ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ -- Αθωνικά άνθη

Χαράς τα πάντα πεπλήρωται, της Αναστάσεως την πείραν ειληφότα…                                                                                             

Εις τον νουν και την καρδίαν του ιερού Υμνογράφου, «τα πάντα», ως γεγονός υπερφυσικόν, ως μέθεξις εις την Ανάστασιν του Χριστού, ως μεταμόρφωσις της αοράτου και ορατής κτίσεως, περιλαμβάνουν τους Αγγέλους, τους ανθρώπους, τον φυτικόν και τον ζωϊκόν έλογον κόσμον. «Χαράς τα πάντα πεπλήρωται», ως μεθέξαντα εις την Ανάστασιν του Χριστού. Χαρά εις τους Αγγέλους, χαρά εις τους ανθρώπους, χαρά εις τον ουρανόν, χαρά εις την γην, χαρά εις τους αστέρας, χαρά εις τα άνθη, χαρά εις τον κτιστόν φως, χαρά εις τα δάση, χαρά εις τας θαλάσσας, χαρά εις «τα θηρία και πάντα τα κτήνη, ερπετά και πετεινά πτερωτά», χαρά εις όλην την κτίσιν, εις όλας τας αβύσσους, διότι «και αυτή η κτίσις ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού» (Ρωμ. η΄, 21).

Χαρά και φως παντού και μέσα σ΄ όλα. «Τα πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια· εορταζέτω πάσα Κτίσις την Έγερσιν Χριστού, εν  η  ε σ τ ε ρ έ ω τ α ι». Τα πάντα, λοιπόν, συναναστάντα και πλέοντα εις μίαν άρρητον και αναφαίρετον χαράν, εις ένα αέναον ωκεανόν ακτίστου φωτός, εις μίαν νέαν εν Χριστώ ζωήν, εις αδιάλειπτον εν έρωτι θείω λατρείαν, εις ένα αγγελικόν εορτασμόν, απαρχήν ετέρου και αιωνίου εορτασμού, δεδομένου ότι, «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιωτής, της αιωνίου  α π α ρ χ ή ν , και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον…». Αλλά η χαρά και το φως, που επλήρωσαν τα πάντα, εκ της «των πάντων θεώσεως», είναι δύο συμφυείς πραγματικότητες υπερφυσικής τάξεως. Και δια να βιωθούν χρειάζονται τα αντίστοιχα πνευματικά όργανα, αι πνευματικαί αισθήσεις. Χωρίς τας πνευματικάς αισθήσεις δεν γίνεται προσιτόν το φως και η χαρά. Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν η Εκκλησία ψάλλει: «Καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψώμεθα, τω απροσίτω φωτί της Αναστάσεως, Χριστόν εξαστράπτοντα και χαίρετε φάσκοντα, τρανώς ακουσώμεθα, επινίκιον άδοντες». Το έργον της καθάρσεως των πνευματικών αισθήσεων, εκ των παθών και των ενεργειών των, είναι αδιάλειπτον και δεν προσδιορίζεται από περιόδους χρονικάς, δεδομένου όντος ότι η καθαρότης αποτελεί τον όρον της εν πνεύματι ζωής εντός της αγίας χαράς και του ακτίστου φωτός. Εν τούτοις η Αγία Εκκλησία εις τακτά χρονικά διαστήματα παιδαγωγεί τα τέκνα της. Και προ του αγίου Πάσχα τα καθαίρει από τους ρύπους της αμαρτίας, τα αγιάζει δι΄ εντονωτέρων νηστειών, δια παρατεταμένων προσευχών και αγρυπνιών, δια κατανυκτικών ύμνων, δια των δακρύων και του «χαροποιού πένθους» και γενικώς δι΄ ιερών ασκήσεων και των αγίων Μυστηρίων, δι΄ ων ο νους γίνεται χερουβικός και δεκτικός «του απροσίτου φωτός της Αναστάσεως» και της χαράς του «Ολβίου Τάφου». Οι Χριστιανοί όμως εν τω κόσμω, «εμπεπλεγμένοι ταις ευπεριστάτοις του βίου πραγματείαις», εις διάφορον έκαστος βαθμόν, μόλις και μετά βίας δύνανται να εκμεταλλευθούν τα αγνιστικά μέσα που προσφέρει η Εκκλησία και να ανέλθουν εις τας κορυφάς του εκπληκτικωτάτου θαύματος της Αναστάσεως. Μία τάξις μόνον εν τη Εκκλησία διαφεύγει τας ταλαιπωρίας του εγκοσμίου περισπασμού· η τάξις των Μοναχών. Η οποία, εν γνώσει των αδυναμιών της ανθρώπινης φύσεως και από έφεσιν των «τελειωτέρων», «την αγαθήν μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ΄ αυτής».  Και η τάξις αυτή, βιούσα εντόνως εντός των όρων της απερισπάστου προσευχής και της αδιαλείπτου λατρείας, μετέχει αμέσως όλων των φάσεων της ζωής, της αγάπης, του πόνου, της κατανύξεως, της ελπίδος, της χαράς και του θείου φωτός της Εκκλησίας. Και εν τη Εκκλησιαστική Ιεραρχία κατέχει μεσάζουσαν θέσιν μεταξύ Αγγέλων και λαού του Θεού. «Φως μεν Μοναχοίς Άγγελοι· φως δε λαϊκοίς Μοναχοί», κατά τον άγιον Ιωάννην της Κλίμακος. Οι Μοναχοί, λοιπόν, εις το Όρος της Μεταμορφώσεως, εν τω Άθω, καθαιρόμενοι συνεχώς, μελετώντες όλας τας εκφάνσεις της φυσικής και της υπερφυσικής αποκαλύψεως του Θεού, προσευχόμενοι αδιαλείπτως εντός των καρδιών των, λατρεύοντες εν θερμότητι ψυχής τον Σταυρωθέντα και Αναστάντα Ιησούν, είτε εις το κατανυκτικόν περιβάλλον του Μοναστηρίου, είτε εις το στασίδιον κάποιου κελλίου, είτε επί του «σκίμποδος» του ναού θεοκτίστου τινός Σπηλαίου εν τη Ερήμω, είναι πάντοτε έτοιμοι όπως – «τας οσφύας περιεζωσμένοι και με τους λύχνους καιομένους» - υποδεχθούν  την ανάμνησιν των κοσμοσωτηρίων και Σεπτών Παθών του Χριστού ως και την Πάμφωτον Ανάστασίν Του. Και το Πάσχα – Διάβασις, «εκ γαρ θανάτου προς ζωήν και εκ γης προς Ουρανόν, Χριστός ο Θεός, ημάς διεβίβασεν…», ουσιούται, μεταβάλλεται από δυνάμει εις ενεργεία, από ευαγγέλιον και προσφορά γίνεται βίωσις και μετοχή, όσον οι γήϊνοι όροι επιτρέπουν, επειδή «εν τούτω στενάζομεν το οικητήριον ημών το εξ ουρανού επενδύσασθαι επιποθούντες» (Β΄ Κορ. ε΄, 2). Δια τούτο και ικετεύουν ψάλλοντες: «Ω Πάσχα το μέγα, και ιερώτατον Χριστέ, ω σοφία και Λόγε του Θεού και δύναμις, δίδου ημίν εκτυπώτερον σου μετασχείν εν τη ανεσπέρω ημέρα της Βασιλείας σου». Το θαυμάσιον αυτό τροπάριον, ως εκφραστικόν του φλογερού πόθου των, οι Μοναχοί το λέγουν μετά την Μετάληψιν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Εις την Ορθοδοξίαν, το Άγιον Πάσχα, η Ανάστασις του Ιησού, αποτελεί το κέντρον περί ο στρέφεται και καρδία και νους και βούλησις. Και οι Μοναχοί μελετούν αδιαλείπτως τα ασύλληπτα μεγαλεία που προέκυψαν δια τον άνθρωπον εκ της Αναστάσεώς Του. Και εντεύθεν ερωτοληπτούνται. Και πάσχουν θάμβος υπέρ έννοιαν. Και η καρδία σκιρτά. Και διερωτώνται, κατά τον ιερόν Αυγουστίνον, τι να κάμουν;  «Να αγαπήσουν πρώτον και ύστερα να εννοήσουν ή να εννοήσουν και ύστερα να αγαπήσουν;». Δια τους Μοναχούς, η Ανάστασις του Γλυκυτάτου Ιησού, δεν αποτελεί γεγονός παρωχημένον και ανανεούμενον εις την μνήμην δια του ετησίου εορτασμού ως και κατά Κυριακήν ημέραν. Είναι υπόθεσις καθημερινής ευφροσύνης, είναι αδιάλειπτος μελέτη, είναι μυστική κοινωνία, είναι βίωσις του Ψαλμικού: «Ευφρανθήσομαι και αγαλλιάσομαι εν σοί», το οποίον σημαίνει, κατά Χρυσόστομον: «Τι δε εστιν ευφρανθήσομαι εν σοι; Τοιούτον, φησίν έχων Δεσπότη. Τούτό μοι ηδονή, τούτό μοι αγαλλίασις. Ει τις οίδε ταύτην την ηδονήν ως ειδέναι χρη, ετέρας ηδονής ουκ αισθάνεται· τούτο γαρ ηδονή κυρίως· ως τα γε άλλα πάντα, ονόματα μόνον εστίν ηδονής· αύτη τον άνθρωπον μετάρσιον εργάζεται, αύτη του σώματος απαλλάττει την ψυχήν, αύτη προς ουρανούς πτεροί…». Εάν, λοιπόν, οι Μοναχοί είναι, κατά τον Άγιον Γρηγόριον τον Παλαμά, «οι κήρυκες της ερχομένης Βασιλείας, οι προφήται της Καινής Διαθήκης», είναι πρόδηλον, ότι βιούν εν ταις καρδίαις αυτών το Άγιον Πάσχα, τον Αναστάντα Ιησούν, επαληθεύοντες την φωνήν της Εκκλησίας: «Ω θείας, ω φίλης, ω γλυκυτάτης σου φωνής· μεθ΄ ημών αψευδώς γαρ, επηγγείλω έσεσθαι, μέχρι τερμάτων αιώνων Χριστέ, ην οι πιστοί, άγκυραν ελπίδος, κατέχοντες αγαλλόμεθα». Χριστός  Ανέστη,  Αδελφοί!

Δεν υπάρχουν σχόλια: