σαν τα αρνιά που τα πάνε στον μακελάρη. Γύρω ο κόσμος έκανε σαν τρελλός και φώναζε και δόξαζε τον νι­κητή κι από πολλά στόματα τρέχανε αφροί. Αλαλαγμός έβγαινε σαν καπνός απ' όλη την πολιτεία. Αυτή την παράταξη τη λέγανε «θρίαμβο».
Έναν τέτοιον θρίαμβο έκανε κι ο Χρι­στός σήμερα, ο άρχοντας της ειρήνης και της αγάπης. Μα, όπως τα άλλαξε όλα και τα έκανε ανάποδα απ’ ό,τι συνηθίζανε οι άνθρωποι, έτσι κι ο θρίαμβος που έκανε, ήτανε θρίαμβος της φτώχειας και της ταπεί­νωσης. Ο Ρωμαίος ύπατος ήτανε καθισμένος απάνω σε θρόνο και σε χρυσό αμάξι, μα ο Χριστός ήτανε καβαλικεμένος απάνω σ' ένα πουλάρι, σ' ένα γαϊδουρόπουλο, πούνε το πιο ταπεινό και καταφρονεμένο ανάμεσα στα ζώα.
Κι' ο ίδιος ήτανε ταπεινός, πράος, ήσυχος, φτωχοντυμένος, κατά την προφητεία που έλεγε: «Είπατε τη θυγατρί Σιών· Ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι πράος και επιβεβηκώς επί όνον και πώλον, υιόν υποζυ­γίου». Το χέρι του δεν βαστούσε σκήπτρο, αλλά βλογούσε τον κόσμο. Από πόλεμο ερ­χότανε και κείνος, μα έναν πόλεμο πολύ δυσκολοκέρδιστον, πόλεμο καταπάνω στην κα­κία και στην ψευτιά και στην υποκρισία και στη φιλαργυρία. Και δεν πήγαινε να ξεκου­ραστεί απ’ αυτόν τον πόλεμο, αλλά πήγαινε ν' αρχίσει άλλον, πιο σκληρόν, και να στεφανωθεί μ' αγκαθένιο στεφάνι και να δαρθεί και να περιπαιχθεί και στο τέλος να καρφωθεί απάνω σ' ένα ξύλο σαν κακούρ­γος.
Δεν ήτανε τριγυρισμένος από αγριεμέ­νους υποταχτικούς, αλλά από άκακους ψα­ράδες, καταφρονεμένους σαν και κείνον. Κι ούτε έσερνε από πίσω του σκλάβους τυραννισμένους, αλλά ανθρώπους που τους ελευ­θέρωσε από τη σκλαβιά του διαβόλου και πεθαμένους που αναστηθήκανε από τη φωνή του. Σάλπιγγες και τούμπανα δεν φωνάζανε για να τον δοξάσουνε, αλλά παιδιά αθώα που συμβολίζανε την απλότητα που έχουνε οι χριστιανοί και που φωνάζανε «Ευλογη­μένος ο ερχόμενος» και κρατούσανε αντί για σημαίες και για μπαϊράκια κλαδιά πράσινα των δέντρων. Κλαδιά χλωρά και ρούχα στρώνανε χάμω για να πατήσει το γαϊ­δούρι και να περάσει. Κι αυτό το βλογημένο πήγαινε με σκυμμένο το κεφάλι, ταπεινό, ανήξερο, σηκώνοντας τον Χριστό που καθότανε πρωτύτερα απάνω στα τρομερά εξαφτέρουγα σεραφείμ που είναι από φωτιά. Δεν αξιώθηκε να τον σηκώσει κανένα χρυσό αμάξι, μητε άλογο άκριβοσελωμένο, μητε καμμιά κούνια που να τη βαστάνε αντρειω­μένοι βαστάζοι, αλλά τον σήκωνε το γαϊ­δούρι. Ποιο μάτι δεν δακρύζει άμα συλλο­γιστεί αυτό το μυστήριο!
