Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος.

Eναι προφανές τι γιος μιλε καί συνταυτίζεται με τό πρτο τμμα το παρόντος ΙΕ΄ ερο Κανόνος καί τους δύο προηγουμένους. Δηλαδή ναφέρεται ες λα τά λλα
θέματα, διά τά ποα πιθανόν κάποιος νά ποσχισθ πό τόν πίσκοπόν του, πλήν τν θεμάτων τς πίστεως. Διά τά θέματα λοιπόν τς πίστεως χουμε λλην περίπτωσιν σχίσματος, ποία ναφέρεται ες τό δεύτερο τμμα το ν λόγ ερο Κανόνος. Ες ατήν τήν περίπτωσιν πόσχισις πό τόν δημοσίως αρετικά φρονοντα καί πράττοντα πίσκοπο εναι πιβεβλημένη διά τούς ξς λόγους:
1) Διά νά μήν συμμετέχωμε καί συνοδοιπορομε μέ την αρεσι διά τς κκλησιαστικς πικοινωνίας μέ τόν πίσκοπο, στω καί ν μες χωμε ρθόδοξο φρόνημα. Διότι σύμφωνα μέ τόν σ. Θεόδωρο τόν Στουδίτη «οον τό ρχον καί τό ρχόμενον πέφυκε γίνεσθαι» (P.G. 99, 1633D) και «οα κεφαλή τοιοτον καί τό λον σμα» (P.G. 99, 1556A).
2) Διότι νότης ες τήν κκλησίαν δέν εναι προσωποπαγής, δηλ. νότης κάποιων νθρώπων, νεξαρτήτως το τί πιστεύουν, λλά νότης ληθος πίστεως ες Χριστόν. ς κ τούτου διά νά νήκω ες τήν κκλησία πρέπει χι μόνο νά χω ρθόδοξο πίστι, λλά καί νά εμαι δι’ ατς νωμένος μέ σους χουν τήν δια πίστι, καί στήν ποχή πού ζομε, καί διαχρονικά. Ατή νότης συντελεται διά τς μολογίας καί τς πομακρύνσεως πό τούς αρετικά φρονοντας καί πράττοντας.
3) Διότι διά τς ποσχίσεως πό τούς αρετικούς συντηρομε καί διασώζομε τό σμα το Χριστο (τήν κκλησία) καθαρό καί μόλυντο, πειδή καθαρότης ατή πρωτίστως ναφέρεται ες τήν πίστι καί χι ες τά προσωπικά μαρτήματα κάστου.
4) Διότι τέλος διά τς ποσχίσεως πό τούς αρετικούς πιτελομε μπρακτη μολογία πίστεως, κολουθομε τήν δό το διωγμο τς πίστεως (δηλαδή φ’ σον ρθόδοξος πίστις διώκεται, πρέπει νά διωχθον καί ο ντεχόμενοι ατς), δέν δημιουργομε σχίσμα, φ’ σον ποσχιζόμεθα πό κάτι νεκρό καί σάπιο και πιπλέον θεραπεύομε τό σχίσμα, φ’ σον παραμένομε διά τς ρθοδόξου πίστεως νσωματωμένοι ες τήν κκλησίαν, πό την ποία πεσχίσθησαν διά τς αρέσεως πίσκοπος καί ο κολουθοντες κκλησιαστικς ατόν. λα ατά πού ναφέραμε, ποτελον καί τήν πλήρη ρμηνεία καί κατανόησι το δευτέρου τμήματος το ΙΕ΄
ερο Κανόνος τς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, τό ποο διασαφηνίζει παρκς τόν λόγο γιά τόν ποο ν λόγ Κανών πιτρέπει τήν πόσχισι πό τόν πίσκοπο πρό
συνοδικς κρίσεως, καί ξηγε γιατί νομάζει τόν αρετικό πίσκοπο ψευδεπίσκοπο καί ψευδοδιδάσκαλο πρό συνοδικς κρίσεως, γιατί ναφέρει τι ο ποσχιζόμενοι πό τον πίσκοπο δέν δημιουργον σχίσμα ες τήν κκλησία, λλά τήν προφυλάσσουν πό τό σχίσμα, γιατί πίσης ναφέρει τι πρέπει να τιμνται πό τούς ρθοδόξους ο ποσχιζόμενοι πό ατόν τόν πίσκοπο κλπ. ν κ το ντιθέτου δέν κατανοήσωμε τό σχίσμα μέ τήν διπλή του μορφή, φ’ νός μέν δύναται νά ποσχισθομε, ταν δέν πάρχουν ο κανονικές προϋποθέσεις, νά μήν ποσχισθομε κε που πιβάλλεται, φ’ τέρου καί ατοί ο γιοι θά εναι σέ μς κατανόητοι καί τρόπον τινά διπρόσωποι, φ’ σον λλοτε προτρέπουν μέ λόγια καί ργα τό σχίσμα καί λλοτε τό
παγορεύουν. Διά νά γίνη δέ σαφές ατό θά χρησιμοποιήσωμε πάλι την διδασκαλία το γ. ωάννου το Χρυσοστόμου, ποος, πως καί προηγουμένως εχαμε ναφέρει, παγορεύει ς θανάσιμον μάρτημα τό σχίσμα καί, μάλιστα, σημειώνει τι
οτε τό αμα το μαρτυρίου συγχωρε ατήν τήν μαρτία. Λέγει λοιπόν γιος μιλντας διά τούς αρετικούς ποιμένες: «...Πς ον Παλός φησιν, πείθεσθαι τος γουμένοις μν καί πείκετε; νωτέρω επών, ν ναθεωροντες την κβασιν τς ναστροφς, μιμεσθε τήν πίστιν, τότε επε, Πείθεσθε τος γουμένοις μν και πείκετε. Τί ον, φησίν, ταν πονηρός καί μή πειθώμεθα; πονηρός πς λέγεις; ε
μέν περί πίστεως νεκεν, φεγε ατόν καί παραίτησαι, μή μόνον ν νθρωπος , λλά κν γγελος ξ ορανο κατιών · ε δέ βίου νεκεν, μή περιεργάζου. Καί τοτο οκ οκοθεν λέγω τό πόδειγμα, λλ’ πό τς θείας Γραφς»

Συνεχίζεται.

Τότε και Τώρα.....

Εγερθείς δε εις εκ των Επισκόπων, λέγει: Ω αγία  και ιερά Σύναξις, ακούσατέ μου, αυτούς τους οποίους προτείνομεν ημείς δι΄ Αρχιερείς, θεωρούνται καλοί εξ ημών, αλλ΄ ας δεηθώμεν εις τον Θεόν ίνα ίδωμεν ποίον θα εκλέξη και ο Θεός. Ακούσαντες δε οι Επίσκοποι τους λόγους τούτους ηυχαριστήθησαν, και δεηθέντες την νύκτα εκείνην ίνα τους φανερώση τον άξιον, αίφνης Άγγελος Κυρίου εφάνη εις τινα Επίσκοπον πρεσβύτερον, λέγων: «Επίσκοπε, τι κοπιάζετε; Ο άξιος Αρχιερεύς είναι πλησίον σας, και σεις τον ζητείτε; (για τον Άγιο Νικόλαο).

Έγγισον ημίν, έγγισον...

Η πλέον αρμόζουσα προσευχή μας προς τον Παράκλητον είναι ο «Οίκος» της Πεντηκοστής, τον οποίον πολλάκις επιβάλλεται να επαναλαμβάνωμεν καθ΄ ημέραν : Ταχείαν και σταθεράν δίδου παραμυθίαν τοις δούλοις σου Ιησού, εν τω ακηδιάσαι τα πνεύματα ημών, μη χωρίζου των ψυχών ημών εν θλίψει, μη μακρύνου των φρενών ημών εν περιστάσεσιν, αλλά αεί ημάς πρόφθασον. Έγγισον ημίν, έγγισον ο πανταχού, ώσπερ και τοις Αποστόλοις σου πάντοτε συνής, ούτω και τοις Σε ποθούσιν ένωσον σαυτόν οικτίρμων ίνα συνημμένοι Σοι, υμνώμεν και δοξολογώμεν το πανάγιόν Σου Πνεύμα.

ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ Άγ. Ιουστίνος (Πόποβιτς)

2.  Η διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Θεανθρώπου Χριστού, διατυπωθείσα υπό των αγίων Αποστόλων, υπό των αγίων Πατέρων, υπό των αγίων Συνόδων, περί των αιρετικών είναι η εξής: αι αιρέσεις δεν είναι Εκκλησία, ούτε δύνανται να είναι Εκκλησία. Δια τούτο δεν δύνανται αύται να έχουν τα άγια Μυστήρια, ιδιαιτέρως δε το Μυστήριον της Ευχαριστίας, το Μυστήριον τούτο των μυστηρίων. Διότι ακριβώς
η θεία Ευχαριστία είναι το παν και τα πάντα εν τη Εκκλησία: και Αυτός ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς και η ιδία η Εκκλησία και γενικώς παν το του Θεανθρώπου.Intercommunio, δηλαδή η διακοινωνία με τους αιρετικούς εν τοις αγίοις Μυστηρίοις,
ιδιαιτέρως εν τη θεία Ευχαριστία, είναι η πλέον αναίσχυντος προδοσία του Κυρίου Ιησού Χριστού, η προδοσία του Ιούδα. Πρόκειται μάλιστα περί προδοσίας ολοκλήρου της Εκκλησίας του Χριστού, της Εκκλησίας του Θεανθρώπου, της Εκκλησίας της
Αποστολικής, της Εκκλησίας της Αγιοπατερικής, της Εκκλησίας της Αγιοπαραδοσιακής, της Εκκλησίας της Μίας και μοναδικής. Ενταύθα θα πρέπει να σταματήση τις τον χριστοποιημένον νουν του και την συνείδησιν ενώπιον μερικών αγίων γεγονότων, αγίων μηνυμάτων και αγίων εντολών.    Πρώτον, πρέπει να διερωτηθώμεν
επί ποίας Εκκλησίας και επί ποίας Θεολογίας περί της Εκκλησίας θεμελιούται η λεγομένη «intercommunio» ; Διότι ολόκληρος η Ορθόδοξος Θεολογία της Εκκλησίας
περί της Εκκλησίας βασίζεται και θεμελιούται όχι εις την «inter- communion»  (δια-κοινωνίαν), αλλ΄ επί της θεανθρωπίνης πραγματικότητος της communio, δηλαδή
επί της θεανθρωπίνης Κοινωνίας (πρβλ. Α΄ Κορ. 1,9  10, 16-17.  Β΄ Κορ. 13,13.  Εβρ. 2,14.  3,14.  Α΄ Ιω.  1,3), ενώ η έννοια inter-communio, δια-κοινωνία, είναι καθ΄ εαυτήν
αντιφατική και ολοτελώς αδιανόητος δια την ορθόδοξον καθολικήν συνείδησιν.  Το δεύτερον γεγονός, μάλιστα δε ιερόν γεγονός της ορθοδόξου πίστεως, είναι το εξής:
Εις την ορθόδοξον διδασκαλίαν περί της Εκκλησίας και των αγίων Μυστηρίων, το μόνον και το μοναδικόν μυστήριον είναι αυτή αύτη η Εκκλησία, το Σώμα του Θεανθρώπου Χριστού, ούτως ώστε αυτή να είναι και η μόνη πηγή και το περιεχόμενον όλων των θείων
Μυστηρίων. Έξω από το θεανθρώπινον τούτο και παμπεριεκτικόν Μυστήριον της Εκκλησίας, το
Παν-μυστήριον, δεν υπάρχουν ούτε δύνανται να υπάρχουν «μυστήρια», επομένως, και ουδεμία «δια-κοινωνία» (inter-communio) εις τα Μυστήρια. Ως εκ τούτου μόνον μέσα εις την Εκκλησίαν, εις το μοναδικόν τούτο Παμμυστήριον του Χριστού, δύναται να γίνη λόγος περί των Μυστηρίων. Διότι η Εκκλησία η Ορθόδοξος, ως το Σώμα του Χριστού, είναι η πηγή και το κριτήριον των Μυστηρίων και όχι το αντίθετον. Τα Μυστήρια δεν δύνανται να αναβιβάζωνται υπεράνω της Εκκλησίας ούτε να θεωρώνται έξω από το Σώμα της Εκκλησίας. Ένεκα τούτου, συμφώνως προς το φρόνημα της Καθολικής του Χριστού Εκκλησίας και συμφώνως προς ολόκληρον την ορθόδοξον Παράδοσιν, η
Ορθόδοξος Εκκλησία δεν παραδέχεται την ύπαρξιν άλλων μυστηρίων έξω απ΄ αυτήν, ούτε θεωρεί αυτά ως μυστήρια, έως ότου προσέλθη τις δια της μετανοίας εκ της αιρετικής «εκκλησίας», δηλαδή ψευδοεκκλησίας, εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν του Χριστού. Μέχρις ότου δε μένει τις έξω από την Εκκλησίαν, μη ηνωμένος μετ΄ αυτής δια της μετανοίας, μέχρι τότε είναι ούτος δια την Εκκλησίαν αιρετικός και αναποφεύκτως  ευρίσκεται εκτός της σωτηριώδους Κοινωνίας=communio. Διότι «τις μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; Τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; (Β΄Κορ. 6,14).   Ο πρωτοκορυφαίος
 Απόστολος, με την εξουσίαν την οποίαν έλαβεν από τον Θεάνθρωπον, δίδει εντολήν: «Αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού» (Τίτ.  3,10).
 Εκείνος, λοιπόν, ο οποίος, όχι μόνον δεν παραιτείται από τον «αιρετικόν άνθρωπον», αλλά δίδει εις τούτον και Αυτόν τον Κύριον εν τη θεία Ευχαριστία, ούτος ευρίσκεται εις την αποστολικήν και θεανθρωπίνην αγίαν πίστιν; Επί πλέον ο ηγαπημένος Μαθητής του Κυρίου
Ιησού, ο Απόστολος της αγάπης, δίδει εντολήν: άνθρωπον ο οποίος δεν πιστεύει εις την
σάρκωσιν του Χριστού και δεν παραδέχεται την ευαγγελικήν περί Αυτού ως Θεανθρώπου
διδασκαλίαν «μη λαμβάνετε αυτόν εις οικίαν» Β΄ Ιω. 1,10).   Ο Κανών ΜΕ΄ των αγίων Αποστόλων βροντοφωνεί: «Επίσκοπος, ή πρεσβύτερος, ή διάκονος,
αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω, ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως κληρικοίς ενεργήσαι τι, καθαιρείσθω» (πρβλ. Κανόνα ΛΓ΄ της εν Λαοδικεία Συνόδου). Η εντολή αύτη είναι σαφής,
ακόμη και δια την συνείδησιν του κώνωπος. Δεν είναι έτσι;  Ο Κανών ΞΔ΄ των αγίων Αποστόλων διατάσσει: «Ει τις κληρικός, ή λαϊκός, εισέλθη εις συναγωγήν Ιουδαίων, ή αιρετικών, προσεύξασθαι, και καθαιρείσθω, και αφοριζέσθω». Και τούτο είναι σαφέστατον και δια την πλέον πρωτόγονον συνείδησιν.  Ο Κανών ΜΣΤ΄ των
Αγίων Αποστόλων: «Επίσκοπον ή πρεσβύτερον αιρετικών δεξαμένους βάπτισμα ή θυσίαν καθαιρείσθαι προστάττομεν. Τις γαρ συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; ή τις μερίς πιστώ μετά απίστου;». Είναι οφθαλμοφανές και δια τους αομμάτους ότι η εντολή
αυτή ορίζει κατηγορηματικώς ότι δεν πρέπει να αναγνωρίζωμεν εις τους αιρετικούς ουδέν
άγιον Μυστήριον και ότι πρέπει να θεωρώμεν αυτά ως άκυρα και άνευ θείας Χάριτος. Ο θεόπνευστος φορεύς της αποστολικής και αγιοπατερικής καθολικής Παραδόσεως της Εκκλησίας του Χριστού, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ευαγγελίζεται εκ της καρδίας
όλων των αγίων Πατέρων, όλων των αγίων Αποστόλων, όλων των αγίων Συνόδων της Εκκλησίας την εξής θεανθρωπίνην αλήθειαν: «Ουκ έστι τύπος ο άρτος και ο οίνος του Σώματος και Αίματος του Χριστού (μη γένοιτο), αλλ΄ αυτό το Σώμα του Κυρίου τεθεωμένον…
Δι΄ αυτού καθαιρόμενοι ενούμεθα τω Σώματι Κυρίου και τω Πνεύματι Αυτού, και γινόμεθα Σώμα Χριστού (=η Εκκλησία)… Μετάληψις δε λέγεται. Δι΄ αυτής γαρ της Ιησού θεότητος μεταλαμβάνομεν. Κοινωνία δε λέγεταί τε και εστιν αληθώς, δια το κοινωνείν ημάς δι΄ αυτής
 τω Χριστώ και μετέχειν Αυτού της σαρκός τε και της θεότητος. Κοινωνείν δε και ενούσθαι αλλήλοις δι΄ αυτής, επεί γαρ εξ ενός άρτου μεταλαμβάνομεν, οι πάντες εν Σώμα Χριστού και εν Αίμα, και αλλήλων μέλη γινόμεθα, σύσσωμοι Χριστού χρηματίζοντες. Πάσει δυνάμει
τοίνυν φυλαξώμεθα μη λαμβάνειν μετάληψιν αιρετικών μήτε διδόναι. «Μη δώτε γαρ τα άγια τοις κυσιν, ο Κύριός φησι, μηδέ ρίπτετε τους μαργαρίτας υμών έμπροσθεν των χοίρων» (Ματθ. 7,6), ίνα μη μέτοχοι της κακοδοξίας και της αυτών γενώμεθα κατακρίσεως. Ει γαρ
πάντως ένωσίς εστι προς Χριστόν και προς αλλήλους, πάντως και πάσι τοις συμμεταλαμβάνουσιν ημίν κατά προαίρεσιν ενούμεθα. Εκ προαιρέσεως γαρ η ένωσις αυτή γίνεται, ου χωρίς της ημών γνώμης. Πάντες γαρ εν σώμά εσμεν, ότι εκ του ενός άρτου
μεταλαμβάνομεν, καθώς φησιν ο θείος Απόστολος»1(Ιωάννου Δαμασκηνού, Εκδ. Ορθ. Πίστεως 4, 13, PG 94,  c. 1149. 1152,  1153. Πρεβ. Α΄Κορ. 10, 17).  Ο ατρόμητος
 ομολογητής των θεανθρωπίνων ορθοδόξων αληθειών αναγγέλλει εις όλους τους ανθρώπους όλων των κόσμων: «Το γαρ κοινωνείν παρά αιρετικού ή προφανώς
διαβεβλημένου κατά τον βίον αλλοτριά Θεού και προσοικειοί τω Διαβόλω» (Θεοδώρου Στουδίτου, PG 99,  c. 1668C.). Κατά τον ίδιον ο άρτος των αιρετικών δεν είναι «σώμα Χριστού» (Αυτόθι, c.  1597 A. ). Δια τούτο, «Ως ουν ο θείος άρτος υπό των Ορθοδόξων μετεχόμενος, πάντας τους μετόχους εν σώμα αποτελεί, ούτω δη και ο αιρετικός κοινωνούς τους ούτω αυτού μετέχοντας αλλήλων απεργαζόμενος, εν σώμα
αντίθετον Χριστώ παρίστησι» (Αυτόθι,  c. 1480 CD. ). Eπί πλέον, «Η παρά των αιρετικών κοινωνία ου κοινός άρτος αλλά φάρμακον (=δηλητήριον), ου σώμα βλάπτον, αλλά
ψυχήν μελαίνον και σκοτίζον» (Αυτόθι,  c. 1189C.).


Saint Kyranna - Bride of Christ

Saint Kyranna was born in Avissoka of Thessaloniki, today known as Ossa in the province of Lagada.
Her external beauty was matched by the beauty of her soul, as she was gifted with the virtues of modesty and prudence. In this way she spent her life close to her parents. But the devil, the hater of good, envying her for her purity and for not being able to lead her to evil with cunning thoughts and sinful thinking so as to make her an instrument of his, found another way to upset her family's happiness and the peacefulness of her youthful and clean soul.  

Ούτοι εισίν Εκκλησία

Ει δε και πάνυ ολίγοι εν τη Ορθοδοξία και ευσεβεία διαμείνωσιν, ούτοι εισίν Εκκλησία και το κύρος και η προστασία των εκκλησιαστικών θεσμών εν αυτοίς κείται καν αυτοίς κακοπαθήσαι δεήσοι υπέρ της ευσεβείας .

(Αγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής).

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος.

λλο θέμα εναι, ν κάποιοι μετά τήν ποτείχισι δημιουργον παρατάξεις καί «κκλησίες», δηλαδή σχίσματα καί λλο, ξαιτίας ατο το φόβου, νά προτιμομε τήν πλήρη νσωμάτωσί μας μέ τήν αρεσι διά μέσου τς ναγνωρίσεως καί μνημονεύσεως το αρετικο πισκόπου. Καί σέ τελευταία νάλυσι εναι προτιμώτερο τό σχίσμα πό τήν αρεσι, διότι τό σχίσμα δημιουργεται ξαιτίας προσωπικν παθν καί δυναμιν, ν αρεσις εναι λλο Εαγγέλιο, κκλησία προσωποπαγής καί θεμελιωμένη χι στήν Πεντηκοστή καί στούς γ. ποστόλους, λλά στήν αθαίρετη διδασκαλία καί ρμηνεία κάστου, αρεσις ποία δηγεσέ λλο Χριστό, τόν ντίχριστο καί δέν εναι τίποτε λλο πό τήν θεοποίησι τς νθρωπίνης λογικς καί τς παιτήσεως τς ποταγς το Θεο ες ατήν.
ς μικρότερο κακό κρίνει τό σχίσμα πό τήν αρεσι καί γ. Νικόδημος γιορείτης ρμηνεύοντας τόν Α΄ Κανόνα το Μ. Βασιλείου. ναφέρει τά ξς: «Σχισματικοί δέ νομάζονται κενοι που διαφέρονται πρόν τήν καθολικήν κκλησίαν, χι διά δόγματα πίστεως, λλά διά κάποια ζητήματα κκλησιαστικά καί εκολοϊάτρευτα. Αρετικοί δέ νομάζονται κενοι τν ποίων διαφορά παρευθύς μέσως εναι περί τς ες Θεόν πίστεως, τοι ο κατά τήν πίστιν καί τά δόγματα, χωρισμένοι πό τούς ρθοδόξους καί παντελς πομεμακρυσμένοι» (Πηδάλιον, σελ. 588). Εναι λοιπόν ρμόδιο νά ναφέρωμε κάποιες σκέψεις διά τό σχίσμα, τό πς συντελεται καί διατί ναφέρει παρών Κανών τελειώνοντας τι, ο ποτειχισμένοι πό τόν αρετικό πίσκοπο πρό συνοδικς κρίσεως, χι μόνο δέν κάνουν σχίσμα λλά «σχισμάτων καί μερισμν τήν κκλησίαν σπούδασαν ρύσασθαι». Τό σχίσμα δύναται νά ννοηθ ς μία κκλησιαστική κτροπή, πό τήν ννοια τι πίσκοπος εναι ρθόδοξος ες τήν πίστιν καί ρθοτομε τόν λόγον τς ληθείας καί κάποιοι κληρικοί γιά προσωπικούς λόγους καί φερόμενοι μπαθς δέν τόν ναγνωρίζουν, λλά ποσχίζονται πό ατόν, προβάλλοντας κάποια κκλησιαστικά ζητήματα ες τά ποα πιθανόν ατός νά σφάλλη. Ατή θά λέγαμε εναι κλασσική μορφή το σχίσματος, ποία βεβαίως θεωρεται μέγιστον μάρτημα δι’ ατούς πού ποσχίζονται πό τόν ρθοτομοντα τόν λόγον τς ληθείας πίσκοπον· δέ γιος ωάννης Χρυσόστομος διά νά δείξη τό μέγεθος το κακο ναφέρει τι οτε τό αμα το μαρτυρίου δεν συγχωρε ατόν πού θά τολμήση νά δημιουργήση σχίσμα στήν κκλησία. Λέγει γιος: «Οδέν οτως κκλησίαν δυνήσεται διαιρε ς φιλαρχία · οδέν οτω παροξύνει τόν Θεόν, ς τό κκλησίαν διαιρεθναι. Κν μυρία μεν ργασάμενοι καλά, τν τό σμα ατο διατεμόντων οκ λάττονα δώσομεν δίκην ο τό πλήρωμα κατατέμνοντες το κκλησιαστικόν... Τατα μοι οχί πρός τούς ρχοντας ερηται μόνο, λλά καί πρός τούς ρχομένους. νήρ δέ τις γιος επέ τι δοκον εναι τολμηρόν, πλήν λλ’ μως φθέγξατο. Τί δέ τοτο στίν; Οδέ μαρτυρίου αμα ταύτην δύνασθαι ξαλείφειν τήν μαρτίαν φησεν. Επέ γάρ μοι, τίνος νεκεν μαρτυρες; ο διά τήν δόξαν το Χριστο; τοίνυν την ψυχήν προέμενος πέρ το Χριστο, πς τήν κκλησίαν πορθες πέρ ς τήν ψυχήν προήκατο Χριστός» (P.G. 62,85).

Συνεχίζεται.

Εισήγηση π. Θεοδώρου Ζήση (μεταπατερικη αίρεση -13)



Δεν ξεχνώ ότι ἀποτελοῦν «καθεστώς» :

 

ž Η πατριαρχική γκύκλιος το 1920,
ž   πίσημη «ρσις τν ναθεμάτων» τό 1965 πο πό τήν φύση τούς εναι αώνια,
ž   πίσημη χορηγία τν Μυστηρίων πρός τούς παπικούς το 1969 πό τό Πατριαρχεο τς Μόσχας,
ž   συμμετοχή τν ρθοδόξων στό Παγκόσμιο Συμβούλιο κκλησιν (ΠΣΕ) ς δρυτικά του μέλη πό τό 1948 (οτε ο Παπικοί δέν καταδέχτηκαν ποτέ νά γίνουν μέλη το ΠΣΕ) ,
ž   συνοδική ναγνώριση τν Λατίνων στό Μπάλαμαντ τό 1993,
ž   συνοδική ναγνώριση τν Μονοφυσιτν στό Σαμπεζύ πό 9 ρθόδοξες κκλησίες καί ο μετά ατν νωτικές ποφάσεις τν Πατριαρχείων λεξανδρείας καί ντιοχείας,
ž   πίσημη ναγνώριση το βαπτίσματος καί τς ερωσύνης τν Λουθηρανν στό Φράιζινγκ πό τόν Γερμανίας Αγουστίνο καί τήν περί ατόν Σύνοδο,

«Οίτινες την υγιή ορθόδοξον πίστιν προσποιούντες ομολογείν, κοινωνούσι δε τοις ετερόφροσιν, τους τοιούτους, ει μετά παραγγελίαν μη αποστώσιν, μη μόνον ακοινωνήτους έχειν, αλλά μηδέ αδελφούς ονομάζειν» (Μεγ. Βασιλείου, P.G. 160, 101Α)

Ας μη απατώμεθα. Υπάρχει και ο «διάλογος του ψεύδους»


Ο σύγχρονος «διάλογος της αγάπης», ο οποίος τελείται υπό την μορφήν γυμνού συναισθηματισμού, είναι εις την πραγματικότητα ολιγόπιστος άρνησις του σωτηριώδους αγιασμού του Πνεύματος και της πίστεως της Αληθείας (Β΄ Θεσ. 2,13), δηλαδή της μοναδικής σωτηριώδους «αγάπης της αληθείας» (αυτόθι 2,10).  Η ουσία της αγάπης είναι η αλήθεια, η αγάπη ζη και υπάρχει αληθεύουσα. Η αλήθεια είναι η καρδία εκάστης θεανθρωπίνης αρετής, επομένως και της αγάπης. Και εκάστη εξ αυτών κηρύττει και ευαγγελίζεται τον Θεάνθρωπον Κύριον Ιησούν ως τον μόνον ο οποίος είναι η σάρκωσις και η εικών της Θείας Αληθείας, δηλαδή της Παναληθείας. Εάν τυχόν θα ήτο η αλήθεια ό,τιδήποτε άλλο και όχι ο Θεάνθρωπος Χριστός, θα ήτο αύτη μικρά, ανεπαρκής, πεπερασμένη, θνητή. Τοιαύτη θα ήτο η αλήθεια, εάν ήτο νόημα, ιδέα, θεωρία, νους, επιστήμη, φιλοσοφία, κουλτούρα. Ο άνθρωπος, η ανθρωπότης, ο κόσμος ή όλοι οι κόσμοι, ή οποιοσδήποτε ή ό,τιδήποτε ή όλα αυτά μαζί. Η αλήθεια όμως είναι Πρόσωπον και μάλιστα το Πρόσωπον του Θεανθρώπου Χριστού, του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, και ως εκ τούτου είναι αθάνατος και μη πεπερασμένη, αιωνία. Διότι εις τον Κύριον Ιησούν η Αλήθεια και η Ζωή είναι ομοούσιοι: η Αλήθεια η αιώνιος και η Ζωή η αιώνιος (πρβλ. Ιω. 14,6   1,4. 17). Εκείνος ο οποίος πιστεύει εις τον Κύριον Ιησούν αυξάνει ακαταπαύστως δια της Αληθείας Του εις τας θείας της απεραντοσύνας. Αυξάνει με όλον το είναι του, με όλην την διάνοιάν του, με όλην την καρδίαν και την ψυχήν του. Εν Χριστώ οι άνθρωποι ζώμεν «αληθεύοντες εν αγάπη», διότι μόνον ούτω δυνάμεθα να «αυξήσωμεν εις Αυτόν τα πάντα, ος εστίν η κεφαλή, ο Χριστός» (Εφ. 4,15). Τούτο πραγματοποιείται πάντοτε «συν πάσι τοις αγίοις» (Εφ. 3,18), πάντοτε εν τη Εκκλησία και δια της Εκκλησίας, διότι άλλως δεν δύναται ο άνθρωπος να αυξάνη εις Εκείνον, «ος εστιν η κεφαλή» του σώματος της Εκκλησίας, δηλαδή εις τον Χριστόν. Ας μη απατώμεθα. Υπάρχει και ο «διάλογος του ψεύδους», όταν οι διαλεγόμενοι συνειδητώς ή ασυνειδήτως ψεύδονται ο εις εις τον άλλον. Τοιούτος διάλογος είναι οικείος εις τον «πατέρα του ψεύδους», τον Διάβολον, «ότι ψεύστης εστίν και ο πατήρ αυτού» (Ιω. 8,44). Οικείος είναι και εις όλους τους εκουσίους ή ακουσίους συνεργάτας του, όταν αυτοί θελήσουν να πραγματοποιήσουν το καλόν των δια του κακού, να φθάσουν εις την «αλήθειάν» των με την βοήθειαν του ψεύδους. Δεν υπάρχει «διάλογος της αγάπης» άνευ του διαλόγου της αληθείας. Άλλως τοιούτος διάλογος είναι αφύσικος και ψευδής. Όθεν και η εντολή του Αποστόλου ζητεί να είναι «η αγάπη ανυπόκριτος» (Ρωμ. 12,9). Ο αιρετικο-ουμανιστικός χωρισμός και η διαίρεσις της αγάπης και της αληθείας είναι σημείον ελλείψεως της θεανθρωπίνης πίστεως και της απολεσθείσης πνευματικής θεανθρωπίνης ισορροπίας και ορθοφροσύνης. Εν πάση περιπτώσει τούτο δεν ήτο ποτέ ούτε είναι η οδός των Πατέρων. Οι Ορθόδοξοι μόνον ερριζωμένοι και τεθεμελιωμένοι «συν πάσι τοις αγίοις» εν τη αληθεία και εν τη αγάπη έχουν και αναγγέλουν, από της εποχής των Αποστόλων έως σήμερον, αυτήν την θεανθρωπίνην σωτηριώδη αγάπην προς τον κόσμον και προς όλα τα κτίσματα του Θεού. Ο γυμνός ηθικιστικός μινιμαλισμός και ο ανθρωπιστικός ειρηνισμός του συγχρόνου Οικουμενισμού πράττουν μόνον εν πράγμα: φέρουν εις φως τας φυματικάς ουμανιστικάς ρίζας των, δηλαδή την αρρωστημένην φιλοσοφίαν των και την κατ΄ άνθρωπον, «κατά την παράδοσιν των ανθρώπων» (Κολ. 2,8), ανίσχυρον ηθικήν των. Φανερώνουν επί πλέον την κρίσιν της ανθρωπιστικής πίστεώς των εις την αλήθειαν και την δοκητιστικήν αναισθησίαν των δια την ιστορίαν της Εκκλησίας, δηλαδή δια την αποστολικήν και καθολικήν συνέχειάν της, εν τη αληθεία και εν τη χάριτι. Ο δε αποστολικός αγιοπατερικός θεονούς και η ορθοφροσύνη ευαγγελίζονται δια του στόματος του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού την εξής αλήθειαν της πίστεως: «Η γαρ πίστις βάσις εστί των μετ΄ αυτήν, ελπίδος λέγω και αγάπης, βεβαίως το αληθές υφεστώσα».(Μαξίμου Ομολογητού, PG  90,  c.  1189A.). Δεν υπάρχει ουδεμία αμφιβολία ότι το αγιοπατερικόν μέτρον της αγάπης προς τους ανθρώπους και της σχέσεως προς τους αιρετικούς, από των Αποστόλων κληρονομηθέν, έχει ολοτελώς θεανθρώπινον χαρακτήρα. Τούτο εκφράζουν θεοπνεύστως οι εξής λόγοι του αυτού Αγίου: «Ου θέλων δε τους αιρετικούς θλίβεσθαι, ουδέ χαίρων τη κακώσει αυτών γράφων ταύτα, μη γένοιτο, αλλά τη επιστροφή μάλλον χαίρων και συναγαλλόμενος. Τι γαρ τοις πιστοίς τερπνότερον του θεάσθαι τα τέκνα του Θεού τα διεσκορπισμένα συναγόμενα εις εν; Ούτε υμίν του φιλανθρώπου το απηνές παραινών προτιθέναι, μη ούτω μανείην, αλλά μετά προσεχείας και δοκιμασίας ποιείν τε και ενεργείν τα καλά εις πάντας ανθρώπους, και πάσι πάντα γινομένους, καθώς έκαστος επιδείται υμών, παρακαλών. Προς μόνον το καθοτιούν αιρετικοίς συνάρασθαι εις σύστασιν της φρενοβλαβούς αυτών δόξης, σκληρούς παντελώς είναι υμάς και αμειλίκτους βούλομαί τε και εύχομαι. Μισανθρωπίαν γαρ ορίζομαι έγωγε και αγάπης θείας χωρισμόν το τη πλάνη πειράσθαι διδόναι ισχύν εις περισσοτέραν των αυτή προκατειλημμένων φθοράν». (Μαξίμου Ομολογητού Επ. 12, PG  91,  c.  465C).

ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΣ, ΜΑΣΚΕΣ = ΝΕΟ-ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΕΙΑ


Στην πνευματική περίοδο που καθορίστηκε από την Εκκλησία και που ονομάζεται Τριώδιο αναμίχθηκαν δυστυχώς εκδηλώσεις, έθιμα, θρησκευτικές ειδωλολατρικές τελετές, και δημιούργησαν ένα ενιαίο σύνολο, γνωστό σήμερα σαν καρναβάλι. Η παράδοση του καρναβαλιού είναι πολύ παλαιά. Συνδέεται με τις ειδωλολατρικές εκδηλώσεις των Αρχαίων Ελλήνων προς τιμή του θεού του κρασιού, του Διονύσου, του λεγομένου και Βάκχου. Αυτές οι τελετές που είχαν έντονο ειδωλολατρικό θρησκευτικό χαρακτήρα, επέδρασαν και στη Δύση αλλά και στην Ανατολή.

Το ξεφάντωμα και το μασκάρεμα αλλοιώνουν το πνευμα της περιόδου του Τριωδίου και παράλληλα φανερώνουν την τάση του ανθρώπου να μη ασχολείται με τον εαυτό του, να μη εισέρχεται  «στο ταμείον του» , που είναι ο χώρος της καρδιάς, αλλά να βγαίνη έξω και να ασχολείται με τα αλλότρια και τα εξωτερικά πράγματα.

Η μάσκα και τα ρούχα με τα οποία μεταμφιέζεται κάποιος, σε αντίθεση με αυτό που επιδιώκει, δηλαδή να κρυφθή, αποκαλύπτουν και ξεσκεπάζουν τον εσωτερικό του κόσμο και φανερώνουν όλα τα πάθη του.

Για μας τους Χριστιανούς και την Εκκλησία οι καρναβαλιστικές εκδηλώσεις είναι έθιμο ειδωλολατρικό, είναι πομπές και έργα σατανικά. Είναι λατρεία του Σατανα.
Δυστυχώς, σε παρόμοιες ειδωλολατρικές εκδηλώσεις, έλαβε μαρτυρικό θάνατο ο Απόστολος Τιμόθεος, επίσκοπος Εφέσου, και μαθητής του Απ. Παύλου, όταν προσπάθησε να διδάξη και να παρακινήση στο σταμάτημα των αταξιών και οργίων.

Καλούμαστε ο καθένας προσωπικά, αλλά και όλοι οι συλλογικοί φορείς, να κρατήσουμε σταθερά την Ορθόδοξη Παράδοσή μας, εναντίον των νέο-ειδωλολατρικών καρναβαλιστικών τελετών και χορών. Να ενημερώνουμε όσους δεν γνωρίζουν την αλήθεια. Να απέχουμε από παρόμοιες συγκεντρώσεις και μασκαροχορούς.

Όταν το φως αυτών σβεσθή....

Oι Ηγούμενοι των δέκα εννέα Μονών του Αγίου Όρους, δεν θα πρέπει να ξεχνούν, ότι το Άγιον Όρος έχει αξίαν και χρησιμότητα μόνον και μόνον όταν εκπέμπη απανταχού της γης το γλυκύ και ανέσπερον της Ορθοδοξίας Φως. Οι Φάροι είνε χρήσιμοι εάν και εφ΄ όσον φωτίζωσι τους ναυτιλλομένους, ίνα αποφεύγωσι τους σκοπέλους. Όταν το φως αυτών σβεσθή, τότε δεν είνε μόνον άχρηστοι, αλλά και επιβλαβείς, διότι μεταβάλλονται και αυτοί εις σκοπέλους…