ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΠΑΓΚΑΛΟΥ.

Άπαντα τα του παντοδυνάμου Θεού ποιήματα και κτίσματα πάνσοφα είναι και θαυμάσια από των οποίων αντιλαμβάνεται πας τις την σοφίαν του Ποιητού. Όμως σοφώτερον από όλα και εκλεκτότερον είναι ο άνθρωπος, εις τον οποίον εθαυμαστώθη η γνώσις Αυτού περισσότερον, παρά εις τα επίλοιπα κτίσματα, διότι τον εστίλισε με τόσα χαρίσματα, ώστε δεν ήτο δυνατόν να τον κάμη τελειότερον ή σοφώτερον. Απαίδευτοι τινές λέγουν, ότι θα ήτο καλλίτερον να έκαμνεν ο Θεός τον άνθρωπον ανεπίδεκτον αμαρτίας δια να μη ημπορή ν’ αμαρτήση, οι τοιούτοι όμως δεν γνωρίζουν τι λέγουν. Διότι ο Θεός ως πάνσοφος έκαμε τον άνθρωπον αυτεξούσιον, εκτείνας ενώπιον αυτού δύο οδούς, εκ των οποίων η μία υπάγει εις την ζωήν και η ετέρα εις τον θάνατον, αφήκε δε αυτόν ελεύθερον να ακολουθήση την οδόν, την οποίαν βούλεται κατά την αγαθήν ή την πονηράν αυτού προαίρεσιν.

Αναλόγως δε με την της προαιρέσεως εκλογήν δίδεται και η ανταμοιβή, διότι της μεν φύσεως τα κατορθώματα, καθό αμετάβλητα, ούτε και τιμωριών είναι άξια· της δε προαιρέσεως δίδονται αι αμοιβαί πλούσιαι. Τούτο δε διότι, όταν τις δύναται να πράξη το κακόν αλλά εγρατευθή δια την εντολήν του Κυρίου, λαμβάνει παρ’ Αυτού δόξαν ανείκαστον και στέφανον αμάραντον, όχι μόνον εις την αιώνιον ζωήν, αλλά πολλάκις και εις ταύτην την πρόσκαιρον· όμως όσαι αρεταί γίνονται εξ ανάγκης, μισθόν κανένα δεν έχουν. Εκ τούτου και πάντες οι Άγιοι προ νόμου και μετά νόμον, Δίκαιοι, Προφήται, Μάρτυρες, Ασκηταί, Ιεράρχαι και Όσιοι τοσούτον παρά Θεού εδοξάσθησαν, επειδή επροτίμησαν την αρετήν, τας δε ηδονάς κατεπάτησαν· δυνάμενοι δε να έχωσι πάσαν σωματικήν απόλαυσιν, εμίσησαν πανσόφος όλα τα πρόσκαιρα, πλούτον, δόξαν, χρήματα, κτήματα και πάσαν την κτίσιν και μόνον τον Κτίστην, ως ποιητήν και σωτήρα, ολοψύχως επόθησαν. Μεταξύ τούτων είναι και ο σήμερον παρ’ ημών εις έπαινον και ευφημίαν προκείμενος, ο ωραίος το σώμα και την όψιν, εις δε την ψυχήν ωραιότερος, ο Πάγκαλος Ιωσήφ, η στήλη της σωφροσύνης και της δικαιοσύνης το άγαλμα, όστις με το να φυλάξη το σώμα αμόλυντον και να νικήση τον εχθρόν εις τον μέγαν εκείνον και σφοδρότατον πόλεμον, τον οποίον αντιμετώπισεν, εδοξάσθη εις τούτον τον κόσμον και έγινε βασιλεύς εις όλην την Αίγυπτον, εις δε τον Παράδεισον μέλλει να έχη και πάλιν την δόξαν αιώνιον και την βασιλείαν αδιάδοχον. Όθεν, παρακαλώ σας, ευλογημένοι Χριστιανοί, δότε μοι πρόθυμον και καθαράν την ακρόασιν, διότι η παρούσα διήγησις πλήρης τυγχάνει πνευματικής ευφροσύνης και αγαλλιάσεως. Ούτος ο Ιωσήφ ήτο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού τύπος και σαφές προεικόνισμα. Διότι καθώς αυτός ο Υιός και Λόγος του Θεού δια σπλάγχνα οικτιρμών απεστάλη παρά του Πατρός Αυτού προς ημάς δια να μας σώση, οι δε σκληροτράχηλοι Ιουδαίοι εκ φθόνου εφόνευσαν αυτόν, ούτω και ο Ιωσήφ επέμφθη υπό του πατρός του Ιακώβ, να επισκεφθή τους αδελφούς του, αυτοί δε εκ φθόνου κινούμενοι επώλησαν αυτόν αντί τριάκοντα αργυρίων, καθώς και τον Δεσπότην ο Ιούδας επώλησεν· αλλ’ ύστερον εδοξάσθη γενόμενος βασιλεύς εις όλην την Αίγυπτον και έσωσε πλήθος κόσμου από του λιμού με τον σίτον, τους δε επιβούλους και φονείς αυτού κατά την προαίρεσιν, όχι μόνον δεν απέκρουσε, αλλά αντήμειψεν ο αμνησίκακος με δώρα πλούσια. Ούτω και ο Δεσπότης Χριστός αναστάς εκ του τάφου εβασίλευσεν εις τον κόσμον άπαντα και με πολλήν φιλανθρωπίαν τρέφει καθ’ εκάστην ημάς με την μυστικήν σιτοδοσίαν, την Αγίαν Κοινωνίαν, ο ανεξίκακος και μακρόθυμος και μας κάμνει τόσας άλλας ευεργεσίας ως πλουσιόδωρος και πανάγαθος. Τούτον τον σώφρονα Ιωσήφ ετίμησαν πολύ εις τα συγγράμματά των οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας, και μάλιστα ο μέγας Χρυσόστομος, ο οποίος τον ενεκωμίασε τόσον, ώστε τον παρομοιάζει με τους αΰλους Αγγέλους, επειδή εφύλαξε το κατ’ εικόνα Θεού καθαρόν και αμόλυντον και ευρισκόμενος εις πολλάς τρυφάς και αναπαύσεις και πολλάκις υπό της κυρίας αυτού πολεμούμενος, δεν ενικήθη ο αδαμάντινος. Δι αυτό και οι Πατέρες ημών τον εδόξασαν, προστάσσοντες να τον εορτάζωμεν την αγίαν και Μεγάλην Δευτέραν ως του Δεσπότου Χριστού προεικόνισμα. Αλλ’ ας είπωμεν εξ αρχής την διήγησιν με βραχυλογίαν, καθώς εις την Βίβλον της Γενέσεως γράφεται. Ούτος ο πάνσοφος Ιωσήφ ήτο ο ενδέκατος υιός του Πατριάρχου Ιακώβ, γεννηθείς εκ της Ραχήλ, προ του Βενιαμίν. Είχε δε πολλήν ευταξίαν και μετριότητα και καθ’ εκάστην προέκοπτεν εις τον φόβον του Θεού και εις τας λοιπάς αρετάς. Όθεν και υπό του πατρός του ηγαπάτο περισσότερον από τους άλλους αδελφούς, οι οποίοι δια τούτο πολύ τον εφθόνησαν, μάλιστα δε διότι είδεν όνειρον, ότι εθέριζαν εις το χωράφιον και εσηκώθησαν τα δράγματα των αδελφών αυτού και προσκύνησαν το ιδικόν του χειρόβολον. Το όραμα τούτο είπεν ο Ιωσήφ εις τους αδελφούς του ως απονήρευτος. Οι δε απεκρίθησαν: «Ώστε συ μέλλεις να γίνης βασιλεύς, να σε προσκυνήσωμεν άπαντες»; Από τότε λοιπόν τον εφθόνουν περισσότερον και ουδόλως ηδύναντο να τον βλέπουν. Μετά ταύτα είδε και δεύτερον ενύπνιον, ότι τον προσεκύνησεν ο ήλιος και η σελήνη και ένδεκα αστέρες. Τούτο το όνειρον ιδών το είπε κρυφίως εις τον πατέρα του, όστις απεκρίνατο προς αυτόν· «Το όνειρόν σου φανερώνει, ότι μέλλει να σε προσκυνήσω εγώ και η μήτηρ σου, με τους αδελφούς σου. Αλλά φυλάττου, να μη το είπης τινός και το μάθουν οι αδελφοί σου και σκανδαλισθούν περισσότερον». Μετά καιρόν, όταν ήτο χρόνων δεκαεπτά, έβοσκον οι αδελφοί του τα πρόβατα εις τόπον καλούμενον Συχέμ και έλειπαν ημέρας πολλάς. Ο δε Ιακώβ έστειλε τον Ιωσήφ να τους φέρη άρτους, δια την τροφήν των, επειδή ήργησαν να έλθουν εις την οικίαν και να ίδη πως ευρίσκονται. Απήλθε λοιπόν ο Ιωσήφ μετά χαράς, ως αρνίον άκακον, επιθυμών να τους ασπασθή και να μάθη περί της υγείας των. Οι δε, ως είδον αυτόν μακρόθεν, συνεφώνησαν να τον φονεύσουν, δια να μη βασιλεύση εις αυτούς κατά το ενύπνιον. Ο δε Ρουβίμ είπε προς τους άλλους αδελφούς: «Μη, δια τον Κύριον, μολύνετε τας χείρας σας με αίμα αθώον, αλλά κάλλιον να τον θέσητε εις τον λάκκον εκείνον, παρά να τον φονεύσητε». Όταν λοιπόν έφθασεν ο νέος, αρπάσαντες αυτόν ως άγρια θηρία, τον εξέδυσαν από του ποικίλου χιτώνος, τον οποίον εφόρει και δέροντες αυτόν, τον έσυρον δια να τον ρίψουν εις τον ρηθέντα λάκκον. Ο δε μετά δακρύων παρεκάλει αυτούς λέγων ταύτα· «Μη οργίζεσθε, αγαπημένοι μου αδελφοί, κατ’ εμού αδίκως, διότι κακόν δεν σας έκαμα, αλλά καν τον πατέρα μας λυπηθήτε, όστις ακόμη οδύρεται τον θάνατον της μητρός μας. Όθεν κάμετε έλεος δι’ αγάπην Θεού, μη του δώσητε και έτερον πόνον σφοδρότερον και αποθάνη ο τάλας από την λύπην του. Ναι, κύριοί μου, σας ορκίζω εις τον Θεόν τον ύψιστον, μη με αποκτείνητε άδικα». Αυτά και πολλά άλλα έλεγεν ο Ιωσήφ ελεεινώς οδυρόμενος, όμως ουδόλως τον ελυπήθησαν, αλλ’ ως λύκοι άγριοι τον έσυραν και τον έρριψαν εις τον λάκκον, εκείνος δε εθρήνει απαρηγόρητα λέγων· «Ω πάτερ μου φίλτατε, κλαύσον πικρώς το ηγαπημένον σου τέκνον, διότι ουδέποτε θέλεις το ίδει. Ω παντέφορε ήλιε, δέομαί σου, ανάγγειλον εις τον πατέρα μου την πολλήν μου οδύνην και βάσανον. Ω γη, η μήτηρ απάντων, παρακαλώ σε, καθώς ποτε εβόησας προς Κύριον δια το δίκαιον αίμα του Άβελ, το οποίον ο αδελφός του έχυσεν άδικα, ούτω και τώρα βόησον προς Ιακώβ, τον πατέρα μου, και φανέρωσέ του ταύτην την αδικίαν, την οποίαν εποίησαν οι αδελφοί μου εις εμέ». Ούτω ο μεν Ιωσήφ πικρώς ωδύρετο, οι δε φονείς κατά την προαίρεσιν εκάθηντο τρώγοντες και πίνοντες. Αναβλέψαντες δε μακρόθεν είδον εμπόρους τινάς Ισμαηλίτας, οίτινες επορεύοντο από την Γαλαάδ εις την Αίγυπτον με καμήλους φορτωμένας αρώματα. Τότε είπεν ο Ιούδας προς τους άλλους αδελφούς: «Κάλλιον είναι να δώσωμεν τον Ιωσήφ εις τους Ισμαηλίτας αυτούς ως αιχμάλωτον, να αποθάνη εις την ξενιτείαν, παρά να τον φονεύσωμεν ημείς και να γίνωμεν αδελφοκτόνοι οι τάλανες». Ήκουσαν λοιπόν αυτόν οι αδελφοί και εκβαλόντες τον Ιωσήφ από τον λάκκον, τον επώλησαν αντί τριάκοντα αργυρίων, λαβόντες δε αυτόν οι έμποροι επορεύοντο. Όταν δε έφθασαν πλησίον της Ευφραθά, ήτοι της Βηθλεέμ, είδεν ο Ιωσήφ το μνημείον της μητρός του Ραχήλ, η οποία ετελεύτησεν εκεί, όταν εγέννησε τον Βενιαμίν. Τον καιρόν εκείνον ο Ιακώβ είχε φθάσει εκεί επιστρέφων από την Μεσοποταμίαν, ενεταφίασε δε εκεί την Ραχήλ στήσας και στήλην επιτύμβιον εις το μνημείον αυτής. Προσδραμών λοιπόν ο Ιωσήφ έπεσεν επάνω του μνήματος και κλαίων έλεγε: «Ραχήλ, μήτερ μου, εγέρθητι εκ της γης, ίνα ίδης τον ηγαπημένον σου Ιωσήφ, πως έγινεν αιχμάλωτος, διότι οι αδελφοί μου με επώλησαν ως κακούργον γυμνόν και εις χείρας αλλοτρίων παρέδωσαν. Άνοιξον, μήτερ μου, υποδέξου με εις τον τάφον σου, ίνα μη υπάγω εις γην αλλοτρίαν αιχμάλωτος. Δεν ακούεις της φωνής μου, μήτερ μου; Τον πατέρα μου τον Ιακώβ εκάλεσα και δεν μου ήκουσε, τώρα δε πάλιν επικαλούμαι σε μοιρολογούμενος και δεν μου αποκρίνεσαι»; Έλαβον δε αυτόν οι έμποροι βιαίως από τον τάφον νομίζοντες, ότι έκαμνε μαντείαν τινά δια να φύγη από τας χείρας των, αυτός δε τους είπεν όλα τα συμβάντα και συμπονέσαντες αυτόν εδάκρυσαν λέγοντες· «Μη λυπείσαι, νεανία, διότι εις μεγάλην τιμήν θέλεις ανέλθει εις Αίγυπτον, επειδή ο χαρακτήρ του προσώπου σου φανερώνει την ευγένειάν σου. Λοιπόν χαίρου, διότι ελυτρώθης από τον φθόνον των αδελφών σου και θέλεις τιμηθή». Κατόπιν φθάσαντες εις την Αίγυπτον, επώλησαν τον Ιωσήφ, εις τον αρχιευνούχον του βασιλέως Φαραώ, Πετεφρήν καλούμενον, όστις και έλαβεν αυτόν εις τον οίκον του. Οι δε αδελφοί του Ιωσήφ, αφού αυτός ανεχώρησεν, έσφαξαν έριφον και αιματώσαντες τον ποικίλον αυτού χιτώνα, απήλθον εις τον πατέρα των και λέγουν προς αυτόν: «Εις τόπον έρημον εύρομεν τον χιτώνα τούτον και γνωρίσαντες, ότι είναι του Ιωσήφ, ελυπήθημεν πολύ· δι’ αυτό και σου τον εφέραμεν, να τον ίδης, εάν πράγματι είναι ιδικός του». Ο δε Ιακώβ διέρρηξε τα ιμάτια αυτού, ενεδύθη σάκκον, ωδύρετο πικρώς, ανέσπα τας τρίχας της κεφαλής, έτυπτε το στήθος και  μοιρολογούμενος έλεγε: «Κακόν θηρίον έφαγε τον υιόν μου. Ω! τέκνον μου φίλτατον, διατί να μη εύρη το θηρίον εμέ, να χορτάση με τας σάρκας μου, και να αφήση σε αβλαβή; Οίμοι, οίμοι τω δυστυχεί και τάλανι! Πως έχασα το φως μου ο άθλιος! Εγώ είμαι του θανάτου σου αίτιος, όστις σε έστειλα μόνον ο ασύνετος. Λοιπόν μου πρέπει να κλαίω πικρώς ακατάπαυστα, έως να τελευτήσω από την λύπην, να έλθω εις τον Άδην να σε εύρω, ηγαπημένε μου». Αυτά και έτερα πλείονα λέγων έκλαιε πολύ, οι δε υιοί και θυγατέρες παρηγόρουν αυτόν. Αλλ’ ουδόλως ήθελε να παύση το δάκρυον. Μόνον κατεφίλει τον χιτώνα πυκνώς, στενάζων εκ βάθους της καρδίας και λέγων· «Από ανθρώπους εσφάγης, γλυκύτατον τέκνον μου. Διότι, αν σε είχε φάγει θηρίον, ήθελεν είναι ξεσχισμένος ο χιτών σου από τους οδόντας αυτού». Ούτω λοιπόν ο μεν Ιακώβ εθρήνει απαρηγόρητα, ο δε Ιωσήφ επρόκοπτεν εις την οικίαν του Πετεφρή εις υπακοήν, σωφροσύνην και εις όλας τας αρετάς και τόσον ήτο γνωστικός και επιμελέστατος, ώστε του έδωκεν ο αυθέντης του την εξουσίαν εις όλην την περιουσίαν του, βλέπων ότι από την ώραν, όπου τον ηγόρασεν, ευτύχουν όλα τα πράγματά του με τρόπον θαυμάσιον. Διότι ο Κύριος ήτο με τον Ιωσήφ και ως αγαθόν και δίκαιον εφύλαττε και περιέσκεπεν αυτόν και τον ενεδυνάμωνεν. Ήτο λοιπόν εις τον οίκον εκείνον χαρά μεγάλη και αγαλλίασις και πάντες ηγάπων τον Ιωσήφ, ως αίτιον τοσαύτης ευτυχίας και εμπλήσεως. Εξόχως μάλιστα η κυρία του, η γυνή του Πετεφρή, βλέπουσα το εξαίρετον εκείνο κάλλος, την άφθαρτον ωραιότητα, την πολλήν αυτού γνώσιν και σύνεσιν, τα χρηστά ήθη, την ευταξίαν, την κοσμιότητα και τας λοιπάς αρετάς, ετρώθη την καρδίαν με σαρκικόν έρωτα και όσον παρήρχοντο αι ημέραι, τοσούτον ο άσεμνος έρως ερρίζωνε και κατέτρωγε τα εντόσθια αυτής. Όθεν μη δυναμένη πλέον να κρύπτη το πάθος της, το εφανέρωσεν έξωθεν δοκιμάζουσα ποικιλοτρόπως να τρώση την καρδίαν του νέου εις την αγάπην της. Και πρώτον μεν εκαλλωπίζετο δια χρωμάτων και αρωμάτων και με στολισμόν διαφόρων ιματίων, ενδυομένη καθ’ εκάστην στολήν ετέραν· με νεύματα δε και σχήματα έρωτος και έτερα μυρία μηχανήματα προσεπάθει να ρίψη εις τους βρόχους της η άσεμνος και άφρων τον σωφρονέστατον. Αλλ’ εις μάτην εκοπίαζεν η πάντολμος, διότι εκείνος, ως αδάμας στερρός, δεν έκλινε ποσώς εις την γνώμην της. Αλλά ως ευγνώμων και γνωστικώτατος δούλος έφευγε το κακόν, δια να μη πταίση εις τον Θεόν και γίνη προς τον κύριόν του αδικητής και αχάριστος. Βλέπουσα η ακόλαστος εκείνη γυνή ότι με τα σχήματα, τα νεύματα και με τα καλλωπίσματα μόνον δεν ηδυνήθη να επιτύχη του ποθουμένου, προσήλθεν εις αυτόν αναισχύντως και με λόγους έρωτος έσπευδε να υποσκελίση τον νέον με κολακείας και συμβουλάς, λέγουσα· «Κοιμήθητι μετ’ εμού, ηγαπημένε μου, και μη φοβείσαι τίποτε, διότι άλλος δεν τολμά να εισέλθη εδώ μέσα εις τον κοιτώνα μου· απόλαυσον του κάλλους μου και εγώ του ιδικού σου· ει δε και δειλιάς δια τον άνδρα μου, εγώ να τον θανατώσω κρυφίως με φάρμακα, να μείνωμεν εξουσιασταί εις το πράγμα του». Ταύτα η άσεμνος εκείνη γυνή έλεγεν, ο δε σωφρονέστατος Ιωσήφ απεκρίνατο: «Μη ελπίζης να με εύρης ποτέ τόσον ανόητον, να πράξω τοιαύτην αμαρτίαν, να ατιμάσω τον κύριόν μου, τον άνδρα σου, όστις έβαλεν εις την εξουσίαν μου όλα τα υποστατικά και υπάρχοντά του, να τα ορίζω όλα, εκτός σου της γυναικός του. Πως δύναμαι λοιπόν να καταφρονήσω τοσαύτην αγάπην και ευσπλαγχνίαν, την οποίαν έδειξεν εις εμέ και να φανώ προς τον ευεργέτην μου αχάριστος; Εγώ φοβούμαι τον Θεόν και δεν τολμώ να μολύνω την σάρκα μου. Λοιπόν παύσε από τοιαύτην ματαίαν ελπίδα και ανωφελή επιχείρησιν, διότι προτιμώ να αποθάνω καλύτερον ή να προδώσω την ψυχήν μου εις θάνατον». Όσον δε έβλεπεν εκείνη τον Δίκαιον παραιτούμενον, τοσούτον αύτη η άνομος υπό της ηδονής εφλογίζετο και εκαιροφυλάκτει πότε να εύρη καιρόν επιτήδειον να βιάση και χωρίς την θέλησίν του τον σώφρονα. Βλέπων ο σώφρων Ιωσήφ ότι τον επείραζεν η αναιδής πολλάκις αναίσχυντα, προσκαλούσα τούτον εις την βδελυράν ηδονήν, προσηύχετο προς Κύριον συνεχώς τοιαύτα δεόμενος· «Ο Θεός του πατρός μου Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, ο μέγας και ισχυρός, όστις με ελύτρωσας από τας χείρας των αδελφών μου, αυτός, Δέσποτα παντοδύναμε, ρύσαι με εκ του θηρίου τούτου του μαινομένου, ίνα μη γίνω δια της μοιχείας αλλότριος των πατέρων μου, οίτινες τοσούτον σφοδρώς και ευσεβώς Σε ηγάπησαν». Προσεπεκαλείτο δε και τον Ιακώβ λέγων· «Εύξαι, πάτερ μου, ευτόνως προς Κύριον, ότι μέγας πόλεμος επανέστη επ’ εμού του τάλανος και προσπαθεί να με χωρίση από τον Πλάστην μου. Ούτος είναι πικρότερος θάνατος παρά εκείνος, τον οποίον ήθελον να μου δώσουν οι αδελφοί μου. Διότι εκείνος εχώριζε μόνον την ψυχήν εκ του σώματος, αυτός δε χωρίζει αμφότερα, την ψυχήν και το σώμα από τον Πλάστην μου. Πιστεύω, πάτερ μου, ότι αι ευχαί σου με ανεβίβασαν από τον λάκκον και τώρα πάλιν δέομαί σου, δυσώπησον τον Κύριον, όπως και εκ του μαινομένου και αναισχύντου τούτου θηρίου σώση με».Ταύτα μεν και έτερα πλείστα ο σώφρων και δίκαιος προς τον Κύριον πολλάκις προσηύχετο. Η δε βεβακχευμένη και μεμεθυσμένη υπό της φιληδονίας, δεν έπαυεν, αλλά καθ’ ώραν ανεζήτει τρόπον και ενήδρευε κατ’ αυτού πλείστα μηχανεύματα και πανουργίας μετερχομένη. Ημέραν δε τινά, καθ’ ην ο νέος ευρίσκετο μόνος εις το δωμάτιον, οι δε λοιποί άνδρες έλειπον όλοι από τον οίκον της, εισήλθεν η πάντολμος και κρατήσασα αυτόν από το ιμάτιον τον έσυρε λέγουσα· «Κοιμήθητι, σε παρακαλώ, μετ’ εμού, διότι εάν δεν θεραπεύσης την επιθυμίαν μου, αποθνήσκω από την θλίψιν μου». Βλέπων δε ο νέος ότι τον έσυρε δυνατά, αφήκε το ένδυμά του εις τας χείρας της και εξήλθεν έξω συντόμως ο αείμνηστος, ίνα μη τυχόν βιάση τούτον η αναίσχυντος. Όταν εκείνη είδεν ότι την κατεφρόνησε τοσούτον ο αδαμάντινος και δεν ηθέλησε να ποιήση το θέλημά της, μετέβαλε την αγάπην εις έχθραν η μιαρά και τον εμίσησε τόσον, ώστε έκρινεν εις την διάνοιάν της να τον θανατώση, δια να μη τον βλέπη πλέον, να έχη αυτή εις την καρδίαν καθημερινόν θάνατον. Καλέσασα λοιπόν τους δούλους και τας παιδίσκας αυτής είπε προς αυτούς· «Είδετε τι ετόλμησε να πράξη ο Εβραίος, ο αιχμάλωτός μας; Ο άνδρας μου τον ετίμησε τόσον, ώστε τον έκαμε κύριον εις όλα τα υπάρχοντά μας, αλλ’ αυτός δεν ηρκέσθη εις την τοσαύτην τιμήν, την οποίαν του εδώσαμεν, αλλά και εμέ ηθέλησε να μολύνη ο αναιδέστατος». Μετά δε ώραν ικανήν, ελθόντος του Πετεφρή, η γυνή αυτού διέβαλεν αντιστρόφως τον σωφρονέστατον λέγουσα: «Εισήλθε προς με ο παις ο Ιουδαίος και με έσυρε προσπαθών να με ρίξη εις το κρεβάτι ο πάντολμος· εγώ δε εφώναξα δυνατά. Όθεν φοβηθείς έφυγεν, αφήσας το ρούχον του εις τας χείρας μου». Ταύτα ο Πετεφρής ακούσας εθυμώθη πολύ και τον ενέκλεισεν ευθύς εις τον πύργον, εις τον οποίον έθετεν ο βασιλεύς τους φονείς και τους κλέπτας· ήτο δε εκεί φυλακισμένος ημέρας πολλάς. Ο Πανάγαθος όμως Θεός εφώτισε τον αρχιδεσμοφύλακα και ευσπλαγχνείτο τον Ιωσήφ, διο και δεν του έθετε σίδηρα, ούτε τον υπέβαλλεν εις άλλην στενοχωρίαν, αλλά μάλιστα του παρείχεν ευρυχωρίαν πολλήν και άνεσιν. Διότι ο Θεός ήτο μετ’ αυτού, ως δίκαιος όπου ήτο και του έδωκεν εξουσίαν ο δεσμοφύλαξ να υπηρετή τους άλλους δεσμίους, βλέπων ότι ήτο ενάρετος. Κατά τας ημέρας εκείνας υπέπεσαν εις παράπτωμα έναντι του βασιλέως Φαραώ δύο ευνούχοι αυτού, ο αρχιοινοχόος και ο αρχισιτοποιός, τους οποίους και ενέκλεισεν ο Φαραώ εις το ως άνωθεν δεσμωτήριον. Μεθ’ ημέρας δε τινάς είδεν έκαστος τούτων όνειρον, το οποίον εξήγησεν ο Ιωσήφ. Και του μεν σιτοποιού είπεν, ότι την τρίτην απ’ εκείνης ημέραν θέλει προστάξει ο βασιλεύς να κόψουν την κεφαλήν του· του δε οινοχόου, ήτοι του κεραστού, είπε ταύτα· «Γνώριζε, ότι μεθαύριον λυτρώνεσαι απ’ εδώ και θέλει σου δώσει και πάλιν ο βασιλεύς την προτέραν τιμήν σου και το διακόνημα, το οποίον είχες. Τότε, παρακαλώ σε, κάμε έλεος και δι’ εμέ και ανάγγειλον εις τον βασιλέα, ότι αδίκως με εσυκοφάντησαν και ευρίσκομαι εις τούτον τον λάκκον, χωρίς να πράξω κανέν κακούργημα». Μετά τρεις ημέρας έκαμε μεγάλην φιλίαν ο Φαραώ, όστις εώρταζε τα γενέθλιά του, και ενθυμηθείς τους δύο εκείνους υπόδικους, έκρινε το πταίσιμόν των· και τον μεν αρχισιτοποιόν απεφάσισε να κρεμάσουν, τον δε οινοχόον συνεχώρησε και επανέφερεν εις το διακόνημά του, καθώς ο Ιωσήφ προεφήτευσε. Μετά δύο χρόνους είδεν όνειρον ο βασιλεύς, ότι ίστατο εις το χείλος του ποταμού Νείλου, ανέβαινον δε εκείθεν επτά βόες παχείαι και εύμορφοι και έβοσκον· έπειτα εξήλθον πάλιν από τον ποταμόν άλλαι επτά αδύνατοι πολύ και άσχημοι, αι οποίαι έφαγον τας παχείας και εις μίαν στιγμήν αι μεν εύμορφοι έγιναν άφαντοι, αι δε άσχημοι ίσταντο εις τον τόπον, εις τον οποίον ίσταντο πρότερον αι παχείαι. Εξυπνήσας δε ο βασιλεύς εταράχθη και εσυλλογίζετο τα οραθέντα. Αποστείλας τότε εκάλεσε πάντας τους εξηγητάς και σοφούς της Αιγύπτου να εξηγήσουν το όνειρον, αλλ’ ουδείς ηδύνατο. Ο δε οινοχόος ενεθυμήθη τον Ιωσήφ και ανήγγειλε τα κατ’ αυτόν εις τον βασιλέα, όστις και επρόσταξε να φέρουν ευθύς τον Ιωσήφ ενώπιόν του. Τούτου γενομένου διηγήθη προς αυτόν καταλεπτώς το ενύπνιον και παρεκάλει αυτόν να το εξηγήση. Ο δε Ιωσήφ απεκρίνατο· «Χωρίς την βοήθειαν και την δύναμιν του Θεού, δεν δύναμαι να δώσω απόκρισιν τινά. Αλλ’ Εκείνος θέλει με φωτίσει να φανερώσω εις την βασιλείαν σου μυστήρια απόκρυφα και να σε συμβουλεύσω δια την σωτηρίαν σου. Άκουσον λοιπόν μετά προσοχής την εξήγησιν. Αι επτά βόες αι παχείαι και εύμορφοι είναι επτά χρόνοι ευτυχείς, θέλει δε γίνει κατ’ αυτούς σίτος πολύς και άλλοι καρποί εν αφθονία προς αυτάρκειαν εις όλην την Αίγυπτον. Έπειτα θέλουν έλθει άλλοι επτά χρόνοι τόσον δυστυχείς και άποροι, ώστε θα γίνη μέγας λιμός και θα φάγουν την ευθηνίαν των περασμένων χρόνων, καθώς είδες, ότι έφαγον αι αδύνατοι βόες εις μίαν στιγμήν τας παχείας και ευμόρφους. Λοιπόν ζήτησον να εύρης σοφόν τινά και φρόνιμον άνθρωπον, να τον κάμης εξουσιαστήν εις όλας τας πόλεις και χώρας, τας οποίας ορίζεις, να εξουσιάζη και να διοική όλους τους ηγεμόνας και άρχοντας του βασιλείου σου, να τους αναγκάση να συνάξουν όλα τα γεννήματα των επτά ετών της ευφορίας και να τα φυλάττουν εις αποθήκας, να τα κυβερνούν δε με γνώσιν και μετριότητα, δια να τα έχετε ύστερον καθ’ όλους τους χρόνους της ακαρπίας, ίνα μη αποθάνουν από την πείναν οι δούλοι σου». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς ηγαλλιάσατο και εγερθείς από του θρόνου κατεφίλει τον Ιωσήφ έμπροσθεν πάντων των μεγιστάνων και του λέγει· «Δεν ευρίσκεται άνθρωπος εις όλον τον κόσμον φρονιμώτερος σου και συνετώτερος, επειδή έχεις πνεύμα Θεού και σου εφανέρωσε τα απόκρυφα. Σε λοιπόν χειροτονώ και εγώ βασιλέα δεύτερον σήμερον, να ορίζης όλην την Αίγυπτον, να θανατώνης ανθρώπους, να δίδης διορισμούς, να χαρίζης δωρεάς, να βραβεύης τους εναρέτους και να παιδεύης τους ατάκτους και άφρονας και να διοικής όλα μου τα υπάρχοντα· όσα δε αποφασίσης να είναι δεκτά και βέβαια, ως να τα επρόσταζα εγώ ο ίδιος». Ταύτα λέγων, έβαλεν εις τον δάκτυλον του Ιωσήφ το βασιλικόν δακτυλίδιον και χρυσούν κλοιόν εις τον τράχηλον. Ενδύσας δε αυτόν στολήν βυσσίνην, τον ανεβίβασεν εις την βασιλικήν άμαξαν και τον εκήρυξεν ο διαλαλητής έμπροσθεν του Φαραώ βασιλέα πάσης γης Αιγύπτου, να εξουσιάζη τα πάντα ως τέκνον και κληρονόμος του. Βλέπετε, ακροαταί, εις πόσην δόξαν ανεβίβασεν ο πλουσιοβραβευτής Θεός τον δίκαιον Ιωσήφ και πόσον του ανταπέδωκε δια την σωφροσύνην και καθαρότητα αυτού; Εάν έκαμνε το θέλημα της κυρίας του, να την μοιχεύση, ήθελε καταισχυνθή, ύστερον να κολάση και την ψυχήν του, και ίσως ήθελε λάβει και κακόν θάνατον. Επειδή μετά καιρόν θα εφανερώνετο η κακοπραγία και θα τον εφόνευεν ο αυθέντης του, στερούμενος και της προσκαίρου ζωής και της αιωνίου μακαριότητος. Αλλά δια να παλαίση ανδρείως με τον δαίμονα της φιληδονίας και να μη νικηθή εις τοιούτον σφοδρότατον πόλεμον, διαμείνας στερρότερος του αδάμαντος, τον ετίμησεν ο Πανάγαθος τόσον, ώστε τον εφοβείτο όλη η Αίγυπτος και όταν διήρχετο εκ τινος μέρους έπιπτον έως εδάφους και προσεκύνουν αυτόν άπαντες. Όχι δε μόνον τοιαύτης τιμής τον ηξίωσεν ο Θεός, αλλά και γυναίκα του έδωσε ομοίαν αυτού ωραιοτάτην και πάγκαλον, καθώς θέλομεν γράψει σαφέστερον κατωτέρω, ίνα μη συγχύσωμεν ενταύθα την διήγησιν. Όταν εκάθισεν ο Ιωσήφ εις το βασιλικόν άρμα και τον εκήρυξεν ο Φαραώ βασιλέα, επήγαν κατά την τάξιν όλοι οι άρχοντες της συγκλήτου και τον προσεκύνησαν. Ο δε Πετεφρής, όστις τον έβαλεν εις την φυλακήν, βλέπων τοιούτον θαύμα παράδοξον, εφοβήθη μεγάλως και δεν ετόλμησε να υπάγη έμπροσθεν αυτού, αλλά κρυφίως ανεχώρησεν εκ μέσου των μεγιστάνων. Απελθών δε εις τον