Το Περιβόλι της Παναγίας αποσαθρωμένο οπωροφυλάκιο Ορθοδοξίας

Του κυρίου Ιωάννου Κορναράκη, Ομοτίμου Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής


«Ο Θεός ήλθοσαν έθνη εις την κληρονομίαν σου, εμίαναν τον ναόν τον άγιόν σου, έθεντο Ιερουσαλήμ ως οπωροφυλάκιον» (Ψαλμ. 78, 1)

Η επέλαση της παπικής αιρέσεως, τον Νοέμβριο του 2006, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, μετέβαλε το Άγιο Όρος ή μάλλον την πνευματική του ηγεσία, τους ηγουμένους των είκοσι Ι. Μονών του, σε εγκαταλελειμμένο και έρημο οπωροφυλάκιο Ορθοδοξίας!
Ο λαός του Θεού, το πλήρωμα της Εκκλησίας, ανέμενε την άμεση, δυναμική παρέμβαση του Αγίου Όρους στα διαδραματισθέντα στο Φανάρι, με την επίσκεψη-συλλειτουργία του Πάπα, ως αυτονόητη παρουσία ορθόδοξης αντιδράσεως και μαρτυρίας, όπως ακριβώς συνέβη στο παρελθόν επί Πατριάρχου Αθηναγόρα, με την άρση των αναθεμάτων, όταν σύσσωμο το Άγιο Όρος, η πνευματική του ηγεσία, διέκοψε τη μνημόνευση του ονόματός του!
Αλλά η πνευματική ηγεσία του Αγίου Όρους των ημερών μας, δεν έπραξε το ίδιο!
Δεν διετράνωσε μαχητικά την ορθόδοξη μαρτυρία με το γνωστό κύρος του αγιορείτικου λόγου, ως διορθωτική παρέμβαση στις αυθαίρετες και κραυγαλέες πατριαρχικές παραβιάσεις των ι. Κανόνων της Εκκλησίας.
Αντίθετα επιβράβευσε τις πατριαρχικές αυτές αντορθόδοξες ενέργειες με τη διακήρυξη της ευλαβείας της στο πρόσωπο του κ. Βαρθολομαίου!
Έτσι οι φύλακες της Ορθόδοξης Παράδοσεως, οι πυλωροί της προστασίας και διασφαλίσεως του κύρους των Ι. Κανόνων της Εκκλησίας, εγκατέλειψαν τη θέση τους!
Αρνήθηκαν τον εαυτό τους.
Άφησαν ξέφραγο και απροστάτευτο τον αμπελώνα του Κυρίου και συσχηματίσθηκαν με τον νυν αιώνα του οικουμενισμού, του κακόδοξου χριστιανικού συγκρητισμού.
Ευθυγραμμίσθηκαν με τους νεοεποχίτικους νόες κληρικών και λαϊκών θεολόγων, αρνητών της αληθείας της Μίας, Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού, της Εκκλησίας των ι. Αποστολικών και Συνοδικών Κανόνων, της Πατερικής Παραδόσεως!
Η στάση αυτή της πνευματικής ηγεσίας του Αγίου Όρους αποστερεί σήμερα από την Ορθόδοξη Εκκλησία το φρουρό και φύλακα των παραδεδομένων αληθειών της πίστεως και της διδασκαλίας της.
Σήμερα έπαυσε να είναι το Άγιο Όρος εγγύηση και στήριξη Ορθοδοξίας, έπαλξη παρατάξεως μαρτύρων και ομολογητών Ορθοδοξίας.
Σήμερα το Άγιο Όρος, μοιάζει με αποσαθρωμένο από τον οικουμενισμό και την αίρεση οπωροφυλάκιο, μνημείο πλέον αγιορειτικής εγκαταλείψεως του περιβολιού της Παναγίας!
Το θλιβερό αυτό γεγονός συμβαίνει σήμερα, σε ώρα και στιγμή προχωρημένης αποδυναμώσεως της Ορθοδοξίας από ζωτικές και άγρυπνες δυνάμεις μαρτυρίας και ομολογίας, δεδομένου ότι, σήμερα, επίσκοποι και αρχιεπίσκοποι και
Πατριάρχες αλλά και κληρικοί και λαϊκοί θεολόγοι, μεταποιούμενοι αλαζονικώς σε τάξη εκκλησιαστικής οικουμενικής συνόδου, αποφθέγγονται άρρητα ρήματα κακοδοξίας, «επ’ αγαθώ» της Ορθοδοξίας!
Αιρετικές χριστιανικές κοινότητες αναγνωρίζονται σήμερα ως εκκλησίες, συλλειτουργίες με τους πάσης φύσεως αιρετικούς και συμπροσευχές βαπτίζονται ως αγαπητικές σχέσεις και κάθε ορθόδοξη αλήθεια παραπέμπεται στον κάλαθο του οικουμενισμού, για επανερμηνεία με τα νέα δεδομένα της μετανεωτερικότητας, η οποία απαιτεί τον επαναπροσδιορισμό των πάντων στη θεολογία και γενικώς στη ζωή της Εκκλησίας!
Σ’ αυτή την κρίσιμη ώρα της οικουμενιστικής λαίλαπας, δεν έστερξαν οι αγιορείτες ηγούμενοι να αναδειχθούν· «θεία παρεμβολή και θεηγόροι οπλίται παρατάξεως Κυρίου»!
Παραδόθηκαν στη δειλία και το φόβο της μαρτυρίας, με το…αιρετικό πρόσχημα της ευλαβούς υπακοής στο πρόσωπο του Πατριάρχου!
Έτσι μετέτρεψαν την πνευματική τους ηγεσία σε αποσαθρωμένο οπωροφυλάκιο του περιβολιού της Παναγίας!
Γύρισαν την πλάτη τους στη σκέπη και προστασία της Οικοδέσποινας Γερόντισσας του Αγίου Όρους.
Έκαναν την επιλογή τους!
Επέλεξαν την συνοδοιπορία τους με την πατριαρχική οικουμενιστική λογική!

Πατερικὸς λόγος εἰς τὴν κοίμησιν τῆς Θεοτόκου

 ΟΙ ΑΓΙΟΙ καὶ θεοφώτιστοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, στάθηκαν μὲ δέος ἐνώπιον τοῦ πανσέπτου προσώπου τῆς Θεομήτορος, διότι Αὐτή, ὡς τὸ καθαρότερο κι ἁγιότερο ἀνθρώπινο πλάσμα, ἀξιώθηκε νὰ κρατήσει στὰ πάναγνα σπλάγχνα Της τὸν ἄπειρο καὶ αἰώνιο Θεό. Νὰ γίνει ἡ τροφὸς τοῦ τροφέα τῶν πάντων. Νὰ γίνει ἡ αἰτία «τῆς τῶν πάντων θεώσεως». Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἁγία Κοίμησή Της καὶ τὴν εἰς οὐρανοὺς Μετάστασή Της, συνεχίζει νὰ νοιάζεται γιὰ ἐμᾶς. Αὐτὸ τονίζει σὲ περίφημο πανηγυρικό του λόγο ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης: «Τώρα λοιπόν, ἐνῷ ἔκλεισε τοὺς αἰσθητοὺς ὀφθαλμοὺς ἡ Θεοτόκος, ὑψώνει γιὰ χάρη μας τοὺς νοητούς, σὰν λαμπροὺς καὶ μεγάλους φωστῆρες ποὺ ποτὲ ὥς τώρα δὲν βασίλεψαν, γιὰ νὰ ἀγρυπνοῦν καὶ νὰ ἐξιλεώνουν τὸν Θεὸ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Τώρα, ἐνῷ στὰ θεοκίνητα χείλη της σίγησε ὁ ἔναρθρος λόγος, ἀείλαλο ἀνοίγει τὸ πρεσβευτικό της στόμα ὑπὲρ ὅλου τοῦ γένους. Τώρα, ἐνῷ συνέστειλε τὶς σωματικὲς καὶ θεοφόρες της παλάμες, τὶς ὑψώνει ἄφθαρτες πρὸς τὸ Δεσπότη ὑπὲρ ὁλόκληρης τῆς οἰκουμένης. Τώρα, ἐνῷ μᾶς ἀπέκρυψε τὰ ἡλιοειδῆ καὶ φυσικὰ χαρακτηριστικά της, ἀκτινοβολεῖ διὰ μέσου τῆς σκιαγραφίας τῆς εἰκόνας της καὶ τὴν παρέχει στὸ λαὸ πρὸς ἀσπασμὸ εὐεργετικὸ καὶ σχετικὴ προσκύνηση, εἴτε τὸ θέλουν οἱ αἱρετικοὶ εἴτε ὄχι. Ἐνῷ λοιπὸν πέταξε ἐπάνω ἡ πάναγνη περιστερά, δὲν παύει νὰ φυλάττει τὰ κάτω. Ἐνῷ ἐξῆλθε τοῦ σώματος, μὲ τὸ πνεῦμα της εἶναι μαζί μας. Ἐνῷ ὁδηγήθηκε στοὺς οὐρανούς, ἐξοστρακίζει ἀπὸ ἀνάμεσά μας τοὺς δαίμονες μεσιτεύοντας πρὸς τὸν Κύριο». Ἂς ἀνοίξουμε καὶ ἐμεῖς τὶς πύλες τῆς καρδιᾶς μας καὶ ἂς φιλοξενήσουμε τὴν παρουσία Της στὴ ζωή μας!