Ο Χριστός ανα­ποδογύρισε όσα είχε για σωστά και για α­ληθινά ο αμαρτωλός ο άνθρωπος. Ποιος όμως είναι σε θέση να νοιώσει την ελευθερία που μας έφερε και να ακολουθήσει το που­λάρι με το σκοινένιο καπίστρι κι όχι τ' αφρισμένα τάλογα που χλιμιντράνε καμαρω­τά και να μη μπει στη Ρώμη με τα πολλά τα είδωλα, παρά να μπει μαζί με τον βασι­λιά της ειρήνης στην Απάνω Ιερουσαλήμ;
Πολλοί, που είναι σοβαροί άνθρωποι, θα πούνε πως δεν τα καταλαβαίνουνε αυτά και πως τα παιδιά παιδιακίζουνε κ' οι άντρες αντρειεύουνται. Τα ίδια λέγανε κ' οι αρχιε­ρείς κ' οι σπουδασμένοι. «Ιδόντες δε οι αρχιερείς και γραμματείς τα θαύματα α εποίησε και τους παίδας κράζοντας εν τω ιερώ και λέγοντας: Ωσαννά τω υιω Δαυίδ, ηγανάκτησαν και είπον αυτώ: Ακούεις τι ούτοι λέγουσιν; Ο δε Ιησούς λέγει αυτοίς: Ναι· ουδεποτε ανέγνωτε ότι «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον;» Και καταλιπών αυτούς εξήλθεν έξω της πό­λεως». Οι αρχιερείς κ' οι γραμματείς διαβάσανε τον ψαλμό του Δαυίδ που έλεγε πως θα προϋπαντήσουνε τον Χριστό τα νήπια και δεν πιστέψανε ωστόσο σ' αυτόν που υμνολογούσανε. Αμή εμείς που διαβάσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο και τον ψαλμό κι αυτά που είπε ο Χριστός στους Εβραίους, δεν θα κριθούμε πιο αυστηρά αν δεν τον πιστέψου­με; Η ματαιότητα κ' η περηφάνεια μάς κάνουνε να μην καταδεχόμαστε να παμε μαζί με τη φτωχή συνοδεία του, ντρεπόμα­στε να ακολουθήσουμε ένα αρχηγό που πάει καβαλικεμένος απάνω σ' ένα γαϊδούρι. Τα ταπεινά, τα φτωχικά, δεν τα θέλουμε. Μα μπορεί να γίνει χριστιανός όποιος δεν α­γαπά αυτά που αγάπησε ο Χριστός;
Χθες, Σάββατο, ανάστησε έναν πεθαμένο άνθρωπο, τον Λάζαρο. Ποιος ήτανε αυτός ο Λάζαρος; Κανένας επίσημος άνθρωπος, κανένας τρα­νός; Ο Λάζαρος ήτανε φτωχός, χωριάτης, κι όπως λέγει το Ευαγγέλιο, ήτανε φίλος του Χριστού, που είχε φίλους όλους τους ανθρώπους. Έναν φίλο σημειώνει το Ευαγ­γέλιο πως είχε ο Χριστός στον κόσμο, κι αυτός ήτανε φτωχός κι αγράμματος. Μα ποιος από μας αγαπά αυτή την πλούσια φτώχια του Χριστού; Απ' όπου λείπει ο Χριστός, εκεί είναι η φτώχια η αληθινή, όπως απ’ όπου λείπει ο Χριστός λείπει κ' η ζωή η αληθινή και βασιλεύει ο θάνατος. Αυτό θα το καταλάβεις καλώτατα αν γυρί­σεις και δεις γύρω σου κι ακουμπήσεις το κεφάλι σου και συλλογιστείς. Πού είναι εκείνοι οι Ρωμαίοι κ' οι παντοδύναμοι αφέν­τες που κάνανε τους θριάμβους οπού ιστορήσαμε πρωτύτερα; Τι γινήκανε κι αυτοί κι οι μυριάδες που τους προσκυνούσανε και που γονατίζανε μπροστά τους σαν τα καλά­μια που τα γέρνει ο βοριάς; Ποιος τους φέρ­νει στον νου του εξόν κάποιοι που γράφουνε τα ιστορικά εκείνου του καιρού; Κορμιά, ψυχές, θρονιά, διαμαντόπετρες, άλογα, περηφάνειες, φοβέρες, φωνές, όλα πέσανε σ' έναν λάκκο και χαθήκανε και σβύσανε σαν να μη γινήκανε ποτές. Και τι απόμεινε από όλα τούτα στις καρδιές των ανθρώπων; Τί­ποτα κι ακόμα πιο λίγο από τίποτα.
