Η Θεοφάνεια είναι η ανώτερη, και πνευματική προσέγγιση του Θεού. Του Ασλανίδη Σταύρου.

Περίληψη όσων προαναφέρθηκαν σε προηγούμενες αναφορές για τον παλαιό των ημερών.

Ο Θεός είναι απρόσιτος απερίγραπτος, και αυτές οι αναφορές είναι στα φυσικά ιδιώματα της Αγίας Τριάδας. Δεν αφορούν κάποιο υποστατικό ιδίωμα, δεν αναφέρονται σε ξεχωριστό ή ιδιωτικό πρόσωπο. Με απλά λόγια μία είναι η Μορφή του Τριαδικού Θεού. Ωστόσο υπάρχουν αδιαιρέτως διακριτά τρία Πρόσωπα στον Θεό, δύο φύσεις στον Χριστό και υπάρχει διάκριση σε ουσία και ενέργεια Του. Η ύπαρξη αυτού του αδιαιρέτου επιμερισμού Του, γίνεται γνωστή στον κόσμο μόνο μέσα από μια διάκριση και όχι μετά από μία διαίρεση Του. Ξέρουμε τα τρία διακριτά Πρόσωπα Του, τις δύο διακριτές φύσεις Του και την διάκριση Του σε ουσία και ενέργεια. Εντούτοις μας είναι παντελώς άγνωστη κάποια διαίρεση Του. Ξέρουμε ότι “εστίν” Πατέρας, “εστίν” Θεϊκή Φύση και “εστίν” Ενέργεια του Θεού, αλλά δεν ξέρουμε, ή μάλλον αγνοούμε παντελώς το “τι εστίν” το καθένα τους.

Αυτό έχει σαν συνέπεια, να έχουμε την αδιαίρετη διάκριση, να ομολογούμε Τριάδα των προσώπων Του και να αναφερόμαστε στην Τριάδα Του, χωρίς να διαχωρίζουμε τα πρόσωπα μεταξύ τους. Αυτό έρχεται και βρίσκεται σε εφαρμογή και στην θεοφάνεια. Συναντάμε λοιπόν σε αυτήν την λεγόμενη συμβολική φανέρωση του Θεού. Το θέμα δεν είναι η παραδοχή του συμβολισμού, αλλά η σημασία που του δίνει ο καθένας. Η μεγάλη διαφωνία είναι το πως θα λάβουμε τον συμβολισμό της Θεοφάνειας. Από την μια μεριά η φιλοσοφία, μίλησε για το περιβάλλον του Θεού και αναφέρεται σε “ιδέες” και στον “λόγο”. Αυτά ήρθαν και χρησιμεύουν για να δείξουν τον θεό τους. Ο Ακινάτης πάλι μίλησε για την αναλογία του Θεού στην κτίση. Οι αντιπαλαμικοί μίλησαν για ινδάλματα και ομοιώματα της φαντασίας. Ωστόσο τίποτα από αυτά δεν εκφράζει την ορθόδοξη παράδοση ή μάλλον αυτά είναι αντίθετα από το τρόπο που ερμηνεύουν οι ορθόδοξοι συγγραφείς το Απρόσιτο και Απερίγραπτο του Θεού.

Δεχθήκαμε βέβαια την πολύ σύντομη περιγραφή της θεοφάνειας με διαφορετικά συνήθως σύμβολα και μένει να πούμε με ποια σημασία τα σύμβολα φέρνουν κοντά τον άνθρωπο στον Θεό. Υπάρχει ένα μόνο, ικανό, αρκετό και αξιόπιστο σύμβολο, είναι ο μόνος Μεσίτης, Αυτός είναι ο ενυπόστατος Θεός και Χριστός. “Από”, “διά”, “για” και “προς” τον Χριστό είναι τα Πάντα. Μετά από αυτό τον ολοκληρωτική θέση του Χριστού, λέμε ότι δεν υπάρχει άλλο ιδιωτικό σύμβολο του ασώματου Θεού που να έχει ή να δίνει εικονική ή σχηματική αναπαράσταση του Θεού. Αντί αυτού υπάρχει το σύμβολο που δίνει κατά επίνοια την ύπαρξη του Θεού.

