ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ.


Ο  γιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (Φιλοκαλία Ε/τ.) γράφει για την «νοερ προσευχή»
υτή  πο γίνεται σιωπηλ μέσα μας) τ ξς:

«Ατ λοιπν θεία προσευχή, πίκλησις δηλαδ το Σωτρος,
τ «Κύριε ησο Χριστέ, Υἱὲ το Θεο, λέησόν με» κα προσευχ εναι
κα εχ κα μολογία πίστεως κα γεμάτη π δύναμη το γίου Πνεύματος
κα χορηγς θείων δωρεν κα κάθαρσις τς καρδις π τ πάθη
κα πομάκρυνσις τν δαιμόνων κα νοίκησις το ησο Χριστο μέσα
στν καρδιά μας... κα πολύτρωσίς μας π τς μαρτίες...». Ν να πλον
πολ εχρηστον κα ποτελεσματικόν.

π. Σταύρος Βάϊος προς τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Φθιώτιδος κ. Νικόλαο

Πρέπει να σημειωθεί ότι κακόδοξος καθίσταται κάποιος, όχι μόνο πρωτογενώς, όταν δηλ. ο ίδιος κηρύττει, ή αποδέχεται κάποια αιρετική διδασκαλία, αλλά και όταν «κοινωνεί» με αιρετικούς, όπως είναι οι ποιμένες του.
α. Το μνημόσυνο του ονόματος του επισκόπου από κληρικό υποδηλώνει την μεταξύ τους «κοινωνία». Γι’ αυτό, ο Άτλας της Ορθοδοξίας, ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, λέει: «…πολύς εστιν ο του μνημοσύνου λόγος και ουχί μικρός, διότι εκείνοι μνημονεύονται επ’ εκκλησίαις, όσοι εισί Ορθόδοξοι και κοινωνικοί προς την αυτήν εκκλησίαν. Οι δε ακοινώνητοι ούτε μνημονεύονται, ούτε γαρ έχει άδεια τις των ιερωμένων εύχεσθαι επ’ εκκλησίαις»! Ο ίδιος δε άγιος Μάρκος, πιεζόμενος να μνημονεύσει τον Λατινόφρονα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνη, είπε: «Εκφεύγειν άπασι τρόποις την κοινωνίαν αυτού ( του Πατριάρχου) και μήτε συλλειτουργείν αυτώ, μήτε μνημονεύειν όλως αυτού, μήτε αρχιερέα τούτον αλλά λύκον και μισθωτόν ηγείσθαι».

Οι αγιορείτες Πατέρες τον 13ο αιώνα, όταν πιέζονταν να μνημονεύσουν τον Λατινόφρονα Πατριάρχη Ιωάννη Βέκκο, σε επιστολή τους προς τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγο, έγραψαν: «μολυσμόν έχει η κοινωνία, εκ μόνου του αναφέρειν αυτόν, καν ορθόδοξος είη ο αναφέρων»!


(κομμάτι από την επιστολή)

Αρχιμ. Αθανάσιος Μυτιληναίος: Κοίμησις, Ταφή, Ανάστασις, Ανάληψις της Θεοτόκου.



Η θέσις, αγαπητοί μου, της Υπεραγίας Θεοτόκου, μέσα εις την ιστορία της σωτηρίας μας, είναι σημαντικοτάτη. Και τούτο διότι εστάθη το όργανον της σωτηρίας μας. Είναι εκείνη η οποία έδωσε τον εαυτόν της, να γίνει κλίμακα για να κατέλθει ο Θεός στη γη, και ταυτοχρόνως γίνεται κλίμακα για να ανέλθει ολόκληρη η ανθρωπότητα στον ουρανό.
Έτσι ο Θεός δια της Θεοτόκου, γίνεται άνθρωπος και οι άνθρωποι δια της Θεοτόκου γίνονται θεοί. Να λοιπόν ότι η θέσις της υπεραγίας Θεοτόκου, είναι σημαντικοτάτη εις την ιστορία της σωτηρίας. Εις εκείνο το θαυμαστό όραμα του Ιακώβ με την κλίμακα που εστηρίζετο ο Θεός εις την κορυφήν, η κλίμακα αυτή δεν προϋποθέτει μόνον, την κάθοδον του Θεού, αλλά και την άνοδο του Ιακώβ, δηλαδή την άνοδο των ανθρώπων.