οίκον αυτού, είπε ταύτα προς την γυναίκα του όλος έντρομος: «Σημείον παράδοξον έγινεν εις ημάς σήμερον και κινδυνεύομεν εις θάνατον. Διότι ο δούλος μας έγινεν αυθέντης μας και κάθηται μετά δόξης πολλής εις το βασιλικόν άρμα δορυφορούμενος· εγώ δε μετά φόβου έφυγον ήσυχα, ίνα μη με ίδη και αισχύνομαι». Τότε η γυνή αυτού τον ενεθάρρυνε και μη θέλουσα λέγουσα: «Άκουσον, κύριέ μου, να σου ομολογήσω την αμαρτίαν μου. Εγώ αδίκως τον εσυκοφάντησα, διότι εκείνος είναι σώφρων και δίκαιος και δι’ αυτό ο Θεός τον εδόξασεν. Εγώ επεθύμουν πολύ το κάλλος του και πολύ εβασάνισα και παρεβίασα αυτόν με διάφορα μηχανεύματα, να κάμη μετ’ εμού αμαρτίαν και δεν ηθέλησεν. Όθεν ημέραν τινά, ως μεθυσμένη, όπου ήμουν από τον έρωτα, τον έσυρα να με μοιχεύση και αυτός αφήκε τον χιτώνα και έφυγεν· εγώ όμως η άσεμνος τον εσυκοφάντησα και τον εφυλάκισας άδικα· αυτός δε ως ενάρετος και Άγιος δεν ωμολόγησε την ανομίαν μου. Λοιπόν εγώ είμαι η αιτία της δόξης αυτού. Διότι εάν εγώ δεν ήθελα τον συκοφαντήσει, δεν ανέβαινεν εις τοσαύτην ευδαιμονίαν. Ύπαγε λοιπόν και προσκύνησον αυτόν αφόβως». Ο δε Πετεφρής απήλθε με τους λοιπούς άρχοντας και προσεκύνησαν αυτόν, αυτός δε τον υπεδέχθη με χαριέστατον πρόσωπον. Ήτο δε τότε, ότε ως βασιλεύς ετιμήθη ο Ιωσήφ, ετών τριάκοντα· περιήλθεν δε όλην την Αίγυπτον προστάσσων εις κάθε πόλιν τους άρχοντας να συνάξουν τους καρπούς επιμελώς και να τους φυλάττουν εις τόπους ευαέρους, ίνα μη σήπωνται. Περιερχόμενος δε από χώρας εις χώραν, έφθασε και εις την Ηλιούπολιν, εις την οποίαν ήτο εις ιερεύς των ειδώλων πολύ πλούσιος άρχων, όστις είχε θυγατέρα ονόματι Ασενέθ, της οποίας δεν ευρίσκετο εις όλον τον κόσμον ομοία κατά την ωραιότητα. Ούτος μαθών, ότι έρχεται ο Ιωσήφ, εξήλθε και τον προϋπήντησε με την οικογένειάν του και τον υπεδέχθη χαρούμενος. Ελθόντος δε του Ιωσήφ εις το παλάτιόν του τον εκάθισεν εις θρόνον χρυσόν και πλύνας τους πόδας του, εκάλεσε την Ασενέθ, ήτις εκάθητο κεκλεισμένη εις τον πύργον να καταβή να τον προσκυνήση, να λάβη την ευλογίαν του. Καθώς λοιπόν ήλθεν η κόρη και τον είδεν, ετρώθη την καρδίαν εις την αγάπην αυτού και του λέγει· «Χαίροις, αυθέντα μου Ιωσήφ, ευλογημένε από τον Θεόν τον Ύψιστον». Ταύτα λέγουσα εγονυπέτησε δια να ασπασθή τους πόδας του, αλλ’ ο Ιωσήφ δεν την αφήκε λέγων: «Δεν είναι πρέπον να χαιρετήσω ειδωλολάτριδα, επειδή εγώ πιστεύω εις τον Ποιητήν του Ουρανού και της Γης, τον οποίον παρακαλώ να σε αξιώση να γίνης δούλη του». Ταύτα η κόρη ακούσασα απήλθεν εις τον πύργον των και συντρίψασα τα είδωλα προσηύχετο προς τον Θεόν του Ιωσήφ να την φωτίση να τον γνωρίση, ούτω δε προσευχομένη έβαλε και εις την κεφαλήν της στάκτην δια ταπείνωσιν. Ο δε Θεός επήκουσε την δέησιν αυτής και πέμψας Άγγελον προς τον Ιωσήφ τον προσέταξε να την λάβη γυναίκα του. Τότε ο Ιωσήφ την εζήτησεν από τον πατέρα της, ούτος δε χαρείς κατά πολλά, εσύναξεν όλους τους συγγενείς του και άλλους έρχοντας να εορτάσουν τους γάμους. Αλλ’ ο φρόνιμος Ιωσήφ δεν ηθέλησε να υπανδρευθή χωρίς να ερωτήση τον Φαραώ ως πατέρα του και ουτως εποίησεν. Αυτός δε ως ήκουσεν εχάρη και διεμήνυσεν εις τον ιερέα να αναβιβάση την Ασενέθ εις την βασιλικήν άμαξαν, να την φέρη εκεί να τελέσουν τους γάμους πλουσιοπαρόχως. Ούτως εποίησαν, άπαντες δε εξέστησαν βλέποντες τοσούτον κάλλος εις εκείνο το ευλογημένον ανδρόγυνον. Εκράτησε λοιπόν η πανήγυρις ημέρας επτά και εχάρησαν άπαντες· συνηυφράνθη δε μετά της συμβίας αυτού χρόνους πολλούς και εγέννησε δύο παίδας, πριν έλθη ο χρόνος του λιμού και τον μεν πρώτον ωνόμασαν Μανασσήν, τον δε ύστερον Εφραΐμ. Παρελθόντων δε των επτά ετών της ευτυχίας, ήλθεν ο πρώτος χρόνος του λιμού και ήτο πείνα μεγάλη εις όλην την Αίγυπτον· ήρχετο δε ο λαός προς Φαραώ ζητών άρτους. Ο δε έλεγε προς αυτούς: «Υπάγετε εις τον Ιωσήφ και καθώς σας προστάξει κάμετε». Ο δε Ιωσήφ ανοίξας τας αποθήκας επώλει τον σίτον ως ήθελε και πάντες ήρχοντο και ηγόραζον. Ήτο δε ο λιμός και εις την γην Χαναάν, ακούσας δε ο Ιακώβ ότι εις την Αίγυπτον επώλουν σίτον, έστειλε τους δέκα υιούς αυτού να αγοράσουν, τον δε Βενιαμίν εκράτησε, διότι τον ηγάπα πολύ ως τον Ιωσήφ, επειδή ήσαν ομομήτριοι από την Ραχήλ. Δι’ αυτό τον εκράτησεν, ίνα μη τύχη και ασθενήση εκ της οδοιπορίας και πάθη κακόν. Ελθόντες δε εις Αίγυπτον προσεκύνησαν τον Ιωσήφ, μη γινώσκοντες αυτόν. Τότε ο Ιωσήφ εγνώρισεν ευθύς τους αδελφούς του και ενθυμηθείς τα όνειρα, τα οποία είδεν, ότι τον προσεκύνησαν οι αστέρες, είπε προς αυτούς· «Πόθεν είσθε»; Οι δε απεκρίθησαν: «Από την γην Χαναάν είμεθα οι δούλοι σου και ήλθομεν ίνα αγοράσωμεν σίτον». Ο δε είπε προς αυτούς: «Κατάσκοποι είσθε και ήλθετε με πανουργίαν να παρατηρήσετε τους τόπους μας, να μας πολεμήσετε». Οι δε φοβηθέντες απεκρίθησαν· «Όχι, κύριέ μου, αλλά καλοί άνθρωποι είμεθα, όλοι αδελφοί, εναρέτου πατρός τέκνα τον αριθμόν δώδεκα· ο εις απέθανεν, ο δε άλλος, ο νεώτερος, είναι με τον πατέρα μας». Τότε ο Ιωσήφ τους εφυλάκισε, κατά δε την τρίτην ημέραν τους εξήγαγεν εκ της φυλακής και τους λέγει· «Ας μένη εδώ φυλακισμένος ο εις εξ υμών, οι δε άλλοι υπάγετε, να μου φέρετε τον νεώτερον αδελφόν σας και τότε θέλω γνωρίσει ότι είσθε αληθινοί και όχι κατάσκοποι». Ταύτα ειπών έδεσε τον Συμεών και τον εφυλάκισε, τους δε λοιπούς αφήκε, προστάσσων τους υπηρέτας να τους δώσουν όσον σίτον θέλουν, έπειτα να βάλουν τα αργύρια, τα οποία εκράτουν, δια να πληρώσουν τον σίτον, εις τους σάκκους μέσα και ούτως εποίησαν. Οι δε λαβόντες τον σίτον και άρτους πολλούς ανεχώρησαν· ευρόντες δε τα αργύρια εις τους σάκκους των, εθαύμασαν μη γινώσκοντες την υπόθεσιν. Όταν δε έφθασαν εις τον Ιακώβ ανήγγειλαν εις αυτόν τα γενόμενα. Ο δε απεκρίνατο: «Τον Ιωσήφ έχασα, τον Συμεών εκράτησαν, να δώσω και τον Βενιαμίν, να μείνω παντέρημος; Ουαί μοι τω τάλανι»! Μετά ταύτα, ως έφαγον τον σίτον, λέγει προς αυτούς ο Δίκαιος: «Υπάγετε εις την Αίγυπτον, να φέρετε σίτον, λάβετε δε τα πρώτα αργύρια και άλλα περισσότερα και ευχαριστήσατε και προσκυνήσατε τον βασιλέα και εκ μέρους μου». Οι δε είπον: «Δεν πηγαίνομεν, διότι μας είπεν ο βασιλεύς, ότι σίτον δεν μας δίδει, αν δεν του υπάγωμεν τον μικρόν μας αδελφόν Βενιαμίν». Τότε ο Ιακώβ έκλαυσε πικρώς λέγων: «Αλλοίμονον εις εμέ, έχασα τον υιόν μου Ιωσήφ, όστις ήτο το φως των οφθαλμών μου, και τώρα να δώσω και αυτόν; Κάλλιον έχω να αποθάνω». Πλην, αφού εστενοχωρήθησαν από την πολλήν πείναν και μη θέλων έστειλεν ο Ιακώβ και τον Βενιαμίν με τους αδελφούς του και τους έδωκε τα πρώτα αργύρια και άλλα ακόμη περισσότερα, καθώς και δώρα πολύτιμα· ήτοι στακτήν, τερέβινθον, μοσχοκάρυα και άλλα αρώματα, να προσφέρουν εις τον Ιωσήφ, δια να μη τους πειράξη. Λαβόντες λοιπόν εκείνοι τα χρήματα και όλα τα δώρα απήλθον εις την Αίγυπτον και μετά φόβου και τρόμου προσεκύνησαν τον Ιωσήφ. Ο δε ιδών τον Βενιαμίν ενικήθη τα σπλάγχνα και ήθελεν ίνα εναγκαλισθή και καταφιλήση αυτόν, αλλά δια να μη γνωρισθή συνεκρατήθη. Εισελθών δε εις τον κοιτώνα εδάκρυσεν. Είτα προσέταξε τους υπηρέτας να ετοιμάσουν φαγητά εκλεκτά, να τους φιλεύση και ούτως εποίησαν. Εισελθόντων δε εις την τράπεζαν έλαβε το ποτήριον το αργυρούν, με το οποίον έπινε και κρατών αυτό εις την αριστεράν χείρα του εκτύπα με την δεξιάν, ως να έκαμνε μαντείαν τινά και έλεγεν εν προς εν κατά τάξιν των αδελφών τα ονόματα, ήτοι· ας καθίση ο Ρουβίμ πρώτον, έπειτα ο Συμεών· και ούτως εκάθισαν άπαντες κατά σειράν εις την τράπεζαν έμφοβοι, συλλογιζόμενοι, ότι εκείνος ο άνθρωπος, όστις εύρε με μαντικήν τέχνην όλα τα ονόματα αυτών, είναι ενδεχόμενον να γνωρίση και την επιβουλήν, την οποίαν ετέλεσαν εις τον αδελφόν των, και να τους θανατώση, ως έπρεπε. Βλέπων ο Ιωσήφ αυτούς τεταραγμένους κατά πολύ τους έδωκε μερίδας από την τράπεζάν του, δια να τους εξαγάγη από πάντα φόβον, εις δε τον Βενιαμίν έδωκε πεντάκις μεγαλυτέραν μερίδα από τους άλλους. Αφού λοιπόν έφαγον και εχορτάσθησαν, είπεν εις τον επίτροπόν του να γεμίση όλους τους σάκκους με σίτον και να τους δώση και όσα άλλα τρόφιμα δύνανται να σηκώσουν, να θέσωσι δε τα αργύρια και τα πρώτα και τα ύστερα εις τους σάκκους των ως και πρότερον. Εις δε τον σάκκον του Βενιαμίν να θέσουν το αργυρούν ποτήριον κρυφίως, να μη το γνωρίσωσι και ούτως εποίησε το προσταχθέν ο επίτροπος. Αφού λοιπόν εξήλθον της πόλεως, έδραμε κατόπιν αυτών ο επίτροπος και υβρίζων αυτούς έλεγε ταύτα· «Ούτως ανταπεδώκατε, αχάριστοι, την τιμήν, την οποίαν σας έκαμεν ο κύριός μου και σας εφίλευσε με τόσην αγάπην και σίτον και τρόφιμα σας εχάρισε, σεις δε, αγνωμονέστατοι εκλέψατε το αργυρούν αυτού ποτήριον»; Οι δε είπον προς αυτόν· «Μη γένοιτο· δεν εκλέψαμεν ημείς τίποτε, μάλιστα επεστρέψαμεν και τα πρώτα αργύρια, ίνα να μη έχωμεν αμαρτίαν, και ηθέλομεν κλέψει το ποτήριον»; Ο δε ερευνήσας τους σάκκους πάντας, εύρεν αυτό εις τον σάκκον του Βενιαμίν. Οι δε λοιποί έσχισαν τα ενδύματά των από την πολλήν θλίψιν· ύβριζον δε τον Βενιαμίν, τοιαύτα προς αυτόν μετά θυμού λέγοντες· «Καταραμένος να είσαι συ και ο Ιωσήφ με την μητέρα σας, ότι πάντοτε κάμνετε εις την οικίαν μας σκάνδαλα. Εκείνος ήθελε να γίνη βασιλεύς εις ημάς και δι’ αυτό τα θηρία τον έφαγον, συ δε πάλιν έκλεψας το ποτήριον, καθώς και η μήτηρ σου έκλεψε τα είδωλα του πατρός της και τώρα κινδυνεύομεν δια σε εις θάνατον». Ώμνυε δε εις αυτούς μετά δακρύων ο Βενιαμίν, ότι δεν εγνώριζε τίποτε. Επιστρέψαντες λοιπόν προς τον Ιωσήφ είπε προς αυτούς ο δίκαιος μετά προσποιητού θυμού: «Τοιαύτα μοι ανταπεδώκατε, κακότροποι άνθρωποι, δια την τιμήν της οποίας σας ηξίωσα! Δεν το προείπον εγώ, ότι είσθε κατάσκοποι; Δίκαιον είναι να σας θανατώσω· αλλά δια τον φόβον του Θεού σας χαρίζω την ζωήν· μόνον αυτόν, όστις έκλεψε το ποτήριόν μου, θα κρατήσω, σεις δε υπάγετε». Τότε μη έχοντες εκείνοι τι να απολογηθώσιν, ίσταντο κατησχυμμένοι και κάτω νεύοντες. Ο δε Συμεών γονατίσας είπε προς αυτόν: «Δέομαί σου, κύριέ μου, μη οργισθής, αλλ’ επίτρεψόν μου να ομιλήσω. Ο πατήρ μας από όλα τα τέκνα του ηγάπα περισσότερον τον Ιωσήφ, τον οποίον έφαγε θηρίον και ακόμη κάθε ώραν τον κλαίει ως φιλόπαις πατήρ και έχει πολλήν οδύνην και θλίψιν δια την εκείνου υστέρησιν· αλλ’ έχων τούτον τον νεώτερον, είχεν ολίγην παρηγορίαν, διότι είναι από μίαν μητέρα με τον Ιωσήφ και δεν ήθελε να τον αφήση να έλθη. Ημείς όμως, δια να εκτελέσωμεν το πρόσταγμά σου, τον εβιάσαμεν και τον έδωκε· εάν δε τον κρατήσης εδώ, ο πατήρ μας θέλει αποθάνει από την λύπην του. Όθεν παρακαλούμεν σε, άφες αυτόν να υπάγη και κράτησον αντί τούτου εμέ». Τότε ο Ιωσήφ εκέλευσε να εξέλθουν όλοι οι άνθρωποι, έμειναν δε μόνον οι αδελφοί με τον Ιωσήφ. Βλέπων δε αυτούς, ότι έκλαιον γονατιστοί όλοι έμπροσθεν αυτού, εταράχθη τα σπλάγχνα και έκλαυσεν επί πολύ, λέγων ταύτα εις την Εβραϊκήν διάλεκτον· «Εγώ είμαι ο αδελφός σας Ιωσήφ, τον οποίον επωλήσατε αιχμάλωτον και δεν εφαγώθην από τα θηρία, καθώς ψευδώς προς τον πατέρα μας είπατε. Ενθυμείσθε, ότι εφίλουν τα ίχνη των ποδών σας, παρακαλών να με λυπηθήτε, αλλ’ ουδείς με ηλέησε και ως κακούργον με παρεδώσατε εις τους Ισραηλίτας, χωρίς να σας πταίσω». Οι δε ταύτα ακούσαντες έμειναν έκθαμβοι επί ώραν πολλήν και άφωνοι, μη δυνάμενοι να ατενίσωσι προς το σεβάσμιον αυτού πρόσωπον. Αυτός δε τους ενεθάρρυνε λέγων· «Μη φοβείσθε και μη λυπείσθε, διότι εγώ είμαι άνθρωπος του Θεού και δεν αποδίδω κακόν