Θαύμα εμφάνισης της Κυρίας Θεοτόκου το 1940
Σε ευχαριστούμε αδελφέ Αντώνιε : http://agiooros.org/viewtopic.php?f=7&t=6144
Είναι τόσα πολλά τα θαύματα της Παναγίας μας και η αγάπη Της για όλη την δημιουργία του Υιού Της και Θεού μας Κυρίου Ιησού Χριστού μας γενικά και για τους Ορθοδόξους ειδικά, άτινα εάν γράφηται καθ΄ έν, ουδέ αυτόν οίμαι τον κόσμον χωρήσαι τα γραφόμενα βιβλία.
(Δανίζομαι την πρόταση του μαθητού του Κυρίου μας Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου).
Άγ. Ι. Χρυσόστομος
Ευχαί κατά το μέτρον των εικοσιτεσσάρων ωρών του νυχθημέρου επιγραφόμεναι Ιωάννη τω Χρυσοστόμω.
Αʼ Κύριε, μη στερήσης με των επουρανίων σου και αιωνίων αγαθών.
Βʼ Κύριε, λύτρωσαί με των αιωνίων κολάσεων.
Γʼ Κύριε, είτε λόγω, είτε έργω, κατά νουν και διάνοιαν ήμαρτον, συγχώρεσον.
Δʼ Κύριε, λύτρωσαί με από πάσης ανάγκης και αγνοίας και λήθης και ραθυμίας και της λιθώδους αναισθησίας.
Εʼ Κύριε, λύτρωσαί με από παντός πειρασμού και εγκαταλείψεως.
Σʼ Κύριε, φώτισον την καρδίαν μου, ην εσκότισεν η πονηρά επιθυμία.
Ζʼ Κύριε, εγώ μεν ως άνθρωπος αμαρτάνω, συ δε ως Θεός έλεησόν με.
Ηʼ Κύριε, ίδε την ασθένειαν της ψυχής μου , και πέμψον την χάριν σου εις βοήθειάν μου, ίνα εν εμοί δοξασθή το όνομά σου το άγιον.
Θʼ Κύριε Ιησού Χριστέ, έγγραψον το όνομα του δούλου σου εν βίβλω ζωής, χαριζόμενός μοι και τέλος αγαθόν.
Ιʼ Κύριε ο Θεός μου, ουκ εποίησα ουδέν αγαθόν. Αλλʼ αρξαίμην ποτέ τη ευσπλαχνία σου.
ΙΑ ʼ Κύριε, βρέξον εις την καρδίαν μου την δρόσον της χάριτός σου.
ΙΒʼ Κύριε ο Θεός του ουρανού και της γης, μνήσθητί μου του αμαρτωλού, του αισχρού, του πονηρού και βεβήλου κατά το μέγα έλεός σου , όταν έλθης εν τη βασιλεία σου.
ΙΓʼ Κύριε, εν τη μετανοία με παράλαβε και μη εγκαταλείπης με .
ΙΔʼ Κύριε, μη εισενέγκης με εις πειρασμόν.
ΙΕʼ Κύριε, δος μοι μετάνοιαν αγαθήν.
ΙΣʼ Κύριε, δος δάκρυον και μνήμην θανάτου και κατάνυξιν.
ΙΖʼ Κύριε, δος μοι των λογισμών μου εξαγόρευσιν.
ΙΗʼ Κύριε, δος μοι ταπείνωσιν , εκκοπήν θελήματος και υπακοήν.
ΙΘʼ Κύριε, δος μοι υπομονήν , μακροθυμίαν και πραότητα.
Κʼ Κύριε, εμφύτευσον εν εμοί την ρίζαν των αγαθών , τον φόβον σου .
ΚΑʼ Κύριε, αξίωσόν με αγαπάν σε εξ όλης της καρδίας , και τηρείν εν πάσι το θέλημά σου.
ΚΒʼ Κύριε, σκέπασόν με από τε ανθρώπων πονηρών , και δαιμόνων και παθών, και από παντός μη προσήκοντος πράγματος.
ΚΓʼ Κύριε, ως κελεύεις , Κύριε, ως γινώσκεις, Κύριε, ως βούλει. Γενηθήτω το θέλημά σου εν εμοί.
ΚΔʼ Κύριε, το σον θέλημα γενέσθω και μη το εμόν. Πρεσβείαις και ικεσίαις της Παναγίας Θεοτόκου και πάντων των αγίων σου. Ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας. Αμήν.
Αʼ Κύριε, μη στερήσης με των επουρανίων σου και αιωνίων αγαθών.
Βʼ Κύριε, λύτρωσαί με των αιωνίων κολάσεων.
Γʼ Κύριε, είτε λόγω, είτε έργω, κατά νουν και διάνοιαν ήμαρτον, συγχώρεσον.
Δʼ Κύριε, λύτρωσαί με από πάσης ανάγκης και αγνοίας και λήθης και ραθυμίας και της λιθώδους αναισθησίας.
Εʼ Κύριε, λύτρωσαί με από παντός πειρασμού και εγκαταλείψεως.
Σʼ Κύριε, φώτισον την καρδίαν μου, ην εσκότισεν η πονηρά επιθυμία.
Ζʼ Κύριε, εγώ μεν ως άνθρωπος αμαρτάνω, συ δε ως Θεός έλεησόν με.
Ηʼ Κύριε, ίδε την ασθένειαν της ψυχής μου , και πέμψον την χάριν σου εις βοήθειάν μου, ίνα εν εμοί δοξασθή το όνομά σου το άγιον.
Θʼ Κύριε Ιησού Χριστέ, έγγραψον το όνομα του δούλου σου εν βίβλω ζωής, χαριζόμενός μοι και τέλος αγαθόν.
Ιʼ Κύριε ο Θεός μου, ουκ εποίησα ουδέν αγαθόν. Αλλʼ αρξαίμην ποτέ τη ευσπλαχνία σου.
ΙΑ ʼ Κύριε, βρέξον εις την καρδίαν μου την δρόσον της χάριτός σου.
ΙΒʼ Κύριε ο Θεός του ουρανού και της γης, μνήσθητί μου του αμαρτωλού, του αισχρού, του πονηρού και βεβήλου κατά το μέγα έλεός σου , όταν έλθης εν τη βασιλεία σου.
ΙΓʼ Κύριε, εν τη μετανοία με παράλαβε και μη εγκαταλείπης με .
ΙΔʼ Κύριε, μη εισενέγκης με εις πειρασμόν.
ΙΕʼ Κύριε, δος μοι μετάνοιαν αγαθήν.
ΙΣʼ Κύριε, δος δάκρυον και μνήμην θανάτου και κατάνυξιν.
ΙΖʼ Κύριε, δος μοι των λογισμών μου εξαγόρευσιν.
ΙΗʼ Κύριε, δος μοι ταπείνωσιν , εκκοπήν θελήματος και υπακοήν.
ΙΘʼ Κύριε, δος μοι υπομονήν , μακροθυμίαν και πραότητα.
Κʼ Κύριε, εμφύτευσον εν εμοί την ρίζαν των αγαθών , τον φόβον σου .
ΚΑʼ Κύριε, αξίωσόν με αγαπάν σε εξ όλης της καρδίας , και τηρείν εν πάσι το θέλημά σου.
ΚΒʼ Κύριε, σκέπασόν με από τε ανθρώπων πονηρών , και δαιμόνων και παθών, και από παντός μη προσήκοντος πράγματος.
ΚΓʼ Κύριε, ως κελεύεις , Κύριε, ως γινώσκεις, Κύριε, ως βούλει. Γενηθήτω το θέλημά σου εν εμοί.
ΚΔʼ Κύριε, το σον θέλημα γενέσθω και μη το εμόν. Πρεσβείαις και ικεσίαις της Παναγίας Θεοτόκου και πάντων των αγίων σου. Ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας. Αμήν.
Γνωρίσματα της Ορθοδοξίας
Α΄. Η ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟ ΘΕΟ
Το πρώτο γνώρισμα της Ορθοδοξίας, το πρώτο βασικό χαρακτηριστικό της είναι η πίστη στο Θεό. Ποιο Θεό όμως; Το θεό του Ισλάμ, το θεό του Ισραήλ, το θεό των Μασόνων, το θεό των διαφόρων θρησκειών, το θεό όπως τον φαντάζεται ο κάθε άνθρωπος και λέγει υπάρχει το θείο, υπάρχει κάτι, υπάρχει μια ανώτερη δύναμη; Όχι.
Ο Θεός της Ορθοδοξίας είναι ο Τριαδικός Θεός, ο αληθινός Θεός, ο μόνος που λυ-
τρώνει τον άνθρωπο. Πατήρ-Υιός-Άγιο Πνεύμα. Και ο Υιός, ο ένας της Τριάδος, μας
αποκαλύπτει η Γραφή και μας παραδίδει η ιστορία, ενσαρκώθηκε, προσέλαβε το ημέτερο φύραμα, το θεράπευσε και το ζωοποίησε εις τον αιώνα, αφού «το απρόσληπτον αθεράπευτον» λένε οι πατέρες της Εκκλησίας μας. Ο Υιός είναι ο Μεσσίας ή Χριστός, αυτός δηλαδή που έχει το χρίσμα και την αποστολή να ενανθρωπήσει, να καταστεί Θεάνθρωπος και να σώσει τον άνθρωπο. Είναι με την ενανθρώπησή του ο απόγονος της Εύας, που θα συντρίψει τον σατανά. Είναι, ως άνθρωπος, ο νέος Αδάμ, που με την υπακοή του θα ξαναδείξει το δρόμο της σωτηρίας προς τον άνθρωπο.
«Και ουκ έστιν εν άλλω ουδενί η σωτηρία· ουδέ γαρ όνομα έστιν έτερον υπό τον
ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις εν ω δει σωθήναι ημάς» (Πραξ.4,12) μας αποκαλύπτει ο θεόπνευστος απόστολος Πέτρος. Κανείς άλλος εκτός του Χριστού δεν μπορεί να οδηγήσει στη θεογνωσία, στην αληθινή ένωση του ανθρώπου με το Θεό, του κτιστού μετά του Ακτίστου.
Καμμία λοιπόν σχέση δεν έχει ο Θεός της Ορθοδοξίας με το θεό των άλλων θρη-
σκειών, ακόμη και αυτών των μονοθεϊστικών. Κανένα κοινό σημείο, κανένα σημείο
επαφής. Οι άλλες θρησκείες αρνούνται την Τριαδικότητα του Θεού, την ενανθρώπηση του Υιού, το Θεανθρώπινο πρόσωπο του Σωτήρος μας. Ματαιοπονούν όσοι κάνουν συνέδρια με τις άλλες μονοθεϊστικές και άλλες θρησκείες. Τα είδωλα των εθνών και των διαφόρων ανθρώπων είναι δαιμόνια σύμφωνα με τη Γραφή ή δημιουργήματα του πεπτωκότος ανθρώπου.