H  συνέχεια, κλικ πιο κάτω στο : Read more

Η Ε­ΝΟ­ΤΗ­ΤΑ ΣΤΗΝ ΠΙ­ΣΤΗ

 Tου κ. Δημήτριος Τσελεγγίδη, Καθηγητή Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Η ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας, ό­πως ή­δη υ­παι­νι­χθή­κα­με, δεν α­πο­τε­λεί μια αυ­το­νο­μη­μέ­νη και α­φη­ρη­μέ­νη δογ­μα­τι­κή α­λή­θεια α­νε­ξάρ­τη­τη α­πό τη ζω­ή της, αλ­λά εκ­φρά­ζει την αυ­το­συ­νει­δη­σί­α και την α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή εμ­πει­ρί­α της. Το μυ­στη­ρια­κό σώ­μα του Χρι­στού, η Εκ­κλη­σί­α, γί­νε­ται ο χα­ρι­σμα­τι­κός χώ­ρος, ό­που συγ­κρο­τεί­ται, βι­ώ­νε­ται και φα­νε­ρώ­νε­ται η ε­νό­τη­τα των πι­στών ως ει­κό­να της ε­νό­τη­τας του Τρι­α­δι­κού Θε­ού. Η ε­νό­τη­τα των πι­στών α­πο­τε­λεί καρ­πό της με­θέ­ξε­ώς τους στην ά­κτι­στη Χά­ρη του Τρι­α­δι­κού Θε­ού και συ­νι­στά έκ­φρα­ση ζω­ής της ΜΙΑΣ και πάν­το­τε ε­νια­ίας Εκ­κλη­σί­ας, ως α­δι­ά­σπα­στης ε­νό­τη­τας και τε­λεί­ας κοι­νω­νί­ας προ­σώ­πων. Κα­τά συ­νέ­πεια, οι θε­ο­λο­γι­κές-ον­το­λο­γι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την α­να­φο­ρά των πι­στών στην Τρι­α­δι­κή ε­νό­τη­τα βρί­σκον­ται στην ί­δρυ­ση και σύ­στα­ση της Εκ­κλη­σί­ας ως σώ­μα­τος Χρι­στού, στο ο­ποί­ο αρ­μό­ζον­ται οι πι­στοί ως ορ­γα­νι­κά μέ­λη του.
Οι πι­στοί ως κα­τοι­κη­τή­ριο των θεί­ων προ­σώ­πων, χα­ρι­σμα­τι­κώς, κα­λούν­ται να ζουν κα­τά το πρό­τυ­πο της Τρι­α­δι­κής ε­νό­τη­τας και να εκ­φρά­ζουν με τον τρό­πο αυ­τό την κοι­νω­νί­α και με­το­χή τους στη ζω­ή του Τρι­α­δι­κού Θε­ού. Άλ­λω­στε, κα­τά τον Ευ­αγ­γε­λι­στή Ι­ω­άν­νη, η πραγ­μά­τω­ση της ε­νό­τη­τας των πι­στών κα­τά το πρό­τυ­πο της ε­νό­τη­τας των θεί­ων προ­σώ­πων α­πο­τε­λεί και τη μαρ­τυ­ρί­α τους στον κό­σμο: «ί­να πάν­τες εν ώ­σιν, κα­θώς συ, πά­τερ, εν ε­μοί κα­γώ εν σοί, ί­να και αυ­τοί εν η­μίν εν ώ­σιν, ί­να ο κό­σμος πι­στεύ­ση ό­τι συ με α­πέ­στει­λας»[3].
Στην πα­ρα­πά­νω Αρ­χι­ε­ρα­τι­κή προ­σευ­χή ο Χρι­στός, κα­τά τον Μέ­γα Α­θα­νά­σιο, ζη­τεί α­πό τον Πα­τέ­ρα του την ε­νό­τη­τα των πι­στών κα­τά το υ­πό­δειγ­μα της δι­κής τους ε­νό­τη­τας. Βέ­βαι­α, ε­δώ η ε­νό­τη­τα των πι­στών δεν α­να­φέ­ρε­ται στη φύ­ση του Τρι­α­δι­κού Θε­ού, για­τί «μό­νη τη φύ­σει πάν­τα μα­κράν ε­στιν αυ­τού»[4]. Η ε­νό­τη­τα των πι­στών ως με­λών της μί­ας και μο­να­δι­κής Εκ­κλη­σί­ας θε­με­λι­ώ­νε­ται ό­χι στη φύ­ση αλ­λά στην ά­κτι­στη θε­ο­ποι­ό ε­νέρ­γεια και δό­ξα του Τρι­α­δι­κού Θε­ού. Εί­ναι πέ­ραν πά­σης αμ­φι­βο­λί­ας η τεκ­μη­ρί­ω­ση της θέ­σε­ως αυ­τής, α­φού η ί­δια η υ­πο­στα­τι­κή Α­λή­θεια, στην ά­με­ση συ­νέ­χεια της Αρ­χι­ε­ρα­τι­κής προ­σευ­χής, το δι­α­τυ­πώ­νει α­πε­ρί­φρα­στα: «Κα­γώ την δό­ξαν ην δέ­δω­κάς μοι δέ­δω­κα αυ­τοίς, ί­να ώ­σιν εν κα­θώς η­μείς εν· ε­γώ εν αυ­τοίς και συ εν ε­μοί, ί­να ώ­σιν τε­τε­λει­ω­μέ­νοι εις εν, ί­να γι­νώ­σκει ο κό­σμος ό­τι συ με α­πέ­στει­λας και η­γά­πη­σας αυ­τούς κα­θώς ε­μέ η­γά­πη­σας»[5]. Στο χω­ρί­ο αυ­τό βρί­σκε­ται συμ­πυ­κνω­μέ­να το ερ­μη­νευ­τι­κό «κλει­δί» κα­τα­νο­ή­σε­ως της α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κής βά­σε­ως της ε­νό­τη­τας της Εκ­κλη­σί­ας . Ε­κεί­νο που ε­νο­ποι­εί τους πι­στούς στην Εκ­κλη­σί­α, η ε­κεί­νο που κά­νει την Εκ­κλη­σί­α έ­να και α­δι­ά­σπα­στο, ορ­γα­νι­κό, Θε­αν­θρώ­πι­νο σώ­μα, εί­ναι η ί­δια η ά­κτι­στη θε­ο­ποι­ός δό­ξα και Χά­ρη του Τρι­α­δι­κού Θε­ού. Η ά­κτι­στη αυ­τή θε­ό­τη­τα, που συ­νέ­χει και τε­λει­ο­ποι­εί το σώ­μα της Εκ­κλη­σί­ας, οι­κει­ώ­νε­ται χα­ρι­σμα­τι­κά και πα­ρα­μέ­νει ε­σα­εί λει­τουρ­γι­κά στην Εκ­κλη­σί­α, μυ­στη­ρια­κώς, χά­ριν του Χρι­στού, που εί­ναι και η κε­φα­λή του ε­νός Θε­αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος της Εκ­κλη­σί­ας[6]. Στο σώ­μα αυ­τό πραγ­μα­τώ­νε­ται ον­το­λο­γι­κώς και χα­ρι­σμα­τι­κώς το «ε­γώ εν αυ­τοίς» του Χρι­στού.
Κα­τά συ­νέ­πεια, ο αναγ­καί­ος ό­ρος της ε­νό­τη­τάς μας με τον Τρι­α­δι­κό Θε­ό εν Χρι­στώ εί­ναι η χα­ρι­σμα­τι­κή πα­ρου­σί­α του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος μέ­σα μας ε­νερ­γώς. Με άλ­λα λό­για, η ε­νό­τη­τά μας με τον Τρι­α­δι­κό Θε­ό δεν ο­φεί­λε­ται σε προ­σόν της φύ­σε­ώς μας, αλ­λά στο Ά­γιο Πνεύ­μα[7].  Πρα­κτι­κώς, η χα­ρι­σμα­τι­κή αυ­τή ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας φα­νε­ρώ­νε­ται με τη συμ­φω­νί­α της γνώ­μης και την ύ­παρ­ξη ε­νια­ίου φρο­νή­μα­τος σε μας[8].
Αν ό­μως η ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας ως μυ­στη­ρια­κού και Θε­αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος, αλ­λά και η ε­νό­τη­τα των ε­πι­μέ­ρους πι­στών ως με­λών της Εκ­κλη­σί­ας με­τα­ξύ τους, κα­τά το πρό­τυ­πο της ε­νό­τη­τας του Τρι­α­δι­κού Θε­ού, πραγ­μα­το­ποι­εί­ται ά­με­σα και προ­σω­πι­κά α­πό τον ί­διο τον Τρι­α­δι­κό Θε­ό δια της α­κτί­στου ε­νερ­γεί­ας του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, τό­τε γί­νε­ται εύ­κο­λα κα­τα­νο­η­τό ό­τι οι ε­τε­ρό­δο­ξοι -Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί και Προ­τε­στάν­τες- που σε κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δεν συ­νι­στούν Εκ­κλη­σί­ες αλ­λά θρη­σκευ­τι­κές κοι­νό­τη­τες με εκ­κλη­σι­α­στι­κό ό­νο­μα, αλ­λοι­ώ­νον­τας δια του F­i­l­i­o­q­ue την α­πο­στο­λι­κή πί­στη της Εκ­κλη­σί­ας στον Τρι­α­δι­κό Θε­ό και πρα­κτι­κώς μη κά­νον­τας τη δι­ά­κρι­ση α­κτί­στου ου­σί­ας και α­κτί­στου ε­νερ­γεί­ας στο Θε­ό, κα­θι­στούν α­νέ­φι­κτη την ον­το­λο­γι­κού και χα­ρι­σμα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα ε­νό­τη­τά τους με τον Τρι­α­δι­κό Θε­ό και μα­ζί μας εν Χρι­στώ.
Αλ­λά και κά­θε άλ­λη ε­πι­δι­ω­κό­με­νη μορ­φή ε­νό­τη­τας με τους ε­τε­ρο­δό­ξους, που πα­ρα­κάμ­πτει τις πα­ρα­πά­νω θε­ο­λο­γι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την «ά­παξ πα­ρα­δο­θεί­σαν πί­στιν», εί­ναι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα α­νέ­φι­κτη. Ω­στό­σο ό­μως, οι «εκ­πρό­σω­ποι» των το­πι­κών Ορ­θο­δό­ξων Εκ­κλη­σι­ών με το συν­το­νι­στι­κό κέν­τρο, το Οι­κου­με­νι­κό Πα­τρι­αρ­χεί­ο, εμ­φα­νί­ζον­ται να έ­χουν άλ­λη θε­ώ­ρη­ση για την ε­νό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας. Εί­ναι ε­π’ αυ­τού ι­δι­αί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό το γε­γο­νός, ό­τι στην πρώ­τη πα­ρά­γρα­φο του υ­πο­βλη­θέν­τος Προ­σχε­δί­ου της Μι­κτής Δι­ε­θνούς Ε­πι­τρο­πής για τον Θε­ο­λο­γι­κό Δι­ά­λο­γο με τους Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κούς στην Κύ­προ, τον Ο­κτώ­βριο του 2009, μνη­μο­νεύ­ε­ται ό­τι στο συμ­φω­νη­θέν κοι­νό Κεί­με­νο της Ρα­βέν­νας (2007) Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί και Ορ­θό­δο­ξοι κά­νουν λό­γο για «την ε­πο­χή της α­δι­αί­ρε­της Εκ­κλη­σί­ας»[9]. Εί­ναι σα­φές ό­τι η δι­α­τύ­πω­ση αυ­τή προ­ϋ­πο­θέ­τει για τα μέ­λη της Μ.Δ.Ε. πως σή­με­ρα δεν υ­φί­στα­ται η α­δι­αί­ρε­τη Εκ­κλη­σί­α. Και ε­πο­μέ­νως, σή­με­ρα η Εκ­κλη­σί­α εί­ναι δι­η­ρη­μέ­νη, πα­ρά την πί­στη της Εκ­κλη­σί­ας, που ο­μο­λο­γού­με λε­κτι­κά στο Σύμ­βο­λο της Πί­στε­ώς μας. Αυ­τό ό­μως ση­μαί­νει έκ­πτω­ση α­πό την Εκ­κλη­σί­α ό­λων ε­κεί­νων, που συ­νει­δη­τά υ­πο­στη­ρί­ζουν ό­σα το Κεί­με­νο της Ρα­βέν­νας δι­α­λαμ­βά­νει για την ταυ­τό­τη­τα της Εκ­κλη­σί­ας, ε­πει­δή έμ­με­σα πλήν σα­φώς δεν α­πο­δέ­χον­ται μέ­ρος της δογ­μα­τι­κής δι­δα­σκα­λί­ας της Β΄ Οι­κου­με­νι­κής Συ­νό­δου.
Αλ­λά, ή­δη πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, οι Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί δι­α­φο­ρο­ποι­ή­θη­καν α­πό τη δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α της Β΄ Οι­κου­με­νι­κής Συ­νό­δου με την προ­σθή­κη του F­i­l­i­o­q­ue. Το F­i­l­i­o­q­ue κυ­ο­φο­ρή­θη­κε και φα­νε­ρώ­θη­κε στη Δύ­ση, ό­ταν υ­πο­χώ­ρη­σε η βί­ω­ση της χα­ρι­σμα­τι­κής πα­ρου­σί­ας του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος στο εκ­κλη­σι­α­στι­κό πλή­ρω­μα της δι­και­ο­δο­σί­ας του πά­πα. Ου­σι­α­στι­κά το F­i­l­i­o­q­ue α­πε­τέ­λε­σε την α­πο­κρυ­στάλ­λω­ση της α­πο­ξε­νώ­σε­ως α­πό την βι­ω­μα­τι­κή εμ­πει­ρί­α της α­κτί­στου Χά­ρι­τος και ε­νερ­γεί­ας του Τρι­α­δι­κού Θε­ού, μέ­σω της ο­ποί­ας πραγ­μα­το­ποι­εί­ται η ά­με­ση και α­λη­θι­νή κοι­νω­νί­α με τον άν­θρω­πο στον κα­τε­ξο­χήν φο­ρέ­α της ε­νό­τη­τας Θε­ού και αν­θρώ­που, δη­λα­δή στην Εκ­κλη­σί­α.
Κα­τά συ­νέ­πεια, ε­ξαι­τί­ας της δογ­μα­τι­κής δι­α­φο­ρο­ποι­ή­σε­ως των Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κών α­πό την πί­στη της Εκ­κλη­σί­ας, δεν μπο­ρεί να υ­φί­στα­ται ού­τε ου­σι­α­στι­κά ού­τε τυ­πι­κά ε­νό­τη­τα μα­ζί τους. Ω­στό­σο ό­μως, το δογ­μα­τι­κώς και εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κώς πα­ρά­δο­ξο εί­ναι, ό­τι το Κεί­με­νο της Ρα­βέν­νας –συ­νε­πές προς τα προ­η­γού­με­να κοι­νά Κεί­με­να του Μο­νά­χου, του B­a­ri, του Βά­λα­μο και του B­a­l­a­m­a­nd κά­νει λό­γο για κοι­νή α­πο­στο­λι­κή πί­στη, κοι­νά μυ­στή­ρια και εκ­κλη­σια­κό χα­ρα­κτή­ρα των ε­τε­ρο­δό­ξων. Έ­τσι, δί­νε­ται η ε­σφαλ­μέ­νη και βλά­σφη­μη εν­τύ­πω­ση ό­τι με το κοι­νό αυ­τό Κεί­με­νο της Ρα­βέν­νας δι­α­ψεύ­δε­ται ο Χρι­στός, ο ο­ποί­ος μας δι­α­βε­βαί­ω­σε ό­τι τα α­πο­κομ­μέ­να α­πό την άμ­πε­λο κλή­μα­τα δεν μπο­ρούν να φέ­ρουν καρ­πό. Τα μέ­λη της Μ.Δ.Ε. δη­λα­δή δι­α­βε­βαι­ώ­νουν στα κοι­νά Κεί­με­νά τους, ό­τι πα­ρά τις αι­ρε­τι­κές α­πο­κλί­σεις τους οι Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί συ­νι­στούν Εκ­κλη­σί­α και ό­τι έ­χουν γνή­σια μυ­στή­ρια. Εί­ναι θε­ο­λο­γι­κώς αλ­λά και λο­γι­κώς όν­τως πα­ρά­δο­ξο, πως οι «αν­τι­πρό­σω­ποι» των Ορ­θο­δό­ξων το­πι­κών Εκ­κλη­σι­ών προ­σποι­ούν­ται ό­τι δεν αν­τι­λαμ­βά­νον­ται η πως συ­νει­δη­τά πα­ρα­βλέ­πουν το κο­λο­σια­ίο δογ­μα­τι­κό σφάλ­μα των Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κών για τον κτι­στό χα­ρα­κτή­ρα των μυ­στη­ρί­ων τους, το ο­ποί­ο σφάλ­μα α­κυ­ρώ­νει κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά τον πα­ρα­πά­νω ι­σχυ­ρι­σμό των Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κών, που προ­συ­πο­γρά­φουν και οι Ορ­θό­δο­ξοι «αν­τι­πρό­σω­ποι». Οι ί­διοι οι Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κοί μας πι­στο­ποι­ούν με τη δογ­μα­τι­κή δι­δα­σκα­λί­α τους για την κτι­στή Χά­ρη, ό­τι εί­ναι εμ­πει­ρι­κώς ά­μοι­ροι της α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κής εμ­πει­ρί­ας της Εκ­κλη­σί­ας και του Θε­αν­θρώ­πι­νου χα­ρα­κτή­ρα της α­γι­ο­πνευ­μα­τι­κής ε­νό­τη­τάς της. Κα­τά συ­νέ­πεια, με τις υ­φι­στά­με­νες προ­ϋ­πο­θέ­σεις εί­ναι θε­ο­λο­γι­κώς τε­λεί­ως ά­στο­χο και ά­σκο­πο να ε­πι­χει­ρεί­ται εκ­κλη­σι­α­στι­κού χα­ρα­κτή­ρα ε­νό­τη­τα μα­ζί τους. Εί­ναι πρα­κτι­κώς, άλ­λω­στε, και τε­λεί­ως α­νέ­φι­κτη αυ­τή η ε­νό­τη­τα, ε­πει­δή αν­τί­κει­ται στις θε­ο­λο­γι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις της Εκ­κλη­σί­ας και στο ον­το­λο­γι­κό πε­ρι­ε­χό­με­νο του χα­ρα­κτή­ρα της.

Δύο φοβερά θαύματα του Αγίου Δημητρίου


Άγιος Δημήτριος , ανώτερος Στρατιωτικός Διοικητής Θεσσαλονίκης
 ( 284 - 305 μχ )

 
Πρίν λίγες μέρες ψάχνοντας στο παλιό σεντούκι του σπιτιού μου, και σε κάποια παραμελημένα βιβλία μου, βρήκα μια ξεχωριστή περιγραφή για δυό φοβερά θαύματα του Αγίου Δημητρίου που είχε κάνει στα 1906 και που ελάχιστοι σήμερα τα γνωρίζουν...

Τα βρήκα σ΄ ένα βιβλίο αυτοβιογραφίας με τίτλο « Ο Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος, 1884 – 1980» , με 700 τόσες σελίδες, όλες ξεχωριστές και υπέροχες. Όποιος το διαβάσει δεν θα χάσει…



Σήμερα λοιπόν που γιορτάζουμε τον Άγιο Δημήτριο θα παραθέσω μία άγνωστη περιγραφή, απ΄ αυτές που σήμερα ίσως και να σπανίζουν…

«….Μετά δύο ημέρας φθάσαμε εις Θεσσαλονίκην, η οποία τότε κατείχετο υπό των Τούρκων και, επειδή εγώ από μικρός είχον ευλάβειαν εις τον Άγιο Δημήτριο, παρεκάλουν τον φίλον μου Νικόλαον να εξέλθωμεν του ατμόπλοιου, δια να προσκυνήσωμεν τον τάφον του Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλήτου.

Εξελθόν­τες μετέβημεν και προσκυνήσαμε μετά κατανύξεως τον Τάφον του Αγίου και, επιστρέψαντες εις τι ξενοδοχείον Ελληνικόν, εμείναμεν ολόκληρον την ημέραν και το εσπέρας. 

Την επομένην ητοιμάσθημεν ν' αναχωρήσωμεν δι' Άγιο "Ορος και μεταβάντες εις το Τελωνείον, δεν μας επέτρεψαν ν' αναχωρήσωμεν.

Δεν θα φύγετε, μας είπον, διότι είσθε κατάσκοποι !

Τους είπομεν ότι τοιούτον τι δεν συμβαίνει και, έφ' όσον τα διαβατήριά μας είναι επικυρωμένα από το Τουρκικόν Προξενείον και την Πρεσβείαν, οφείλουν να μας επιτρέψουν ν' αναχωρήσωμεν, άλλ' ούδεμίαν σημασίαν έδωκαν εις τους λόγους μας·
Δεν μας εφυλάκισαν, άλλα μας είχον υπό επιτήρησιν αυστηράν, και εις το ξενοδοχείον που εμέναμεν εφύλαττον στρατιώται, και όταν εξηρχόμεθα μας παρηκολούθουν πάντοτε στρατιώται.
Εμείναμεν ούτω αρκετάς ημέρας. Τα χρήματα ολιγόστεψαν και ηρχίσαμεν να στενοχωρούμεθα. Μίαν ημέραν λέγω εις τον φίλον μου Νικόλαον.
--- Θα υπάγω εις το κονάκι να παρουσιασθώ εις τον Πασά, ίσως μας επιτρέψη εκείνος ν' αναχωρήσωμεν. 
Την επομένην εγερθείς λίαν πρωί μετέβην πρώτον εις τον Τάφον του Αγίου Δημητρίου και προσκυνήσας παρεκάλουν μετά κατανύξεως και δακρύων τον "Αγιον να μεσιτεύση προς τον Κύριον να αφεθώμεν ελεύθεροι και υπάγωμεν εις το "Αγιον "Ορος.
Αφού προσηυχήθην ικανήν ώραν και εκάθησα ολίγον να αναπαυθώ, μοι ήλθεν εις τον λογισμόν μου το μαρτύριον του Αγίου Δημητρίου· πως ελογχεύθη και απέθανε δια την αγάπην του Χριστού και την πίστιν μας την αγίαν, και πως εδοξάσθη παρά Θεού και εν γη και εν ουρανώ και θα δοξάζεται εις τους αιώ­νας των αιώνων.

Αυτά συλλογιζόμενος μου  ήλθεν επιθυμία, να ήτο τρόπος, να απέθνησκον και εγώ δια την Ορθόδοξον Πίστιν και την αγάπην του Χριστού.
Παρεκάλουν λοιπόν τον "Αγιον Δημήτριον όχι να μεσιτεύση να αφεθώμεν ελεύθεροι, αλλά να μεσιτεύει να αξιωθώ μαρ­τυρικού τέλους. Εύρον δε και τον τρόπον προς επιτυχίαν του ποθού­μενου.
Είπον καθ' εαυτόν, θα υπάγω εις το κονάκι (Διοικητήριον), θα παρουσιασθώ εις τους Τούρκους με θάρρος, θα τους δώσω αφορμήν τινά και αυτοί θα μου ειπούν τι δια την πίστιν μου.
Θα μαρ­τυρήσω την δική τους πλάνη, αυτοί ίσως μου ειπούν ν' αρνηθώ την πίστιν μου και εγώ θα σταθώ γενναίος. 
Θα προτιμήσω τον θά­νατον και ούτως θα τύχω μαρτυρικού τέλους. 
Ευθύς λοιπόν ανήλθον μετά θάρρους εις το κονάκι και περπατούσα εις ένα διάδρομον.
Κάποιος Τούρκος αξιωματικός με είδε και με ηρώτησε τι ζητώ. Του λέγω,
---Θέλω τον Πασά.
--- Και τι τον θέλεις;
---Έχω λόγον να του πω, απήν­τησα. Μου λέγει,
--- Εγώ είμαι αντιπρόσωπος του Πασά, ειπέ μοι ελευ­θέρως τι θέλεις; Του λέγω
-- Αφού είσαι αντιπρόσωπος του Πασά, πες μου, δια ποίον λόγον δεν μας αφήνετε να υπάγωμεν εις το "Αγ. "Ορος;
Μου απήντησε με αυστηρόν τρόπον,
--- Δεν θα σου δώσω τον λόγον. Του λέγω με θάρρος·
--Δεν είσθε καλοί άνθρωποι, είσθε άδικοι. Ενώ δεν πταίσαμε, ενώ δεν είμεθα κακοποιοί άνθρωποι και ενώ τα χαρ­τιά μας είναι εντάξει, δεν βλέπω τον λόγον, διατί να μας εμποδίζε­τε και μας στενοχωρείτε; 
Τα χρήματα που είχαμε μας σώθηκαν, πως θα ζήσωμεν εις άγνωστον και ξένον τόπον; Εάν σεις πηγαί­νατε είς την Ελλάδα θα είσθε ευχαριστημένοι νά σας έκαμνον ό,τι σεις κάμνετε εις ημάς;
Οι λόγοι ούτοι τον ηρέθισαν και εκίνησεν εις θυμόν και ήρχισε να κρούη τον κώδωνα δυνατά.
Ευθύς εσυνάχθησαν 30-35 στρατιώται και αξιωματικοί, οίτινες με ήρπασαν και με επήγαιναν εις τον Λευκόν Πύργον.  
Τίνα σκοπόν είχον δεν γνωρίζω. Πάντως ίσως δια να με φυλακίσουν, αλλά εγώ ποσώς δεν εδειλίασα, δεν έχασα το θάρρος μου, μόνον ελυπούμην που δεν μοι εΐπόν τι δια την πίστιν μου.
Ήλπιζα όμως ότι εκεί που θα με επήγαινον κάτι θα μου έλεγον.
Και βαδίζοντες προς την οδόν του μαρ­τυρίου παρεκάλουν τον Άγιον Δημήτριον να μεσιτεύση προς Κύριον και με αξιώση μαρτυρικού θανάτου, εάν είναι θέλημα Του, ή εάν δεν είναι να με λυτρώσει από τας χείρας των άθεων, βαρβάρων, αιμοβόρων, και αγρίων Αγαρηνών.

Μόλις επροχωρήσαμεν ολίγον, να και παρουσιάζεται ένας α­νώτερος των, όστις τους ομίλησε Τούρκικα.

Τι τους είπε δεν ηννόησα· μόνον αντελήφθην ότι τους ομίλησε με θυμόν και τους έδιω­ξε. Τον δε αξιωματικόν εκείνον, όστις ήτο ο αίτιος και με συνέλαβον, εσήκωσε την ράβδον του και τον εκτύπησε εις τον ώμον. 
Αφού δε τους εξεδίωξε με επλησίασε με ιλαρό βλέμμα και χαϊδευτικά με εκτύπησεν εις τον ώμον με το χέρι του και με παρέδωκεν εις ένα στρατιώτην φρόνιμον εξ Ιωαννίνων.

Και του έδωκεν εντολήν να με υπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το οποίον ευρίσκετο εις τον λιμένα Θεσσαλονίκης, δια να επιστρέψω εις την Ελλά­δα.
Μη γνωρίζοντας ποιός ήταν αυτός που έδωσε τις διαταγές ρώτησα τον στρα­τιώτην να μοι πει, και εκείνος μοι είπεν ότι ήτο ο ίδιος ο Πασάς.
Και διατί εκτύπησε μόνον τον ιδιαίτερόν του και τι του είπε; Τον επέπληξεν, μοι είπεν, διότι χωρίς να του ζητήση άδειαν σε κατεδίκασε εις θά­νατον.
-- Και που με επήγαιναν του λέγω;
---Εις τον Λευκόν Πύργον, μοι απεκρίθη. Σε επήγαιναν δια να σε εκτελέσουν. Εκεί πηγαίνουν όσους καταδικάζουν εις θάνατον και άλλους τους οποίους κλείνουν δια ν' αποθάνουν από την πείναν, την δίψαν και τήν δυσωδίαν.
Εχάρην διότι ελυτρώθην εκ των χειρών των αγρίων εκείνων Αγαρη­νών, επειδή ηγνόουν εάν θα με εφόνευον δια την πίστιν μου, αλλά και ελυπήθην, διότι δεν έτυχον του μαρτυρίου. Πλην όμως το μαρτύριον πρέπει να γίνεται νομίμως, ως λέγει ο θεοκήρυξ Απόστολος Παύλος «Εάν δε και αθλή τις, ου στεφανούται, εάν μη νομίμως αθλήσει…» (Β' Τιμ. 2, 6).

Εις εμέ μεν υπήρχεν ο ζήλος και ο πόθος δια να μαρ­τυρήσω, αλλά δέν συνυπήρχε ο λόγος και η αιτία. Δια να μαρτυρήση τις πρέπει να υπάρχη εύλογος αιτία. Πρέπει να είναι κατά Θεόν το μαρτύριον. 
Το να θέλη τις χωρίς λόγον και αφορμήν να προκαλεί εις εαυτόν το μαρτύριον και να ρίπτη μόνος εαυτόν εις πειρασμόν είναι επικίνδυνον. 
Μετέβημεν κατόπιν εις το ξενοδοχείον, και λαβών την βαλίτσαν και τα ολίγα πράγματά μου απεχαιρέτησα τον αγαπητόν μοι φίλον Νικόλαον…
Τον απεχαιρέτησα και ανεχώρησα. Με συνοδεία τον καλόν ε­κείνον Τούρκο στρατιώτην έφθασα μέχρι της παραλίας, Καθ' οδόν με επαρηγόρει νά μη στενοχωρούμαι, αλλά να έχω ύπομονήν, και φωνήσας λεμβούχον τινά Εβραίον του είπε να μοι ύπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον.
Μοι είπεν δε να μη υπάγω από το Τελωνείον, διότι ίσως με καθυστερήσουν και αναχώρηση το Ατμόπλοιον και δεν προφθάσω να φύγω. '

Αλλά μόλις επροχωρήσαμε ολίγον, μας αντε­λήφθησαν εκ του Τελωνείου και ήρχισαν να φωνάζουν να επιστρέψωμεν. Επειδή όμως ο στρατιώτης είχεν είπει εις τον λεμβούχον ότι ο Πασάς έδωκε διαταγήν να φύγω επροχώρει.
Βλέποντες οι του Τε­λωνείου ότι δεν επέστρεφεν ούτε εσταμάτα ήρχισαν να ρίπτουν πυροβολισμούς εις τον αέρα· 
και εμβάντες 10 στρατιώται εις μίαν λέμβον ήρχισαν να κωπηλατούν σπεύδοντες να μας φθάσουν. Ευτυχώς έπρόφθασα και ανήλθον εις το ατμόπλοιον, όταν αύτοι μας επλησίασαν.
Άρχισαν να απειλούν και να κτυπούν τον λεμβούχον. Όταν όμως τους είπεν ότι είχεν εντολήν από τον Πασά, τον Διοικητήν, να με υπάγη εις το πλοίον, τον άφηκαν.
Δεν ήτο, ως φαίνεται, θέλημα Θεού να υπάγω εις το "Αγιον "Ορος και δια τούτο ήλθον όλα τα εμπόδια. 
Οφείλω δε μεγίστην ευγνωμοσύνην εις τον προστάτην μου Μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριον, τη μεσιτεία και πρεσβεία του οποίου εσώθην από τον κίνδυνον του θανάτου.

ΤΟ  ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΣΑ…
=========================

Αλλά επειδή δεν κατάλαβα πως και δια ποίαν αιτίαν ο Πασάς έδειξεν τόσον ενδιαφέρον για μένα για να με σώσει, ερευνούσα αυτό  να το μάθω.
Έτσι λοιπόν, έμαθα τι ακριβώς είχε συμβεί μετά δύο περίπου έτη, από τον φίλον μου Νικ. Μητρόπουλον, Δικηγόρον, ό οποίος μετέβη και ευρίσκετο εις το "Αγιον "Ορος.
Μεταβάς λοιπόν προς επίσκεψίν του και προσκύνηση του Αγιωνύμου "Ορους έλαβον πληροφορίας πως και γιατί ό Πασάς με ελευθέρωσε και με έστειλε είς την Ελλάδα.
«Μετά δύο ή τρεις ημέρας, μου λέγει ο δικηγόρος, της αναχωρή­σεώς σας εκ Θεσσαλονίκης και επιστροφής εις την Ελλάδα, καθήμενος εξω του καφενείου του κάτωθεν του ξενοδοχείου, (εις το οποίο εξ αρχής είχαμε τότε μείνει φρουρούμενοι υπό στρατιωτών Τούρκων, μη τυ­χόν δραπετεύσουμε λάθρα), με πλησίασε και με χαιρέτησε ο Υπασπι­στής αξιωματικός του Πασά της Θεσσαλονίκης, παλαιός γνωστός μου, και με τον οποίον είμεθα μέλη εις την σχηματισθείσαν  ΈλληνοΤουρκικήν επιτροπήν μετά τον ατυχή ΈλληνοΤουρκικόν  πόλεμον του 1897, προς συμφωνίαν και καθορισμόν των συνόρων Ελλάδος και Τουρκίας.
Αφού μείναμεν σύμφωνοι και υπεγράψαμεν την ειρήνην, άπαντα τα μέλη της Επιτροπής, Έλληνες και Τούρκοι, μετέβημεν χαίρον­τες εις Κέρκυραν, εις το Αχίλειον, και εορτάσαμεν την ειρήνην έπι μίαν εβδομάδα.

Ο υπασπιστής του Πασά, όταν με είδε εις το καφενείον, με εγνώρισε και με ηρώτησε πως ευρέθην εις την Θεσσαλονίκην.
Εγώ του ανέφερα όλην την υπόθεσιν και αμέσως έδιωξε τους στρατιώτας που με εφύλαττον και φωνήσας αμαξηλάτην με επήρεν εις τον οί­κον του, με περιεποιήθη και την αλλην ημέραν επήγαμεν ομού εις τον Πασάν, εις τον οποίον με συνέστησεν ως φίλον του και τον παρεκάλεσε να μου επιτρέψη να μεταβώ εις "Αγιον "Ορος.
Ο Πασάς είπεν εις τον υπασπιστήν του ότι είμαι ελεύθερος ,  να με συνοδεύσει μέχρι του  Ατμόπλοιου και να μου  παρέχει  πάσαν  προστασίαν και βοηθειαν και προσέθεσεν και ταύτα:
--- «Ηταν και κάποιος άλλος νέος ( που είχε συλληφθεί και ήθελε να πάει στο Άγιο Όρος ), δια τον οποίον  πρωίαν τινά, ενώ εκοιμούμην  ησύχως, εισήλθε εντός του δωματίου μου ο  "Αγιος Δημήτριος ενδεδυμένος στολήν Στρατηλάτου, φέρων μαζί και τα άρματά του, και μοι λέγει προστακτικώς και με βλέμμα αυστηρόν:

---Εγέρθητι πάραυτα, ενδύθητι, και υπόδεσε τα σανδάλια σου και ύπαγε εις την δείνα οδόν της πόλεως να ελευθέρωσης νέον τινά δικασθέντα αδίκως και απαγόμενον εις θάνατον υπό του ιδιαιτέρου γραμματέως σου.
Αφού δε τον ελευθερώσεις και τον λυτρώσης του θανάτου, να τον στείλης εις το λιμάνι της Θεσσαλονίκης στο ναυλοχούν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το οποίον ετοιμάζεται προς αναχώρηση…
«Και σπεύσας», είπε ο Πασάς, «τον λύτρωσα εκ του κινδύνου και τον απέστειλα εις την Ελλάδα».

Και τότε εγνώρισα ότι ο σωτήρ και ρύστης μου εκ της καταδίκης του θανάτου μου ήτο ο Μεγαλομάρτυς Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλήτης.

Κι΄ έτσι επαλήθευσε και η προφητεία του Αγίου Νεκταρίου που μου είχε πει ότι, όπου και αν υπάγω, εις την Λογγοβάρδαν θα καταλήξω. 

Επληροφορήθην δε εκ τούτου ότι πρέπει πάντοτε να έχουμε τελείαν υπακοήν εις τον Πνευματι­κόν μας Πατέρα, χωρίς αντιλογίες, και να ποιούμε ουχί το θέλημα το δικό μας, αλλά το θέλημα του Πνευματικού μας Πατρός μιμούμενοι τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, "Οστις ήλθεν εις τον κόσμον ουχί να ποιή το θέλημα το Ιδικόν Του, αλλά το θέλημα τοΰ πέμψαντος Αυτόν Πατρός…

Δεύτερη σύλληψη και φυλάκιση υπό των Τούρκων…
==========================

Αναχωρήσας εξ Αγίου "Ορους και, όταν το πλοίον εφθασεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης, έ­κρινα καλόν να εξέλθω δια να προσκυνήσω τον τάφον του Αγίου Δημητρίου, του προστάτου μου και μετά Θεόν φύλακος και σωτήρος μου.
Εξελθών, δεν ηξεύρω πως, πάλιν οι Τούρκοι με εξέλαβον ως κατάσκοπον και με είχον υπό επιτήρησιν αρκετάς ημέρας. 
Όταν δε απεφάσισα να φύγω και επέρασα από το Τελωνείον με συνέλαβον και με επέρασαν από τρεις σειράς συρματοπλεγμάτων και με έκλει­σαν εκεί.
Εύρον δε εκεί κεκλεισμένον νεανίαν, τον οποίον ηρώτησα·
-- Δια ποίον λόγον μας έκλεισαν; Και μου λέγει-
--Δια να μας φονεύ­σουν, και εγώ είπον
--Τι κακόν εποιήσαμεν;
--Άφησε, μου είπε, μη ε­ξετάζεις το γιατί…
Δεν παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας και κατέπλευσεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης Ατμόπλοιον ερχόμενον εκ Ρουμανίας με φορτίον πετρελαίου και αρκετούς επιβάτας.
Μόλις όμως έφθασεν, τις οίδε πως και από ποίαν αιτίαν, κάποιο ντεπόζιτο πετρελαίου πήρε φωτιά, το οποίον ακαριαίως μεταδόθηκε εις όλον το φορτίον, και εις μίαν στιγμήν κρότοι ισχυροί ηκούοντο και φλόγες ουρανομήκεις ανεπετάσσοντο.

Η Θεσσαλονίκη εγένετο ανά­στατος !

Χιλιάδες ανθρώπων κατήλθον εις την παραλίαν, άλλοι δια να δουν και άλλοι να σώσουν τους κινδυνεύοντας επιβάτας με τας λέμβους και τα πλοία. Έφυγον δε και όλοι οι φύλακες από το Τε­λωνείο.
Την στιγμήν εκείνην ο νεανίας εκείνος εξαγαγών ψαλίδιον έκ της τσέπης του έκοψεν τα σύρματα, και λαβών με εκ της χειρός εξήγαγε έξω της φυλακής.
Έπειτα πληρώσας Εβραίον τινά λεμβούχον του είπεν να μας υπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον, το οποίον ευρίσκετο έξω του λιμένος.
Ενώ ητοιμαζόμεθα να εισέλθωμεν εις την λέμβον, ήλθεν ο στρατιώτης εκείνος που με έκλεισεν εις τα συρ­ματοπλέγματα να με συλλάβει, αλλά ο νεανίας εκείνος, όστις με ε­ξήγαγε, του έδωκεν ράπισμα και έφυγε…
Ανήλθομεν εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον και εγώ εφρόντισα να τοποθετήσω τα πράγματά μου, αφού δε τα ετοποθέτησα, εστράφην δια να εύρω τον νεανίαν εκείνον, τον σωτήρα μου, να τον ευχα­ριστήσω και να τον ερωτήσω ποίος και από που ήταν. 
Αλλά πουθενά δεν τον εύρον.
Ερωτήσας σχεδόν πάντας τους επιβάτας του Ατμόπλοιου αντελήφθην ότι ουδείς είδεν αυτόν, ούτε να εισέλθη εις το πλοίον ούτε να εξέλθη. 
Ποιος ήταν και τι εγένετο ο Θεός γνωρίζει !

Εγώ τούτο μόνον γνωρίζω, ότι μετά πάροδον αρκετών ετών, ότε ηλευθερώθη η Θεσ­σαλονίκη και επήγα και ελειτούργησα και εκήρυξα τον λόγον του Θεοϋ εις τον Ναόν του Αγίου Δημητρίου και είδον την εικόνα του Α­γίου ανεμνήσθην ότι ο νεανίας εκείνος που με ελευθέρωσε της φυ­λακής και με οδήγησεν εις το Ατμόπλοιον είχεν μεγάλην ομοιότη­τα με την εικόνα του Αγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης !
 
Πηγή : patrablog