Μιλήσαμε σε άλλη ενότητα για το ότι δεν διαιρείται ο Θεός, εντούτοις διακρίνεται σε τριάδα ή αλλιώς σε δυάδα του Θεού. Εδώ λέμε ότι η παρουσία οποιουδήποτε εικονικού συμβόλου του Θεού, αυτό είναι το εργαλείο για την διαίρεση του πρωτότυπου, σε επιμέρους οντότητες. Η εικονική παράσταση με τρία σύμβολα του θεού, η τριπρόσωπη παράσταση του Θεού, επιφέρει τρία χωρισμένα πρόσωπα. Το ίδιο κάνει, διαιρεί τον Θεό, η χωριστή εορτή των προσώπων, η χωριστή δοξολογία, η τριπλή ή διπλή προσκύνηση Τους. Εντούτοις αφού δεν είναι εικονικό το σύμβολο της Θεοφάνειας, στην συνέχεια μιλήσαμε και για την Θεολογία του συμβόλου. Το σύμβολο δίνεται στον πιστό, για να φθάσει κατά επίνοια στον Θεό. Αυτή η ερμηνεία του συμβόλου γίνεται το εργαλείο για να δεχτούμε με σεβασμό την διάκριση του Θεού.

Επίσης αναφερθήκαμε για την αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στο τρόπο που προσεγγίζουμε τον άνθρωπο και τον Θεό. Είδαμε στα λόγια του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού είναι διαφορετική η προσέγγιση ανθρώπου και Θεού. Στον άνθρωπο προσεγγίζονται τα πρόσωπα και γνωρίζεται η υπόσταση και στην συνέχεια κατά επίνοια προσλαμβάνονται κάποιες από τις κοινότητες τους. Μετά από αυτήν οδηγούμαστε συμπερασματικά σε ομάδες, συλλόγους, έθνη, φυλές κ.ά.

Αντίθετα στον Θεό προσεγγίζεται στην Μονάδα η Τριάδα, αφού είναι αδιαίρετος και κατά επίνοια μιλάμε για τα τρία πρόσωπα. Γνωρίζουμε την ενότητα τους, δηλαδή την μονάδα, ή τα φυσικά ιδιώματα, μαθαίνουμε ότι είναι Αγαθός, Παντοδύναμος, Φιλάνθρωπος, Άχρονος, Απερίγραπτος … και από αυτά κατά επίνοια πάμε στην μονάδα Του. Συναντάμε την Τριαδική Μονάδα Του, πιστεύουμε και προσκυνάμε έναν αδιαίρετο Θεό, με τα τρία Πρόσωπα Του.

 

Επιχειρώντας να ερμηνεύσουμε την θεοφάνεια στο όραμα του Δανιήλ, είπαμε ότι πάντοτε Μία και μόνο είναι η θεοφάνεια. Ο Θεός είναι Απλός, Αμερής, αναλλοίωτος και Απαθής. Έτσι η Θεοφάνεια δεν έρχεται και φεύγει, ούτε αρχίζει και τελειώνει. Αντίθετα δίνεται με την πρόνοια του Θεού. Δίνεται μέρος της χάριτος, η γεύση από την πνευματική κοινωνία μαζί Του, η καλούμενη Μέθεξη. Το πλήρωμα της δόθηκε στην Πεντηκοστή. Δεν υπάρχει λοιπόν πρώτη και δεύτερη θεοφάνεια, αλλά υπάρχει περισσότερο ή λιγότερο πνευματικό βίωμα της μίας Θεοφάνειας που δίνεται σε διαφορετικά Πρόσωπα, με διαφορετικό έργο στην σωτηρία και αυτό ανάλογα με την Πρόνοια του Χριστού. Όλη η εξουσία της είναι στον Χριστό, και Αυτός Προνοεί για την μέθεξη της κατά την καρδιά του πιστού.

 

Επίσης έχουμε την αρμονική συμβίωση της παράδοσης με το δόγμα της Τριαδικής Μονάδας και το αδιαίρετο του Θεού. Στον Θεό έχουμε το μυστήριο της τριαδική Μονάδας. Υπάρχει Τριάδα και Μονάδα ταυτόχρονα, χωρίς η τριαδική Μονάδα να διαχέεται σε τριάδα ούτε να συμπτύσσεται σε μονάδα. Δεν είναι μονάδα που φαινομενικά μόνο έχει τρία πρόσωπα, ούτε τριάδα στον κόσμο, στον χρόνο και στο χώρο, στην βούληση στην απόφαση, στην δύναμη στις ενέργειες, στην λατρεία. Είναι μία η μορφή μία η προσκύνηση και ταυτόχρονα ομολογείται στην ύπαρξη τρία χωριστά πρόσωπα. Δεν έφθασε ο ένας εδώ και ο άλλος εκεί, ο ένας στον θρόνο, ο άλλος μετακινείται και η απουσία του Αγίου Πνεύματος !!!

Στην παρούσα μελέτη θα μείνουμε και πάλι στη επίνοια και στην κατά επίνοια προσέγγιση του Θεού.

 

Τα σύμβολα που περιγράφει η Αγία Γραφή ερμηνεύουν κατά επίνοια τις Αλήθειες του Θεού.

 

Ο Παλιός των ημερών είναι ένα σύμβολο. Ωστόσο αυτό το σύμβολο δεν είναι ένα σχηματικό ίνδαλμα του πρωτοτύπου, αλλά είναι ένα σύμβολο το οποίο κατά επίνοια δηλώνει το Άρρητο.

 

Σε πολλά σημεία ο λόγος της Αγίας Γραφής θέλει κατά επίνοια την ερμηνεία του. Κυρίως η Παλαιά Διαθήκη δίνει σωματικά τον λόγο για τον Θεό και θέλει κατά επίνοια να ερμηνευτεί. Δηλαδή ο παλαιός των ημερών, το φως και η περιστερά, δεν είναι το σχήμα που συμβολίζει το Θείο αλλά είναι το σωματικό σύμβολο που οδηγεί το πνεύμα στην θεία δύναμη. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ο παλαιός των ημερών λέγεται κάτασπρος γιατί αυτό είναι το χρώμα που κατεξοχήν δεν επιδέχεται λεκέδες. Εντούτοις αν υπήρχε κάτι άλλο που είναι ποιο ενδεικτικό της καθαρότητας, τότε θα είχε προτιμηθεί εκείνο. Επιπλέον ειπώθηκε θρόνος για να δείξε την δύναμη, την δικαιοσύνη και την εξουσία του θεού. Παρόμοια η Καινή Διαθήκη αναφέρεται σε περιστερά, γιατί αυτή τόσο στην Ιουδαϊκή όσο και στην ελληνική γραμματεία είναι το σύμβολο της ειρήνης, της αγαθότητας, του πνεύματος. Αν πάλι υπήρχε κάποιο άλλο σύμβολο του πνεύματος, τότε το ποιο πιστό σύμβολο θα επικρατούσε και αυτό το σύμβολο θα έγραφε το ευαγγέλιο. Λέγεται φως γιατί αυτό είναι η κατεξοχήν ζωοποιός δύναμη στο κόσμο, και αυτή πέμπεται και αποστέλλεται αδιαιρέτως. Αν υπήρχε κάποιο άλλο σύμβολο, τότε ο Χριστός θα είχε αυτό το σύμβολο. Άρα παλιός των ημερών, η περιστερά, το φως και όλα τα άλλα σύμβολα, δεν είναι εικονικές παραστάσεις από τα πρόσωπα του Θεού, αλλά σύμβολα, αυτά που είναι τα ποιο κοντινά για να μας μεταφέρουν κατά επίνοια την πνευματική κατάσταση. Δεν είναι μια εξωτερική αίσθηση που έρχεται και χάνεται, αλλά μια μόνιμη πνευματική κατάσταση που την βλέπουν όσοι φτάσουν στο αντίστοιχο πνευματικό επίπεδο. Ωστόσο δεν είναι κάτι αυτοδίκαιο αυτό, αλλά όπως όλα τα άλλα και αυτό έρχεται ως δώρο Θεού, μετά από την πρόνοια του Θεού, που θέλει όλοι να σωθούν.

 

Όλα τα σύμβολα της θεοφάνειας δεν περιγράφουν τα άρρητα, αλλά λένε προς τα που να πάει κατά επίνοια ο νους του ανθρώπου. Δεν ορίζεται με ονόματα ή σύμβολα το θείο, αλλά δίνεται η κατά επίνοια αναφορά στην ύπαρξη της.

 

Το Θαύμα της αιμορροούσα γυναίκας και η αναζήτηση από τον Χριστό στο “άγγιγμα” Του. Το “άγγιγμα” στον Χριστό ήταν η κατά επίνοια Θεϊκή δύναμη Του.

 

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας λέει το θαύμα με την αιμορροούσα γυναίκα. Ο Χριστός ρώτησε ποιος τον άγγιξε. Ο Πέτρος προσέγγισε το θέμα σωματικά ή κατά τις αισθήσεις και απάντησε σε μια ερώτηση που αναφέρεται σε αισθητό άγγιγμα. Ο Χριστός λοιπόν, χωρίς να αναιρέσει το ότι ήταν άγγιγμα, συμπλήρωσε ότι αυτό που λέει το λέει κατά επίνοια, ήταν ένα άρρητο άγγιγμα. Το άγγιγμα ανήκει στη θεολογία ενώ δεν έχει σχέση ούτε με αίσθηση ούτε με όγκο και αποστάσεις. Δεν ήταν κάτι σωματικό, δεν ήταν ένας κοινωνικός συνωστισμός, σαν μια ακόμη πράξη παρόμοια με τις άλλες πράξεις του κόσμου τούτου. Επίσης δεν ήταν μία θεατρική ή συμβολική ή φανταστική προσέγγιση. Απεναντίας ήταν το ποιο αληθινό άγγιγμα, η μοναδική εμπειρία, το ζωντανό ύδωρ, ο άρτος της ζωής, ήταν ο πολύτιμος μαργαρίτης. Ήταν συγκατάβαση Θεϊκή. Ένα διαφορετικό, ξεχωριστό άγγιγμα, ήταν αληθινό χωρίς χρονικό τέλος. Ήταν λοιπόν το Αληθινό άγγιγμα χωρίς σωματική επαφή.

Στην Αγία Γραφή λοιπόν, ο Χριστός μίλησε με παραβολές και κατά επίνοια για να τον ακούσουν οι πνευματικοί άνθρωποι. Μακάρισε τους καθαρούς στην καρδιά ότι αυτοί θα δεχθούν την όραση δηλαδή θα λάβουν θεϊκή δύναμη.

 

Εξήλθε λοιπόν δύναμη θεϊκή από το Θεοποιώ σώμα Του, αυτή ήταν η δύναμη που γιάτρευσε την γυναίκα. Αυτή η κατά επίνοια εμπειρία δεν ήταν μια μάταιη ή διάχυτη δύναμη αλλά ενταγμένη στον θείο σχέδιο της σωτηρίας ήταν η συγκατάβαση. Έδωσε μετάνοια και αγιασμό στην ψυχή, ωστόσο μέσα από ένα και το ίδιο το άγγιγμα. Η συνέχεια και η εξωτερίκευση του γεγονότος και η δημοσίευση του με την διδασκαλία ήταν για να τα ακούσουν οι άνθρωποι και να ωφεληθούν.

Ωστόσο η επίνοια που μεταφέρεται στην θεοφάνεια έχει θεολογικό περιεχόμενο και αποδίδεται σε θεία δύναμη. Εντούτοις δεν λέμε είδα τον άνθρωπο ή το βιβλίο ή ένα ζώο κατά επίνοια. Αφού όταν βλέπει κάποιος κάτι κτιστό αυτό και οι συνέπειες του αρχίζουν και τελειώνουν εδώ. Επιπλέον αν η επίνοια γίνει στον κόσμο και αφορά πράξη σε σωματικά θέματα ή σχήματα, τότε περιορίζεται στον χρόνο, στον χώρο, εμπλέκεται η φυσική όραση και η αίσθηση και όλα γίνονται μόνο μία φορά Την άλλη φορά θα το δει κάπως αλλιώς, σίγουρα με άλλο χρόνο και άλλη πράξη. Αυτή είναι και η διαφορά ανάμεσα στην κοσμική θεοφάνεια που είναι πολλές και ψεύτικες και στην θεϊκή Θεοφάνεια που είναι μια, η μόνη αληθινή, αιώνια και άρρητη. Ακόμα και στους αγγέλους δεν λέμε ότι είδαμε κατά επίνοια αλλά κατά σύμβολο.

Στον Θεό όμως η Θεοφάνεια δεν έχει καμία σχέση με την σωματική όραση. Δεν έχει σχέση με τα σωματικά σχήματα. Δεν λέμε κάτι παρόμοιο για την όραση του Θεού με αυτή που αναφέρεται στα κτίσματα. Δεν λέμε ότι είδαμε τον Θεό, ούτε είδαμε το σύμβολο του προσώπου Του, αλλά είδαμε τον Θεό δηλώνει την τριαδική μονάδα Του, την κατά συγκατάβαση κοινωνία μαζί Του. Με άλλα λόγια κατά επίνοια των σωματικών φανερώνεται η δύναμη και η ενέργεια του Θεού. Είδαμε δηλαδή αυτό που μπορούμε να δούμε και στην συνέχεια κατά επίνοια, προσεγγίζουμε κάτι περισσότερο. Ωστόσο όπως θα δούμε στην συνέχεια, η επίνοια δεν φθάνει για να λεχθεί ως γνώση ούτε έχει ή συνοδεύεται με τον παραμικρό ορισμό στον Θεό. Η επίνοια οδηγεί στην ύπαρξη, στο ότι εστίν Θεός όχι στο τι εστίν Θεός.

Έχουμε λοιπόν τα σύμβολα και τα ονόματα επειδή κατά επίνοια οδηγούμαστε στην ύπαρξη προς το πρωτότυπο τους. Μας δόθηκαν ονόματα και σύμβολα για να βοηθήσουν στην κατά επίνοια σχηματισμό της ύπαρξης και όχι μιας πολύμορφης παράστασης του κατακερματισμένου θεού. Έτσι προσεγγίζουμε με το όνομα του Γιαχβέ την Μία ύπαρξη Του, όχι σε ένα κυρίαρχο πρόσωπο από το τριαδικό θεό. Αλλού μας είπε εγώ είμαι ο Ων, ωστόσο αυτό πάλι δεν είναι όνομα ενός περσοναλιστικού προσώπου, δεν είναι αντί το όνομα πατέρας. Με αυτήν την κατά επίνοια θεολογία προσεγγίζουμε τα σύμβολα της περιστεράς, του παλαιού των ημερών, της φωνή εκ του ουρανού.

Το σύμβολο και το πρωτότυπο του διακατέχεται από αδιαίρετη διάκριση. Αυτό είναι μία κατά επίνοια διαίρεση και δεν είναι ένας αισθητός διαχωρισμός. Είναι στρεβλή παρανόηση η απόδοση εικονικού σχήματος ή συμβολικής παράστασης στην αναφορά της Αγίας Γραφής στον παλαιό των ημερών, στην περιστερά κ.ά. Δεν γίνεται ούτε σχετίζεται το αισθητό με το άρρητο. Δεν οδηγεί το αισθητό στο άρρητο ούτε αντιπροσωπεύει το αισθητό το άρρητο. Απλά από το αισθητό θέλησε ο κύριος να δώσει ο Κύριος το άρρητο, όπως από το άγγιγμα του ιματίου του έδωσε την Θεϊκή δύναμη Του και γιάτρευσε την αιμορροούσα. Αυτή είναι η συγκατάβαση.

 

Η ύπαρξη και το “είναι” της οντότητας του όρου “επίνοιας” του Θεού.

 

Ο παλαιός των ημερών δεν είναι μια θολή εικόνα, ένα φάντασμα, μία χωρίς ζωή σχήμα, αλλά είναι η κατεξοχήν ζωή. Δεν είναι μια καρικατούρα, μία απομίμηση ή ένα ίνδαλμα. Δεν είναι ένα όνειρο, μία εντύπωση, μία φανταχτερή ή εκστατική εμφάνιση, ένα συναίσθημα, μια εκ του ουρανού αισθητική βεβαίωση, μία ανθρωπίνως πνευματική ενατένιση, ένα κατασκεύασμα ή σχήμα που έγινε και χάθηκε στον χρόνο. Αντίθετα είναι μια άγευστη γεύση, όχι γιατί δεν έχει την ύπαρξη της γεύσης, αλλά επειδή αυτή είναι η άρρητη γεύση. Αυτή είναι η αποκαλούμενη Μέθεξη. Είναι η Άρρητη Ενέργεια του Θεού, που έχει την πηγή της, το ίδιο και στα τρία πρόσωπα του Θεού χωρίς καμία ιδιαιτερότητα σε κάποιο από τα τρία Πρόσωπα. Σε Αυτήν λοιπόν την ενέργεια του Θεού, είτε με το όνομα του παλαιού των ημερών, είτε με την φωνή από τον ουρανό, είτε με την περιστερά, … δεν υπάρχει απολύτως καμία υπεροχή ή εύνοια ενός προσώπου, ούτε είναι υπάρχει κάποιο που είναι ποιο κοντά, ούτε κάπως αλλιώς χωρίζεται κάποιο από τα Πρόσωπα του Θεού.

Συμπερασματικά είναι Τέλειος και ταυτόχρονα Προσωπικός ο Θεός και στα φυσικά Του ιδιώματα αναφέρεται κατά επίνοια η ονομασία, “παλαιός των ημερών”. Αυτό σημαίνει ότι το όνομα του Θεού, δεν ξεχωρίζει το ένα Πρόσωπο από την πληρότητα του Θεού, διότι αυτό συνδέεται κατά ευδοκία με την Τριαδική Μονάδα του Θεού. Με απλά λόγια δεν διαιρεί ο παλαιός των ημερών τον Θεό, δεν είναι το όνομα από τον ένα που τον σχίζει και τον ξεχωρίζει από την Τριάδα. Ο παλαιός των ημερών είναι σύμβολο, όχι εικονικό σχήμα, αλλά κατά επίνοια. Είναι ονομασία από την μέθεξη του αδιαίρετου πλήρη Τριαδικού Θεού.

Αν πάλι αποδοθεί το όνομα σε κάποιο ίνδαλμα, ή στο σχήμα ενός ατομικού προσώπου, σε μια ξεχωριστή οντότητα και μια παρόμοια κίνηση με αυτήν που συμβαίνει στα σύμβολα των αγγέλλων, τότε αυτή καταργεί ότι ο Θεός είναι Απλός και Αμερής.

Ωστόσο ο Θεός σαν Αμερής και Απλός, μερίζεται Αμερίστως και πολλαπλασιάζεται αδιαιρέτως. Είναι ολόκληρος και πάντα ο ίδιος πάντοτε και σε κάθε επιμέρους πρόσληψη του. Όπως κάθε τι του Θεού είναι τέλειος Θεός, έτσι και αυτό το ομοίωμα εισάγει νέο πρόσωπο στον Θεό. Επιπλέον δεν υπάρχει μίγμα αλλά ο Θεός είναι Απλός. Αφού Μετατρέψει την τριαδική μονάδα σε απλή τριάδα προσώπων, στην συνέχεια εισάγει μια πιο πολυάριθμη πολύ – πολυθεΐα.

Ο παλαιός των ημερών λοιπόν δεν επιδέχεται οποιονδήποτε ορισμό, σύμβολο, λεκτική ή σχηματική περιγραφή Του. Δεν είναι κάτι που άρχισε ή κάτι που τελείωσε διότι είναι αναλλοίωτος ο Θεός, χωρίς πάθος (με την αρχική της έννοια στον Θεό). Ο Θεός είναι άχρονος, ο χρόνος δεν τον διαφοροποιεί στο πριν και στο μετά από κάποιο γεγονός. Δεν σχηματίστηκε ο παλαιός των ημερών ούτε διαχέεται προσωρινά, ούτε εξανεμίστηκε στην συνέχεια. Είναι πάντα ο Αυτός και αναλλοίωτα ο ίδιος. Η θεωρία που θέλει τον Παλαιό των ημερών σαν ένα φθηνό σχήμα ή ομοίωμα ή αντιπρόσωπο του Θεού στην γη είναι αντιγραφή από την φιλοσοφία. Ο Ακινάτης μίλησε για την κατά αναλογία ομοιότητα του Θεού στον κόσμο, ενώ ο Γρηγοράς ερμήνευε το άκτιστο ως ίνδαλμα του θεού του.

Διαφωνούμε λοιπόν και τα γράφουμε όλα αυτά, σαν απάντηση σε αυτούς που μαζί με μια υποσημείωση στο Πηδάλιο λένε ότι ο παλαιός των ημερών είναι ένα σύμβολο, είναι μια εικόνα του πατέρα που μέσα από αυτήν προσκυνείται ιδιωτικά, ξεχωρίζοντας τον έτσι από την τριαδα. Ο παλαιός των ημερών λοιπόν είναι ο ένας εκ των τριών, ενώ οι άλλοι δύο παρα στέκονται στο περιβάλλον του σε μια τριπρόσωπη παράσταση του θεού τους

Με αυτά λένε κάτι που είναι αδύνατο, επειδή αυτό που λένε μπορεί να γίνει μόνο στα κτίσματα αλλά όχι στον Θεό. Η τιμή και η προσκύνηση στου ανθρώπους ανήκει στις υποστάσεις τους. Σε αυτούς, μονο οι υποστάσεις εικονίζονται και προσκυνούνται. Ωστόσο στον Θεό αυτά μπορούν να γίνουν μόνο στο Αδιαίρετο του, στην μοναδα Του, αφού είναι αδιαίρετη η Βούληση, η Θέληση, η Απόφαση, οι Ενέργειες και τα Χαρίσματα Του. Άρα πως μπορεί να προσεγγίσει κάποιος το ένα Πρόσωπο Του, αφού τα πάντα έρχονται με τελειότητα από την ενωμενη και αδιαίρετη τριάδα τους;

1 σχόλιο:

ΧΑΡΙΛΑΟΣ είπε...

Μία μικρή συμβολή,κ Ασλανίδη.

Η ερμηνεία της Προφητείας του Δανιήλ από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο και οι ανακρίβειες του Πηδαλίου.
Μετά τα ασύστολα ψεύδη ,δηλαδή, τα περί πτώσεως της Εαρινής Ισημερίας και ότι αυτή το 325 ,τότε που συνεκλήθη η Α΄Οικουμενική Σύνοδος,βρισκόταν στις 21 Μαρτίου,άλλο ένα εξίσου τεράστιο προστέθηκε στο Πηδάλιο ,αυτό περί εικονίσεως του Θεού Πατρός,σύμφωνα,όπως αναφέρεται εκεί,με αυτά που είδε ο προφήτης Δανιήλ.
Διαβάζουμε στην σελίδα 320 του Πηδαλίου [Εκδ.Ρηγ.],τα εξής:΄΄Συμπεραίνεται ότι και ο άναρχος Πατήρ πρέπει να ζωγραφίζεται καθώς εφάνη εις τον προφήτην Δανιήλ ως παλαιός ημερών΄΄
Αυτό το ψεύδος επικαλούνται οι αιρετικοί και σχισματικοί της εποχής μας,οι οποίοι αρνούνται την διδασκαλία του Χριστού,ο οποίος διακηρύττει μέσα από το Ευαγγέλιό του ότι ΄΄οὐχ ὅτι τὸν πατέρα τις ἑώρακεν, εἰ μὴ ὁ ὢν παρὰ τοῦ Θεοῦ, οὗτος ἑώρακε τὸν πατέρα. ΄΄[Ιω. 6,46] ,αρνούνται τον δογματικό όρο και τις Αποφάνσεις της Αγίας Ζ΄΄Οικουμενικής Συνόδου αλλά και την ερμηνεία της προφητείας του Δανιήλ,από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο.
Με τις φράσεις: ΄΄μηδέν σωματικόν υπολάβης αγαπητέ΄΄, ΄΄μηδὲν ἀνθρώπινον ὑποπτεύσῃς΄΄και, ΄΄ουχί γέροντα υποπτεύεις΄΄,ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος απαντά σε αυτόν που έγραψε αυτό το ψεύδος στο Πηδάλιο και σε όλους αυτούς που έσχισαν τον Άρραφο Χιτώνα του Χριστού ,πρός χάριν ενός ειδώλου,την μορφή γέροντος ,που την προσκυνούν ως Θεό Πατέρα. [φεύ]
[σ.σ.Τα κεφαλαία γράμματα δικά μου.]
΄΄...Εἶπεν· Θρόνοι ἐτέθησαν, ἐπεὶ καὶ ὁ Θεὸς ταύτας ὥρισεν·
ἐπειδὴ δὲ καὶ οὐκ ἠκούσαμεν, τότε τὴν τιμωρίαν καὶ τὴν κόλασιν. Καὶ οὐχ ἡμῖν
πρώτην ταύτην ἀφῆκε φωνήν; Ἀπὸ τότε ἤρξατο, φησὶ, κη ρύσσειν τὴν βασιλείαν
τῶν οὐρανῶν. ΜΗΔΕΝ ΣΩΜΑΤΙΚΟΝ ΥΠΟΛΑΒΗΣ ΑΓΑΠΗΤΕ, μηδὲ ἐμπεριειλῆφθαι θρόνῳ
τὸν ἄπειρον Θεὸν νομίσῃς... Ὥσπερ γὰρ ἐπὶ τοῦ
Πατρὸς νοεῖς τὰς τρίχας, καὶ τὰ λοιπά· οὕτω καὶ τοῦτο. Τὸ δὲ Ἐδόθη, καὶ ὅσα τοιαῦτα
ἀκούων, 56.233 ΜΗΔΕΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΝ ΥΠΟΠΤΕΥΣΗΣ, μηδὲ ταπεινὸν περὶ τοῦ Υἱοῦ. Ὥσπερ
γὰρ γεγηρακότα ὁρῶν, ΟΥΧΙ ΓΕΡΟΝΤΑ ΥΠΟΠΤΕΥΕΙΣ , οὕτω καὶ τὰ λοιπά. Μὴ γὰρ ζήτει
τὴν σαφήνειαν ἐν ταῖς προφητείαις, ἔνθα σκιαὶ καὶ αἰνίγ ματα· ὥσπερ ἐπὶ τῆς
ἀστραπῆς οὐ ζητεῖς διηνεκὲς φῶς, ἀλλὰ ἀρκεῖ φανῆναι μόνον.΄΄[PG59,σελ.627-628]