Πλην ο άνθρωπος είναι άπιστος ακόμη και σ' αυτά που βλέπει και σ' αυτά που πιάνει με τα χέρια του και τραβά τον δρόμο που τραβή­ξανε και κείνοι και σέρνει με ευχαρίστηση το άρμα του Νέρωνα, γιατί είναι «νεύρον σιδηρούν ο τράχηλός του». Τ' αυτιά του εί­ναι σφαλιχτά σε Κείνον που λέγει: «Εγώ ειμί Θεός πρώτος και εις τα επερχόμενα εγώ ειμί. Εγώ βοσκήσω τα πρόβατά μου και εγώ αναπαύσω αυτά». Εκείνος που καθότανε απάνω στο γαϊδούρι, εκείνος είναι ζωντανός μέσα στις απλές ψυχές στον αιώνα κ' είναι για δαύτες τροφή, πηγή αθανασίας, χαρά και αγαλλίαση, κατά τον λόγο που λέ­γει : «Ευφρανθήσεται καρδία ζητούντων τον Κύριον». Ναι, όποιος ένοιωσε τη χαρά του Χριστού, είναι σαν τον πεθαμένο που αναστή­θηκε. Στον κόσμο υπάρχουνε πονεμένοι λογής λογής. Όσοι πονάνε στο κορμί και στην ψυχή κι ο πόνος τους καθαρίζει και τους πηγαίνει στον Θεό, αυτοί είναι οι αγα­πημένοι του Χριστού και περπατάνε στη στράτα του με το φως του το παρηγορη­τικό. Οι άλλοι υποφέρουνε άγονα. Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος γράφει στους Κορινθίους: «Νυν χαίρω, ουχ ότι ελυπήθητε, αλλ' ότι ελυπήθητε κατά Θεόν, ίνα εν μηδενί ζημιωθήτε εξ ημών. Η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν εις σωτηρίαν αμεταμέλητον κατεργάζεται· η δε του κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται». Γι' αυτούς που ελπίζουνε στον Θεό, δεν μετάλλαξε ο Χριστός τον άγονον ίδρωτά τους σε ιδρώτα σωτηρίας, «ιδρώτα ιδρώτι», αλλά θρηνούνε και πονάνε παντοτινά σαν τους ειδωλολάτρες, σφαζόμενοι με τα μαχαίρι της μοίρας. Γι' αυτούς δεν άλλαξε ο Χριστός τον ιδρώτα της αγωνίας τους σε ιδρώτα της προσευχής και της ελπίδας. Όποιος δεν πιστεύει στον Χριστό και στο Ευαγγέλιο, είναι πεθαμένος, αφού δεν υπάρχει αληθινή ζωή μέσα του. Γιατί ζωή δεν θα πει να ανασαίνεις και να περπατάς και να τρως και να πίνεις, αλλά να νοιώθεις τη χάρη της αθανασίας. Τότε θα μπορείς να ψάλεις μαζί με τον υμνωδό τούτο το εξαίσιο απολυτίκιο:

«Την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός. Όθεν και ημείς, ως οι παίδες, τα της νίκης σύμβολα φέροντες, σοι τω νικητή του θανάτου βοώμεν. Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυ­ρίου».

Επιστολαί Αγ. Νεκταρίου

Επιστολή 26η

Αθήναι τη 13 Μαρτίου 1907

Θυγάτηρ εν Κυρίω αγαπητή Οσία Ξένη, εύχομαί σοι πατρικώς.

Έλαβον την από 8 Μαρτίου αριθμ. 8 επιστολήν σας και μετά προσοχής ανέγνων, αλλά ένα πράγμα δεν είδον, το πώς έχετε άπασαι εις την υγείαν σας. Επιθυμώ να γνωρίζω τα περί της υγεία σας. Η Ειρήνη πως έχει και τι έχει, και εάν ανέρωσεν; Η Μαρία και η Μαργαρίτα πως έχουσι, πως διήλθον με τον χειμώνα, η Μαργαρίτα ενεδυναμώθη ολίγον, μήπως έχουν ανάγκην φαρμάκου; Να μοι γράψητε να ταις στείλω. Η δε Ακακία πως έχει; Δεν μοι γράφεις τίποτε, αλλά ούτε περί σεαυτής ουδέν μοι γράφεις. Επιθυμώ να μάθω τα περί της υγείας σου πως έχει, και αν ενεδυναμώθη, και αν σε πέρασαν οι κεφαλόπονοι, και εάν δεν ήρχισες να αισθάνεσαι εξάντλησιν και ενόχλησιν. Σε έγραψα να διέλθητε με σύνεσιν την Αγ. Τεσσαρακοστήν, η εντολή μου αύτη αναθέτει εις σε τον διακανονισμόν και των αναγνωσμάτων των προσευχών και των της διαίτης, αλλά ταύτα πάντα να τα εφαρμόσης προ πάντων εις τον εαυτόν σου, τούτο σε το λέγω, διότι ηννόησα, ότι πρώτη συ πάντων έχεις ανάγκην καλής διαίτης, το οποίον έχεις ανάγκην και να σε το λέγουσιν οι άλλοι, διότι αγνοώ πως συμβαίνει και περί σεαυτής μόνης πλανάσαι και αγνοείς πως έχεις, και πως ευρίσκεσαι, και δια τούτο έχεις ανάγκην διδασκαλίας και προτροπής. Θέλω λοιπόν να κάμης το εξής, να ερωτήσης κατ΄ εντολήν μου όλας τας αδελφάς πως έχεις εις την υγείαν σου και τι φρονούσι περί της διαιτητικής σου, έχεις και συ ανάγκην της εφαρμογής της διαίτης, της εφαρμοζομένης υπό σου προς τας ασθενούσας ή ου και εάν μεν αδελφαί, αίτινες σε βλέπουσι και κατανοούσι την ανάγκην του ποιού της διαίτης, σε είπωσιν ότι σε επιβάλλεται ν΄ ακολουθήσης και συ την δίαιταν των ασθενουσών, να υποταγής τη κρίσει των αδελφών, ήτινι και εγώ συντάσσομαι, εάν όμως σε είπωσιν, ότι δεν έχεις ανάγκην της διαίτης των ασθενουσών, τότε πάλιν με την ευχήν μου διαιτού ως αι υγιαίνουσαι. Πρέπει δε να γνωρίσης, ότι όταν συ υγιαίνης, υγιαίνουσι και αι αδελφαί και αυταί έτι αι πάσχουσαι, και όταν συ πάσχης, τότε πάσχουσι και αι υγιαίνουσαι. Αυτό αξιώ να το εντυπώσης καλά εις τον νουν σου. Και ου μόνον τούτο. Γνώρισον ότι η ευθυμία σου φαιδρύνει τα πρόσωπα των αδελφών και καθιστά την μονήν παράδεισον, η δε δυσθυμία σου και η σκυθρωπότης σου μεταδίδεται και εις τας αδελφάς και φυγαδεύεται εκ του παραδείσου η ευφροσύνη. Μάθε ότι από σε εξαρτάται η των αδελφών χαρά και ευφροσύνη και έχεις καθήκον να συντηρής ταύτην εις τας καρδίας αυτών. Τούτο να πράττης και βιάζουσα