Η πίστη η αληθινή είναι αποκάλυψη του αληθινού Θεού στον άνθρωπο και όχι
ανακάλυψη του πεπτωκότος ανθρώπου. Ο ίδιος ο Θεός αποκάλυψε τον εαυτό του και το θέλημά του μέσω των εμφανίσεών του σε εκλεκτούς ανθρώπους και μέσω των θείων Γραφών. Ήταν αδύνατο ο άνθρωπος ν’ ανακαλύψει το Θεό· ν’ ανακαλύψει το κτίσμα τον Κτίστη του. Τώρα οι άνθρωποι, που δεν δέχθηκαν την αποκάλυψη του Θεού, ούτε τους απεσταλμένους του, ούτε τις Γραφές του, δημιούργησαν τις διάφορες θρησκείες. Τι σχέση μπορεί να έχει η πίστη μας μ’ αυτές; Λοιπόν ο Θεός παρέδωσε την αλήθεια Του στους ανθρώπους και αυτή η παράδοση είναι ορθή δόξα περί του Θεού. «Οι προφήται ως είδον, οι απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν…» λέγει το Συνοδικό της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Γι’ αυτό Ορθοδοξία και Παράδοση αλληλοπεριχωρούνται και αλληλοεξαρτώνται. Ορθοδοξία είναι η Εκκλησία της Παραδόσεως. Έτσι η παράδοση είναι το βασικό και πρωταρχικό και θεμελιώδες γνώρισμα της Ορθοδοξίας.
Β΄. Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Ορθοδοξία είναι η αρχική παράδοση. Ορθοδοξία θα πη ορθόδοξη πίστη. Αυτή
όμως η ορθή πίστη παρεδόθη, όπως προαναφέραμε, από το Θεό στους προφήτες και τους αποστόλους. Λέγει χαρακτηριστικά ο Παύλος· «Εγώ παρέλαβον από του Κυρίου ό και παρέδωκα υμίν» (Α΄ Κορ.11,23). Και άλλού πάλι λέγει «παρέδωκα γαρ υμίν εν πρώτοις ό και παρέλαβον» (Α΄ Κορ.15,3). Και μετά οι απόστολοι την «άπαξ παραδοθείσαν πίστιν» (Ιουδ. 3) όπως την ονομάζει ο Ιούδας ο αδελφόθεος, την παρέδωσαν στους μαθητές τους.
Έτσι ο Λουκάς στο προοίμιο του ευαγγελίου του λέγει ότι φροντίδα αυτών που
γράφουν τα ευαγγέλια ήταν να γράφουν «καθώς παρέδοσαν υμίν οι απ’ αρχής αυτόπται και υπηρέται γενόμενοι του λόγου» (Λκ. 1,2). Και οι μαθητές στους αποστολικούς πατέρες κ.ο.κ. Γι’ αυτό ο Μ. Αθανάσιος προσδιορίζει ως ορθή πίστη, «ήν μεν Κύριος έδωκεν, οι δε απόστολοι εκήρυξαν, και οι πατέρες εφύλαξαν»1. Έτσι αυτός που μένει πιστός στην παράδοση παραμένει εντός της Ορθοδοξίας· αυτός όμως που απομακρύνεται από την παράδοση καθίσταται αυτόχρημα αιρετικός. Ο Πέτρος γράφει ότι το θανάσιμο παράπτωμα των αιρετικών ήταν ότι απομακρύνθηκαν «εκ της παραδοθείσης αυτοίς αγίας εντολής» (Α΄ Πετρ. 2,21).
Ορθόδοξο, λοιπόν, αυτό που παραδόθηκε αρχικά άπαξ δια παντός. Οι μετέπειτα
αιώνες δεν προσέθεσαν τίποτα στην αρχική πίστι της Εκκλησίας. Αύτη υπήρξε αυτάρκης εξ αρχής. Τέλεια και αιώνια. Κι αυτές οι οικουμενικές σύνοδοι και οι μεγάλοι πατέρες δεν δημιούργησαν, αλλ’ ερμήνευσαν την ιερά παράδοση.
Γι’ αυτό στο περίφημο Συνοδικό2 της Ζ΄ οικουμενικής συνόδου διαβάζουμε· «Οι
προφήται ως είδον, οι απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν…». Στον δε «όρον της πίστεως»3 της ίδιας συνόδου οι πατέρες προσδιορίζουν το έργο της Ζ΄ Οικ. Συνόδου ως εξής· «… Όπως η ένθεος παράδοσις της Καθολικής Εκκλησίας κοινή ψήφω απελάβη το κύρος. Μετά πάσης τοίνων ακριβείας ερευνήσαντές τε και διασκεψάμενοι, και τω σκοπώ της αληθείας ακολουθήσαντες, ουδέν αφαιρούμεν, ουδέν προστίθεμεν, αλλά πάντα τα της Καθολικής Εκκλησίας αμείωτα διαφυλάττομεν…». Επίσης στην δ΄ συνεδρίαση της ιδίας συνόδου διατυπούνται τα εξής· «Ημείς δε κατά πάντα των αυτών Θεοφόρων πατέρων υμών τα δόγματα και πράγματα κρατούντες, κηρύσσομεν εν ενί στόματι και μια καρδιά μηδέν προστιθέντες, μηδέν αφαιρούντες των εξ αυτών παραδοθέντων ημίν· αλλά τούτοις βεβαιούμεθα τούτοις στηριζόμεθα· ούτως ομολογούμεν, ούτως διδάσκομεν καθώς αι άγιαι και οικουμενικαί εξ σύνοδοι ώρισαν και εβεβαίωσαν»4. Και η υμνογραφία της εορτής συμπληρώνει: «θεσμούς Εκκλησίας πατρικούς διαφυλάττοντες, εικόνας γράφομεν και ασπαζόμεθα στόμασι και καρδία και θελήματι…»5. Οι παπικοί στο διάβα των αιώνων προσέθεσαν νέα δόγματα όπως του παπικού πρωτείου και αλαθήτου, του Filioque, της ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου, τα οποία δεν έχουν κανένα έρεισμα στην αρχαία παράδοση.
Οι προτεστάντες μη δεχόμενοι καμμία ανωτέρα αυθεντία εκτός από τον ορθό λόγο,
έφθασαν ν’ αρνηθούν αρχαία δόγματα όπως της αειπαρθενίας της Θεοτόκου και μερικοί θεολόγοι τους καταντήσαν να κηρύττουν το ψευδές δήθεν της αναστάσεως του Χριστού ή ακόμη και το θάνατο του Θεού.
Ενώ η ορθοδοξία καυχάται ότι κράτησε αμετάβλητο το δόγμα. Όχι μόνο δεν έχει
complex απέναντι στον ορθολογισμό, αλλ’ αντιθέτως σεμνύνεται γιατί η πίστη της αναπληρώνει το χώρο εκείνο στον οποίο ο ορθός λόγος δεν μπορεί να εισχωρήσει. Η πίστη της αγγίζει τα μυστήρια και τα θαυμάσια του Θεού που δεν μπορεί η ανθρώπινη γνώση να πλησιάσει. Αυτά «εσφράγισται τοις ερευνώσι· πεφανέρωται δε τα θαύματα τοις προσκυνούσιν εν πίστει το μυστήριον»6.
Αυτή τη στάση κρατώντας η Ορθοδοξία είναι κολλημένη σαν στρείδι πάνω στην
«άπαξ παραδοθείσαν τοίς αγίοις πίστιν». Λέγει ξένος θεολόγος· «Εάν επιθυμούμε να βρούμε δογματική πίστη και συντηρητική παράδοση στην πιο τέλεια έκφραση,
οφείλουμε να μεταβούμε όχι στην εκκλησία που αυτοκαλείται καθολική χωρίς να είναι, αλλ’ στην Εκκλησία που θα προτιμούσε να πεθάνει μάλλον, παρά να υποχωρήσει ποτέ, ακόμη και στο ελάχιστο σημείο που παράλαβε από τη Γραφή και τις συνόδους7. Και συμπληρώνει ο πολυγραφώτατος και γλαφυρώτατος πρωτοπρεσβύτερος Κ. Καλλίνικος στο γνωστό του ύφος· «Επιθυμείτε να ενοήσετε την στοργήν, μεθ’ ής είνε προσκεκολλημένη αύτη είς την άπαξ παραδοθείσαν τοίς αγίοις πίστιν; Ο Τούρκος έκρουσε τας πύλας της βασιλίδος των πόλεων. Ο Πάπας αγέρωχος προσεκάλει από την Δύσιν είς υποταγήν τους ημετέρους. Ας συλλειτουργηθούν Λατίνοι και Ανατολικοί εν τη αγία Σοφία, ας μνημονευθή ο Πάπας ως υπέρτατος ποντίφηξ και απόλυτος του Χριστού βικάριος, ας γείνουν δεκταί υπό της Ανατολής, όλαι αι καινοτομίαι της καταστρηνιασάσης Ρώμης, και τότε ο Πάπας θα συγκατανεύση να πέμψη στρατιωτικήν βοήθειαν, διά να μη υποδουλωθή από την ημισέληνον ο Σταυρός. Αλλά τι πανταχόθεν των ρυμών της λιποψυχούσης πόλεως ακούεται; «Κρειττότερον φακιόλιον τουρκικόν παρά τιάρα λατινική». Τόσον απηχθάνοντο οι προπάτορές μας την νόθευσιν της Ορθοδοξίας ως και του Τουρκικού ζυγού απαισιωτέραν!»8.
Συνεχίζεται.
Επιστολή Καθηγητού κ. Τσελεγγίδη
Η Επιστολή του Καθηγητού κ.Τσελεγγίδη έχει ως εξής:
Παρακολουθώντας με βαθύ αίσθημα ευθύνης την εκκλησιαστική κατάσταση της εποχής μας ως απλός πιστός αλλά και ως Πανεπιστημιακός Καθηγητής της Δογματικής Θεολογίας της Εκκλησίας, θα ήθελα να απευθυνθώ ευλαβώς προς εσάς, για ένα σοβαρότατο θεολογικό θέμα.
Τον Οκτώβριο του τρέχοντος έτους θα γίνει στην Κύπρο, ως γνωστόν, η κρισιμότερη ίσως έως τώρα Συνέλευση της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής για τον Θεολογικό Διάλογο Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών.
Επειδή το Κοινό Κείμενο, που θα προκύψει από τη Συνέλευση αυτή. Θα έχει καταλυτική σημασία στην εξέλιξη των σχέσεων των δύο διαλεγομένων μερών, θεωρώ χρέος μου να σας παρακαλέσω θερμώς να επιληφθείτε του σοβαρού αυτού θέματος και ειδικότερα να ασχοληθείτε επισταμένως με το συγκεκριμένο περιεχόμενο του Θεολογικού αυτού Διαλόγου...