"Η λατρεία της Μεγαλόχαρης στας Αθήνας"

 Ο χρήστης Δημήτριος Χατζηνικολάου σχολίασε την ανάρτηση "Η λατρεία της Μεγαλόχαρης στας Αθήνας"

Χθες
Ὄντως, ἄκρως βλάσφημα καί ΒΡΩΜΕΡΑ εἶναι τά ἐν λόγῳ τά ἐκθέματα! Μᾶς ἐθύμισαν τήν ἄκρως βλάσφημον ἱεροσυλίαν τοῦ 2003 στήν ἔκθεσιν Outlook, τήν ὁποίαν διωργάνωσεν ἡ τότε ἀντίχριστος «κυβέρνησις», ἤτοι ἀνδρικόν μόριον νά ἐκσπερματώνῃ εἰς τήν εἰκόνα τοῦ Ἐσταυρωμένου! Μᾶς ἐθύμισαν ἐπίσης τίς βλασφημίες τοῦ Μητσοτάκη τοῦ 2020, γιά τίς ὁποῖες τόν ἀφώρισεν ὁ «πρ. Καλαβρύτων» Ἀμβρόσιος, ἀλλά καί χιλιάδες ἄλλα. Ὅπισθεν αὐτῶν τῶν βλασφημιῶν εὑρίσκονται Ἑβραῖοι, Ἰεχωβῖται, ἰσλαμισταί κ.ἄ ἀντίχριστοι.
Χμ! Οι μασόνοι περάσανε πρώτοι την αμφισβήτηση της οικουμενικότητας των οικουμενικών συνόδων απορρίπτοντας την οικουμενικότητα κάθε συνόδου μετά τις 7 .Και όχι μόνο αυτό ! Δεν αρκέστηκαν στην μείωση του κύρους τους με την άρνηση της οικουμενικής τους αξίας αλλά δεν τις ανάφεραν ΚΑΝ στις εκδόσεις των Ιερών Κανόνων .Σαν να μην έγιναν ποτέ ! Και αν κάνεις αναφορά σε αυτές τι σου λένε ? Τις αναφέρει το Ιερόν Πηδάλιο ? Εχουν περάσει την βεβαιότητα οτι το βιβλίο τους Το Ιερό Πηδάλιο είναι το βιβλίο που περιέχει όλους τους έγκυρους Κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, μαζί με ερμηνεία. Γράφτηκε από τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη λένε ... Αρα ? Τι μας λέτε ? Είναι η προδοσία των παρα μορφωμένων "θεολόγων " των υποτρόφων των αιρετικών ιδρυμάτων ... σε στυλ του ΠΑΠΑΡΟΛΟΓΟΥ ΖΗΣΗ . Και είναι παπαρολόγος διότι ναι μεν εδώ ομιλεί για τις συνόδους αυτές ΑΛΛΑ δεν κάνει αναφορά οτι αυτός και οι συνάδελφοι του μεγαλο καθηγητά δες παραμορφωμένοι εκ της παπικής και προτεσταντικής εσπερίας τις " εξαφάνισαν " μη διδάσκοντες τις οπως τους αξίζει .

Ο παλιός των ημερών Συγγραφέας: Σταύρος Ασλανίδης

Ζητάω συγνώμη για την καθυστέρηση στη δημοσίευση. Με προβλημάτισε το σχόλιο του "Ιώβ" στην προηγούμενη ανάρτηση στο μέρος α΄.

Στο μέρος α΄ αναφερθήκαμε στο πώς οι σχολαστικοί διαστρεβλώνουν την Αλήθεια, με επίκεντρο τον Παλαιό των Ημερών. Η ανάρτηση βρίσκεται εδώ:


https://orthodox-voice.blogspot.com/2025/07/blog-post_13.html

Ωστόσο, ένας σχολαστικός με το ψευδώνυμο "Ιώβ" σχολίασε:

«Αντιπατερικά και αντίχριστα τα όσα γράφει ο κ. Ασλανίδης. Ας διαβάσει να δει τι γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος για το θέμα.»
(14 Ιουλίου 2025, 12:08 μ.μ.)

Θα απαντήσω στον "Ιώβ" και σε όσους ακολουθούν τη σχολαστική προσέγγιση, οι οποίοι γράφουν πολυσέλιδα άρθρα για τον διαχωρισμό των τριών Προσώπων του Θεού και των δύο φύσεων του Χριστού, υπερασπιζόμενοι την εικόνα του Παλαιού των Ημερών ως σύμβολο του Θεού Πατέρα.

Η αποφυγή του δόγματος από τον "Ιώβ"

Ο "Ιώβ" αγνόησε τη συζήτηση για το δόγμα που ήδη υφίστατο στο άρθρο. Παραλείπει σιωπηλά το αδιαίρετο των Θείων Προσώπων και των δύο φύσεων του Χριστού, ενώ εστιάζει μόνο στην εικόνα του Πατέρα ως ξεχωριστή οντότητα. Αντί να αναγνωρίσει τη μία εικόνα του Χριστού, προτιμά να την αντικαταστήσει με αυτόνομες συμβολικές αναπαραστάσεις, τοποθετώντας "δύο σκιές" δίπλα στο φως της Αλήθειας.

Αντί να αναφερθεί στα καθιερωμένα δόγματα, επικαλείται μόνο την ερμηνεία του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου, σαν να είναι αυτή η μόνη πηγή θεολογίας. Ωστόσο, ακόμα και ο Άγιος Χρυσόστομος δεν λέει αυτά που θα ήθελε ο “Ιώβ”, δεν παρεκκλίνει προς τον τριθεϊσμό. Ο "Ιώβ" αποφεύγει κάθε δογματική συζήτηση, προσπαθώντας να μετατοπίσει τη θεολογία προς μια σχολαστική και λογική ανάλυση, μακριά από το μυστήριο της θεοφάνειας.

Το "ότι εστίν" vs. το "τι εστίν"

Οι Γραφές μιλούν για το «ότι εστίν» ο Θεός — δηλαδή, για την ύπαρξη Του. Οι σχολαστικοί, όμως, μεταφέρουν τον Παλαιό των Ημερών στο επίπεδο του «τι εστίν», προσπαθώντας να ορίσουν την ουσία και τη μορφή Του -δηλαδή μιλούν για τη αισθητή σχέση Του με τον κόσμο. Το δόγμα επιτρέπει να μιλάμε για την ύπαρξη του Πατέρα, όχι για την ατομική Του μορφή. Το όνομα «Πατήρ» επιβεβαιώνει την ύπαρξή Του, όχι μια συγκεκριμένη εμφάνιση.

Ο Δανιήλ δεν αποκάλυψε την οπτική μορφή του Θεού, αλλά τόνισε τη δυνατότητα της έλευσης του Μεσσία. Εισάγει στην θεολογία το άγνωστο μέχρι τότε δεύτερο πρόσωπο και αυτό κατά την ύπαρξη του όχι την μορφή Του. Ο "Ιώβ", όμως, ερμηνεύει τον Παλαιό των Ημερών ως σύμβολο της ουσίας του Πατέρα, διαχωρίζοντας τον από τον Υιό ως αυτόνομη παρουσία — μια πλάνη που αντιτίθεται στη δογματική διδασκαλία για το αδιαίρετο της Τριάδας.

Η μεγαλύτερη αίρεση

Αυτή η πλάνη δεν είναι απλή θεολογική διαφωνία, αλλά η μεγαλύτερη αίρεση της σύγχρονης εποχής. Είναι η μεγαλύτρη διότι έχει μπει ύπουλα στην εκκλησία και δεν επηρεάζει μόνο τη θεωρία, αλλά έχει εγκατασταθεί στην καρδιά της λατρείας.

 

Οι σχολαστικοί:

1.Χωρίζουν τα Πρόσωπα του Θεού σε τρεις αυτόνομες οντότητες.

2.Αποδίδουν σε κάθε Πρόσωπο ξεχωριστό όνομα, σύμβολο, εορτή και θέση στον χώρο.

3.Καταργούν την Τριαδική Μονάδα, αντικαθιστώντας την με μια τριάδα προσώπων που μοιράζονται μια κοινή ουσία.

Αντίθετα, η ορθόδοξη πίστη διδάσκει ότι ο Θεός είναι αδιαίρετος και προσκυνάται στο πρόσωπο του Χριστού, ο οποίος είναι και εμφανίζεται η πλήρης Θεότητα.

Το δογματικό ατόπημα του "Ιώβ"

Ο "Ιώβ" ορίζει τον Θεό με ονόματα και σύμβολα, απαντώντας στο «τι εστίν». Λέει: «Από εδώ ο Πατέρας, από εκεί ο Υιός», χωρίζοντας τον αδιαίρετο Θεό. Αυτή η θέση:

·Αρνείται τη μοναδική μεσιτεία του Χριστού.

·Μετατρέπει τη θεοφάνεια σε κοσμικό θέαμα με αισθητά σύμβολα.

·Παραποιεί το μυστήριο της Τριάδας, προσφέροντας μια ανθρωποκεντρική εικόνα του Θεού.

Η πραγματική εικόνα του Θεού

Η μόνη αληθινή εικόνα του Θεού είναι ο Χριστός. «Ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα» (Ιω. 14:9). Δεν υπάρχει ανεξάρτητη εικόνα του Πατέρα ή του Αγίου Πνεύματος — μόνο ο Χριστός, ως Θεάνθρωπος, αποκαλύπτει την Τριάδα.

Οι σχολαστικοί, όμως, προτιμούν να δημιουργούν φανταστικές εικόνες, αντί να ακολουθήσουν τη σταυρική πορεία της πίστης, το σημείο του Ιωνά. Όπως είπε ο Χριστός:

«Γενεὰ πονηρὰ καὶ μοιχαλὶς σημεῖον ἐπιζητεῖ» (Ματθ. 16:4).

Συμπέρασμα

Ο "Ιώβ" και οι σχολαστικοί:

·Αγνοούν το δόγμα.

·Διαχωρίζουν τον αδιαίρετο Θεό.

·Αντικαθιστούν τον Χριστό με συμβολικές αναπαραστάσεις.

Αυτή η θέση δεν είναι απλή θεολογική διαφωνία, αλλά αιρετική παρέκκλιση που απειλεί τα θεμέλια της πίστης. Η εκκλησία οφείλει να την αντιμετωπίσει με σαφήνεια και αγωνιστικό πνεύμα.

Η λατρεία της Μεγαλόχαρης στας Αθήνας

Ο εορτασμός της φετινής Κοιμήσεως της Θεοτόκου διαφέρει από όλους τους προηγούμενους εορτασμούς, αφού είναι η πρώτη φορά που η αγία αγίων μείζων υπέστη τον εικονογραφικό βανδαλισμό της από τα αντιχριστιανικά χέρια του χαράκτη Χριστόφορου Κατσαδιώτη με τις δαιμονικές ευλογίες της διευθύντριας της Αντεθνικής Τερατοθήκης Σ. Τσιάρα και της υπουργού (καταστροφής του ελληνικού) πολιτισμού Λ. Μενδώνη.

Σε αυτήν την προδήλως βλάσφημη έκθεση με τα τέσσερα ψευδο-εικονίσματα, ένα εξ αυτών απεικονίζει, μέχρι σήμερα (!), την Παναγία, κατ’ εφαρμογήν της λογικής του ανάποδου κόσμου, ασπρόμαυρη σαν μάγισσα, με παραμορφωμένα τα μάτια και τα χείλη της, ενώ στο αριστερό της χέρι φαίνεται ένας σκελετός. Το δε Θείο Βρέφος, που κρατά στην αγκαλιά της, απεικονίζεται σαν διαβολικό-τερατόμορφο, με ένα μάτι και ένα κέρατο στο κεφάλι.

Το απόλυτο αίσχος!

Κι όμως, όλο αυτό το διάστημα μόνο ένας βουλευτής του (ανθ)ελληνικού κΥνοβουλίου, ο Νίκος Παπαδόπουλος, είχε το σθένος να μεταβεί στον συγκεκριμένο χώρο, όπου η Τέχνη χρησιμοποιείται ως βρομερό και ύπουλο όπλο αντιχριστιανικής προπαγάνδας, για να τερματίσει, έστω προσωρινώς, την αδι-ανόητη επίθεση κατά της Ορθοδοξίας, αποκαθηλώνοντας τα φρικαλέα και προκλητικά έργα.

Αλλά και ο ελληνικός λαός, που υποτίθεται ότι στην συντριπτική του πλειοψηφία διατηρεί την ορθόδοξη πίστη του, αποζητώντας συχνά-πυκνά την σκέπη της λατρευόμενης Παναγίας, επέτρεψε να χλευάζεται η Αειπάρθενος Μητέρα και Υπέρμαχος Στρατηγός του ελληνικού Έθνους υπό το πρόσχημα της ελευθερίας της Τέχνης, που δήθεν είναι απεριόριστη, ενώ στο άρθρο 16 του Συντάγματος κατοχυρώνεται μόνο ως ανεπιφύλακτη. Δεν προέβη σε καμία σοβαρή και έμπρακτη διαμαρτυρία, αλλά προτίμησε να εκτονώσει τον θυμό του με τον εύκολο τρόπο, δηλαδή χρησιμοποιώντας το πληκτρολόγιό του (που, ταυτοχρόνως, είναι και πλήττω-λόγιο).

Και να σκεφθεί κανείς ότι όλη αυτή η φοβερά κακόγουστη ψευδοκαλλιτεχνική φάρσα έλαβε χώρα στην πόλη των Αθηνών, εκεί δηλαδή όπου η Παναγία λατρεύθηκε όσο σε καμία άλλη πόλη, όπως επισημαίνει ο Βύρων Κωνσταντάρας σε ένα άρθρο που είχε δημοσιεύσει το 1950 στο 61ο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού «Ελληνική Δημιουργία», διευθυντής του οποίου ήταν ο Σπύρος Μελάς.

Και πάλι ανάποδος κόσμος!

Aξίζει, λοιπόν, να θυμηθούμε τι ακριβώς έγραφε ο Κωνσταντάρας σε εκείνο το άρθρο του, κρατώντας στο μυαλό μας ότι στην εποχή της Τουρκοκρατίας η τότε μικρή Αθήνα είχε εκκλησίες μόνο στ’ όνομα της Μεγαλόχαρης πάνω από τρεις δωδεκάδες, οι δε σκλαβωμένοι Αθηναίοι κράτησαν με μεγάλη θεοσέβεια όλους τους βυζαντινούς ναούς των προγόνων τους.

Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγονται:

Η Παναγιά του Αγγέλου (Μπενιζέλου) επί της οδού Φωκίωνος, η Παναγιά η Βλασαρού, η Παναγιά η Γοργοεπήκοος (ο σημερινός Άγιος Ελευθέριος), η Παναγιά της Δουρβέγαινας, η Κυρά του Κανδήλι, η Παναγιά Καπνικαρέα (Βυζαντινός ναός του 9ου αιώνος, που σώθηκε από βεβαία κατεδάφιση, χάρις στην επέμβαση του Λουδοβίκου, πατρός του Όθωνος), η Παναγιά Χρυσοκαστριώτισσα, η Κυμηγιάτισσα, η Σώτηρα του Λυκοδήμου (Ρωσ. ναός). Η Μεγάλη Παναγιά που αναφέραμε, η Παντάνασσα, η Παναγία η Πελεκαρίχη (Μητροπολιτικός ναός επί Τουρκοκρατίας), η Κυρά της Πέτρας, η Πυργιώτισσα, η Ροδακινιώτισσα, η Χρυσοροΐδενα (της οικογενείας Ροΐδη), η Ρούμπη, η Χρυσοσπηλιώτισσα.

Τι όνειδος και θράσος, λοιπόν, η εκ διαμέτρου αντίθετη, διαβολική απεικόνιση της Παναγίας μέσα στο μουσείο εικαστικών τεχνών που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1900.

Το κείμενο που ακολουθεί είχε δημοσιευθεί σε περιοδικό του Κιβωτού της Ορθοδοξίας υπό την επιμέλεια του Παναγιώτη Δρακόπουλου.


ΒΥΡΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ


Η λατρεία της Μεγαλόχαρης στας Αθήνας

Σε καμιά πόλη στον κόσμο δεν λατρεύτηκε η Παναγία τόσο, όσο εδώ στην Αθήνα, και καμιά πόλη, ανάλογα με τον πληθυσμό της, δεν είχε τόσες εκκλησίες και τόσα μοναστήρια κτισμένα στ’ όνομα της Θεομήτορος, όσα είχαν άλλοτε αι Αθήναι. Αυτό νομίζω πως οφείλεται σε δυο αξιοπρόσεχτα γεγονότα. Γεγονότα που έχουν συνδέσει την Παναγία με την πόλη του Φωτός και του Πνεύματος.

Ερχόμεθα στο πρώτο. Όπως μας λέγει η παράδοση της πίστης μας, όταν ο Χριστός αποφάσισε να πάρει από τον πρόσκαιρο κόσμο τη Μητέρα Του για να την έχει πλάι Του, την ειδοποίησε τρεις μέρες πριν μ’ έναν Άγγελό Του. Μετά το άγγελμα αυτό, η Μεγαλόχαρη ανέβηκε στο Όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί και να ευχαριστήσει το παιδί της. Ταυτόχρονα νεφέλαι άρπαξαν από τα πέρατα της γης τους Αποστόλους και τους έφεραν στο σπίτι της Παναγίας για να παρευρίσκονται κατά την κοίμησή Της, και εκεί άραντες το σώμα με ύμνους και ψαλμούς έφεραν εις το Χωρίον Γεθσημανή, και έθαψαν το πανάχραντό της σώμα.

Αι νεφέλαι τότε συνάρπαξαν μαζί με τους Αγίους Αποστόλους, και έναν σοφό Αθηναίο βουλευτή και αρειοπαγίτη, τον Ιερόθεο, για να παρευρίσκεται και αυτός στην εκφορά, σαν ένας εκπρόσωπος της πρωτεύουσας πόλης του κόσμου. Ο τόσο αδικοξεχασμένος σοφός Αθηναίος Ιερόθεος ήταν, κατά τη γνώμη μερικών εκκλησιαστικών ιστορικών, ο πρώτος Αθηναίος που κατηχήθηκε στην πίστη του Χριστού, από αυτόν τον Απόστολο Παύλο. Λέγουν μάλιστα ότι χειροτονήθηκε και πρώτος Επίσκοπος Αθηνών και ότι αυτός έπειτα μυσταγωγεί στη νέα πίστη τον θείο Διονύσιο. Τον Ιερόθεο αποκαλούν ακόμα και «έξαρχον των θείων υμνωδιών». Αλλά και αυτός ο Άγιος Διονύσιος εις το έργον του «Περί Θείων Ονομάτων» (Κεφ. Γ΄) λέγει για τον Ιερόθεο:

«Όλος εκδημών, όλος εξιστάμενος εαυτού, και την προς τα υμνούμενα κοινωνίαν πάσχων, και παρά πάντων ηκούετο και εωράτο γνωρίμων και μη γνωρίμων, θεόληπτος είναι και θείος υμνολόγος κρινόμενος».

Με αυτό το γεγονός, που παρευρέθηκε στην Κοίμηση της Θεοτόκου ένας σοφός από τους Αθηναίους, τόσο κολακεύθηκαν, ώστε θεώρησαν τη Μεγαλόχαρη σαν κάτι δικό τους. Τον πρώτο χριστιανικό ναό που δημιουργούν στας Αθήνας, ίσως στον πρώτο αιώνα μ.Χ., κάτω από το πέλμα των Ρωμαίων και τον κατατρεγμό των Εθνικών, τον αφιέρωσαν στ’ όνομα της Παναγίας. Ο Γερμανός ιστορικός Φερδινάνδος Γρηγορόβιος μάς ιστορεί πως στας Αθήνας οι πρώτοι Χριστιανοί ανοικοδομούν Ναό της Αθηναίας Παναγίας.



Αυτός ο πρώτος αθηναϊκός ναός, που μνημονεύει ο Γρηγορόβιος, ίσως να ήταν η πανάρχαια εκκλησία Μεγάλη Παναγιά, που σώθηκε έως την απελευθέρωσή μας, κτισμένη πάνω στις βάσεις της παλιάς. Τον ναό αυτό κατεδαφίσαμε εμείς, οι ελεύθεροι πλέον Έλληνες, προ ενός αιώνος. Είναι κι αυτό ένα από τα πάμπολλα εγκλήματα που διεπράξαμε κατά των βυζαντινών μνημείων της πόλης μας. Η Μεγάλη Παναγιά βρισκόταν στο τετράγωνο του Αδριανού (Παλαιά Αγορά). Ήταν στολισμένη με θαυμάσιες βυζαντινές τοιχογραφίες, και ένα μέρος απ’ αυτές αντέγραψε ο Bute, όπως και ο Couchand, όπως βλέπουμε στο έργο του «Choix d’ Eglises Byzantine en Gréce» [1842]. Την κατεδάφισε για αρχαιολογικές ανασκαφές η Αρχαιολογική Εταιρεία. Επίσης τη Μεγάλη Παναγιά αναφέρει και ο αείμνηστος Επίσκοπος Μεσσηνίας Πανάρετος, και λέγει πώς ονομάσθηκε Μεγάλη Παναγιά. Ο Ιεράρχης όμως τοποθετεί την οικοδομή της μεταξύ του Δ΄ και του Ε΄ αιώνος. Καταλήγει δε με τα ακόλουθα αποκαρδιωτικά:

«Το τετράγωνον του Αδριανού, εν ω κείται η Εκκλησία της Μεγάλης Παναγίας, απαλλασσόμενον μετ’ ου πολύ, των αγοραίων ασχημιών, παραδίδεται τη Αρχαιολογική Εταιρεία. Δεν πιστεύω τα αξιότιμα μέλη να διατάξωσι τον εξαφανισμόν του ιστορικού χριστιανικού μνημείου συμμερισθέντας καθ’ όλους τους αιώνας τα δυστυχήματα και τας πικράς περιπετείας των Αθηνών».

Ερχόμεθα τώρα εις το δεύτερον γεγονός, του δεσμού της Παναγίας με την πόλη μας. Οι αρχαίοι Αθηναίοι λάτρευαν περισσότερο απ’ όλους τους Θεούς των, την Παρθένα Αθηνά, που ο ναός της, ο Παρθενών, πάνω στον βράχο της Ακρόπολης ήταν το καύχημα και η περηφάνειά των. Όταν, τέλος, αυτός ο ναός της Παρθένου Αθηνάς μετετράπηκε σε Εκκλησιά της Αειπαρθένου Μαρίας της Αθηναίας ή Αθηνιώτισσας, οι κάτοικοι της πόλης θεώρησαν πως η Παρθένα Μαρία ήταν σαν συνέχεια της Παρθένας Θεάς Αθηνάς, προστάτρια της πόλης των. Νόμισαν ακόμα πως δημιουργήθηκε μεταξύ των δύο Θείων γυναικών ένας κρίκος που συνέδεσε την παλιά με τη νέα θρησκεία, και η νέα παρέσυρε εύκολα τον αρχαίο κόσμο στο νέο δόγμα του Χριστού.

Εξ άλλου η Αθηναία Παναγία, ή Αθηνιώτισσα, ήταν γνωστή σ’ όλο το Βυζάντιο, σαν κάτι ξέχωρο και θαυμαστό. Για τον τύπο της Αθηναίας Παναγίας έχουμε και ένα άλλο αξιοπρόσεχτο γεγονός. Ο ιστορικός Τάσος Νερούτσος αναφέρει για μία θαυμάσια αθηναϊκή εικόνα της Θεομήτορος, που μεταφέρθηκε απ’ εδώ στην Αίγυπτο. Αυτή η εικών ήταν η Αθηναία, Παναγία η Γοργοεπήκοος, έργο προ του 11ου αιώνα. Περί αυτής λέγει αυτολεξεί «σανίς μεγάλη πολυραγής, περίβρωτος και περίτριβος υπό του χρόνου». Παριστάνει την υπεραγίαν Θεοτόκον εις φυσικόν μέγεθος ορθίαν κατά τύπον αρχαϊκών καθ’ όσον αποβλέπει την στάσιν την ευθυγραμμίαν, και την διάταξιν των πτυχών του ιματισμού. Η γραφή απομιμείται το άγαλμα της Αθηνάς Παρθένου.

Μήπως δεν έχουμε κι άλλες μεταβυζαντινές και βυζαντινές εκκλησίες των Αθηνών που οι τοιχογραφίες των είναι εντελώς ελληνικού τύπου; Όπως της Αγίας Βαρβάρας στο Ψυχικό; Στον θόλο του ναού απεκαλύφθηκε προ πέντε ετών [1945] μια μεγάλη τοιχογραφία με τον Ευαγγελισμό, που ο Αρχάγγελος είναι εντελώς ελληνικού τύπου. Τα πτερά του είναι διαφανή και οι πτυχές του χιτώνος του μαρτυρούν μια αρτία σωματική ανατομική διαύγεια. Η στάση του Αρχαγγέλου παρομοιάζει με το γνωστό ακέφαλο άγαλμα «η νίκη της Σαμοθράκης». Επίσης όλη η τοιχογραφία πλαισιώνεται από κιγκλιδώματα εντελώς ελληνικού ρυθμού.

Δεν γνωρίζομε πότε ακριβώς ο Παρθενών μετετράπηκε σε Εκκλησία της Θεομήτορος. Ίσως να έγινε στην εποχή του Θεοδοσίου του Μικρού, που ως Αυτοκράτωρ πρόσταξε να καταστραφούν μέχρις εδάφους όλοι οι ναοί των εθνικών εδώ στας Αθήνας. Με την επέμβαση όμως της γυναικός του Ευδοκίας (Αθηναΐδος), ανέστειλε την πρώτη του διαταγή με νέα, που όριζε να μην καταστραφούν αλλά να κλεισθούν, μέχρις ότου μεταβληθούν σε χριστιανικές εκκλησίες. Ο ιστορικός Δ. Σουρμελής, άγνωστο πού βασιζόμενος, αναφέρει ότι τότε ο Ναός της Παρθένου Αθηνάς ονομάσθηκε της Παρθένου Μαρίας, και ο Ναός του Ολυμπίου Διός (οι κολώνες) σε Ναό του Σωτήρος.

Η παράδοσή μας λέγει ακόμα πως η Αθηναία Αυγούστα λάμπρυνε τας Αθήνας με δώδεκα μεγαλόπρεπες εκκλησίες, που μεταξύ αυτών μερικοί ιστορικοί συγκαταλέγουν τον ωραίο βυζαντινό ναό της «Παναγίας Σώτηρας του Λυκοδήμου». Ο ναός αυτός ανήκε αρχικά σε μια πανάρχαια αρχοντική οικογένεια των Λύκων ή Λυκοδήμων. Στην ίδια οικογένεια ανήκε και το «ιερό της Δήμητρας (Τελεστήριο)», δηλαδή στο μέρος που είναι τώρα η Μονή της Θεοτόκου της Καισαριανής. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς ο αρχαίος ναός έγινε εκκλησία και μοναστήρι. Από τα ανάγλυφα και την αρχιτεκτονική του ίσως να έγινε κατά τον 4ον ή 5ον αιώνα. Η «Παναγία Σώτηρα του Λυκοδήμου» είναι οικοδόμημα του Η΄ ή Θ΄ αιώνος, ίσως έργον της δευτέρας Αθηναίας Αυτοκράτειρας, της Ειρήνης της Αθηναίας, που κι αυτή κόσμησε την πατρίδα της με περίλαμπρους ναούς. Αυτό είναι πιστευτό από τον αρχιτεκτονικό ρυθμό.

Αναφέρω ειδικά γι’ αυτόν τον ωραίο ναό, το μεγαλύτερο και ωραιότερο βυζαντινό μνημείο της πόλης μας, που βρίσκεται τώρα στα χέρια των Ρώσων, δηλαδή τον ρωσικό ναό, την Αγία Τριάδα, στην οδό Φιλελλήνων.

Βρέθηκαν Έλληνες στην αρχή που χάρισαν το μνημείο στους Ρώσους προ ενός και πλέον αιώνος. Δυστυχώς στον πρώτο αιώνα της απελευθερώσεώς μας, η περιφρόνηση του νέου Έλληνα για τα βυζαντινά του μνημεία ήταν σε τέτοιο βαθμό, ώστε ασυνείδητα τα γκρέμιζε για ρυμοτομία και τα χάριζε σε ξένους σαν να ήσαν αμπελοχώραφά του. Αυτό λίγο πολύ θα έμοιαζε σαν εμείς μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης να χαρίζαμε τον Άγιο Δημήτριο ή άλλο βυζαντινό ναό της πόλης στους Σλάβους. Νομίζω πως είναι καιρός αυτός ο Ναός να επιστραφεί με κάθε τρόπο στην πόλη των Αθηνών.

Στην εποχή της Τουρκοκρατίας, η τότε μικρή Αθήνα είχε εκκλησίες μόνο στ’ όνομα της Μεγαλόχαρης πάνω από τρεις δωδεκάδες. Οι σκλαβωμένοι Αθηναίοι κράτησαν με μεγάλη θεοσέβεια όλους τους βυζαντινούς ναούς των προγόνων των, που οι περισσότεροι ήσαν αρχοντικοί οικογενειακοί και γνωστοί με τ’ όνομα του Κτήτορος. Όπως η Παναγιά του Αγγέλου (Μπενιζέλου) επί της οδού Φωκίωνος, η Παναγιά η Βλασαρού, η Παναγιά η Γοργοεπήκοος (ο σημερινός Άγιος Ελευθέριος), η Παναγιά της Δουρβέγαινας, η Κυρά του Κανδήλι, η Παναγιά Καπνικαρέα (Βυζαντινός ναός του 9ου αιώνος, που σώθηκε από βεβαία κατεδάφιση, χάρις στην επέμβαση του Λουδοβίκου, πατρός του Όθωνος), η Παναγιά Χρυσοκαστριώτισσα, η Κυμηγιάτισσα, η Σώτηρα του Λυκοδήμου (Ρωσ. ναός). Η Μεγάλη Παναγιά που αναφέραμε, η Παντάνασσα, η Παναγία η Πελεκαρίχη (Μητροπολιτικός ναός επί Τουρκοκρατίας), η Κυρά της Πέτρας, η Πυργιώτισσα, η Ροδακινιώτισσα, η Χρυσοροΐδενα (της οικογενείας Ροΐδη), η Ρούμπη, η Χρυσοσπηλιώτισσα και άλλες, που για την περιγραφή των χρειάζεται ολόκληρο βιβλίο.

Και τα περισσότερα Μεγάλα Μοναστήρια γύρω στην Αθήνα ήσαν αφιερωμένα στ’ όνομα της Μεγαλόχαρης, όπως τα δύο πανάρχαια της Καισαριανής και του Δαφνιού, τα Εισόδια της Θεοτόκου, και η Κοίμησις της Θεοτόκου, και τα άλλα δύο μεγάλα Μεταβυζαντινά, της Πεντέλης και της Σαλαμίνος, και τα δύο αφιερωμένα στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

Στη Βυζαντινή εποχή και απ’ όλα τα μοναστήρια και εκκλησιές των Αθηνών, η πιο φημισμένη που ΄χε και πρωτεύουσα θέση στην Αυτοκρατορία, ήταν πάνω στον Βράχο, η Παναγιά η Αθηνιώτισσα. Στην Αθηναία Παναγιά ήρθε να προσευχηθεί και να ευχαριστήσει τη Μεγαλόχαρη, για τις περίλαμπρες νίκες του, ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος. Ο Κεδρηνός μας ιστορεί:

«Κατέβη το 1018 εις Θερμοπύλας, ένθα εθαύμασε τα κατά των βαρβάρων οχυρώματα, προέβη προς τον Σπερχιόν, ένθα εξέπληξεν αυτόν το πλήθος των οστέων, λειψάνων των προ είκοσι τριών ετών, υπό του Νικηφόρου Ουρανού αυτόθι κατατροπωθέντων Βουλγάρων. Μετά διευθύνθη εις τας Αθήνας, ένθα τα της νίκης ευχαριστήρια τη Θεοτόκω δους, και αναθέμασι πολλοίς λαμπροίς και πολυτελέσι κοσμήσας τον Ναόν, υπέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν».

Ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος, που στις φλέβες του έρρεε αγνό Ελληνομακεδονικό αίμα, ήρθε εδώ πραγματικά οδηγούμενος από μια θεία βούληση. Ταξίδεψε ώς την πόλη του φωτός, με μοναδικό σκοπό ν’ ανεβεί στον θείο Βράχο. Πρώτα για να εκφράσει στη Δέσποινα των Ουρανών τα ευχαριστήριά του νικητήρια για την κατατρόπωση των Σλάβων, και ν’ αποδώσει τον σεβασμό και θαυμασμό του στην αιώνια πόλη του πνεύματος, που τόσο συνετέλεσε στη μεγαλούργηση του Βυζαντίου, κι έπειτα για να εναποθέσει εκεί ψηλά την ιδανική του ύπαρξη σαν εθνική κληρονομιά.

Ο θρυλικός Βασιλιάς, σαν να προαισθάνθηκε τη μελλοντική παρακμή, και περιοδική υποδούλωση του Έθνους του. Θα μάντευσε πως πάνω σ’ αυτό τον βράχο θ’ αναγεννηθεί ο Φοίνιξ της φυλής του. Ανέβηκε ψηλά ν’ αφήσει τον εαυτό του, και να μείνει σαν φόβητρο κατά των παλαιών του γνωρίμων. Όχι πια σαν Βυζαντινός «όρος», αλλά σαν ζωντανός Έλληνας στρατιώτης, σαν ακαταμάχητος ακρίτας, και τέλος σαν συνεχιστής της εποποιίας εκείνου.

Ελληνική Δημιουργία, τ. 61, 1950.

H Θεοτόκος -- του αειμνήστου Παναγιώτου Γκιουλέ

Ως προεγνωσμένον και κρύφιον Μυστήριον της Αγίας Τριάδος και ως Μήτηρ της Νοεράς Ησυχίας εις τα Άγια των Αγίων

Ιλιγγιά ο ανθρώπινος νους προ του ασυλλήπτου Θεολογικού Μυστηρίου της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας και ο ανθρώπινος λόγος μένει άφωνος και σιωπών, γιατί αδυνατεί να εκφράση το ασύλληπτο, απερινόητο, άρρητο και ανέκφραστο αυτό μυστήριο της ευσεβείας!...                                                                                                                                                        

Γιατί όντως και «ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί(1)» δια της Θεοτόκου. Γιατί η Παρθένος εγέννησε «εν σαρκί», τον ενυπόστατο Λόγο του Πατρός, την ενυπόστατη Αλήθεια και Ζωή(1α) και έγινε η ουράνιος παστάς του Λόγου, που μέσα Της ετελεσιουργήθη το μέγα Μυστήριο της υποστατικής ενώσεως θείας και ανθρωπίνης φύσεως. Γι΄ αυτό ο ιερός Ιωάννης ο Δαμασκηνός θεολογεί: «Δικαίως και αληθώς Θεοτόκον την Αγίαν Μαρίαν ονομάζομεν· τούτο γαρ όνομα, άπαν το μυστήριον της οικονομίας συνίστησιν»(2). Αυτό σημαίνει ότι το Μυστήριο της Θεοτόκου, ως συνιστών και εκφράζον «άπαν το μυστήριον της θείας οικονομίας», είναι «κρύφιον». Γιατί, κατά την έκφρασιν, του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, ο Ιησούς «κρύφιος εστί και μετά την έκφανσιν και εν τη εκφάνσει και εν ουδενί λόγω ή νω το κατ΄ αυτόν εξήκται μυστήριον. Ώστε και νοούμενον άγνωστον μένει και λεγόμενον άρρητον μένει»(3). Το μυστήριο, δηλαδή, της Θεοτόκου, είναι και θα παραμείνη κρύφιο και κεκρυμμένο, γιατί και ο Ιησούς και κατά την σάρκωση και μετά την σάρκωση, παραμένει κρύφιος και κεκρυμμένος και το ανερμήνευτο μυστήριό Του, δεν μπορεί να εξηγηθή, από κανένα νου και από κανένα ανθρώπινο λόγο. Γι΄ αυτό και όταν προσπαθούμε να το εννοήσουμε, παραμένει απερινόητο και άγνωστο και όταν προσπαθούμε να το εκφράσουμε, παραμένει ανέκφραστο!... Επομένως και το Μυστήριο της Θεοτόκου, ως υπουργήσαν το μέγα και απόκρυφο Μυστήριο της σαρκώσεως του Θείου Λόγου, παραμένει «κρύφιον και κεκρυμμένον» μυστήριον του Αγίου Πνεύματος και ανάγεται, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, στην «αρχαίαν και αληθινήν βουλήν του Θεού της του Λόγου σαρκώσεως και της ημών Θεώσεως»(4). Γιατί στα ανεξιχνίαστα πελάγη της φιλανθρωπίας της, η της Ζωαρχικής Τριάδος ενότης «προς εαυτήν εκκλησιάσασα τω ενιαίω της γνώμης βουλήματι»(5), κατά την έκφρασιν του Μεγάλου Φωτίου, είχε αποφασίσει προαιωνίως, την σάρκωση του Θείου Λόγου και την θέωση του ανθρώπου(6). Η προαιώνιος αυτή απόφασις και «προωρισμένη βουλή» της Αγίας Τριάδος, για την σάρκωση του Θείου Λόγου, συνυφαίνεται με την προαιωνία πρόγνωση της Τρισυποστάτου Θεότητος, για την αξία της ελευθέρας προαιρέσεως και της προσωπικής αγιότητος της Πανάγνου Παρθένου, να υπηρετήση της ευσεβείας τούτο το μέγα Μυστήριο, θεολογεί ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγων: «Σε προγνούς ο των όλων Θεός αξίαν, ηγάπησε και αγαπήσας προώρισε και επ΄ εσχάτων των χρόνων, εις το είναι παρήγαγε και Θεοτόκον Μητέρα και τιθηνόν του οικείου Υιού και Λόγου ανέδειξε»(7). Ο απειροτέλειος, δηλαδή, Τριαδικός Θεός, προγνωρίσας την αξίαν της αγιότητος της Παρθένου, την ηγάπησε και αγαπήσας Την προώρισε και κατά τους εσχάτους χρόνους Την έφερε στην ύπαρξη και Την ανέδειξε Θεοτόκον και Μητέρα και τροφόν του οικείου Του Υιού και Λόγου. Και η πρόγνωσις αυτή, κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή «υπήρχε πάντοτε στην προαιώνια βουλή της Αγίας Τριάδος» ως «προεπινοούμενος τέλειος σκοπός της Δημιουργίας»(8). Γι΄ αυτό ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, θεολογών για το προεγνωσμένο μυστήριο της Θεοτόκου, λέγει ότι «η Παναγία και Ζωαρχική Τριάς έχαιρε και υπερέχαιρε προ του αιώνος, προγινώσκουσα, κατά την θεαρχικήν της ιδέαν την αειπάρθενον Μαριάμ»(9).  «Έχαιρε και υπερέχαιρε» η Παναγία Τριάς, γιατί μέσα στην προαιώνια πρόγνωσή Της, έβλεπε την Αειπάρθενο Μαριάμ, ως νέαν Πάναγνη Εύα, που θα ανεδεικνύετο η αγιασμένη συνεργός του Νέου Αδάμ της χάριτος, στην υποστατική ένωση κτιστού και ακτίστου, του πεπερασμένου κτίσματος με τον άπειρο Κτίστη και του πεπτωκότος ανθρώπου με τον «εν υψίστοις Θεόν». Γι΄ αυτό θεολογών ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, για την προαιώνια πρόγνωση και εκλογή της Θεοτόκου, λέγει ότι την Θεοτόκον «προ αιώνων ο Θεός προορίζει και των απ΄ αιώνων εξειλεγμένων εκλέγεται, ίνα ικανή προς τούτο ευρεθή»(10), για να συνεργήση στην πραγμάτωση «του απ΄ αιώνος αποκρύφου και αγνώστου μυστηρίου» της σαρκώσεως του Θείου Λόγου. Αυτό σημαίνει ότι η Θεοτόκος απετέλεσε «το μεθόριον της κτιστής και ακτίστου φύσεως»(11), λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και ως τίμιο και αγιασμένο βλάστημα των Αγίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, προσεφέρθη σαν το τελειότερο δώρο της ανθρωπότητος στους γάμους του τεχθέντος Βασιλέως με την Νύμφη Του Εκκλησία. Γι΄ αυτό και ο Ιερός της Εκκλησίας μας υμνογράφος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός, στο τέταρτο Ιδιόμελο του Μεγάλου Εσπερινού των Χριστουγέννων ψάλλει: «Τι σοι προσενέγκωμεν Χριστέ· ότι ώφθης επί γης ως άνθρωπος δι΄ ημάς; Έκαστον γαρ των υπό Σου γενομένων κτισμάτων την ευχαριστίαν  Σοι προσάγει· οι Άγγελοι τον ύμνον, οι ουρανοί τον Αστέρα, οι Μάγοι τα δώρα, οι Ποιμένες το θαύμα, η γη το σπήλαιον, η έρημος την φάτνην, ημείς δε Μητέρα Παρθένον». Η ανθρωπότης προσέφερε προς τον τεχθέντα βασιλέα της κτίσεως το πιο τέλειο και πιο άγιο ευχαριστιακό της δώρο, την Αειπάρθενον Μαριάμ, ως Παναγίαν Μητέρα Του. Γιατί η Παναγία Μητέρα του Κυρίου ήταν ο προεγνωσμένος και ο προετοιμασμένος καρπός της και «απ΄ αυτών, ακόμη, των του Αδάμ παίδων!»(12). Περιγράφων το γενεαλογικό δένδρον του Χριστού από την Παρθένο Μαρία, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, λέγει: «Των μεν του Αδάμ παίδων εκλέγεται παρά Θεού ο Σηθ, διο και εις αυτόν ο Λουκάς γενεαλογών αναφέρει το γένος άπαν, εξ ου το κατά σάρκα Χριστός»(13), «Διο και υιοί Θεού το γένος άπαν εκαλούντο του Σηθ(14), δια το μέλλειν εκ της γενεάς ταύτης υιόν ανθρώπου γενήσεσθαι τον Υιόν του Θεού· επεί και ο Σηθ, ανάστασις, μάλλον δε εξανάστασις ερμηνεύεται, ήτις εστί κυρίως ο Κύριος ζωήν αθάνατον τοις εις αυτόν πιστεύουσιν επαγγελλόμενος τε και χαριζόμενος»(15). Αυτό σημαίνει, λέγει ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι το σπέρμα του Σηθ καθαρίζεται υπό του Αγίου Πνεύματος «πολυειδώς άνωθεν των κατά γενεάς αριστίνδην εκλεγομένων»(16). Έτσι το Πνεύμα το άγιον, καθαρίζων από γενεάς εις γενεάν, το σπέρμα των Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, «προωκονόμει δε και την εις το είναι πρόοδον άνωθεν εκλεγόμενον και ανακαθαίρον την του γένους σειράν, και τους μεν αξίους ή αξιολόγων εσομένους πατέρας προσιέμενον, τους δε αναξίους τελείως αποβαλόμενον»(17). Επομένως, θα ήταν αδύνατη η σωτηρία του κόσμου και η θέωσις του ανθρώπου, εάν τις προηγηθείσες γενεές των Προπατόρων της Θεοτόκου, δεν τις αποκάθηρε διαδοχικά το Πνεύμα το Άγιον, για να γεννηθή εκ των Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, το τίμιο βλάστημα σωφροσύνης, αγιότητος και προσευχής, η Πάναγνος Παρθένος Μαρία, που εγέννησε τον Χριστό, τον Σωτήρα του κόσμου. Γιατί η Πάναγνος Μητέρα του σαρκωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός ανεδείχθη, λέγει ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «μη μόνον μολυσμού σαρκός υπερτέρα, αλλά και μεμολυσμένη λογισμών ανωτέρα»(18). Έτσι κατέστη η μόνη, κατά προαίρεσιν αναμάρτητος από όλους τους ανθρώπους, μολονότι ως θυγάτηρ του Αδάμ και κληρονόμος του προπατορικού αμαρτήματος, είχε την δυνατότητα της κατά «προαίρεσιν αμαρτίας», Εκείνη, ως αγαπώσα τον αληθινό Θεό, «εξ όλης της καρδίας, και εξ όλης της ψυχής, και εξ όλης της διανοίας, και εξ όλης της ισχύος Της»(19), έμεινε από βρέφος, άτρωτος από τα «πεπυρωμένα βέλη του πονηρού» και ακίνητος προς την κατά προαίρεσιν αμαρτίαν. Έτσι η Θεοτόκος, «ενώνοντας αυτεξούσια το πλήρωμα της ψυχικής ενεργείας με την Θεία Ενέργεια, καθήλωσε ανενεργό την μεταπτωτική ροπή προς το παρά φύσιν και κινητοποίησε αυτοπροαίρετα όλες τις ψυχοσωματικές δυνάμεις προς τους λόγους και τρόπους των θείων αρετών», λέγει νεώτερος Αγιορείτης Θεολόγος(19α). Γι΄ αυτό θεολογεί ο Θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι η Θεοτόκος ανεδείχθη η «αληθής εστία  και διατριβή Θεού και ιλαστήριον εκείνου (του Μωϋσέως) κρείττον ασυγκρίτως, και θεοπρεπές ταμείον της κορυφαίας ακρότητος των μυστηρίων του Πνεύματος»(20). Γιατί απεκάλυψε στον κόσμο την τελειωτική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και το «αρχαίον κάλλος της ανθρωπίνης φύσεως στην προπτωτική του κατάσταση… η Νέα Εύα είναι ο τελειότερος άνθρωπος, η ένσαρκη εικόνα του Αγίου Πνεύματος. Γι΄ αυτό και δέχεται την μεγίστη Δωρεά Του, να γεννήση εν σαρκί τον ίδιο τον Θεό»(20α). Αυτό σημαίνει ότι ο θείος φωτισμός της Θεοτόκου, άρχισε από την παιδική της ηλικία και διήρκεσε καθ΄ όλη την επίγεια ζωή Της, η δε απέκδυσις εκ της αμαυρώσεως από το Προπατορικό Αμάρτημα, έγινε κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, όταν το «Πνεύμα το Άγιον επήλθεν επ΄Αυτήν, κατά τον του Κυρίου Λόγον, ον είπεν Άγγελος, καθαίρον ταύτην και δύναμιν δεικτικήν της του Λόγου Θεότητος παρέχον, άμα δε και γεννητικήν»(21). Γι΄ αυτό ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, παρομοιάζει την Θεοτόκον ως λαμπρόν πνευματικόν ουρανόν, από τον οποίον ανέτειλε ο άδυτος ήλιος της δικαιοσύνης, που την εχαρίτωσε περισσότερο από όλους τους υπό κάτω και υπέρ άνω του φυσικού ουρανού, χαριτωμένους! Γι΄ αυτό και πλήρης θαυμασμού για τον πλούτο των χαρισμάτων Της αναφωνεί: «Τις σου το θεαυγές κάλλος υπογράψοι Θεομήτορ Παρθένε, λόγος; Ου γαρ εστι τα σα λογισμοίς και λόγοις ορίζειν· πάντα γαρ υπερβαίνει και νουν και λόγον. Υμνείν δ΄ όμως, έξεστι σου φιλάνθρωπος προσιεμένης. Συ γαρ χαρίτων απασών χωρίον και πλήρωμα καλοκαγαθίας παντοίας και πίναξ έμψυχος αρετής τε και χρηστότητος πάσης, ως μόνη πάντων ηξιωμένη συλλήβδην των του Πνεύματος χαρισμάτων»(22).

Β) Η Θεοτόκος ως μητέρα της Νοεράς Ησυχίας εις τα Άγια των Αγίων. --  του αειμνήστου Παναγιώτου Γκιουλέ

Έτσι η Θεοτόκος, το μυρίπνοο δοχείο της χάριτος και το πλήρωμα «των του Πνεύματος χαρισμάτων, ο πίναξ ο έμψυχος πάσης αρετής τε και χρηστότητος», εισήλθε, λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «εις τα προσκαίρως των αγίων άγια, η ακατάληκτος αγία των Αγίων. Εισήλθε η αχειροποίητη σκηνή του Λόγου, η λογική και έμψυχος κιβωτός του αληθινά καταπεμθέντος άρτου της ζωής, του οποίου ήταν η αχειροποίητος εκείνη κιβωτός, που ευρίσκετο η στάμνος, που έφερε το μάννα.. Εισήλθε η βίβλος της ζωής, η μη τύπους λόγου, αλλ΄ αυτόν τον του Πατρός Λόγον απορρήτως δεδαμένη..»(23). Αυτή, λοιπόν η Πάγκαλος και Πάναγνος Παρθένος, που είχε «εκ μητρικής νηδύος», το πλήρωμα των θείων χαρισμάτων και των αρετών, εισέρχεται τριετής, με την θέλησίν Της, εις τα Άγια των Αγίων! Εισέρχεται η «κεχαριτωμένη» κόρη εις τα Άγια των Αγίων, χωρίς να δεχθή καμμία επίκτητη γνώση από σοφούς και διδασκάλους, κατά τον θείο Γρηγόριο, «Αλλά τον μεν ηγεμόνα νουν υπήκοον δια πάντων αποφήνασα Θεώ, τας δε των ανθρώπων υφηγήσεις κατά κράτος απολελοιπυϊα (εγκαταλείψασα) και ούτω την άνωθεν σοφίαν άφθονον αποδεχθείσα… αύτη εν αγίοις αδύτοις καθάπερ εν θεσπεσίοις ανακτόροις ανέκειτο Θεώ!...»(24). Γιατί η Θεοτόκος, μέσα στα Άγια των Αγίων, υπερέβη την φυσική θεωρία των κτισμάτων και με την τελειωτική χάρη του Παναγίου Πνεύματος, μετεμόρφωσε το κατά φύσιν εις το υπέρ φύσιν και έθεσε υπό την εξουσίαν του Πνεύματος και αυτά τα αδιάβλητα πάθη, λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Γιατί «έζη καθάπερ εν παραδείσω… απεριμέριμνον, απραγμάτευτον ανύουσα βίον, λύπης άμοιρον, παθών αγενών αμέτοχον και θείας ηδονής, που είναι ανώτερος εκείνης, που δεν ξεχωρίζει από την οδύνη. Θεώ μόνω ζώσα, Θεώ βλεπομένη μόνω, Θεώ τρεφομένη, Θεόν μόνον ορώσα!...»(25). Γιατί αμέσως, μετά την είσοδό Της στα Άγια των Αγίων η Πάναγνος Παρθένος, «διαπετάσασα το βλέμμα της προς τις αόρατες καλλονές, δεν θεωρούσε πλέον τίποτε ευχάριστο πάνω στη γη. Γιατί με το να γίνη ανωτέρα «των της φύσεως αναγκών και των της αισθήσεως ηδονών» και τα μεν ωραία στην όραση έκρινε ανάξια να τα βλέπη, τα δε καλά για βρώση άξια παραβλέψεως, ανεδείχθη πρώτη αυτή και μόνη από όλους ανέπαφος από όλα εκείνα, με τα οποία ο επιτιθέμενος επιβάλλει την τυραννία του σ΄ εμάς και έστησε από τότε το κατ΄  αυτού τρόπαιο. Και αυτά ανταγωνιζαμένη, όχι μόνο από το πρωϊ έως το βράδυ, όχι για τον καρπό ενός φυτού, αλλά επί πολλές περιόδους ετών, προς ποικίλες και παντός είδους ηδονές, που έχουν εφευρεθή από τους άρχοντες του σκότους ως δέλεαρ κατά των ψυχών. Και αφού περιφρόνησε όλες αυτές τις ηδονές, αυτή μόνη από όλους, η θεόπαις και παραδόξως, απ΄ αυτήν ακόμη την παιδική ηλικία, παίρνει δικαίως ως βραβείο, την ουράνια τροφή από τον άγγελο και ανεδεικνύετο, ευθύς εξ αρχής, βασίλισσα των ουρανών, έχουσα στην υπηρεσία Της τους ουρανίους νόας»(26). Γι΄ αυτό ο θείος Γρηγόριος, θεωρεί την Πάναγνον θεόπαιδα ως μητέρα της Νοεράς Ησυχίας και ως προστάτιδα της Μοναχικής Πολιτείας, γιατί είναι «η πρώτη και μόνη αποταξαμένη εκ βρέφους τω κόσμω υπέρ κόσμου αειπάρθενος νύμφη…»(27). Γιατί η Πάναγνος θεόπαις, ζητούσα την άρρητο και την μυστική ένωσή Της με τον Θεόν, ευρίσκει σαν άριστο χειραγωγό Της την Νοερά Ησυχία, θεολογεί ο θείος Γρηγόριος. «Ησυχίαν την νου και κόσμου στάσιν, την λήθην των κάτω, την μύησιν των άνω, την των νοημάτων επί το κρείττον απόθεσιν· αύτη πράξις ως αληθώς, επίβασις της ως αληθώς θεωρίας ή θεοπτίας…»(28). Έτσι χειραγωγουμένη υπό της νοεράς ησυχίας η Πάναγνος Παρθένος εις τα Άγια των Αγίων, απαλλάσσεται από την αίσθηση κάθε αισθητού και υπερυψώνεται πάνω από λογισμούς και συλλογισμούς και από κάθε γνώση και απ΄ αυτήν ακόμα την διάνοια και την συμπάθεια προς το σώμα Της, και παραδίδεται στην νοερά ενέργεια «ην θείαν αίσθησιν ο Σολομών προείπε». Έτσι έφθασε στην «υπέρ γνώσιν άγνοια, γιατί συνήψε τον νουν Της με την στροφή προς τον εαυτόν Της και με την αδιάλειπτη θεία προσευχή, υπερέβη τον πολύμορφο συρφετό των λογισμών και διέκρινε» καινήν και απόρρητον οδόν προς τους ουρανούς, την νοητήν σιγήν. Έπειτα προσέχουσα η Παρθένος προς αυτήν, πετά, πάνω από όλα τα κτιστά και βλέπει μεγαλύτερη από τον Μωϋσή δόξα, και εποπτεύει την θεία Χάρη, που είναι θέαμα ασπίλων νόων και ψυχών!... Έτσι η Θεοτόκος, ενώθηκε με τον Θεό με την αδιάλειπτο νοερά προσευχή και με την καινή γλώσσα της νοητής σιγής έγινε όλη φως! Νεφέλη φωτεινή του όντως ζώντος ύδατος, αυγή της μυστικής ημέρας του μέλλοντος αιώνος!... Γι΄ αυτό ο θείος Γρηγόριος, πλήρης θαυμασμού, για το ουράνιο πνευματικό μεγαλείο της Θεοτόκου, αναφωνεί: «Τις λαλήσει τα μεγαλεία σου, Παρθένε; Ακουστάς ποιήσει πάσας τας αινέσεις σου, Θεόπαις. Θεομήτωρ εχρημάτισας· ήνωσας τον νουν Θεώ· ήνωσας Θεόν σαρκί· υιόν ανθρώπου εποίησας Θεόν, και τον άνθρωπον υιόν Θεού· κατήλλαξας τον κόσμον τω του κόσμου ποιητή…»(29). Αλλά και εμείς πάντες οι Ορθόδοξοι πιστοί, οι ευρισκόμενοι στις υπωρείες του όρους, της ορθοδόξου πνευματικότητος και ζωής, και ατενίζοντες έκθαμβοι και εκστατικοί, με το αγιασμένο βλέμμα των Αγίων Πατέρων, το ουράνιο θάμβος και το ανέκφραστο μεγαλείο του ανερμηνεύτου μυστηρίου της Θεοτόκου, ας δοξάσωμε τον μόνον αληθινό Τριαδικό Θεό, που εμεγάλυνε και εδόξασε τόσο πολύ τον εκπεσόντα άνθρωπο, ώστε να στεφανώση την Θεοτόκον ως Βασίλισσα των ουρανών μέσα στα άγια των Αγίων και έπειτα κλείνοντες ευλαβικά το γόνυ «θεασώμεθα το μέγα τούτο θέαμα, την Θεοτόκον συνδιαιωνίζουσαν την ημετέραν φύσιν με το πυρ της Θεότητος, κι΄ αφού απεκδυθούμε τους δερματίνους χιτώνες της νεκρώσεως, ους εκ παραβάσεως ενδεδύμεθα, στώμεν έκαστος εν γη αγία»(30) ψάλλοντες: «Εμεγάλυνας Χριστέ την τεκούσαν σε Θεοτόκον…» Αμήν.

 

1)  Α Τιμοθ. γ: 16

1α) Χρυς. Μοναχού Διονυσιάτου: Θεός Λόγος και ανθρώπινος λόγος.

2) Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού: Έκδ. Ορθ. Πίστεως Γ: 12  56  ΕΠΕ  Ι

3) Αγ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου Προς Γάϊον επιστολή.

4) Μητρ.  Αθανασίου Γιέφτιτς: Η περί Θεοτόκου διδασκαλία  Αγ. Ι. Δαμασκηνού.

5) Αυτόθι, σελ. 23 και Μ. Φωτίου ομιλία Θ.

6) Αυτόθι σελ. 23.

7) Αγ. Ι. Δαμασκηνού: Λόγος εις το Γενέσιον.

8) Χρυσοστόμου Μοναχού Διονυσιάτου :Θεός Λόγος και…

9) Αγ. Νικοδήμου : Αόρατος Πόλεμος σελ. 118.

10) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ομιλία ΝΒ 8.

11) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ΝΓ  37

12) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ΝΒ  11

13) Αυτόθι ΝΖ 6

14) Γεν. Δ : 26.

15) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ΝΒ  10

16) Αυτόθι ΝΖ  7

17) Αυτόθι  ΝΖ  6

18) Αυτόθι  ΝΒ  8

19) Μάρκου ιβ: 30

19α) Χρυσοστόμου Μοναχού Διον. : Θεός Λόγος και….

20) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ομιλία ΝΓ  20

20α) Χρυσοστόμου Μοναχού: Θεός Λόγος και…

21) Αγ. Ι. Δαμασκηνού: Έκδ. Ορθοδ. Πίστεως Γ 12

22) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ομιλία ΝΓ  13.

 

 

23) Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, ομιλία ΝΓ  43  ΕΠΕ   ΙΙ

24)                                                   >>    ΝΓ 18

25)                                                   >>     ΝΓ47

26)                                                   >>     ΝΓ 46

27)                                                   >>     ΝΓ 50

28)                                                  >>      ΝΓ52

29)                                                   >>     ΝΓ 59