αντί κακού. Δεν με εστείλατε σεις εδώ, αλλ’ ο Θεός, όστις με έκαμεν ως πατέρα Φαραώ και άρχοντα πάσης γης Αιγύπτου. Λοιπόν υπάγετε προς τον πατέρα μας και είπετέ του πόσης δόξης ηξιώθην δια μέσου σας, λάβετε δε αυτόν και έλθετε άπαντες εδώ να σας διαθρέψω, διότι άλλοι πέντε χρόνοι θέλουν έλθει άκαρποι και θέλει γίνει πανταχόθεν πείνα μεγάλη και λιμός φοβερός». Ταύτα ειπών ο Ιωσήφ έπεσεν εις τον τράχηλον του Βενιαμίν και μετά δακρύων κατεφίλει αυτόν. Όχι δε μόνον τούτον, αλλά και πάντας τους αδελφούς, με πολλήν αγάπην ο αμνησίκακος κατεφίλει κλαίων και τους έδωκε θάρρος, να μη δειλιώσι, διότι ίσταντο ωσεί νεκροί, με μέγαν τρόμον, φοβούμενοι μήπως και τους θανατώση, καθώς τους έπρεπεν. Αλλά αυτός ο προ Χριστού μιμητής, ο ταπεινός και πραότατος, ο λίαν εύσπλαγχνος και ανεξίκακος, όχι μόνον δεν τους εκακοποίησεν, αλλά και δώρα πολλά τους εχάρισεν. Ο δε βασιλεύς Φαραώ ακούσας ταύτα είπε προς τον Ιωσήφ· «Κάλεσον τον πατέρα σου να έλθη με όλους τους συγγενείς του. Ας μη λυπηθούν τα πράγματά των και εγώ θα τους δώσω τα αγαθά της Αιγύπτου, να έχουν μεγάλην ευφροσύνην και αγαλλίασιν. Δώσε δε εις αυτούς τώρα αμάξας, σίτον και τρόφιμα, όσα θέλουν, ποτά, ενδύματα και από όσα χρειάζονται». Έδωκε λοιπόν εις αυτούς ο Ιωσήφ, κατά τον λόγον του Φαραώ, αμάξας και στολάς διπλάς, εις δε τον Βενιαμίν έδωσε τριακοσίους χρυσούς και πέντε στολάς. Τους έδωσεν επίσης δέκα όνους και δέκα ημιόνους φορτωμένους τρόφιμα δια την οδοιπορίαν των και ούτως απήλθον αγαλλιώμενοι. Φθάσαντες δε εις τον Ιακώβ ανήγγειλαν εις αυτόν τα γενόμενα. Στενάξας δε εκείνος και δακρύσας είπε προς αυτούς: «Διατί ταράσσετε την ψυχήν μου»; Προσελθών δε ο Βενιαμίν εφίλησε τα γόνατα αυτού λέγων: «Αληθώς, πάτερ μου, ζη ο Ιωσήφ και κυριεύει πάσαν την Αίγυπτον». Τότε ο Ιακώβ πιστεύσας εχάρη πολύ, δοξάζων τον Κύριον, τον αληθή Θεόν. Ευθύς δε εκίνησε με όλα τα τέκνα του και εγγόνους του άνδρας τε και γυναίκας, όλοι ψυχαί εβδομήκοντα πέντε. Όταν δε έφθασαν εις την Αίγυπτον, απέστειλεν ο Ιακώβ τον Ιούδαν να αναγγείλη εις τον Ιωσήφ την έλευσίν των. Τότε εκείνος εξήλθεν εις προϋπάντησιν αυτών με όλον το ιππικόν στράτευμα και με όλους τους μεγιστάνας και άρχοντας. Ιδών δε ο Ιακώβ τον Ιωσήφ επλήσθη χαράς και αγαλλιάσεως και πεσών επί τον τράχηλον αυτού έκλαυσεν ώραν πολλήν και είπεν: «Ευλογητός ο Θεός Αβραάμ και Ισαάκ των Πατέρων μου, Όστις με ηξίωσεν να ίδω πάλιν τον Ιωσήφ, το φως των οφθαλμών μου· τώρα αποθνήσκω χαρούμενος, διότι είδα το τίμιόν σου πρόσωπον, υιέ μου παμφίλτατε». Έπειτα επήγον προς τον βασιλέα Φαραώ και ηυλόγησεν αυτόν ο Ιακώβ. Έδωκε δε εις αυτούς την καλλιτέραν γην της Αιγύπτου εις κατοικίαν, καθώς υπεσχέθη. Έδιδε δε ο Ιωσήφ εις έκαστον μηνιαίως σίτον αρκετόν και επορεύοντο με αυτάρκειαν όλη του η συγγένεια. Ο δε λιμός επλήθυνεν εις όλην την γην και δεν είχον οι άνθρωποι χρήματα να αγοράζωσι σίτον. Είπε δε ο Ιωσήφ προς αυτούς· «Φέρετε τα κτήνη σας, να σας δώσω σίτον»· και ούτως επήρεν όλα τα κτήνη, βόας, όνους, πρόβατα και τα επίλοιπα άπαντα. Έπειτα τους έδιδε σίτον δανεικόν να τρώγωσι και να σπέρνωσι, να λαμβάνωσι δε αυτοί τέσσαρα μερίδια και εκείνος εν εις τα αλώνια. Ούτω λοιπόν ο πάνσοφος Ιωσήφ εκυβέρνησεν όλον τον λαόν όλους τους χρόνους του λιμού και τους έτρεφε και δεν υστερήθησαν άρτου, αλλ’ έφθασε πάντας προς αυτάρκειαν. Έζησε δε ο Ιακώβ εις την Αίγυπτον χρόνους δεκαεπτά και εγγίσας εις θάνατον, εκάλεσε τον Ιωσήφ και τον ώρκισε να τον ενταφιάση εις την γην Χαναάν, εις τον τάφον των πατέρων αυτού· ο δε Ιωσήφ ώμοσεν αυτώ προσκυνήσας το άκρον της ράβδου αυτού. Λαβών δε ο Ιωσήφ τους δύο υιούς αυτού έφερεν αυτούς να τους ευλογήση ο άγιος και δίκαιος γέρων Ιακώβ. Έστησε δε τον Μανασσήν, όστις ήτο πρεσβύτερος εις το δεξιόν μέρος, τον δε Εφραΐμ εξ αριστερών. Ο δε Ιακώβ εκτείνας την δεξιάν χείρα έθηκεν επί την κεφαλήν του Εφραΐμ, την δε αριστεράν έβαλεν εις την κεφαλήν του Μανασσή, όστις ήτο πρωτότοκος και ποιήσας τύπον Σταυρού με την αλλαγήν των χειρών ευλόγησεν αυτούς λέγων· «Ο Θεός ο Πανάγιος, δια του οποίου ευηρέστησαν οι πατέρες μου Αβραάμ και Ισαάκ· ο Θεός, όστις με έτρεφεν εκ νεότητός μου, έως την σήμερον· ο Άγγελος, όστις με ελύτρωσεν από όλα τα κακά, να ευλογήση τα παιδία ταύτα, να τα ονομάση Ισραήλ και να πληθύνη το γένος των». Ιδών δε ο Ιωσήφ την εναλλαγήν των χειρών του Ιακώβ εσκανδαλίσθη, μη γνωρίζων την ακρίβειαν της υποθέσεως και λέγει εις τον άγιον Γέροντα· «Θέσον, πάτερ μου, την δεξιάν σου επί του Μανασσή την κεφαλήν, όστις είναι πρωτότοκος». Ο δε Ιακώβ δεν ηθέλησε, λέγων προς αυτόν· «Το γνωρίζω τέκνον μου, το γνωρίζω· αλλ’ ο νεώτερος είναι μεγαλύτερος, διότι το σπέρμα αυτού θέλει γίνει πλήθος εθνών». Ούτω λοιπόν ευλόγησεν αυτούς ο άγιος Γέρων και λέγει προς τον Ιωσήφ· «Εγώ, τέκνον μου, αποθνήσκω· ο δε Θεός θα είναι μαζί σας και θα σας υπάγη εις την γην των πατέρων μας». Αυτά και έτερα προφητεύσας ο δίκαιος Ιακώβ, άτινα φαίνονται εις το προτελευταίον κεφάλαιον της Γενέσεως, όπερ λέγει· «Συνάχθητε, ίνα αναγγείλω υμίν τι απαντήσετε επ’ εσχάτων των ημερών» (Γεν. μθ: 1) και το «ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα» και τα λοιπά, παρέδωκε την ψυχήν του εις χείρας Θεού. Αφού δε έκλαυσεν ο Ιωσήφ, τον ενεταφίασεν εις την γην Χαναάν, καθώς τον ώρκισεν, οι δε αδελφοί του εφοβήθησαν, μήπως και ενθυμηθή την κακουργίαν αυτών και κάμη εις αυτούς εκδίκησιν. Όθεν επορεύθησαν όλοι ομού και είπον προς αυτόν· «Ο πατήρ σου σε ώρκισε, πριν αποθάνη, να μας συγχωρήσης δια την αδικίαν, την οποίαν σου εκάμαμεν και να μη μας δώσης την πρέπουσαν παίδευσιν». Οδε ευσπλαγχνικώτατος Ιωσήφ, ιδών αυτούς εν φόβω