Η Μικτή Διεθνής Επιτροπή θα ασχοληθεί συγκεκριμένα με το «ρολό του Επισκόπου Ρώμης εν τη κοινωνία όλων των Εκκλησιών» (βλ. Κείμενο της Ραβέννας, παραγρ. 45).
Ταπεινώς φρονώ, ότι αν συζητήσετε θεολογικώς το θέμα και τοποθετηθείτε με σαφήνεια σ΄ αυτό, θα επηρεάσει καθοριστικά ίσως την τελική διαμόρφωση του Κοινού Κείμενου της Διεθνούς Συνελεύσεως.
Με τον τρόπο αυτό η Ιερά Κοινότητα θα λειτουργήσει εγκαίρως και προληπτικώς, για να μη χρειαστεί να παρέμβει αργότερα θεραπευτικώς, ως οφείλει, κρίνοντας εκ των υστέρων τις ενδεχόμενες θεολογικές και εκκλησιολογικές αστοχίες του Κοινού Κείμενου.
Επιπροσθέτως, ας μου επιτραπεί να εκφράσω με κάθε δυνατή συντομία και την θεολογική άποψή στο υπό συζήτηση θέμα. Η προγραμματισμένη θεολογική συζήτηση για το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης «εις μεγαλύτερον βάθος», τον προσεχή Οκτώβριο στην Κύπρο, είναι μεθοδολογικώς άκαιρη και ουσιαστικά πρωθύστερη.
Και τούτο, γιατί, σύμφωνα με τη θεολογική και υστερική δεοντολογία, θα πρέπει να προηγηθεί οπωσδήποτε η θεολογική συζήτηση για τη θεμελιώδη διάφορά μας με τους Ρωμαιοκαθολικούς στο δόγμα και ειδικότερα στο filioque, το αλάθητο και την κτιστή θεία Χάρη, που εσφαλμένα εξακολουθούν να υποστηρίζουν οι δογματικές αυτές κακοδοξίες ενεργούν προσδιοριστικά στο χαρακτήρα της ταυτότητας του Ρωμαιοκαθολικισμού και κενώνουν θεολογικά την Εκκλησιολογία και την Μυστηριολογία του, κενώνουν δηλαδή ουσιαστιικά τov κατεξοχήν χαρακτήρα της Εκκλησίας ως «κοινωνίας θεώσεως» του ανθρώπου.
Μόνο μετά την απόλυτη ταυτότητά μας στο δόγμα, μπορεί να ακολουθήσει συζήτηση για τον τρόπο διοικήσεως της Εκκλησίας. Η διαφορά μας στο δόγμα, σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα των Οικουμενικών Συνόδων που σαφώς προκύπτει από τα Πρακτικά τους, θέτει εκτός Εκκλησίας τους Ρωμαιοκαθολικούς, πράγμα που επιβεβαιώνεται και εμπειρικώς από την επί μία χιλιετία διακοπή της μεταξύ μας διαμυστηριακής κοινωνίας.
Εύλογα, λοιπόν, προκύπτει το θεολογικό ερώτημα: Πως θα μπορέσουμε να συζητήσουμε ορθολογικώς στον επικείμενο Θεολογικό Διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς για τη θεσμική-ιεραρχική θέση ενός προσώπου (δηλαδή του Πάπα) εντός Εκκλησίας, ενόσω το πρόσωπο αυτό βρίσκεται ακόμη ουσιαστικά αλλά και τυπικά εκτός της Εκκλησίας.
Αν, παρά ταύτα γίνει θεωρητικά μόνο συζήτηση για το πρωτείο του Επίσκοπου Ρώμης, ας μου επιτραπεί και εδώ να υπενθυμίσω την αδιαμφισβήτητη ιστορική αλήθεια, ότι ποτέ η Εκκλησία κατά την πρώτη χιλιετία δεν ανεγνώρισε στον Επίσκοπο Ρώμης πρωτείο αυθεντίας και εξουσίας σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η υπέρτατη αυθεντία στην ανά την Οικουμένη Εκκλησία ασκείτο πάντοτε και μόνον από τις Οικουμενικές συνόδους.
Άλλωστε, ποτέ η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν δέχτηκε το παπικό πρωτείο, όπως αυτό κατανοήθηκε και ερμηνεύτηκε από την Α΄ Βατικανή Σύνοδο, η οποία ανεκήρυξε, τον Πάπα ως αλάθητο εκφραστή της συνειδήσεως της Εκκλησίας με δυνατότητα να είναι αντίθετος ακόμη και με τις αποφάσεις Οικουμενικής Συνόδου.
Με αλλά λογία, ο Πάπας στη Λατινική Δύση -με το δογματικώς κατοχυρωμένο και από την Β΄ Βατικανή Σύνοδο «αλάθητό» του και το διεκδίκουμενο πρωτείο εξουσίας σ΄ ολόκληρη την Εκκλησία- έχει πάρει αυθαιρέτως τη θέση του Πνεύματος της Αληθείας στην Παγκοσμία Εκκλησία.
Κατά συνέπεια, με την παραπάνω εκκλησιολογικού χαρακτήρα κατανόηση του παπικού πρωτείου εξουσίας ακυρώνεται όχι απλώς και μόνον το συνοδικό σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας, αλλά ουσιαστικά και αυτή η ίδια η παρουσία του Αγίου Πνεύματος σ΄ αυτήν.
Με όσα εν συντομία έγραψα, απευθύνομαι σε Σας … για να Σας, εκφράσω τις εκκλησιαστικού χαρακτήρα ανησυχίες μου και παράλληλα να θέσω υπόψη Σας μία συνοπτική θεολογική αποτίμησή μου για τη μεθοδολογία και το περιεχόμενο του συγκεκριμένου διμερούς Θεολογικού Διαλόγου στο πλαίσιο της Μικτής Διεθνούς επιτροπής.
Ευελπιστώ, ότι η Χάρη του Αγίου Πνεύματος θα Σας φωτίσει να δώσετε τη μαρτυρία του Αγίου Όρους στο σοβαρό αυτό θέμα. Με βαθύτατο σεβασμό
ασπάζομαι την δεξιά Σας
Δημήτριος Τσελεγγίδης
Παρακολουθώντας με βαθύ αίσθημα ευθύνης την εκκλησιαστική κατάσταση της εποχής μας ως απλός πιστός αλλά και ως Πανεπιστημιακός Καθηγητής της Δογματικής Θεολογίας της Εκκλησίας, θα ήθελα να απευθυνθώ ευλαβώς προς εσάς, για ένα σοβαρότατο θεολογικό θέμα.
Τον Οκτώβριο του τρέχοντος έτους θα γίνει στην Κύπρο, ως γνωστόν, η κρισιμότερη ίσως έως τώρα Συνέλευση της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής για τον Θεολογικό Διάλογο Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών.
Επειδή το Κοινό Κείμενο, που θα προκύψει από τη Συνέλευση αυτή. Θα έχει καταλυτική σημασία στην εξέλιξη των σχέσεων των δύο διαλεγομένων μερών, θεωρώ χρέος μου να σας παρακαλέσω θερμώς να επιληφθείτε του σοβαρού αυτού θέματος και ειδικότερα να ασχοληθείτε επισταμένως με το συγκεκριμένο περιεχόμενο του Θεολογικού αυτού Διαλόγου...
Η Μικτή Διεθνής Επιτροπή θα ασχοληθεί συγκεκριμένα με το «ρολό του Επισκόπου Ρώμης εν τη κοινωνία όλων των Εκκλησιών» (βλ. Κείμενο της Ραβέννας, παραγρ. 45).
Ταπεινώς φρονώ, ότι αν συζητήσετε θεολογικώς το θέμα και τοποθετηθείτε με σαφήνεια σ΄ αυτό, θα επηρεάσει καθοριστικά ίσως την τελική διαμόρφωση του Κοινού Κείμενου της Διεθνούς Συνελεύσεως.
Με τον τρόπο αυτό η Ιερά Κοινότητα θα λειτουργήσει εγκαίρως και προληπτικώς, για να μη χρειαστεί να παρέμβει αργότερα θεραπευτικώς, ως οφείλει, κρίνοντας εκ των υστέρων τις ενδεχόμενες θεολογικές και εκκλησιολογικές αστοχίες του Κοινού Κείμενου.
Επιπροσθέτως, ας μου επιτραπεί να εκφράσω με κάθε δυνατή συντομία και την θεολογική άποψή στο υπό συζήτηση θέμα. Η προγραμματισμένη θεολογική συζήτηση για το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης «εις μεγαλύτερον βάθος», τον προσεχή Οκτώβριο στην Κύπρο, είναι μεθοδολογικώς άκαιρη και ουσιαστικά πρωθύστερη.
Και τούτο, γιατί, σύμφωνα με τη θεολογική και υστερική δεοντολογία, θα πρέπει να προηγηθεί οπωσδήποτε η θεολογική συζήτηση για τη θεμελιώδη διάφορά μας με τους Ρωμαιοκαθολικούς στο δόγμα και ειδικότερα στο filioque, το αλάθητο και την κτιστή θεία Χάρη, που εσφαλμένα εξακολουθούν να υποστηρίζουν οι δογματικές αυτές κακοδοξίες ενεργούν προσδιοριστικά στο χαρακτήρα της ταυτότητας του Ρωμαιοκαθολικισμού και κενώνουν θεολογικά την Εκκλησιολογία και την Μυστηριολογία του, κενώνουν δηλαδή ουσιαστιικά τov κατεξοχήν χαρακτήρα της Εκκλησίας ως «κοινωνίας θεώσεως» του ανθρώπου.
Μόνο μετά την απόλυτη ταυτότητά μας στο δόγμα, μπορεί να ακολουθήσει συζήτηση για τον τρόπο διοικήσεως της Εκκλησίας. Η διαφορά μας στο δόγμα, σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα των Οικουμενικών Συνόδων που σαφώς προκύπτει από τα Πρακτικά τους, θέτει εκτός Εκκλησίας τους Ρωμαιοκαθολικούς, πράγμα που επιβεβαιώνεται και εμπειρικώς από την επί μία χιλιετία διακοπή της μεταξύ μας διαμυστηριακής κοινωνίας.
Εύλογα, λοιπόν, προκύπτει το θεολογικό ερώτημα: Πως θα μπορέσουμε να συζητήσουμε ορθολογικώς στον επικείμενο Θεολογικό Διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς για τη θεσμική-ιεραρχική θέση ενός προσώπου (δηλαδή του Πάπα) εντός Εκκλησίας, ενόσω το πρόσωπο αυτό βρίσκεται ακόμη ουσιαστικά αλλά και τυπικά εκτός της Εκκλησίας.
Αν, παρά ταύτα γίνει θεωρητικά μόνο συζήτηση για το πρωτείο του Επίσκοπου Ρώμης, ας μου επιτραπεί και εδώ να υπενθυμίσω την αδιαμφισβήτητη ιστορική αλήθεια, ότι ποτέ η Εκκλησία κατά την πρώτη χιλιετία δεν ανεγνώρισε στον Επίσκοπο Ρώμης πρωτείο αυθεντίας και εξουσίας σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η υπέρτατη αυθεντία στην ανά την Οικουμένη Εκκλησία ασκείτο πάντοτε και μόνον από τις Οικουμενικές συνόδους.
Άλλωστε, ποτέ η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν δέχτηκε το παπικό πρωτείο, όπως αυτό κατανοήθηκε και ερμηνεύτηκε από την Α΄ Βατικανή Σύνοδο, η οποία ανεκήρυξε, τον Πάπα ως αλάθητο εκφραστή της συνειδήσεως της Εκκλησίας με δυνατότητα να είναι αντίθετος ακόμη και με τις αποφάσεις Οικουμενικής Συνόδου.
Με αλλά λογία, ο Πάπας στη Λατινική Δύση -με το δογματικώς κατοχυρωμένο και από την Β΄ Βατικανή Σύνοδο «αλάθητό» του και το διεκδίκουμενο πρωτείο εξουσίας σ΄ ολόκληρη την Εκκλησία- έχει πάρει αυθαιρέτως τη θέση του Πνεύματος της Αληθείας στην Παγκοσμία Εκκλησία.
Κατά συνέπεια, με την παραπάνω εκκλησιολογικού χαρακτήρα κατανόηση του παπικού πρωτείου εξουσίας ακυρώνεται όχι απλώς και μόνον το συνοδικό σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας, αλλά ουσιαστικά και αυτή η ίδια η παρουσία του Αγίου Πνεύματος σ΄ αυτήν.
Με όσα εν συντομία έγραψα, απευθύνομαι σε Σας … για να Σας, εκφράσω τις εκκλησιαστικού χαρακτήρα ανησυχίες μου και παράλληλα να θέσω υπόψη Σας μία συνοπτική θεολογική αποτίμησή μου για τη μεθοδολογία και το περιεχόμενο του συγκεκριμένου διμερούς Θεολογικού Διαλόγου στο πλαίσιο της Μικτής Διεθνούς επιτροπής.
Ευελπιστώ, ότι η Χάρη του Αγίου Πνεύματος θα Σας φωτίσει να δώσετε τη μαρτυρία του Αγίου Όρους στο σοβαρό αυτό θέμα. Με βαθύτατο σεβασμό
ασπάζομαι την δεξιά Σας
Δημήτριος Τσελεγγίδης
«Ζήτω η Ελλάς»
Aνησυχούμε και απελπιζόμεθα, όταν μελετούμε τους εκτεθέντας από την Εθνικήν Στατιστικήν Υπηρεσίαν αριθμούς, εν σχέσει προς το δημογραφικόν πρόβλημα της Ελλάδος. Εκ των αριθμών, αποδεικνύεται ότι η πατρίς μας είναι άτεκνος σχεδόν χώρα, χώρα, κατά το πλείστον, γερόντων ! Ποίος θα το εφαντάζετο; Οι Έλληνες, δυστυχώς κατ’ όνομα οι πλείστοι Ελληνορθόδοξοι, εγένοντο αρνηταί της ζωής, φυγότεκνοι, στείροι! Ωσάν να μη υπήρξαν απόγονοι ενδόξων όντως προγόνων, οι οποίοι εξύψωσαν την ιδέαν και αξίαν του ανθρώπου και του ανθρωπισμού όσον ουδέν άλλο έθνος επί της γής. Η δε πολιτεία, άνευ βουλής ενεργήσασα, εψήφισε νόμον περί αμβλώσεων διά του οποίου φονεύονται 300-400 χιλιάδες Ελληνορθόδοξα νήπια ετησίως και όντως επεδεινώθη επικινδύνως το δημογραφικόν πρόβλημα της χώρας. Υπό το πνεύμα του δήθεν «εκδημοκρατισμού» της οικογενείας, του γάμου και του ατόμου ηλλοίωσε το Οικογενειακό δίκαιο και ενομιμοποίησε την μοιχεία και ομοφυλοφιλίαν. Με την ανεξέλεκτη και μεθοδευμένη μετακίνηση ξένων πληθυσμών στον Ελληνικό χώρο, η πολιτεία θα επιδεινώσει ακόμα περισσότερο την πληθυσμιακή αλλοίωση και θα βοηθήση την ανάπτυξη ξένων ισχυρών μειονοτήτων, που θα δρούν διασπαστικά στο τέλος, ως Πέμπτη φάλαγξ εντός των τειχών. Η πολιτεία μεθοδευμένα ηλλοίωσε, την Χριστιανική αγωγή του λαού και τας ηθικοθρησκευτικάς του αξίας, διότι η φυγοτεκνία και οι εκτρώσεις είναι θέμα κυρίως ηθικό. Ηλλοίωσε και το εθνικό φρόνημα. Είναι ολοφάνερο, ότι η εθνική συνείδησις έχει σήμερον αμβλυνθή κυρίως στις ψυχές των νέων! Εφ’ όσον δεν υπάρχει μέσα μας έντονο το αίσθημα της φιλοπατρίας, πως είναι δυνατόν να σκεπτόμεθα το μέλλον της Ελλάδος; Έτσι, αφού οι Έλληνες αντέστησαν επί χιλιετίες εις αφανιστικούς κινδύνους, ήδη εξαφανίζονται ειρηνικώς και αφ’ εαυτών! «Ζήτω η Ελλάς», αναφωνούν, κατά τα επετειακά ειωθότα, οι ομιληταί. Αλλά πως θα ζήση η Ελλάς χωρίς Ελληνες;;;
Ecumenism is heresy
We should define Ecumenism and what it means to be an Ecumenist.
Ecumenism is a new heresy which has appeared in our days, and Ecumenists are the followers and expounders of this movement. Ecumenism is a fearful and dangerous heresy from which we Orthodox must stand far apart. Indeed, we ought to fight against it by enlightening those Orthodox who are ignorant of Ecumenism and what it entails.
Ecumenism maintains that: the truth and Grace of Christ is not to be found in any one single Church, but partially in all Churches. A little bit of it is to be found in the Orthodox Church, a little bit in the Papal, and a little bit in the Protestant Churches. Now if we put all these Churches together and create an Ecumenical Church we also unite all the pieces of the faith and the truth, and come up with the whole truth of Christ. The Ecumenical Church, the Ecumenists claim, is a tree with many branches. (This is the so-called "Branch Theory"). In this way they try to deceive the simple-minded. Each branch is a Church. Orthodoxy is one branch, Papalism another, Protestantism yet another, and so on. Put all the branches together as composing one tree and you come up with the Church of Christ-which of course is a "Church" of all the heresies and false teachings.But if this is so, then one ask, where is the one Church which Lord Jesus Christ established? Where is the one and only truth, the one body, the one Spirit, the one Lord, the one faith, the one baptism of which St. Paul speaks (Eph. 4, 4-6)? How can Orthodoxy stand side by side with heresy, faith with unbelief, truth with error? It is impossible.
Ecumenism was invented supposedly to do away with division and unite divided Christianity. But that which is divided cannot be joined, and the Ecumenists shall never achieve the "union of the Churches" because there are not many Churches but only one Church of Christ: The Orthodox Catholic Church which all may join by repenting of their errors and by renouncing their false doctrines.
Then shall we have the wondrous union of all in the One, Holy, Catholic and Apostolic Church of Christ. This is the universality and ecumenicity of the Church. This, and not Ecumenism.
Ecumenism is a new heresy which has appeared in our days, and Ecumenists are the followers and expounders of this movement. Ecumenism is a fearful and dangerous heresy from which we Orthodox must stand far apart. Indeed, we ought to fight against it by enlightening those Orthodox who are ignorant of Ecumenism and what it entails.
Ecumenism maintains that: the truth and Grace of Christ is not to be found in any one single Church, but partially in all Churches. A little bit of it is to be found in the Orthodox Church, a little bit in the Papal, and a little bit in the Protestant Churches. Now if we put all these Churches together and create an Ecumenical Church we also unite all the pieces of the faith and the truth, and come up with the whole truth of Christ. The Ecumenical Church, the Ecumenists claim, is a tree with many branches. (This is the so-called "Branch Theory"). In this way they try to deceive the simple-minded. Each branch is a Church. Orthodoxy is one branch, Papalism another, Protestantism yet another, and so on. Put all the branches together as composing one tree and you come up with the Church of Christ-which of course is a "Church" of all the heresies and false teachings.But if this is so, then one ask, where is the one Church which Lord Jesus Christ established? Where is the one and only truth, the one body, the one Spirit, the one Lord, the one faith, the one baptism of which St. Paul speaks (Eph. 4, 4-6)? How can Orthodoxy stand side by side with heresy, faith with unbelief, truth with error? It is impossible.
Ecumenism was invented supposedly to do away with division and unite divided Christianity. But that which is divided cannot be joined, and the Ecumenists shall never achieve the "union of the Churches" because there are not many Churches but only one Church of Christ: The Orthodox Catholic Church which all may join by repenting of their errors and by renouncing their false doctrines.
Then shall we have the wondrous union of all in the One, Holy, Catholic and Apostolic Church of Christ. This is the universality and ecumenicity of the Church. This, and not Ecumenism.
Ο μακαριστός Αρχιμ. Φιλόθεος Ζερβάκος :
Δια να μην αμαρτάνωμεν
« … Δια να μην αμαρτάνης του λοιπού σου δίδω τας εξής πατρικάς συμβουλάς.
1 ) Να προσεύχεσαι αδιαλείπτως νοερώς, μετά προσοχής, επιμελείας και συναισθήσεως να λέγης διαφόρους προσευχάς, όσας γνωρίζης και ιδίως την σύντομον προσευχήν . Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με, και το Δόξα σοι ο Θεός, Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς κ.λ.π. Να προσεύχεσαι και όταν περιπατής καθʼ οδόν, και όταν εργάζεσαι, και όταν πίπτης εις την κλίνην να αναπαυθής, και όταν εγείρεσαι και εν παντί καιρώ και πάση ώρα. Όταν, λοιπόν, προσεύχεσαι μετʼ ευλαβείας, επιμελείας, προσοχής και κατανύξεως ο εχθρός δεν πλησιάζει , αλλά και αν πλησιάση και όσας φοράς πλησιάση φεύγει, αναχωρεί άπρακτος…
2 ) Να ενθυμήσθε πάντοτε τον Θεόν. Επειδή το αμαρτάνειν γίνεται , λέει ο Μ. Βασίλειος ,κατʼ απουσίαν Θεού. Όταν λησμονήσωμεν τον Θεόν , λησμονήσωμεν ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, και μας βλέπει και τίποτε δεν τον λανθάνει ή καλόν ή κακόν. Τότε δεν θα αμαρτάνωμεν. Πώς ποιήσω το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου μου και αμαρτήσομαι, είπεν ο νέος Ιωσήφ ο σώφρων, ο ανδρείος κατά την ψυχήν, ο ωραίος και πάγκαλος, εις την ασελγεστάτην κυρίαν του, η οποία τον παρεκίνει προς αμαρτίαν . Και ούτω έφυγε την αμαρτίαν , ο δε προφητάναξ Δαβίδ, ηλικιωμένος , υπανδρευμένος, με παιδιά , ελησμόνησε τον Θεόν , αμάρτησε , και αφού μετενόησε πικρά , επενθούσε, ενήστευε, ηγρύπνει και εστέναζε δια την αμαρτίαν. Δια να μην αμαρτήση εις το εξής εσκέπτετο πάντοτε ότι ο Θεός ήτο έμπροσθέν του. « Προωρώμην τον Κύριόν μου, ότι δια παντός ενώπιόν μου εστι, ίνα μη σαλευθώ » , έλεγε.
3 ) Να ενθυμήσαι τον θάνατον. Μνήσθητι, τέκνον μου, των εσχάτων σου και ουχ αμαρτήσεις , μας συμβουλεύει ο Σοφός Σειράχ. Εκείνος που ενθυμείται διαρκώς τον θάνατον, λέγει ο Μ. Βασίλειος, ή τελείως ή ολίγον θέλει αμαρτήσει…
4 ) Να αγαπήσης τον Θεόν με όλην σου την ψυχήν, την καρδίαν, την δύναμιν και την διάνοιαν, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Αγάπην όμως όχι ψευδή, με λόγια, αλλά πραγματικήν, και όταν αγαπά τις τον Θεόν ολοψύχως μένει μαζί με τον Θεόν μένει μαζί με αυτόν. Πού πλέον να πλησιάση ο πονηρός, η αμαρτία; …
Αυτάς τας τέσσερας πατρικάς συμβουλάς , αγαπητόν μου τέκνον, σου δίδω και ως παρακαταθήκην σου αφήνω, και αν αυτάς φυλάξης μετά προσοχής και επιμελείας θα σωθής και θα κερδίσης την βασιλείαν των ουρανών , της οποίας είθε να αξιωθώμεν πάντες.
Μετά πατρικής αγάπης και εγκαρδίων ευχών
Φιλόθεος Ζερβάκος Αρχιμ. »
« … Δια να μην αμαρτάνης του λοιπού σου δίδω τας εξής πατρικάς συμβουλάς.
1 ) Να προσεύχεσαι αδιαλείπτως νοερώς, μετά προσοχής, επιμελείας και συναισθήσεως να λέγης διαφόρους προσευχάς, όσας γνωρίζης και ιδίως την σύντομον προσευχήν . Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με, και το Δόξα σοι ο Θεός, Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς κ.λ.π. Να προσεύχεσαι και όταν περιπατής καθʼ οδόν, και όταν εργάζεσαι, και όταν πίπτης εις την κλίνην να αναπαυθής, και όταν εγείρεσαι και εν παντί καιρώ και πάση ώρα. Όταν, λοιπόν, προσεύχεσαι μετʼ ευλαβείας, επιμελείας, προσοχής και κατανύξεως ο εχθρός δεν πλησιάζει , αλλά και αν πλησιάση και όσας φοράς πλησιάση φεύγει, αναχωρεί άπρακτος…
2 ) Να ενθυμήσθε πάντοτε τον Θεόν. Επειδή το αμαρτάνειν γίνεται , λέει ο Μ. Βασίλειος ,κατʼ απουσίαν Θεού. Όταν λησμονήσωμεν τον Θεόν , λησμονήσωμεν ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, και μας βλέπει και τίποτε δεν τον λανθάνει ή καλόν ή κακόν. Τότε δεν θα αμαρτάνωμεν. Πώς ποιήσω το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου μου και αμαρτήσομαι, είπεν ο νέος Ιωσήφ ο σώφρων, ο ανδρείος κατά την ψυχήν, ο ωραίος και πάγκαλος, εις την ασελγεστάτην κυρίαν του, η οποία τον παρεκίνει προς αμαρτίαν . Και ούτω έφυγε την αμαρτίαν , ο δε προφητάναξ Δαβίδ, ηλικιωμένος , υπανδρευμένος, με παιδιά , ελησμόνησε τον Θεόν , αμάρτησε , και αφού μετενόησε πικρά , επενθούσε, ενήστευε, ηγρύπνει και εστέναζε δια την αμαρτίαν. Δια να μην αμαρτήση εις το εξής εσκέπτετο πάντοτε ότι ο Θεός ήτο έμπροσθέν του. « Προωρώμην τον Κύριόν μου, ότι δια παντός ενώπιόν μου εστι, ίνα μη σαλευθώ » , έλεγε.
3 ) Να ενθυμήσαι τον θάνατον. Μνήσθητι, τέκνον μου, των εσχάτων σου και ουχ αμαρτήσεις , μας συμβουλεύει ο Σοφός Σειράχ. Εκείνος που ενθυμείται διαρκώς τον θάνατον, λέγει ο Μ. Βασίλειος, ή τελείως ή ολίγον θέλει αμαρτήσει…
4 ) Να αγαπήσης τον Θεόν με όλην σου την ψυχήν, την καρδίαν, την δύναμιν και την διάνοιαν, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Αγάπην όμως όχι ψευδή, με λόγια, αλλά πραγματικήν, και όταν αγαπά τις τον Θεόν ολοψύχως μένει μαζί με τον Θεόν μένει μαζί με αυτόν. Πού πλέον να πλησιάση ο πονηρός, η αμαρτία; …
Αυτάς τας τέσσερας πατρικάς συμβουλάς , αγαπητόν μου τέκνον, σου δίδω και ως παρακαταθήκην σου αφήνω, και αν αυτάς φυλάξης μετά προσοχής και επιμελείας θα σωθής και θα κερδίσης την βασιλείαν των ουρανών , της οποίας είθε να αξιωθώμεν πάντες.
Μετά πατρικής αγάπης και εγκαρδίων ευχών
Φιλόθεος Ζερβάκος Αρχιμ. »
Ο παπα - Τύχων
Άλλωστε, το είχε ύποσχεθη ο ίδιος: «Εγώ θα έρχωμαι κάθε χρόνο να σε βλέπω».
Πέρασαν τρία χρόνια ολόκληρα, χωρίς να μου παρουσιασθή, και αυτό με έβαλε σε λογισμούς: «μήπως έσφαλα σε κάτι;» Μετά από τρία χρόνια μου έκανε την πρώτη του επίσκεψη. Εάν εννοούσε ο Γέροντας ότι το «...κάθε χρόνο» θα άρχιζε μετά από τα τρία χρόνια, αυτό με παρηγορεί, γιατί έτσι δεν ήμουν εγώ αιτία σ' αυτό το θέμα.
Η πρώτη λοιπόν φορά ήταν στις 10 Σεπτεμβρίου 1971, βράδυ, μετά το μεσονύκτιο. Ενώ έλεγα την ευχή, βλέπω ξαφνικά τον Γέροντα να μπαίνη στο κελλί! Πετάχτηκα και του έπιασα τα πόδια και τα φιλούσα με ευλάβεια. Δεν κατάλαβα όμως πώς ξεγαντζώθηκε από τα χέρια μου και, καθώς έφευγε, τον είδα να μπαίνη στο Ναό, και εξαφανίστηκε. Φυσικά, τα χάνει κανείς εκείνη την ώρα, όταν συμβαίνουν τέτοια γεγονότα. Ούτε και μπορεί να τα εξηγήση αυτά με την λογική, γι' αυτό και λέγονται θαύματα. Άναψα αμέσως το κερί, γιατί μόνο το κανδήλι είχα αναμμένο, όταν συνέβη αυτό, για να σημειώσω στο ημερολόγιο την ήμερα αυτή πού μου είχε παρουσιασθή ό Γέροντας, για να το θυμάμαι. "Όταν είδα ότι ήταν η ημέρα πού είχε κοιμηθή ό Γέροντας (10η Σεπτεμβρίου), πολύ λυπήθηκα και ελέγχθηκα, πού μου πέρασε τελείως απαρατήρητη εκείνη η ημέρα. Πιστεύω να με συγχώρησε ο καλός Πατέρας, γιατί εκείνη την ήμερα, από το φώτισμα έως το ηλιοβασίλεμα, είχα επισκέπτες στο Καλύβι και είχα κουραστή και ζαλιστή και ξεχάστηκα τελείως. Αλλιώς, κάτι θα έκανα για να βοηθηθώ ο ίδιος και να δώσω λίγη χαρά στον Γέροντα με ολονύκτια προσευχή.
Δεν ξέρω εάν είχε παρουσιασθή σε άλλον, πριν από την πρώτη αυτή επίσκεψη που μου έκανε. Στο Κελλί μου πάντως είχε παρουσιασθή και σ' έναν άγνωστο Μοναχό (πρώην Καρακαλληνό), στον Πατέρα Ανδρέα, ως εξής:
Είχε έρθει στο Κελλί μου, για να τον εξυπηρετήσω σε κάτι που ήθελε. Φυσικά, ούτε με γνώριζε ούτε και εγώ τον γνώριζα. Περίμενε λοιπόν έξω από το Κελλί μου, κάτω από την ελιά, γιατί νόμιζε ότι απουσιάζω. Εγώ ήμουν μέσα στο εργαστήρι και δεν ακουγόμουνα, γιατί βερνίκωνα εικονάκια. Όταν τελείωσα, έψαλα το Άγιος ο Θεός και βγήκα έξω. Μόλις με είδε ο Πατήρ Ανδρέας, ξαφνιάστηκε και μου διηγήθηκε με θαυμασμό το εξής γεγονός:
«Ενώ περίμενα κάτω από την ελιά, είχαν κλείσει τα μάτια μου, αλλά τις αισθήσεις μου τις είχα. Βλέπω, λοιπόν, έναν Γέροντα να βγαίνη από εκείνα τα δενδρολίβανα και να μου λέη:
— Ποιόν περιμένεις;
Και εγώ του απήντησα:
-Τον Πατέρα Παΐσιο.
Ό Γέροντας μου είπε:
- Εδώ είναι, και έδειχνε με το δάκτυλο προς το κελλί.
Έκείνη την στιγμή που έδειχνε, άκουσα να ψέλνης το Άγιος ο Θεός και βγήκες έξω. Αυτός, Πάτερ Παΐσιε, θα είναι κανένας Άγιος, γιατί τους καταλαβαίνω. Έχω ιδεί και άλλες φορές τέτοια!»
Τότε του διηγήθηκα μερικά για τον Γέροντα και του είπα ότι εκεί στα δενδρολίβανα είναι ο τάφος του. Είχα φυτέψει γύρω - γύρω δενδρολίβανα, τα οποία είχαν μεγαλώσει, και δεν διακρινόταν ο τάφος, για να μη πατιέται το Λείψανό του, μια πού μου έδωσε εντολή να μη του κάνω εκταφή.
Νομίζω ότι από τα λίγα αυτά που ανέφερα και από τα λίγα πού έγραψα γύρω από την ζωή του σεβαστού Γέροντος, πολλά θα καταλάβουν όσοι έχουν εσωτερικά βιώματα. Φυσικά, όσοι ζούνε ταπεινά και στην αφάνεια μπορούν να καταλάβουν πόσο αδικούνται οι Άγιοι, με το να βλέπουμε μόνο τις εξωτερικές αρετές των Αγίων - όσες δεν κρύβονται - και αυτές μόνο να γράφουμε, ενώ ο πνευματικός πλούτος των Αγίων μας είναι σχεδόν άγνωστος. Αυτά τα λίγα, συνήθως, πού έχουμε από τους Αγίους ή τους ξέφυγαν, διότι δεν μπόρεσαν να τα κρύψουν, ή τους ανάγκαζε η μεγάλη τους αγάπη να κάνουν αυτή την πνευματική ελεημοσύνη.
Φυσικά, μόνο ο Θεός γνωρίζει τα πνευματικά μέτρα των Αγίων. Ούτε και οι ίδιοι οι Άγιοι τα γνώριζαν, διότι οι Άγιοι μόνο τις αμαρτίες τους μετρούσαν και όχι τα πνευματικά τους μέτρα. Έχοντας λοιπόν ύπ' όψιν μου το άγιο αυτό τυπικό των Αγίων, που δεν αναπαύονται στους ανθρώπινους επαίνους, προσπάθησα να περιοριστώ στα απαραίτητα γεγονότα.
Πιστεύω ότι είναι ευχαριστημένος και ο παπα - Τύχων και δεν θα παραπονεθή, όπως παραπονέθηκε σ' αυτόν ο φίλος του Γερο - Σιλουανού, όταν είχε γράψει για πρώτη φορά τον Βίο του ο Πατήρ Σωφρόνιος. Είχε παρουσιασθή τότε ο Γερο - Σιλουανός στον παπα - Τύχωνα και του είπε:
-Αυτός ο ευλογημένος Πατήρ Σωφρόνιος πολλά εγκώμια μου έγραψε, δεν το ήθελα.
Γι' αυτό φυσικά είναι και Άγιοι. Επειδή απέφευγαν την ανθρώπινη δόξα, τους δόξασε ο Θεός.
Οι ευχές του παπα - Τύχωνα και όλων των γνωστών και αγνώστων Αγίων να μας βοηθάνε στα δύσκολα χρόνια πού περνάμε. Αμήν.
Πέρασαν τρία χρόνια ολόκληρα, χωρίς να μου παρουσιασθή, και αυτό με έβαλε σε λογισμούς: «μήπως έσφαλα σε κάτι;» Μετά από τρία χρόνια μου έκανε την πρώτη του επίσκεψη. Εάν εννοούσε ο Γέροντας ότι το «...κάθε χρόνο» θα άρχιζε μετά από τα τρία χρόνια, αυτό με παρηγορεί, γιατί έτσι δεν ήμουν εγώ αιτία σ' αυτό το θέμα.
Η πρώτη λοιπόν φορά ήταν στις 10 Σεπτεμβρίου 1971, βράδυ, μετά το μεσονύκτιο. Ενώ έλεγα την ευχή, βλέπω ξαφνικά τον Γέροντα να μπαίνη στο κελλί! Πετάχτηκα και του έπιασα τα πόδια και τα φιλούσα με ευλάβεια. Δεν κατάλαβα όμως πώς ξεγαντζώθηκε από τα χέρια μου και, καθώς έφευγε, τον είδα να μπαίνη στο Ναό, και εξαφανίστηκε. Φυσικά, τα χάνει κανείς εκείνη την ώρα, όταν συμβαίνουν τέτοια γεγονότα. Ούτε και μπορεί να τα εξηγήση αυτά με την λογική, γι' αυτό και λέγονται θαύματα. Άναψα αμέσως το κερί, γιατί μόνο το κανδήλι είχα αναμμένο, όταν συνέβη αυτό, για να σημειώσω στο ημερολόγιο την ήμερα αυτή πού μου είχε παρουσιασθή ό Γέροντας, για να το θυμάμαι. "Όταν είδα ότι ήταν η ημέρα πού είχε κοιμηθή ό Γέροντας (10η Σεπτεμβρίου), πολύ λυπήθηκα και ελέγχθηκα, πού μου πέρασε τελείως απαρατήρητη εκείνη η ημέρα. Πιστεύω να με συγχώρησε ο καλός Πατέρας, γιατί εκείνη την ήμερα, από το φώτισμα έως το ηλιοβασίλεμα, είχα επισκέπτες στο Καλύβι και είχα κουραστή και ζαλιστή και ξεχάστηκα τελείως. Αλλιώς, κάτι θα έκανα για να βοηθηθώ ο ίδιος και να δώσω λίγη χαρά στον Γέροντα με ολονύκτια προσευχή.
Δεν ξέρω εάν είχε παρουσιασθή σε άλλον, πριν από την πρώτη αυτή επίσκεψη που μου έκανε. Στο Κελλί μου πάντως είχε παρουσιασθή και σ' έναν άγνωστο Μοναχό (πρώην Καρακαλληνό), στον Πατέρα Ανδρέα, ως εξής:
Είχε έρθει στο Κελλί μου, για να τον εξυπηρετήσω σε κάτι που ήθελε. Φυσικά, ούτε με γνώριζε ούτε και εγώ τον γνώριζα. Περίμενε λοιπόν έξω από το Κελλί μου, κάτω από την ελιά, γιατί νόμιζε ότι απουσιάζω. Εγώ ήμουν μέσα στο εργαστήρι και δεν ακουγόμουνα, γιατί βερνίκωνα εικονάκια. Όταν τελείωσα, έψαλα το Άγιος ο Θεός και βγήκα έξω. Μόλις με είδε ο Πατήρ Ανδρέας, ξαφνιάστηκε και μου διηγήθηκε με θαυμασμό το εξής γεγονός:
«Ενώ περίμενα κάτω από την ελιά, είχαν κλείσει τα μάτια μου, αλλά τις αισθήσεις μου τις είχα. Βλέπω, λοιπόν, έναν Γέροντα να βγαίνη από εκείνα τα δενδρολίβανα και να μου λέη:
— Ποιόν περιμένεις;
Και εγώ του απήντησα:
-Τον Πατέρα Παΐσιο.
Ό Γέροντας μου είπε:
- Εδώ είναι, και έδειχνε με το δάκτυλο προς το κελλί.
Έκείνη την στιγμή που έδειχνε, άκουσα να ψέλνης το Άγιος ο Θεός και βγήκες έξω. Αυτός, Πάτερ Παΐσιε, θα είναι κανένας Άγιος, γιατί τους καταλαβαίνω. Έχω ιδεί και άλλες φορές τέτοια!»
Τότε του διηγήθηκα μερικά για τον Γέροντα και του είπα ότι εκεί στα δενδρολίβανα είναι ο τάφος του. Είχα φυτέψει γύρω - γύρω δενδρολίβανα, τα οποία είχαν μεγαλώσει, και δεν διακρινόταν ο τάφος, για να μη πατιέται το Λείψανό του, μια πού μου έδωσε εντολή να μη του κάνω εκταφή.
Νομίζω ότι από τα λίγα αυτά που ανέφερα και από τα λίγα πού έγραψα γύρω από την ζωή του σεβαστού Γέροντος, πολλά θα καταλάβουν όσοι έχουν εσωτερικά βιώματα. Φυσικά, όσοι ζούνε ταπεινά και στην αφάνεια μπορούν να καταλάβουν πόσο αδικούνται οι Άγιοι, με το να βλέπουμε μόνο τις εξωτερικές αρετές των Αγίων - όσες δεν κρύβονται - και αυτές μόνο να γράφουμε, ενώ ο πνευματικός πλούτος των Αγίων μας είναι σχεδόν άγνωστος. Αυτά τα λίγα, συνήθως, πού έχουμε από τους Αγίους ή τους ξέφυγαν, διότι δεν μπόρεσαν να τα κρύψουν, ή τους ανάγκαζε η μεγάλη τους αγάπη να κάνουν αυτή την πνευματική ελεημοσύνη.
Φυσικά, μόνο ο Θεός γνωρίζει τα πνευματικά μέτρα των Αγίων. Ούτε και οι ίδιοι οι Άγιοι τα γνώριζαν, διότι οι Άγιοι μόνο τις αμαρτίες τους μετρούσαν και όχι τα πνευματικά τους μέτρα. Έχοντας λοιπόν ύπ' όψιν μου το άγιο αυτό τυπικό των Αγίων, που δεν αναπαύονται στους ανθρώπινους επαίνους, προσπάθησα να περιοριστώ στα απαραίτητα γεγονότα.
Πιστεύω ότι είναι ευχαριστημένος και ο παπα - Τύχων και δεν θα παραπονεθή, όπως παραπονέθηκε σ' αυτόν ο φίλος του Γερο - Σιλουανού, όταν είχε γράψει για πρώτη φορά τον Βίο του ο Πατήρ Σωφρόνιος. Είχε παρουσιασθή τότε ο Γερο - Σιλουανός στον παπα - Τύχωνα και του είπε:
-Αυτός ο ευλογημένος Πατήρ Σωφρόνιος πολλά εγκώμια μου έγραψε, δεν το ήθελα.
Γι' αυτό φυσικά είναι και Άγιοι. Επειδή απέφευγαν την ανθρώπινη δόξα, τους δόξασε ο Θεός.
Οι ευχές του παπα - Τύχωνα και όλων των γνωστών και αγνώστων Αγίων να μας βοηθάνε στα δύσκολα χρόνια πού περνάμε. Αμήν.
πηγή: Από το βιβλίο «ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ» του Γέροντος Παισίου Αγιορείτου
Αυτό ήταν και το τελευταίο κομμάτι, Δόξα τω Θεώ!
Άλλος ένας παπόδουλος οικουμενιστής, γράφει :
Πατριάρχης Βαρθολομαίος: Είκοσι χρόνια Πατριαρχείας-Είκοσι χρόνια Διακονίας και Προσφοράς
October 22, 2011
Του Αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού Θρόνου
Μακαρίου Γρινιεζάκη.
Αινέσωμεν άνδρας ενδόξους… την σοφίαν αυτών διηγήσονται λαοί
Πολλές φορές υποστηρίζομε ότι πρέπει να δημιουργούμε πρότυπα, ιδιαίτερα στην σύγχρονη εποχή που τα γνήσια πρότυπα έχουν ξεθωριάσει. Δεν είναι κατακριτέο αυτό. Είναι όμως ακόμα καλύτερα όταν τα πρότυπα δεν τα δημιουργούμε, αλλά τα αναγνωρίζουμε, τα αντιλαμβανόμαστε, τα παραδεχόμαστε, τα μαρτυρούμε, τα αναζητούμε και τελικά τα ανακαλύπτουμε και τα απολαμβάνουμε στη φυσική τους κατάσταση. Με τον τρόπο αυτό κάνουμε αυτό που υπαγορεύει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Θαυμάζουμε τα γεγενημένα, ζηλούμε την αρετήν, εξενέγκωμεν και ημείς εις ετέρους τας ανδραγαθίας των εκείνων»[2].
Με αυτές τις σκέψεις και έχοντας επίγνωση της προσωπικής ελαχιστότητάς μου προσπαθώ να σκιαγραφήσω μέσα στις γραμμές που ακολουθούν ένα φυσικό και υπαρκτό πρότυπο, χαρισματούχο άνθρωπο, ικανό χειριστή των υποθέσεων της Εκκλησίας, άνθρωπο του πνεύματος, ένθεο υποστηρικτή των ορθοδόξων δογμάτων, χορηγό αγάπης, υπεύθυνο στην διακονία της Εκκλησίας, γνώστη του πόνου των λαών, πνευματικό αγωνιστή και ιερουργό των θείων μυστηρίων, τον πρώτο της Ιερωσύνης των Ορθοδόξων, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο τον Α΄. Με την πεποίθηση πάντοτε ότι «Κύριος εμοί βοηθός έσται»[3].
το κείμενο έχει και συνέχεια
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης :
Oι Άγιοι αναθεματίζουν τον Πάπα και εμείς τον Πάπα τον ευλογούμε!
«Έχουμε στην εποχή μας τις αιρέσεις του Παπισμού και του Προτεσταντισμού και για τις οποίες οι εκκλησιαστικοί μας ηγέτες σιωπούν. Πολύ μεγάλη αίρεση ο Παπισμός, 21 καινοτομίας έχει: filioque, αλάθητο, πρωτείο του Πάπα, άζυμα, καθαρτήριο πυρ, του κόσμου τις αιρέσεις και πολύ χειρότερη αίρεση ο Προτεσταντισμός. Και εμείς τι κάνουμε απέναντι αυτών των αιρέσεων;
Εμείς τον Πάπα τον ευλογούμε...
Τον δεχόμαστε στην Αθήνα, στο Βουκουρέστι, στην Τιφλίδα, στην Κύπρο, τώρα και στη Μόσχα ετοιμάζεται να πάει, στην Κωνσταντινούπολη – «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», «άγιος αδελφός» ο αιρετικός Πάπας, τον οποίο ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός λέει «Τον Πάπα να καταράσθε». Οι Άγιοι καταρώνται, αναθεματίζουν τον Πάπα και οι δικοί μας ηγέτες σήμερα; Που είναι το αποστολικό και πατερικό τους φρόνημα, που λέει «επιτιμάν αποτόμως τους αιρετικούς».
Τότε και τώρα....
Όταν δε ελειτούργει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έβλεπε το Άγιον Πνεύμα, όπερ κατέβαινεν εις τα τίμια δώρα με σημείον, όπερ έβλεπε μόνον η καθαρά και αμόλυντος ψυχή του. Λειτουργούντος ποτέ του Αγίου μετά τινος Διακόνου, ούτος ατενίσας προς τον γυναικωνίτην είδε γυναίκα ωραίαν και εσκανδαλίσθη. Εννοήσας τούτο ο Άγιος βλέπει ότι δε κατήλθε το Άγιον Πνεύμα, κατά την συνήθειαν. Τότε τον μεν Διάκονον διέκοψεν από την λειτουργίαν εκείνην και τότε είδε το Άγιον Πνεύμα. Μετά δε ταύτα, δια να μη συμβή και άλλοτε, προσέταξε να κατασκευάσωσιν εις τον γυναικωνίτην δικτυωτά (καφάσια), ώστε αι γυναίκες να βλέπωσι προς το άγιον Βήμα, οι δε Κληρικοί να μη βλέπωσι προς τας γυναίκας (Συναξ. Τόμος: ΙΑ, 425).
Από τον λόγο περί Προνοίας του επισκόπου Εμέσης Νεμεσίου
Πώς λοιπόν, λέγει, οι όσιοι άνδρες περιπίπτουν σε πικρούς θανάτους και αδικαιολόγητες σφαγές; Και αν μεν αδίκως, γιατί δεν εμποδίζει τον φόνο η θεία Πρόνοια; Αν δε δικαίως, τότε είναι ανεύθυνοι οπωσδήποτε αυτοί που φονεύουν. Σ' αυτά εμείς έχουμε να πούμε, ότι ο φονιάς φονεύει αδίκως, ενώ ο φονευόμενος φονεύεται ή δικαίως ή προς το συμφέρον του· δικαίως μεν για πράξεις αμαρτωλές που είναι σ' εμάς άγνωστες, προς το συμφέρον του δε, όταν η θεία Πρόνοια προλαβαίνη τις κακές πράξεις τις οποίες πρόκειται να κάνη και κρίνει ότι τον συμφέρει να σταματήση η ζωή του ως εδώ. Ο δε φονιάς φονεύει αδίκως, διότι το κάνει με την θέλησί του για κέρδος και ληστεία. Διότι από εμάς εξαρτάται η πράξις, όμως το πάθημα δεν το ορίζουμε εμείς, το αν δηλαδή θα υποστούμε φόνο. Και κανένα είδος θανάτου δεν είναι κακό, παρά μόνον αυτό που οφείλεται στην αμαρτία, όπως γίνεται φανερό από τον θάνατο των οσίων ανδρών. Διότι, λέγει, είναι τιμημένος ο θάνατος των οσίων Αυτού. Ο αμαρτωλός όμως, είτε πεθάνη στο κρεββάτι, είτε ξαφνικά και χωρίς ταλαιπωρία, κακό θάνατο βρίσκει, αφού παίρνει μαζί του στον τάφο σαν κακό σύντροφο την αμαρτία. Διότι, λέγει, ο θάνατος των αμαρτωλών είναι κακός. Αυτός λοιπόν που διαπράττει τον φόνο, κάνει κακό· διότι στην μεν περίπτωσι των δικαίως φονευομένων κατατάσσεται στην κατηγορία των δημίων, στην δε περίπτωσι των φονευομένων προς το συμφέρον της ψυχής τους κατατάσσεται στην κατηγορία των μιαρών και ανοσίων δολοφόνων.
Ο παπα - Τύχων
-Μυρίζει καλά, Γέροντα; Εκείνος μου απαντούσε:
- Ό Παράδεισος, παιδί μου, μυρίζει πολύ καλύτερα.
Μια μέρα από εκείνες τις τελευταίες του, είχα βγει έξω, για να του φέρω λίγο νερό. Όταν άνοιξα μετά και μπήκα στο κελλί του, με κοιτούσε παράξενα και μου λέγει:
- Εσύ, ο Άγιος Σέργιος είσαι;
- Όχι, Γέροντα, είμαι ο Παΐσιος.
-Τώρα, παιδί μου, ήταν εδώ ή Παναγία, ο Άγιος Σέργιος και ο Άγιος Σεραφείμ. Που πήγαν; Κατάλαβα ότι κάτι γίνεται και τον ρώτησα:
- Τι σου είπε ή Παναγία;
-Θα πέραση η Πανήγυρη και μετά θα με πάρη.
Ήταν απόγευμα, παραμονή του Γενεθλίου της Θεοτόκου, 7 Σεπτεμβρίου του 1968 και μετά από τρεις ήμερες, στις 10 Σεπτεμβρίου, αναπαύθηκε εν Κυρίω.
Την προτελευταία ήμερα μου είχε πει ο Γέροντας:
- Αύριο θα πεθάνω και θέλω να μη κοιμηθής, για να σε ευλογήσω.
Εγώ τον λυπόμουνα εκείνο το βράδυ, πού κουραζόταν, γιατί συνέχεια τρεις ώρες είχε τα χέρια του επάνω στο κεφάλι μου, με ευλογούσε και με ασπαζόταν για τελευταία φορά. Για να εκφράση και την ευγνωμοσύνη του για το λίγο νερό πού του είχα δώσει στα τελευταία του, μου έλεγε:
- Γλυκό μου Παΐσιο, εμείς, παιδί μου, θα έχουμε αγάπη εις αιώνας αιώνων, η αγάπη είναι ακριβή η δική μας. Εσύ θα κάνης ευχή από εδώ, και εγώ θα κάνω από τον Ουρανό. Πιστεύω ότι θα με ελεήση ο Θεός, γιατί εξήντα χρόνια, παιδί μου, Καλόγηρος, συνέχεια έλεγα Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.
Έλεγε επίσης:
- Εγώ θα λειτουργώ πια στον Παράδεισο. Εσύ να κάνης ευχή από εδώ, και εγώ θα έρχωμαι κάθε χρόνο να σε βλέπω. Εάν εσύ θα καθήσης στό Κελλί αυτό, εγώ θα έχω χαρά, αλλά όπως ο Θεός θέλει, παιδί μου. Σου έχω και κουμπάνια, για τρία χρόνια κονσέρβες, και μου έδειχνε, δίπλα, έξι μικρά κουτιά σαρδέλες και αλλά τέσσερα κουτιά καλαμάρια, πού τα είχε φέρει κάποιος από καιρό, και έμειναν στην ίδια θέση, όπου τα είχε αφήσει ο επισκέπτης τότε. (Για μένα αυτές οι κονσέρβες δεν έφθαναν ούτε για μια εβδομάδα).
Ξανά επανελάμβανε ο Γέροντας:
- Εμείς, παιδί μου, θα έχουμε ακριβή αγάπη εις αιώνας αιώνων, και θα έρχωμαι κάθε χρόνο να σε βλέπω, και τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα συνέχεια.
Είναι αλήθεια ότι εκείνες οι δέκα τελευταίες ήμερες πού παρέμεινα κοντά του, ήταν η μεγαλύτερη ευλογία του Θεού για μένα, γιατί βοηθήθηκα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, Αφού μου δόθηκε η ευκαιρία να τον ζήσω λίγο από κοντά και να τον γνωρίσω καλύτερα. Αυτό πού μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το πόσο στα ζεστά είχε πάρει το θέμα της σωτηρίας της ψυχής! Δίπλα από το κρεβάτι του είχε έτοιμες επιστολές, για να τις ταχυδρομήσω, μόλις πεθάνη, σε γνωστούς του Επισκόπους, για να τον μνημονεύουν. Επίσης μου έδωσε εντολή να φέρω Επίσκοπο να τον διάβαση στον τάφο και να τον αφήσω εκεί - να μη του κάνω την εκταφή - μέχρι την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.
Είχα ειδοποιήσει εν τω μεταξύ στο Μοναστήρι ότι είναι πια στα τελευταία του ο παπα - Τύχων, και ήρθε ο Πατήρ Βασίλειος, για να τον ετοιμάσουμε. Έβλεπες πια σιγά - σιγά να σβήνη ο Γέροντας, σαν το κανδήλι, πού τελειώνει το λάδι από την κούπα και μένει λίγο στο φυτίλι, και κάνει τις τελευταίες του αναλαμπές.
Έτσι μας έφυγε η αγιασμένη του ψυχή και μας άφησε το σώμα του και ένα μεγάλο κενό. Τον ετοιμάσαμε οι δυο μας και ειδοποιήσαμε το πρωΐ και τους άλλους Πατέρες, και του διάβασαν την νεκρώσιμη ακολουθία οι γνωστοί του Ιερείς με ευλάβεια. Μας άφησε πόνο, φυσικά, στις ψυχές μας με τον αποχωρισμό του, γιατί η παρουσία του έπαιρνε πόνο και σκορπούσε παρηγοριά. Τώρα πια ο Γέροντας θα μας επισκέπτεται εκείνος από τον Ουρανό και θα μας βοηθάη περισσότερο.
αύριο το τέλος, πρώτα ο Θεός.
THE SPIRITUAL LAST WILL AND TESTAMENT OF SAINT LUKE
It is with a great deal of joy that we publish “The Spiritual Will “ of Saint Luke, which up until recently was unknown and unpublished. It had been kept by the niece of St. Luke, Maria Dimitrievna, who lives in Symferoupolis and she had the special blessing to have lived with the Saint for the last fifteen years of his life.
Γεροντικό του Σινά
Ο αββάς Κασσιανός έλεγε, ότι κοντά στον μεγάλο άγιο Ισίδωρο, τον πρεσβύτερο της Σκήτης, ήταν κάποιος διάκονος Παφνούτιος, που για την αρετή του τη μεγάλη ο Γέροντάς του θέλησε να τον κάνη ιερέα, για να μπορεί μετά το θάνατό του να τον έχει και διάδοχό του. Εκείνος, όμως, από ευλάβεια δεν πλησίασε τη χειροτονία κ’ έμεινε διάκονος. Αυτόν, λοιπόν, το διάκονο, τον τόσο ενάρετο, εφθόνησε κάποιος από τους Γέροντες, που έγινε όργανο του δαίμονος ˙ και, όταν όλοι βρισκόταν για την ακολουθία στην εκκλησία, , βγαίνει ο φθονερός και βάζει ένα δικό του βιβλίο στο κελλί του αββά Παφνουτίου. Μετά, πάει στον αββά Ισίδωρο και του λέει:
- Κάποιος από τους αδελφούς μου έκλεψε το τάδε βιβλίο και δεν το βρίσκω.
Απόρησε ο αββάς Ισίδωρος:
- Τι λες, αδελφέ. Ποτέ δεν έγινε τέτοιο πράγμα στη Σκήτη!
Κι ο μοναχός που είχε βάλει κρυφά το βιβλίο λέει στον Γέροντα:
- Στείλε μαζί μου άλλους δυο πατέρες, να κάνουμε μια έρευνα στα κελλιά.
Έφυγαν , λοιπόν, οι τρεις πατέρες για την έρευνα. Ο φθονερός μοναχός τους οδήγησε πρώτα στα κελλιά των άλλων μοναχών, και στο τέλος τους πήγε και στο κελλί του αββά Παφνουτίου. Εκεί βρίσκουν το βιβλίο και το πηγαίνει επιδεικτικά στον ηγούμενο, που βρισκόταν ακόμη στην εκκλησία. Τότε βάζει μετάνοια ο αββάς Παφνούτιος, μπροστά σε όλο το εκκλησίασμα , στον αββά Ισίδωρο τον πρεσβύτερο λέγοντας:
- Αμάρτησα, Γέροντα! Βάλε μου επιτίμιο.
Κι ο Γέροντας του έβαλε επιτίμιο να μην κοινωνήσει επί τρεις εβδομάδες. Αλλά κάθε φορά που είχαν σύναξη μπρος στην εκκλησία οι πατέρες, έβαζε μπρος σε όλους μετάνοια, λέγοντας:
- Συγχωρήστε με για το αμάρτημα που έκαμα.
Ύστερ’ από τις τρεις εβδομάδες του επιτιμίου, τον δέχτηκαν στην κοινωνία. Αλλά, ευθύς , αμέσως, ο μοναχός που τον είχε συκοφαντήσει δαιμονίστηκε κι άρχισε να εξομολογείται δημόσια:
- Εγώ εσυκοφάντησα το δούλο του Θεού!
Τότε προσευχήθηκαν στην εκκλησία γι’ αυτόν όλοι οι πατέρες, μα εκείνος δεν θεραπεύονταν. Τότε ο μέγας Ισίδωρος λέει, μπροστά σε όλους, στον αββά Παφνούτιο:
- Προσευχήσου εσύ, σε παρακαλώ, αββά Παφνούτιε, γιατί εσένα συκοφάντησε. Κι αν θεραπευτεί, τούτο θα γίνει μόνο με τη δική σου προσευχή.
Και μόλις ο αββάς Παφνούτιος προσευχήθηκε, αμέσως έγινε καλά ο δαιμονισμένος γέροντας.
- Κάποιος από τους αδελφούς μου έκλεψε το τάδε βιβλίο και δεν το βρίσκω.
Απόρησε ο αββάς Ισίδωρος:
- Τι λες, αδελφέ. Ποτέ δεν έγινε τέτοιο πράγμα στη Σκήτη!
Κι ο μοναχός που είχε βάλει κρυφά το βιβλίο λέει στον Γέροντα:
- Στείλε μαζί μου άλλους δυο πατέρες, να κάνουμε μια έρευνα στα κελλιά.
Έφυγαν , λοιπόν, οι τρεις πατέρες για την έρευνα. Ο φθονερός μοναχός τους οδήγησε πρώτα στα κελλιά των άλλων μοναχών, και στο τέλος τους πήγε και στο κελλί του αββά Παφνουτίου. Εκεί βρίσκουν το βιβλίο και το πηγαίνει επιδεικτικά στον ηγούμενο, που βρισκόταν ακόμη στην εκκλησία. Τότε βάζει μετάνοια ο αββάς Παφνούτιος, μπροστά σε όλο το εκκλησίασμα , στον αββά Ισίδωρο τον πρεσβύτερο λέγοντας:
- Αμάρτησα, Γέροντα! Βάλε μου επιτίμιο.
Κι ο Γέροντας του έβαλε επιτίμιο να μην κοινωνήσει επί τρεις εβδομάδες. Αλλά κάθε φορά που είχαν σύναξη μπρος στην εκκλησία οι πατέρες, έβαζε μπρος σε όλους μετάνοια, λέγοντας:
- Συγχωρήστε με για το αμάρτημα που έκαμα.
Ύστερ’ από τις τρεις εβδομάδες του επιτιμίου, τον δέχτηκαν στην κοινωνία. Αλλά, ευθύς , αμέσως, ο μοναχός που τον είχε συκοφαντήσει δαιμονίστηκε κι άρχισε να εξομολογείται δημόσια:
- Εγώ εσυκοφάντησα το δούλο του Θεού!
Τότε προσευχήθηκαν στην εκκλησία γι’ αυτόν όλοι οι πατέρες, μα εκείνος δεν θεραπεύονταν. Τότε ο μέγας Ισίδωρος λέει, μπροστά σε όλους, στον αββά Παφνούτιο:
- Προσευχήσου εσύ, σε παρακαλώ, αββά Παφνούτιε, γιατί εσένα συκοφάντησε. Κι αν θεραπευτεί, τούτο θα γίνει μόνο με τη δική σου προσευχή.
Και μόλις ο αββάς Παφνούτιος προσευχήθηκε, αμέσως έγινε καλά ο δαιμονισμένος γέροντας.
Μακαριστός π. Αθανάσιος Μυτιληναίος
Η Α π ο κ ά λ υ ψ ι ς
Του Αποστόλου και Ευαγγελιστού
Ιωάννου του Θεολόγου
Ομιλία 2α
(Αποκ. 1, 1)(Ανάλυσις των : «Αποκάλυψις», «δει», «εν τάχει». -Προοίμιον) Του Αποστόλου και Ευαγγελιστού
Ιωάννου του Θεολόγου
Ομιλία 2α
»ος εμαρτύρησε τον λόγον του Θεού και την μαρτυρίαν Ιησού Χριστού, όσα είδε.
»Μακάριος ο αναγινώσκων και οι ακούοντες τους λόγους της προφητείας και τηρούντες τα εν αυτή γεγραμμένα. ο γαρ καιρός εγγύς» 1.
Θαυμασία, αγαπητοί μου εισαγωγική επιγραφή του όλου αυτού βιβλίου, ως συμπύκνωσις πολλών απαραιτήτων στοιχείων.
Και πρώτα-πρώτα: Η εισαγωγική αυτή επιγραφή του βιβλίου της Αποκαλύψεως διακρίνεται δια τον επίσημον τόνο της, τον επίσημο χαρακτήρα της, και υπενθυμίζει την επιγραφή προφητικών βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης. έχει μια μεγαλοπρέπεια. Παραβάλατε την επιγραφικήν εισαγωγήν του βιβλίου του Ησαΐου, που λέγει:
Και πρώτα-πρώτα: Η εισαγωγική αυτή επιγραφή του βιβλίου της Αποκαλύψεως διακρίνεται δια τον επίσημον τόνο της, τον επίσημο χαρακτήρα της, και υπενθυμίζει την επιγραφή προφητικών βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης. έχει μια μεγαλοπρέπεια. Παραβάλατε την επιγραφικήν εισαγωγήν του βιβλίου του Ησαΐου, που λέγει:
Η συνέχεια, κλικ πιο κάτω στο : Read more
Τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (Περὶ ἀνδριάντων):
ΑΣ ΜΗ ΠΕΣΟΥΜΕ ΧΑΜΗΛΟΤΕΡΑ.
«Ὁ Χριστιανὸς πρέπει να διαφέρη ἀπὸ τοὺς ἀπίστους καὶ σὲ τοῦτο, ὅτι ὑπο-
φέρει μὲ γενναιότητα τὰ πάντα καὶ ἐνισχύεται ἀπὸ τὴν ἐλπίδα τῶν μελ-
λόντων ἀγαθῶν, ποὺ τὴν θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν προσβολή τῶν
ἀνθρωπίνων κακῶν. Ὁ πιστὸς ἔχει σταθῆ πάνω στὴν πέτρα, γι᾽αὐτὸ καὶ μέ-
νει ἀπρόσβλητος ἀπὸ τὰ κύματα. Καὶ ἄν ἀκόμη σηκωθοῦν τὰ κύματα τῶν
πειρασμῶν, δὲν φθάνουν στὰ δικά του πόδια. Αὐτὸς στέκει πιὸ πάνω ἀπὸ
κάθε τέτοια ἐπιβολή. Ἄς μὴ καταπέσουμε λοιπόν, χαμηλότερα». Ἄς μεί-
νουμε σταθεροὶ πάνω πάνω στὴν πέτρα τῆς Πίστεως.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