πολλάκις σεαυτήν. Σε συμβουλεύω να μη παραδίδησαι εις ρέμβην θλίψεως, διότι τούτο πλήττει μεγάλως τας καρδίας των αδελφών. Ο μισθός σου θα είναι μέγας, εάν γίνησαι ταις αδελφαίς ευφροσύνης πρόξενος. Τούτο σοι το συμβουλεύω, διότι και εγώ τούτο έχω ως αρχήν εν τω βίω μου. Τούτο θέλω να έχωσιν ως αρχήν και αι μαθήτριαί μου. Όταν ευφραίνης την καρδίαν του πλησίον σου, πολλώ μάλλον της αδελφής, της στερηθείσης των πάντων και απεκδεχομένης παρά σου μόνης πνευματικήν ευφροσύνην, τότε έσο βεβαία, ότι ευαρεστείς τω Θεώ, πολλώ μάλλον ή εάν μακράς ποιής προσευχάς και μεγάλας νηστείας. Γνώρισε ότι η θέσις σου ήδη είναι θέσις πνευματικής Μητρός. Ήδη δεν είσαι η Χρυσάνθη, ήτις ηδύνατο να κάμνη ό,τι θέλει, ήδη εάν εκπληροίς ακριβώς τα προς τας αδελφάς σου ηθικά καθήκοντα, εκπληροίς και τα προς τον Θεόν, εν ταύτα παραλείπης δήθεν υπέρ εκείνων, μάθε ότι ούτε εκείνά εισι δεκτά παρά τω Θεώ. Η προϊσταμένη μονής ζη ουχί δι΄ εαυτήν, αλλά δια την αδελφότητα και ζώσα δια την αδελφότητα, ζη δια τον Θεόν, ο δε Θεός αποδέχεται αυτήν την ζωήν, ως θυσίαν ευπρόσδεκτον. Ταύτα φαίνεται σοι τα γράφω κατά τινα μυστικήν φωνήν, ήτις εκίνησε και την χείρα μου, διότι εγώ περί άλλων προετιθέμην να σοι γράψω δύο λόγους και ήδη επλήρωσα τέσσαρας σελίδας. Περατώσας την καθ΄ υπαγόρευσιν γραφήν, ως μοι φαίνεται, έρχομαι ήδη ν΄ απαντήσω εις την επιστολήν σου. Αι ακολουθίαι είναι καλαί και εύχομαι ο Θεός να σας ενδυναμοί, αλλά μήπως κουράζονται αι αδελφαί; Μήπως εξαντλούνται; Εάν ίδης ότι εξασθενείσθε, να ολιγοστεύσωσί τινα. Εάν καμμία των νεωτέρων πεινά το εσπέρας, δύναται να λαμβάνη ολίγον άρτον και ύδωρ, επειδή ευρίσκονται εις την ανάπτυξιν των και δεν πρέπει να αποστερώνται τα αναγκαία προς διατροφήν και παροχήν των επιτηδείων εις το αναπτυσσόμενον σώμα, όπως μη βλαβή. Όταν παρέλθη ο χρόνος της αναπτύξεως, τότε δύνανται να νηστεύωσι και να τρώγωσιν άπαξ της ημέρας. Ο γυναικείος οργανισμός επλάσθη, ίνα έχη πλειόνων ανάγκην, διότι προωρίσθη δια μεγαλυτέρας εξαντλήσεις, δια τούτο αι γυναίκες, αι θέλουσαι να μιμηθώσι κατά την δίαιταν τους άνδρας, εξαντλούνται ταχέως, η γυνή έχει φυσιολογικώς ανάγκην και πλείονος τροφής και πλείονος ύπνου. Να ενθυμήσθε, ότι είσθε γυναίκες και μη αμιλλάσθε προς τους άνδρας. Υπόδειγμα να έχητε τας γυναίκας πάντοτε και τούτων ουχί ευθύς όλον το πολίτευμα, διότι τούτο δέον εστί να διακριθή εις το της ασκήσεως, και εις το της ηθικής τελειότητος. Όταν βλέπητε πολλήν άσκησιν, να γνωρίζητε, ότι υπάρχει μεγάλη ηθική αρετή, ήτις υποστηρίζει την άσκησιν του σώματος, διότι πρέπει να γνωρίσωμεν καλώς, ότι η δύναμις της ψυχής ενισχύει και υποστηρίζει το σώμα εις τους αγώνας. Άνευ ψυχικού σθένους αι μεγάλαι ασκήσεις εισίν αδύνατοι, και εάν τις τολμηρός αναλάβη μεγάλας ασκήσεις πριν ή σθενώση δια ηθικών αρετών την ψυχήν του, ο τοιούτος θα πλανηθή και θα εκπέση. Δια τούτο, αξιώ, επιθυμώ, επιποθώ, να βαδίζητε την οδόν της συνέσεως εν πάσι, πολιτευόμεναι κατά τε τας απαιτήσεις του πολιτεύματός σας και κατά τας απαιτήσεις της συντηρήσεως του σώματός σας και της υγείας σας και να ζητήτε την ηθικήν σας τελείωσιν. Επιθυμώ να ενισχυθήτε εις την αρετήν τοσούτον, ώστε να δύνασθε, να λέγητε και να το αισθάνησθε: «ζω ουκ έτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Όταν τούτο κατορθώσητε, τότε ζητήσατε ν΄ αποκτήσητε και άλλας αρετάς, αλλά πρωτίστως ταύτην, διότι άνευ αυτής ουδέν ποιείτε. Και μηδεμία να πλανηθή, νομίζουσα, ότι αι προσευχαί και αι δεήσεις θα αγάγωσιν αυτήν εις την τελειότητα, απατάται, διότι εις τελείωσιν άγει ο εν ημίν ενοικών Κύριος. Ου το θέλημα ποιούμεν, Όστις λέγει, ότι ενοικεί και εμπεριπατεί εν ημίν, όταν τας εντολάς Αυτού ποιώμεν, μία δε και πρώτη εντολή είναι, να γίνητε και εν ημίν το θέλημα ουχί το ημέτερον, αλλά του Θεού, να γίνηται δε με τοιαύτην τελειότητα, ως γίνεται εν ουρανώ υπό των αγίων αγγέλων και να δυνάμεθα να λέγωμεν «Κύριε! Ουχ ως εγώ θέλω, αλλ΄ ως Συ, γενηθήτω το θέλημά Σου, ως εν ουρανώ και επί της γης», άνευ του εν ημίν Χριστού αι προσευχαί και αι δεήσεις αποπλανώσιν. Ταύτα λέγω, δια να δείξω υμίν που πρέπει να στραφήτε και τι να επιζητήτε, όπως φθάσητε ασφαλώς εις το επιζητούμενον τέλος. Αγωνίζεσθε προ πάντων εις το να ταπεινώσητε τον εγωϊσμόν σας. Αύτη είναι η αρχή της αυταπαρνήσεως και της επικρατήσεως εν υμίν του θείου θελήματος. Εύχομαι πάσαι να κατισχύσητε εν τω κατά του εγωϊσμού αγώνι, ο οποίος είναι ο κρατερός, διότι ομοιάζει την πολυκέφαλον Ύδραν, της οποίας όταν κόψης μίαν κεφαλήν, φύεται ετέρα υπό άλλην μορφήν και άλλον χαρακτήρα. Δια τούτο εν ω κατορθούμεν και αφίνωμεν τον κόσμον και τα του κόσμου και αρνούμεθα τω σώματι πάσαν απόλαυσιν και ταλαιπωρούμεν αυτό, ίνα μη ποιήσωμεν το θέλημα αυτού, βλέπομεν εξαίφνης να παρουσιάζηται ως ψυχική νόσος και συνηθέστατα μεν ως απείθεια, παρακοή, ως σύνεσις, ως γνώσις, ως φρόνησις, ως αυταρέσκεια, ως μεμψιμοιρία και τι πρώτον να αριθμήσω, υφ΄ όλας ταύτας τας μορφάς υποκρύπτεται η ασχημία του εγωϊσμού. Εξετάσατε ολίγον μίαν εκάστην εξ αυτών και θέλετε ανακαλύψητε την δυσειδή μορφήν του, σπανιώτερον δε παρουσιάζεται, ως απαίτησις, ως αξίωσις, ως δικαίωμα, ως επιθυμία και σπανιώτατα ως κενοδοξία, φιλοδοξία και τα λοιπά. Όλα ταύτά εισι ποικίλαι μορφαί του εγωϊσμού. Ήδη εκάστη εξ υμών ας εξετάση εαυτήν και αν ίδη, ότι έχει τι εξ αυτών, να φροντίση να το ξερριζώση, ίνα μη φθάση εις μεγαλύτερα πάθη και χάση τους κόπους της και εργασθή εις μάτην. Επιθυμώ επίτηδες να δοκιμάζης ενίοτε τας αδελφάς, όπως επιγινώσκης τον βαθμόν της αυταπαρνήσεώς των και τον βαθμόν της επικρατήσεώς των εν τω κατά του εγωϊσμού αγώνι. Επιθυμώ να γνωρίσωσιν αι αδελφαί, ότι αύτη είναι η πρώτη βαθμίς της αρετής και άνευ ταύτης ουδέν αγαθόν, άνευ της νίκης ταύτης δεν στεφανούνται. Εύχομαι να μάθω, ότι άπασαι αι αδελφαί έλαβον εν τω αγώνι τον στέφανον της νίκης κατά του εγωϊσμού. Ταύτα έγραψα προς καρποφορίαν των αγώνων σας…..
….  Δεν μοι εγράψατε εάν η Ελένη η Ζερβουλάκου σας έφερεν ύμνους Τριαδικούς. Τη έστειλα αρκετούς, εις εμέ πολύ αρέσουν, όταν τους ψάλλω. Τους Κανόνας της Παρακλητικής, τους αναστασίμους, τους σταυρωσίμους και τους κατανυκτικούς, τους ενέτεινα εις μέτρα και έγιναν ωραίοι, εν πολλοίς εγένοντο αγνώριστοι. Εγένοντο, ως μοι φαίνεται, και ως και ο Κύριος Καρβούνης, εις τον οποίον το εσπέρας τους ανεγίνωσκον λέγει, εγένοντο πολύ ωραίοι. Τη έγραψα, όταν τους αντιγράψη να σας τους στείλη, να τους έχητε. Περί αυτών σας έγραψα και εις την προηγουμένην επιστολήν μου, αλλά δεν μοι εγράψατε.
Καταπαύων εύχομαι υμίν τα άριστα.

Ο Πνευματικός Πατήρ σας

+Ο Πενταπόλεως Νεκτάριος.

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος από το νέο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε.

«Τότε πιφάνιος πατρίκιος επε ·
ΕΠΙΦ. Τοτό σοι δηλο δι’ μν βασιλεύς, λέγων · πειδή πσα Δύσις καί ο ν τ νατολ διαστρέφοντες ες σέ θεωροσι, καί παντες διά σέ στασιάζουσι, μή θέλοντες συμβιβασθναι μν διά τήν πίστιν, κατανύξοι σε Θεός κοινωνσαι μν πί τ παρ’ μν κτεθέντι Τύπ, καί ξερχόμεθα μες δι’ αυτν ες τήν Χαλκν, καί σπαζόμεθά σε καί ποτιθέμεθα μν τήν χερα μν, καί μετά πάσης τιμς καί δόξης εσάγομεν μς ες τήν μεγάλην κκλησίαν, καί μεθ’ αυτν στμεν ν κατά συνήθειαν ο βασιλες στανται, καί ποιομεν μα τήν σύναξιν, καί κοινωνομεν μα τν χράντων καί ζωοποιν μυστηρίων το ζωοποιο σώματος καί αματος το Χριστο, καί νακηρύττομέν σε Πατέρα μν, καί γίνεται χαρά ο μόνον τ φιλοχρίστ καί βασιλίδι μν πόλει, λλά καί πάσ τ οκουμέν. Οδαμεν γάρ σφαλς,τι σο κοινωνοντος τ γί τν νταθα θρόν, πάντες νονται μν ο διά σέ καί τήν σήν διδασκαλίαν ποσχίσαντες τς κοινωνίας μν» (Φιλοκ. ΕΠΕ 15Γ, 52).
δ ο πεσταλμένοι κληρικοί καί ρχοντες πόσχονται δόξες καί τιμές στόν σιο άν πικοινωνήση κκλησιαστικά μέ βάσι τόν κτεθέντα «Τύπο». Το ναφέρουν τι θά ξέλθουν ν πομπ ες τήν μεγάλη κκλησία (τήν γ. Σοφία), θά τόν βάλουν νά σταθ κε που στέκονται ο βασιλες, θά τόν νακηρύξουν πατέρα των κλπ. Χαρακτηριστικό εναι τό σημεο πού ναφέρει Πατρίκιος πιφάνιος τι: «Οδαμεν γάρ σφαλς, τι σο κοινωνοντος τ γί τν νταθα θρόν, πάντες νονται μν ο διά σέ καί τήν σήν διδασκαλίαν ποσχίσαντες τς κοινωνίας μν». Ατή εναι κριβς διαχρονική μέθοδος ξαπατήσεως καί ποταγς τν ρθοδόξων κ μέρους τν αρετικν. Δηλαδή μέ οονδήποτε τρόπο νά ποτάξουν τούς ρχηγούς καί πρωτοστάτας τς μολογίας, στε μή παρχόντων ατν, νά ποταχθον καί ο πόλοιποι ντιδρντες καί νησυχοντες. Σέ λα ατά μέγας Μάξιμος μεταξύ τν λλων πεκρίθη: «ντως πσα δύναμις τν ορανν τοτο ο πείθει με ποισαι. Τί γάρ πολογήσομαι, ο λέγω τ Θε, λλά τ μ συνειδότι, τι διά δόξαν νθρώπων, τ κατ’ ατήν λόγ μηδεμίαν χουσαν παρξιν, τήν σώζουσαν τούς στέργοντας ατήν πίστιν ξωμοσάμην;» (ΕΠΕ 15Γ, 54).

Δέν ποδέχεται, ναφέρει, τήν πρότασί του περί κκλησιαστικς κοινωνίας καί δέν πείθεται πρός τοτο, στω καί ν λη δύναμις τν ορανν συνεργήση. πολογία του, προσθέτει, δέν χει νά κάνη μόνο μέ τόν Θεό, λλά καί μέ τήν συνείδησί του, τή στιγμή πού διά δόξα νθρώπινη παρνήθηκε τήν «σώζουσα πίστι». Τά πόμενα ατς τς μολογιακς παντήσεως δύναται εκολα οοσδήποτε νά κατανοήση.

«Καί πί τ λόγ τούτ ναστάντες, θυμο στρατηγήσαντος πσιν ατος, τιλμος καί θισμος καί σφαιρισμος παρέλυσαν ατόν, πό κεφαλς ως νύχων κατακλύσαντες ατόν πτύσμασιν, νπερ, μέχρις ν πλύνθησαν περ βέβλητο μάτια, διεπνέετο βρόμος» (ΕΠΕ 15Γ, 54).

Τόν κτύπησαν λοιπόν μέχρι πού παρέλυσε καί τόν κατέπτυσαν καί πέδειξαν μέ ατόν τόν τρόπο τι τιμή, πού το πέσχοντο πρίν, το πίπλαστος καί εχε συγκεκριμένο σκοπό. Κατ’ ατόν τόν τρόπο νεργον πάντοτε ο αρετικοί.