γενομένους, ελυπήθη και έκλαυσε λέγων· «Μη φοβείσθε· διότι εγώ είμαι του Θεού και δεν αποδίδω κακόν αντί κακού. Σεις ηθελήσατε να μου κάμετε κακόν και ο Κύριος μου ανταπέδωκεν αγαθά. Λοιπόν μη έχετε περί τούτου φόβον τινά, ούτε να συλλογίζεσθε· εγώ θα σας θρέψω με όλην σας την συγγένειαν». Ούτω δε και έως τέλους εγένετο. Έζησε δε ο Ιωσήφ έτη εκατόν δέκα και είδε τέκνα έως τρίτης γενεάς· γνωρίσας δε τον θάνατόν του είπε προς τους αδελφούς του· «Εγώ αποθνήσκω, ο δε Θεός δεν θέλει σας εγκαταλείψει, αλλά μέλλει να σας υπάγη εκεί, όπου ώμοσε των πατέρων μας Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ και τότε λάβετε τα οστά μου απ’ εδώ». Ταύτα ειπών, παρέδωκε την μακαρίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού. Ούτος είναι ο Βίος και η θαυμασία πολιτεία του Πατριάρχου Ιωσήφ. Τούτου την σωφροσύνην ας μιμηθώμεν και ημείς, αδελφοί· και ας πατήσωμεν τον αντίπαλον, καταφρονούντες ηδονάς φθειρομένας, ίνα απολαύσωμεν την άρρητον και ανέκφραστον αγαλλίασιν, της οποίας δεν αξιώνονται οι σαρκικοί και ακόλαστοι. Ω της αναισθησίας τινών, να προτιμώσιν οι τάλανες μίαν βδελυράν και βραχυτάτην ηδονήν, υπέρ το αμήχανον εκείνο και πανευφρόσυνον κάλλος. Η απόλαυσις της σαρκός, ω άνθρωπε, δεν διαρκεί περισσότερον από όσην ώραν πίνεις μικρόν ποτήριον ύδατος. Έπειτα η μεν ηδονή και μικρά γλυκύτης εκείνη παρήλθε και ως αστραπή εξηφανίσθη, μένει δε μόνον η λύπη εις την ψυχήν, ήτις σε θλίβει απαρηγόρητα, όπως επίσης η αισχύνη και η εντροπή της εξαγορεύσεως, ο κόπος του κανόνος, της μετανοίας τα δάκρυα και άλλα όμοια λυπηρά και επίπονα, από τα οποία, εάν θέλης να λυτρωθής, κάμε υπομονήν, όταν έχης το σκάνδαλον. Συλλογίσου, ω άνθρωπε, ότι αφού κακοπραγήσης και παρέλθη μία στιγμή, δεν μένει πλέον καμμία γεύσις ή αίσθησις ηδονής εις τον εαυτόν σου, αλλ’ είσαι ως προς ταύτα όμοιος με εκείνον, όστις δεν επόρνευσεν. Επαναλαμβάνω δε ότι τούτο ισχύει μόνον καθ’ όσον αφορά την ηδονήν της σαρκός και την προς ώραν απόλαυσιν. Διότι αφού αμαρτήσης και πληρώσης την κακήν επιθυμίαν σου, παρήλθεν ευθύς εκείνη η βραχυτάτη γλυκύτης και δεν αισθάνεσαι πλέον ουδεμίαν απόλαυσιν, μάλιστα δε και αυξάνει η επιθυμία, εις δε την ψυχήν μένει πικρία και λύπη καθημερινή από τον έλεγχον της συνειδήσεως, ήτις δίδει μυριοπλασίως περισσότερον τιμωρίαν από ό,τι ήτο η ηδονή της αμαρτίας. Διότι ενθυμούμενος, ότι δια τόσον ολίγην απόλαυσιν, την οποίαν ησθάνθης, όταν έκαμες την αμαρτίαν, μέλλει να κατακριθής εις κόλασιν ατελεύτητον, δοκιμάζεις από τώρα εις την καρδίαν πόνον και οδύνην ανείκαστον. Ω της κακίας σου, φθονερέ διάβολε, εις πόσην αναισθησίαν και αγνωσίαν φέρεις τον ταλαίπωρον άνθρωπον, δια μιας στιγμής φαρμακευμένην και πικροτάτην απόλαυσιν να λαμβάνη τόσας τιμωρίας! Εδώ μεν πρόσκαιρα, εκεί δε αιώνια. Άνοιξον τους οφθαλμούς σου, ω άνθρωπε, να καταλάβης τον δόλον του δαίμονος· ενθυμήσου εις ποίαν κατάστασιν περιέρχεται μετά θάνατον εκείνο το πρόσωπον, το οποίον σου φαίνεται τώρα τοσούτον ωραίον και εύμορφον, τότε δε καθίσταται φοβερόν και απαίσιον θέαμα. Όχι δε μόνον το αποθαμμένον σώμα, αλλά και το ζων αν ερευνήσης, οποίον είναι έσωθεν του δέρματος, το σιχαίνεσαι, βλέπων ότι το ωραίον σώμα εκείνο, το οποίον επιθυμείς, δεν είναι άλλο παρά εζωγραφημένος τάφος γεμάτος βρώμαν και δυσωδίαν. Ένα αγγείον γεμάτον φλέγμα και βόρβορον και ένα δοχείον ρύπου παντός και ακαθαρσίας πεπληρωμένον. Αυτά και έτερα στοχάζου, ω άνθρωπε, όταν έχης πειρασμόν εις την σάρκα, επάνω δε εις όλα μελέτα και στοχάζου με την διάνοιαν το πυρ εκείνο το άσβεστον, το οποίον σε αναμένει, εάν τελέσης την αμαρτίαν, να σε φλογίζη αιώνια. Εάν δε πάλιν ο φόβος ούτος του πυρός της ατελευτήτου κολάσεως δεν αρκή δια να σε συγκρατήση, τότε δοκίμασε και με την πράξιν το πρόσκαιρον τούτο πυρ, το οποίον καίει ολιγώτερον, καθώς το έκαμεν ο Άγιος Μαρτινιανός και έτεροι Όσιοι, προς τους οποίους επήγαν γυναίκες εις τα κελλία των και δια να μη αμαρτήσουν, έκαυσεν άλλος τα δάκτυλα, άλλος τους πόδας και έτερος άλλο μέλος του σώματος, έκαστος καθώς ήθελε τον φωτίσει ο Κύριος, προκρίνοντες να πονέσουν ολίγον εδώ, παρά να καίωνται αιωνίως εκεί εις την γέενναν του πυρός ψυχή τε και σώματι. Και άλλος μεν εισήλθεν εις την χιόνα γυμνός, άλλος εις τας ακάνθας, εις τας οποίας κυλισθείς κατεπράϋνε το σκάνδαλον της σαρκός με το ψύχος της χιόνος και με τον πόνον των ακανθών. Άλλος πάλιν Μάρτυς, κατά τον καιρόν του Δεκίου, εδάγκασε την γλώσσαν του και αποκόψας τεμάχιον εξ αυτής το έπτυσε ομού με το αίμα εις το πρόσωπον της πόρνης, η οποία εκοίτετο επάνω του και τον παρεκίνει να αμαρτήση μετ’ αυτής. Αυτό έκαμεν ο αήττητος, επειδή δεν ηδύνατο με άλλον τρόπον να απαλλαγή από τον κίνδυνον, διότι τον είχε δεδεμένον ο δυσσεβής βασιλεύς υπτίως (ανάσκελα) εις το κρεβάτι ολόγυμνον, η δε γυνή ομοίως γυμνή τον ηρέθιζεν εις την πορνείαν με αναισχυντίαν η άσεμνος. Όθεν μη έχων ο Άγιος άλλην βοήθειαν, έκοψε την γλώσσαν, ως άνωθεν είπομεν, και με τον πόνον εκείνον ελυτρώθη από τον κινδυνον. Ας δαμάση λοιπόν έκαστος την σάρκα, καθώς τον φωτίση ο Κύριος, με νηστείας, αγρυπνίας και άλλας σκληραγωγίας, ως δύναται. Ίνα με τον ολίγον τούτον πόνον λυτρωθή της αιωνίου κολάσεως και αξιωθή της ανεκφράστου αγαλλιάσεως εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Ω πρέπει δίξα, τιμή και προσκύνησις συν τω ανάρχω αυτού Πατρί, και τω Παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, πάντοτε νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Ταις του Παγκάλου Ιωσήφ πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς. Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: