Τη ΚΒ΄ (22α) Οκτωβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και Ισαποστόλου ΑΒΕΡΚΙΟΥ Επισκόπου Ιεραπόλεως του θαυματουργού.

Αβέρκιος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών ήτο Αρχιερεύς εις πόλιν τινά της Φρυγίας Σαλουταρίας καλουμένην Ιεράπολιν, κατά τους χρόνους Μάρκου Αντωνίνου ρξα΄- ρπ΄ (161-180) και Λευκίου των ασεβών βασιλέων, από τους οποίους εγράφησαν διατάγματα και επέμφθησαν εις όλα τα φρούρια και τας πόλεις των Ρωμαίων, προστάσσοντα να προσκυνώσιν όλοι τους θεούς των Ελλήνων και να θυσιάζωσιν επιμελώς εις αυτούς. Κατ’ εκείνον τον καιρόν ήτο ηγεμών εις την Φρυγίαν άρχων τις, ονόματι Πούπλιος, όστις, ιδών τα των βασιλέων δόγματα, προσέταξε να τελέσωσιν όλοι της επαρχίας αυτού κοινήν εορτήν, προσφέροντες κατά την συνήθειαν αυτών σπονδάς και θυσίας εις τους δαίμονας.

Το πρόσταγμα τούτο έφθασε και εις την Ιεράπολιν, εις την οποίαν ήτο Αρχιερεύς ο Αβέρκιος, όστις, ως ενάρετος και αγιώτατος άνθρωπος, βλέπων τους πολίτας λευχειμονούντας, πανηγυρίζοντας και προσκυνούντας κωφά και αναίσθητα είδωλα και καταφρονούντας τον αληθή Θεόν και Δημιουργόν απάσης της κτίσεως, ελυπείτο εν τη ψυχή του δια την απώλειαν αυτών και μετά δακρύων κατά μόνας ταύτα τω Κυρίω προσηύχετο: «Θεέ των αιώνων και Κύριε του ελέους, ο δι’ ημάς γεννηθήναι ευδοκήσας τον Μονογενή σου Υιόν, ευσπλαγχνίσθητι τον κόσμον, όνπερ εδημιούργησας. Λυπήθητι ταύτην την πόλιν σου, εις την οποίαν εχειροτόνησας ποιμένα εμέ τον ανάξιον και μη αφήσης τον λαόν σου να προσκυνώσι βδελύγματα, αλλά φώτισον αυτούς να λυτρωθώσιν από το σκότος της αγνωσίας και να γνωρίσωσι το φως της σης Χάριτος». Ταύτα πολλάκις ευξάμενος απεκοιμήθη και βλέπει εις το όραμά του νεανίαν τινά ωραίον εις το είδος και εύμορφον, όστις του έδωκε ράβδον εις τας χείρας λέγων προς αυτόν: «Ύπαγε, Αβέρκιε, εις το όνομά μου και σύντριψον με την ράβδον σου τους αιτίους της πλάνης». Εγερθείς λοιπόν ο Αβέρκιος την ενάτην ώραν της νυκτός έλαβε θάρρος από την θείαν ταύτην οπτασίαν, γνωρίσας ότι ο Δεσπότης Χριστός ήτο εκείνος όστις εφάνη εις αυτόν και του είπε να συντρίψη τα είδωλα, λαβών δε ράβδον μεγάλην απήλθεν εις τον ναόν του Απόλλωνος, ότε εποίουν οι ασεβείς τας περισσοτέρας αυτών θυσίας, και ευθύς ως ήπλωσε τας χείρας του εις την θύραν, συνετρίβησαν οι μοχλοί και αι θύραι ηνεώχθησαν μόναι των· όθεν εισελθών συνέτριψε πρώτον το είδωλον του Απόλλωνος, έπειτα των επιλοίπων θεών, οίτινες, ως κωφά και μάταια ξόανα, δεν ηδυνήθησαν να ποιήσωσι δίκην τινά ή άμυναν κατ’ αυτού, αλλ’ έπεσον κατά γης, ομολογούντες με το έργον, ότι δικαίως πάσχουσι και ότι όσοι τους ωνομάζουν θεούς είναι παράφρονες. Οι δε υπηρέται και θεράποντες των ειδώλων, ιδόντες τοιαύτην τόλμην, εθαύμασαν εκπληττόμενοι. Ο δε δίκαιος ατενίζων αυτούς με οργήν είπεν: «Υπάγετε εις το ανάκτορον και είπατε εις τους άρχοντάς σας και εις πάντα τον λαόν, ότι οι θεοί σας εμέθυσαν από την πολλήν ευωχίαν και την σπατάλην, με την οποίαν τους εδεξιώθητε χθες, και συνέτριψαν αλλήλους. Σεις δε, εάν έχετε ολίγην γνώσιν, συνάξετε τα συντρίμματα αυτών των ειδώλων και καύσατε αυτά δια να μη χαθώσι τελείως, αλλά να ποιήσετε τουλάχιστον ολίγην άσβεστον». Ταύτα πράξας και ειπών ο μέγας Αβέρκιος απήλθεν εις την οικίαν του, ώσπερ τις αριστεύς, όστις εθανάτωσε τους πολεμίους και αιτίους της απωλείας, διδάσκων τους όχλους να φυλάττωσι θεοσέβειαν και σωφροσύνην. Οι δε νεωκόροι και ιερείς των ειδώλων απήλθον πριν ανατείλη ο ήλιος και ανήγγειλαν εις όλην την βουλήν και την σύγκλητον τα γενόμενα. Το πρωϊ το έμαθον εις όλην την πόλιν και συνηθροίσθη όλος ο λαός εις τον ναόν, βλέποντες δε εις την γην ερριμμένας τας χείρας και τους πόδας και τας κεφαλάς των αναισθήτων θεών, εθυμώθησαν οι ανόητοι και αρπάσαντες ξύλα και πυρ έλεγον προς αλλήλους: «Ας υπάγωμεν να βάλωμεν πυρ εις την οικίαν του, να κατακαύσωμεν όχι μόνον αυτόν, αλλά και πάντας τους συγγενείς και φίλους του». Ο δε ηγεμών δεν τους αφήκε να υπάγωσι, δια να μη μεταδοθή το πυρ και εις άλλον τόπον και θανατωθώσιν αναίτιοι· προσέταξεν όμως να τον φέρωσι δεδεμένον εις το κριτήριον. Τινές δε Χριστιανοί έδραμον πρότερον και ειδοποίησαν τον Άγιον, να παραμερίση ολίγον, έως ου παρέλθη ο θυμός του λαού να μη τον αποκτείνωσιν. Ο δε απεκρίνατο· «Μη γένοιτο να φύγω τον υπέρ του Χριστού θάνατον, διότι εκείνος προσέταξε τους Αποστόλους να κηρύττωσι χωρίς φόβον εις τα έθνη τον λόγον της αληθείας και να μη φοβώνται κακοπάθειάν τινα. Λοιπόν έτοιμος είμαι και εγώ να αποθάνω δια τον Κύριον, ίνα δια της στερήσεως του ματαίου τούτου κόσμου κερδήσω ζωήν αιώνιον». Ταύτα ειπών ο Άγιος απήλθεν εις την αγοράν και καθίσας εις τόπον υψηλόν παρρησία εδίδασκε τον λαόν, να γνωρίσωσι τον αληθή Θεόν, να καταφρονώσι τα παρόντα ηδέα ως επίκηρα και ανάξια και μόνα τα μέλλοντα αγαθά, «α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν» (Α΄ Κορ.  β:9), να ποθώσιν εκ καρδίας και να ορέγωνται. Μαθόντες δε εις το συνέδριον ταύτα, όσα εκήρυττεν ο Άγιος, εθυμώθησαν περισσότερον δια την παρρησίαν του και ώρμησαν κατ’ αυτού, έχοντες εις τον νουν των να τον ξεσχίσωσι με τους οδόντας και τους όνυχας. Όταν όμως έμελλον να αρπάσωσι τον Άγιον, ιδού αιφνιδίως ευρέθησαν έμπροσθεν αυτών τρεις νέοι δαιμονιζόμενοι, οίτινες είχον εσχισμένα τα ιμάτιά των, ούτω δε γυμνοί έτρωγον τας σάρκας των, εστρέβλωνον τας χείρας, διέστρεφον τους οφθαλμούς, εξήρχοντο αφροί από του στόματος αυτών και εφώναζον. Ούτοι λοιπόν έδραμον προς τον Άγιον λέγοντες: «Ορκίζομέν σε κατά του αληθινού και μόνου Θεού, ον κηρύττεις, να μη μας βασανίσης προ καιρού». Ταύτα ακούσαντες οι πριν θυμωμένοι, έσβεσαν την ορμήν, έως να ίδωσι το αποβησόμενον. Ο δε Άγιος ευθύς προσηύξατο, λέγων προς Κύριον: «Δέσποτα Θεέ Παντοκράτορ, ο Πατήρ του Παιδός σου Ιησού, ο οικονομών τα προς σωτηρίαν ημών, αν και μυριάκις ημείς αμαρτάνομεν, δέομαι και ικετεύω σε, λύτρωσαι τους νεανίσκους τούτους από τους δαίμονας, δια να γνωρίσωσι και αυτοί και πάντες οι παρεστώτες, ότι συ είσαι μόνος Θεός και να πιστεύσωσι δια την θαυματουργίαν αυτήν εις το θείον σου Όνομα». Ταύτα ευξάμενος, τους εκτύπησεν εις τας κεφαλάς με την ράβδον, λέγων: «Εις το όνομα του Χριστού εξέλθετε από τους νεανίσκους, πονηρά δαιμόνια, και ποσώς μη τους βλάψετε». Τότε οι δαίμονες, κράξαντες φωνήν μεγάλην, έφυγον. Οι δε νέοι έπεσον εις την γην και εκείτοντο επί πολύ άφωνοι, ώστε πάντες ενόμιζον, ότι απέθανον. Ο Άγιος όμως τους ήγειρεν υγιείς, σωφρονισθέντες δε ενεδύθησαν ιμάτια και πλέον από τον Άγιον δεν έφυγον. Ο δε όχλος, ταύτα ιδόντες, όλοι με μίαν γνώμην και γλώσσαν εβόησαν: «Εις είναι ο μόνος αληθινός Θεός, αυτός τον οποίον κηρύττει ο Αβέρκιος». Επίστευσαν λοιπόν οι άνθρωποι εκείνοι ολοψύχως εις τον Χριστόν, πλην εδειλίων, φοβούμενοι μήπως και δια το πλήθος των προτέρων αμαρτημάτων δεν τους δεχθή ο Θεός και μείνωσιν ασυγχώρητοι. Όθεν έλεγον προς τον Άγιον: «Δίδαξόν μας, άνθρωπε του Θεού, εάν μας συγχωρή ο ανεξίκακος Θεός ή μέλλη να αποδώση εις ημάς κατά τας αμαρτίας, τας οποίας εν αγνοία κατ’ αυτού διεπράξαμεν, διότι τούτο αναλογιζόμενοι φοβούμεθα». Ο δε Άγιος, λαμπρά τη φωνή διακηρύξας το του Θεού αμέτρητον έλεος, έλεγεν: «Εάν αφήσητε τα πρότερα έργα σας και μισήσητε πάσαν κακίαν, φθόνον, μίσος, ακαθαρσίαν και τα λοιπά, όσα πρότερον δι’ αγνωσίαν επράττετε, θέλει σας ελεήσει ως εύσπλαγχνος, επειδή καθ’ εκάστην προσκαλεί τους αμαρτήσαντας λέγων: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. ια: 28). Περί της αγαθότητος αυτού έχομεν μυρία παραδείγματα. Επειδή λοιπόν επιστεύσατε ολοψύχως, δράμετε εις τον ιατρόν με νηστείαν, πόνους, προσευχάς και δάκρυα, δια να εξαλείψητε τας προτέρας ασελγείας και ηδονάς του σώματος». Ούτω νουθετήσας αυτούς ικανώς έως την ενάτην ώραν και προσευξάμενος δι’ αυτούς προς Κύριον, όπως τους ενδυναμώση και φυλάξωσι τα ειρημένα, τους ηυλόγησε και τους ησπάσθη αποχαιρετήσας, διότι η ώρα της προσευχής επλησίαζε και έπρεπε να αναγνώση την ακολουθίαν του. Ο δε όχλος ηκολούθουν δεόμενοι να τους βαπτίση το συντομώτερον, ο δε Άγιος επήνεσε την πρόθυμον αυτών γνώμην· αλλ’ επειδή δεν ήτο η ώρα κατάλληλος, τους είπε να περιμένωσιν έως την αύριον. Οι περισσότεροι όμως απ’ εκείνους δεν επήγαν να κοιμηθώσιν εις την οικίαν των, από τον πολύν των πόθον, αλλ’ έμειναν εις το δωμάτιον αυτού και το μεσονύκτιον εξελθών μετά την ευχήν ο Άγιος και ιδών αυτούς, προσηύξατο ταύτα προς Κύριον: «Ευχαριστώ σοι, Δέσποτα Θεέ, διότι μοι επήκουσας και ηθέλησας τα πρόβατά σου και προσεκάλεσας αυτά εις την αληθή μοίραν του ποιμνίου σου και απέδειξας τον νοητόν λύκον άπρακτον». Ταύτα ειπών έλαβε τον όχλον εις την Εκκλησίαν και εβάπτισε την ημέραν εκείνην άνδρας πεντακοσίους. Ακούοντες δε την φήμην αυτού, έτρεχον καθ’ εκάστην όχι μόνον από την Φρυγίαν και τα περίχωρα μέρη της πόλεως εκείνης, αλλά και από την Ασίαν και Λυδίαν και άλλους τόπους και ήρχοντο εις αυτόν άλλοι δια να τους κατηχήση τον λόγον της αληθείας και έτεροι δια να θεραπευθώσιν από ασθένειάν τινα, επειδή όχι μόνον εις την διδαχήν ήτο δεξιώτατος, αλλά και οξύτατος και ταχύτατος εις το να θεραπεύη τους πάσχοντας. Εν μια των ημερών εκάθητο εις τον συνήθη τόπον διδάσκων, οι δε Πρεσβύτεροι, οι Διάκονοι και πας ο λαός ιστάμενοι ηκροάζοντο τα γλυκύτατα αυτού λόγια. Τότε έφεραν μίαν ευγενεστάτην γυναίκα τυφλήν, Φρύγγελλαν ονόματι, ήτις ήτο μήτηρ ενός μεγάλου άρχοντος και πρώτου της πόλεως, ονομαζομένου Ποπλίωνος, η οποία ακούουσα την διδαχήν του Αγίου, χειραγωγουμένη έπεσεν εις τους πόδας αυτού μετά δακρύων τοιαύτα λέγουσα: «Λυπήσου με, τιμιώτατε πάντων ανθρώπων και φίλε του μόνου αληθινού Θεού, και μη με παρίδης την τάλαιναν· παραμύθησόν μου την συμφοράν και δος μοι το παμπόθητον φως των οφθαλμών μου, να βλέπω τον γλυκύτατον ήλιον· δυσωπήθητι δια το μεγαλείον της περιφανούς συγγενείας μου, διότι ο Ποπλίων είναι υιός μου, όστις έχει μεγάλην παρρησίαν προς τον βασιλέα. Έχω πράγματα πολλά και δούλους και χρήματα· ποίον όμως το όφελος, να εξουσιάζω τοσούτον πλούτον και να μη βλέπω, να τον διακρίνω ως βούλομαι, αλλά να έχω χειραγωγόν ως οι πένητες· κάλλιον να είχα το φως μου μόνον και ουχί άλλην τινά περιουσίαν ουδαμώς. Δέομαι λοιπόν της φιλανθρώπου ψυχής σου και πολλά σε παρακαλώ η τάλαινα, φώτισόν μου τους οφθαλμούς με την παρρησίαν, την οποίαν έχεις προς τον αληθινόν Θεόν». Ο δε είπε προς αυτήν: «Και εγώ, γύναι, αμαρτωλός είμαι, δεόμενος της φιλανθρωπίας του αγαθού Θεού αλλά εάν πιστεύης και συ εις αυτόν τον Παντοδύναμον Κύριον, δύναται να σου χαρίση το φως, καθώς τον γεννηθέντα τυφλόν εφώτισεν». Η δε απεκρίνατο: «Πιστεύω εις τον αληθινόν Δεσπότην μου Ιησούν Χριστόν και έγγισον εις τους οφθαλμούς μου την ιεράν δεξιάν σου να φωτισθώσι». Ταύτα έλεγεν η γυνή όχι με λόγια απλά, αλλά με ήθος ελεεινόν και με δάκρυα· όθεν ευσπλαγχνισθείς ο Άγιος, ητένισεν εις τον ουρανόν λέγων: «Ελθέ, Κύριε Ιησού Χριστέ, το αληθινόν φως, και ταύτης τους οφθαλμούς διάνοιξον». Έπειτα εγγίζων εις τους οφθαλμούς της τυφλής, είπεν: «Εάν αληθώς επίστευσεν εις Χριστόν, ας αναβλέψη η Φρύγγελλα». Ταύτα λέγοντος του Αγίου, ευθύς η αβλεψία ελύθη και η προς Χριστόν πίστις εδείχθη αληθής, διότι η ανάβλεψις των οφθαλμών του σώματος εφανέρωσεν, ότι εφωτίσθησαν και οι οφθαλμοί της ψυχής αυτής. Όθεν και ευγνώμων περί την δωρεάν εγνωρίζετο, λέγουσα: «Ευχαριστώ σοι, Κύριε Ιησού Χριστέ, διότι το φως μου διπλασίως εχάρισας και ήνοιξας τους σωματικούς οφθαλμούς και τους της καρδίας μου· όθεν αρμόζει να ψάλω ταύτα χαρμονικώς μετά του Προφήτου σου: «Ερρύσω την ψυχήν μου εκ θανάτου, και τους πόδας μου εξ ολισθήματος» (Ψαλμ. νε: 14), ελύτρωσες και τους οφθαλμούς μου από δακρύων, διότι αληθώς ελυτρώθην από τα σωματικά σκοντάμματα και ψυχικά διαβήματα». Έπειτα λέγει προς τον Άγιον με θερμότατον έρωτα: «Ιδού, Πάτερ, υπόσχομαι έμπροσθεν των πολλών τούτων μαρτύρων να διαμοιράσω εις τους πτωχούς τα ήμιση των υπαρχόντων μου». Τούτο το θαυμάσιον βλέποντες οι περιεστώτες, καταπλαγέντες εβόησαν: «Μέγας είσαι ο Θεός των Χριστιανών και μεγάλων Χαρίτων θέλουσιν απολαύσει οι το όνομά σου επικαλούμενοι». Ο δε Άγιος είπε προς την Φρύγγελλαν: «Ιδού λοιπόν ότι εγνώρισας πως ο Δεσπότης μου ανταμείβει και ευεργετεί φιλοτίμως όσους ελπίζουσιν εις Αυτόν· ύπαγε λοιπόν εις ειρήνην και πρόσεχε να μη γίνης προς τον ευεργέτην αχάριστος». Η δε γυνή, ευχαριστήσασα κατά το πρέπον, απήλθεν. Αλλά πάλιν επέστρεψεν ως ευγνώμων και δεν ηδύνατο να τον αποχωρισθή τελείως. Ηκούσθη λοιπόν εις πολλούς τόπους η θαυματουργία αύτη· όθεν προσήλθον πάλιν προς αυτόν τρεις πρεσβύτιδες τυφλαί, λέγουσαι: «Και ημείς πιστεύομεν εις τον Ιησούν, τον οποίον κηρύττεις, θαυμάσιε, και ποίησον δέησιν να ευσπλαγχνισθή και ημάς ως την Φρύγγελλαν». Ο δε Άγιος απεκρίνατο: «Εάν είναι αληθής η πίστις σας προς τον αληθή Θεόν, καθώς λέγετε, θέλετε τον ίδει με τους νοητούς οφθαλμούς της καρδίας σας». Ταύτα ειπών, προσηύξατο λέγων: «Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, δέομαί σου, ας φωτισθώσι και αύται και ας ίδωσι το φως της σης επιγνώσεως». Τότε ήστραψε φως μέγα άνωθεν του τόπου, εις τον οποίον ίσταντο. Οι δε παρεστώτες, καταπλαγέντες από το παράδοξον θέαμα, έπεσον εις την γην, διότι το φως εκείνο δεν ήτο ως του ηλίου ή αστραπής, αλλά όλως φρικτόν και ασύνηθες. Αι δε γυναίκες ίσταντο ακλινείς. Ότε δε κατέβη το φως εκείνο εις τους οφθαλμούς αυτών, παρευθύς ανέβλεψαν. Ο δε Άγιος τας ηρώτησε, τι είδον πρώτον, αφού εφωτίσθησαν. Η μία είπεν ότι είδε γηραιόν τινα φαιδρόν και ωραίον εις το είδος άρρητον. Η άλλη είπεν, ότι ήτο νεανίσκος και η άλλη παιδίον μικρόν, το οποίον ήγγισεν εις τους οφθαλμούς αυτών και ούτως εθεραπεύθησαν. Ακούσας ταύτα ο Άγιος ηυχαρίστησε τον Θεόν, και παραλαβών την συνοδείαν αυτού απήλθεν εις την οικίαν του την ενάτην ώραν δια να αναγνώση τον εσπερινόν, καθώς είχε συνήθειαν πάντοτε, και εις το τέλος της ημέρας ως πάρεργον έτρωγεν ολίγον άρτον δια μικράν παραμυθίαν του σώματος. Έτρεχον λοιπόν πολλοί, ακούοντες τα θαυμάσια αυτού, και εβαπτίζοντο εις το όνομα της Αγίας Τριάδος. Εξήρχετο δε ο Άγιος και εις τα έξω της πόλεως χωρία δια να βλέπη τους ασθενείς, τους οποίους με την προσευχήν εθεράπευεν. Απελθών δε εις τόπον τινά, εις τον οποίον είχον ανάγκην μεγάλην από λουτρόν δια να εισέρχωνται οι ασθενείς, εγονάτισεν εις την γην και εποίησε περί τούτου δέησιν προς Κύριον. Ήτο δε ευδία και ξαστεριά εις τους ουρανούς, πλην εγένετο θαυμασίως βροντή και ανέβλυσαν εκ της γης θερμά ύδατα· όθεν άπαντες θαυμάζοντες εδόξασαν τον Θεόν, όστις τελειοί τα θελήματα των δούλων αυτού. Εκέλευσε λοιπόν ο Άγιος τους παρεστώτας να σκάψωσι λάκκους δια να συνάγωνται εις αυτούς τα ύδατα και να θεραπεύωνται οι ασθενείς, ταύτα δε ποιήσας επέστρεψεν εις τον οίκον του. Καθ’ οδόν τον απήντησεν ο διάβολος, μετασχηματισθείς εις μορφήν γυναικός και του λέγει να της δώση ευλογίαν. Ο δε Άγιος τον εγνώρισεν από θείαν Χάριν και έστρεψεν εις άλλο μέρος το πρόσωπον, απελθών δε παρεμπρός εσκόνταψε δυνατά και επληγώθη εις τον αστράγαλον. Ο δε πονηρός, αφείς την γυναικείαν μορφήν και φαινόμενος καθώς ήτο, περιεγέλα τον Άγιον λέγων: «Μη νομίζεις ότι είμαι κανέν ταπεινόν δαιμόνιον, απ’ εκείνα τα οποία διώκεις με ένα λόγον· εγώ είμαι εκατόνταρχος και ιδού εδοκίμασες την δύναμίν μου· συ θεραπεύεις τους άλλους ασθενείς και εγώ σου έδωσα χαλεπήν οδύνην». Ταύτα ειπών ο μιαρός επήδησεν εις τινα νεανίαν εκεί έμπροσθεν, και σπαράξας αυτόν χαλεπώς και αφρίζων και διαταράξας, έρριψεν αυτόν εις την γην και τον εβασάνιζεν. Ο δε Άγιος ελυπήθη τον νέον και δεηθείς του Θεού αυτόν μεν εθεράπευσε, τον δε πονηρόν απεδίωξεν, όστις με φωνήν αγρίαν και αναίσχυντον είπε ταύτα: «Συ με διώκεις απ’ εδώ, Αβέρκιε, και εγώ θα σε κάμω να υπάγης άκων εις την Ρώμην». Απελθών δε ο Άγιος εις την οικίαν του, προσηύχετο νήστις μετά των αδελφών ημέρας επτά, δεόμενος του Θεού να μη δώση εξουσίαν εις τον δαίμονα κατ’ αυτού, να τον πειράξη καθώς εκαυχήθη· την δε εβδόμην νύκτα είδεν εις το όραμά του ο Άγιος τον Δεσπότην, όστις του λέγει: «Ύπαγε εις την Ρώμην, Αβέρκιε, δια να κηρύξης το όνομά μου, και έχε θάρρος, διότι η Χάρις μου θέλει είναι μετά σου». Εγερθείς λοιπόν εκ του ύπνου είπεν· «Ας γίνη, Χριστέ μου, το θέλημά σου», και εφανέρωσε την οπτασίαν εις τους αδελφούς. Ο δε πονηρός δαίμων εκείνος, άμα εξήλθεν από τον νέον, έφθασεν εις την Ρώμην και εισήλθεν εις την θυγατέρα του βασιλέως Μάρκου Αντωνίνου, ήτις ήτο δεκαεξαέτις νεάνις, ονόματι Λουκίλλα, θαυμασία εις το κάλλος και μέγεθος, μεμνηστευμένη άνδρα καλούμενον Λεύκιον. Δαιμονισθείσα λοιπόν η νεάνις διεσπαράττετο, έδακνε τας χείρας και έτρωγε τας σάρκας. Ο δε βασιλεύς και η Αυγούστα Φαυστίνα είχον θλίψιν μεγάλην δι’ αυτήν, μάλιστα διότι είχον υποσχεθή εις τον ρηθέντα Λεύκιον, όστις ήτο μέγας και ισχυρός άρχων και τον είχεν αποστείλει ο βασιλεύς εις τον πόλεμον αντ’ αυτού, ότι όταν επιστρέψη από τον πόλεμον της Ανατολής, θα υπάγωσι με την κόρην εις την Έφεσον δια να τελέσωσι τους γάμους των εις τον ναόν της Αρτέμιδος. Επειδή λοιπόν επρόκειτο να μεταβή ο Λεύκιος, κατά την συμφωνίαν, τας ημέρας εκείνας εις Έφεσον, εστενοχωρούντο οι βασιλείς δια την ασθένειαν της κόρης και προσκαλεσάμενοι τους ιερείς των Ιταλών και Ρωμαίων, ως και τους μάντεις αυτών, τους επρόσταξαν να εξορκίσωσι τον δαίμονα. Αλλά ματαίως εκείνοι εκοπίαζον· διότι αντί να εξέλθη ή πραϋνθή ο δαίμων εγένετο ακόμη αγριώτερος και έλεγε ταύτα: «Εάν δεν έλθη ο Αβέρκιος, όστις είναι Επίσκοπος εις την Ιεράπολιν της Φρυγίας, δεν εξέρχομαι από τούτο το οικητήριον». Ταύτα είπε πολλάκις ο δαίμων εις επήκοον πάντων. Όθεν ο Αντωνίνος, απορών περί των λεγομένων, ηρώτησε τον ύπαρχον Κορνηλιανόν, εάν ήτο εις την Φρυγίαν πόλις τις ονομαζομένη Ιεράπολις. Ούτος δε απεκρίνατο: «Ναι, Δέσποτα, εις αυτήν την Ιεράπολιν είναι ο Ευξεινιανός Ποπλίων, προς τον οποίον πολλάκις έγραψας περί δημοσίων πραγμάτων». Ο δε Αντωνίνος εχάρη, διότι ο φίλος του και πιστός οικονόμος Ευξεινιανός ευρίσκετο εις την Ιεράπολιν και απέστειλε γράμματα προς αυτόν, να στείλη εις την Ρώμην τον Αβέρκιον με μεγάλην τιμήν και ευλάβειαν, διότι εχρειάζετο αυτόν τα μέγιστα. Λαβόντες λοιπόν τα γράμματα οι απεσταλμένοι απήλθον ταχέως εις το ηυτρεπισμένον πλοίον, όπερ ήτο εις το Βρινδήσιον και την εβδόμην ημέραν έφθασαν εις Πελοπόννησον· απ’ εκεί έλαβον ίππους βασιλικούς και απήλθον εντός δεκαπέντε ημερών εις το Βυζάντιον και την επομένην εις την Νικομήδειαν, έπειτα επορεύθησαν εις τα Σύνναδα, την της Φρυγίας Μητρόπολιν και ακολούθως έφθασαν εις την Ιεράπολιν. Εισελθόντες οι απεσταλμένοι του βασιλέως εις την πόλιν, συνήντησαν κατά τύχην ή μάλλον κατά θείαν Πρόνοιαν τον Αβέρκιον και τον ηρώτησαν που ευρίσκετο ο Ευξεινιανός, διότι είχον ανάγκην να τον εύρωσιν. Ηρώτησε τότε αυτούς ο Άγιος τι τον ήθελον, ο δε προϊστάμενος των απεσταλμένων ονόματι Βαλέριος εθυμώθη, διότι δεν απεκρίθη εις αυτόν ευθύς ο Αβέρκιος εις την ερώτησιν και κινηθείς από τον διάβολον ήγειρε την δεξιάν να τον ραπίση ο αναιδέστατος. Η παντοδύναμος όμως χειρ του ουρανίου Βασιλέως Χριστού δεν ημέλησε να σκεπάση τον Άγιον, αλλ’ επάταξε την τολμηράν χείρα του άρχοντος και έμεινεν αοράτως δεδεμένη και ως νεκρά αδρανής. Φοβηθέντες λοιπόν οι Μαγιστριανοί εξ αυτού του παραδόξου θεάματος, κατέβησαν από τους ίππους και προσκυνήσαντες τον Άγιον εδέοντο με πολλήν ταπείνωσιν να θεραπεύση την μαρανθείσαν και νεκρωθείσαν χείρα του Βαλερίου και να την ζωογονήση ως πρότερον. Ο δε Άγιος, ως συμπαθής και εύσπλαγχνος, εθεράπευσεν αυτήν· έπειτα πάλιν τους ηρώτησε τι ήθελαν τον Ευξεινιανόν. Οι δε είπον, ότι ο βασιλεύς στέλλει εις αυτόν γράμματα. Έλαβε τότε αυτούς ο Άγιος και τους έφερεν εις τον ζητούμενον. Ο δε, αναγνώσας τα γράμματα, τα έδωκεν εις τον Άγιον, όστις ιδών αυτά απεκρίνατο: «Να υπάγω μετά πάσης προθυμίας, επειδή είναι θέλημα Θεού το γενόμενον, καθώς μοι εφανέρωσεν ο Δεσπότης μου». Έμειναν δε οι Μαγιστριανοί ημέρας δύο και τους εφίλευσεν ο Ποπλίων· έπειτα ανεχώρησαν, επειδή ο Άγιος υπεσχέθη εις αυτούς να υπάγη εντός τεσσαράκοντα ημερών προς συνάντησίν των πλησίον της Ρώμης εις τόπον καλούμενον Πόρτον και από εκεί να υπάγωσιν ομού εις τα βασίλεια. Επίστευσαν δε εις αυτόν αδιστάκτως ως άγιον άνθρωπον δια την θαυματουργίαν, την οποίαν είδον. Ο δε θείος Αβέρκιος έβαλεν εις ασκόν οίνον, όξος και έλαιον ομού και τα τρία είδη, λαβών δε και ολίγους άρτους και παρηγορήσας τους αδελφούς, οίτινες έκλαιον δια την αναχώρησίν του, τους απεχαιρέτησε και εξήλθε της πόλεως επιβάς οναρίου. Αφού δε επροχώρησεν ολίγον έξω της πόλεως, είδεν αμπελουργόν τινα σκάπτοντα και του λέγει: «Τροφιμίων, ελθέ μετ’ εμού να υπάγωμεν εις την Ρώμην ομού». Ο δε αφήκεν ευθύς το δικέλλιον και αρπάσας το επανωφόριόν του ηκολούθησεν αυτόν. Αλλά σας παρακαλώ, προσέχετε, αγαπητοί μου Χριστιανοί, δια να ακούσητε θαύμα μέγα ανάμικτον τέρψεως. Οσάκις ήθελε προστάξει ο Άγιος να εξαγάγη ο Τροφιμίων οίνον ή έλαιον ή όξος από τον ασκόν, όσον ποσόν ήθελεν είπει, τοσούτον μόνον εξήρχετο, χωρίς ουδόλως να είναι αναμεμιγμένον μεθ’ ετέρου είδους. Και όταν ο υπηρέτης ήθελέ ποτε να εξαγάγη οίνον, ίνα πίη εκείνος ή άλλος χωρίς το θέλημα του Αγίου, εξήρχετο όξος ή έλαιον, όταν δε πάλιν εχρειάζετο έλαιον, εξήγεν όξος, ώστε εθαύμαζεν ο Τροφιμίων και εγίνετο ακουσίως πιστός και δεν εξήγε πλέον χωρίς του προεστώτος το θέλημα· τοιούτων χαρίτων απήλαυσε παρά Θεού ο σοφός Αβέρκιος. Φθάσαντες λοιπόν εις Αττάλειαν της Παμφυλίας και επιβάντες πλοίου, έφθασαν την τεσσαρακοστήν ημέραν εις το Πόρτον της Ρώμης κατά την συμφωνίαν, την οποίαν εποίησεν ο Άγιος μετά των Μαγιστριανών, εκείνοι δε ήλθον τρεις ημέρας υστερώτερα, επειδή τους έτυχε καθ’ οδόν μεγάλη τρικυμία. Λυπούμενοι δε δια την βραδύτητα έλεγον μεταξύ των, ότι εάν δεν εύρωσι τον Αβέρκιον εις τον ωρισμένον τόπον, κάλλιον θα ήτο δι’ αυτούς να αυτοκτονήσωσι παρά να εμφανισθώσι χωρίς αυτόν εις τον βασιλέα, διότι θα τους έδιδε πικρότατον θάνατον. Ταύτα μελετώντες εξήλθον του πλοίου. Ο δε Άγιος, ιδών αυτούς, τους εχαιρέτησε και τους υπέμνησε την συμφωνίαν, την οποίαν αυτός ουδόλως παρέβη. Οι δε ιδόντες ανελπίστως τον Άγιον προσεκύνησαν αυτόν ασμένως και χαίροντες τον παρέλαβον και εισήλθον εις την Ρώμην. Μεταβάντες λοιπόν εις τα ανάκτορα ωδήγησαν τον Άγιον εις την Αυγούσταν, διότι ο βασιλεύς έλειπε τότε εις τον πόλεμον. Η δε Φαυστίνα, βλέπουσα την του ανδρός ευκοσμίαν και σεμνοπρέπειαν και μαθούσα από τους Μαγιστριανούς την ένθεον αυτού πολιτείαν, τον υπεδέχθη με μεγάλην τιμήν και ευλάβειαν, λέγουσα: «Φανερόν είναι από το άγιον Σχήμα σου και από την καλήν σου φήμην και το όνομα, ότι του αγαθού και Παντοδυνάμου Θεού δούλος είσαι. Δέομαί σου λοιπόν και παρακαλώ την αγιωσύνην σου, καθώς ηλέησας και εθεράπευσας πολλούς πένητας, να γίνης και ευεργέτης βασιλέων, ιατρεύων το ταπεινόν μας θυγάτριον και πάλιν ημείς θέλομεν σε ανταμείψει με μεγάλας δωρεάς και χαρίσματα». Ο δε απεκρίνατο: «Ευχαριστούμεν την προαίρεσίν σου, αλλά από τας δωρεάς σας ημείς δεν έχομεν ανάγκην, διότι απηρνήθημεν την κενήν ταύτην φαντασίαν του κόσμου, μάλιστα δε διότι ο Θεός μάς προσέταξε να δίδωμεν δωρεάν τας ευεργεσίας και χάριτας, καθώς και ημείς δωρεάν παρ’ αυτού την εξουσίαν ελάβομεν. Ας υπάγωμεν λοιπόν να ίδωμεν την θυγατέρα σου». Ότε δε εισήλθον εις το δωμάτιον, ένθα ήτο η κόρη, ευθύς ως είδεν ο δαίμων τον Άγιον, έρριψεν αυτήν κάτω, την εσπάραττε και την έκαμε να τρέμη, έπειτα εξέβαλε και φωνήν λέγουσαν: «Ιδού, Αβέρκιε, σε έφερα και εις την Ρώμην, καθώς σου προείπον». Ο δε Άγιος απήντησε: «Ναι, αλλά δια κακόν σου με έφερες». Προσέταξε δε να εκβάλωσιν έξω την κόρην εις τόπον ύπαιθρον, ήτοι να μη είναι εις οίκον, αλλά υπό τον ουρανόν. Εξελθόντες λοιπόν πρότερον οι βασιλικοί υπηρέται εφρούρουν τον τόπον, έπειτα έφεραν την κόρην, την οποίαν πάλιν εσπάραττεν ο μιαρός δαίμων και εφώναζε κατά του Αβερκίου υπερηφανευόμενος, ότι ηνάγκασεν αυτόν να διέλθη τοσαύτην γην ανωφελώς. Ο δε Άγιος, υψώσας προς ουρανόν τους οφθαλμούς, προσηύξατο· έπειτα στραφείς προςτην κόρην, επετίμησε δριμύτερον το δαιμόνιον λέγων: «Ο Χριστός μου σου επιτάσσει, έξελθε ευθύς από την κόρην, πονηρέ δαίμον, και μη την βλάψης ποσώς». Τότε ο διάβολος μετέβαλε την λεόντειον αγριότητα εις δειλίαν αλώπεκος, λέγων ταύτα: «Ορκίζω σε και εγώ κατά του Χριστού αυτού να μη με πέμψης εις ερημίαν, ούτε εις άλλον τόπον, μόνον εκεί όπου κατώκουν πρότερον». Ο δε Άγιος απεκρίνατο λέγων: «Ύπαγε όχι εις ερημίαν, αλλ’ εις τον τόπον τον πατρικόν· πλην επειδή με ηνάγκασας να έλθω εδώ, σε προστάσσω πάλιν και εγώ εις το όνομα του Ιησού, να άρης αυτόν τον λίθινον βωμόν, να τον κομίσης εις την Ιεράπολιν, να τον βάλης ένδοθεν της πύλης της ευρισκομένης εις το νότιον μέρος της πόλεως». Ούτος ο βωμός ήτο ναός ειδωλικός κατεσκευασμένος επί μεγάλου τινός βράχου και λελατομημένος με τέχνην και κόπον πολύν. Ευθύς ο δαίμων υπήκουσεν ως δούλος εις τον δεσπότην αυτού και εξελθών από την κόρην, χωρίς να προξενήση βλάβην τινά, ήγειρε τον βαρύτατον εκείνον βράχον αναστενάξας βαρέως και κρατών αυτόν, ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ! Διήλθεν έμπροσθεν του ιπποδρόμου, εις τον οποίον ήτο η βασίλισσα και αρκεταί χιλιάδες λαού, οίτινες ιδόντες όλοι τοιούτον φρικτόν τερατούργημα εξεπλάγησαν. Ούτω λοιπόν ο μεν δαίμων εκόμισε τον βωμόν εις την Ιεράπολιν και τον απέθεσεν εκεί όπου ο Άγιος τον προσέταξεν, η δε κόρη, ευθύς ως εξήλθεν ο δαίμων, έπεσεν εις τους πόδας του Αγίου και έκειτο ως νεκρά επί πολλήν ώραν, εφοβήθησαν δε άπαντες και μάλιστα η μήτηρ αυτής, νομίζοντες ότι πράγματι απέθανεν. Ο δε Άγιος, εκτείνας την δεξιάν, ήγειρεν αυτήν σωφρονούσαν και λέγει προς την βασίλισσαν: «Ιδού η θυγάτηρ σου ζώσα και λυτρωθείσα της επηρείας του δαίμονος». Η δε Φαυστίνα, από την μεγάλην χαράν έκλαιε χύνουσα ποταμηδόν τα δάκρυα, εναγκαλισθείσα δε την θυγατέρα αυτής την ησπάζετο. Μετά ταύτα παρεκάλει η βασίλισσα θερμότατα τον Άγιον να μη καταφρονήση, αλλά να δεχθή την αμοιβήν της τοιαύτης μεγάλης ευεργεσίας. Ούτος όμως ουδαμώς εδέχθη τι, λέγων: «Όστις τρώγει άρτον και πίνει ύδωρ, δεν χρειάζεται χρήματα». Εζήτησε δε μόνον παρά της βασιλίσσης να κτίση λουτρόν εις το χωρίον εκείνο, εις το οποίον εξήγαγε δια προσευχής τα θερμά ύδατα, περί του οποίου προείπομεν, και να χαρίση σιτηρέσιον τρεις χιλιάδας μοδίων καθ’ έκαστον έτος δια να το διανέμωσιν εις τους πτωχούς, οίτινες ήσαν εις Ιεράπολιν. Η δε Αυγούστα, ως ήκουσεν, εχάρη και προσκαλέσασα τον έπαρχον Κορνήλιον, παρήγγειλε και έγραψαν ευθύς την δωρεάν με χρυσόβουλλον, δια του οποίου παρηγγέλλετο να δίδωσιν εις τους πένητας της Ιεραπόλεως εκ του βασιλικού σίτου τρεις χιλιάδας μοδίων. Έστειλαν δε και τον αρχιτέκτονα κατ’ αυτήν την ημέραν να λάβη χρήματα από τον άρχοντα της Φρυγίας, όσα απητούντο, δια να γίνη η οικοδομή του λουτρού και ούτως εγένετο εντός ολίγου χρόνου το βαλανείον (λουτρόν) εις το χωρίον εκείνο. Το δε σιτηρέσιον εδίδετο εις τους πτωχούς έκαστον έτος, έως της εποχής του δυσσεβούς Ιουλιανού, όστις εφθόνησε τους Χριστιανούς και έπαυσεν αυτό, καθώς ηφάνισε και άλλα καλά ο ανόσιος. Ο δε θείος Αβέρκιος έμεινεν ικανόν χρόνον εις την Ρώμην, επιστηρίζων τας Εκκλησίας και κηρύττων παρρησία και πανταχού τον λόγον της πίστεως. Κοιμώμενος δε μίαν νύκτα, είδε τον Δεσπότην Χριστόν, όστις του λέγει: «Πρέπει να υπάγης και εις την Συρίαν, Αβέρκιε, να κηρύξης και εκείτην αλήθειαν». Εγερθείς λοιπόν εζήτησεν από την Αυγούσταν συγχώρησιν· εκείνη όμως δεν ήθελε να τον αφήση να αναχωρήση από την Ρώμην, ίνα μη τύχη και πειράξη πάλιν την κόρην ο δαίμων. Ο δε Άγιος της είπε να μη φοβήται περί τούτου ουδαμώς. Ηυτρέπισε λοιπόν δι’ αυτόν βασιλικόν πλοίον και όλα τα χρειαζόμενα και έφθασεν εις την Συρίαν εις εξ ημέρας· και πρώτον μεν επήγεν εις Αντιόχειαν, έπειτα εις την Απάμειαν και εις τας λοιπάς πόλεις διδάσκων εις αυτάς την Ορθοδοξίαν της πίστεως και διαλλάτων τας εριζούσας εκ της αιρέσεως του Μαρκίωνος Εκκλησίας, ανασπών τα ζιζάνια της αιρέσεως δια του κηρύγματος της αληθείας ως σοφός διδάσκαλος ο τρισμακάριος. Εκείθεν πάλιν διέβη τον Ευφράτην και μετέβη ειςτην Νίσιβιν και άλλα μέρη της Μεσοποταμίας, διότι ήκουσεν ότι και εκεί ανεφύη η αυτή αίρεσις και ειρήνευσε πανταχού τας Εκκλησίας δια της ισχύος των λόγων του και της θεαρέστου διαγωγής αυτού. Όθεν οι πιστοί συναχθέντες εκόμισαν εις αυτόν χρήατα πολλά θέλοντες να τον ανταμείψωσι δια τον πολύν κόπον, τον οποίον έλαβεν εις τοσαύτην οδοιπορίαν, αλλά ουδόλως εδέχετο να λάβη οβολόν αργυρίου, λέγων ταύτα· «Δεν εδέχθην να λάβω τα χρήματα που μου προσέφερεν η βασίλισσα, τα οποία ήσαν περισσότερα και η αφορμή ευλογωτέρα, και τώρα να λάβω αυτά που μου δίδετε σεις δια πληρωμήν του ολίγου κόπου τον οποίον έκαμα δια τον Δεσπότην μου»; Τότε ηγέρθη εις το μέσον ευγενέστατος τις και πλούσιος άρχων, Βαρχασάνης ονομαζόμενος, και είπε: «Δεν είναι πρέπον, ω άνθρωποι, να βιάζητε τοιούτον άνδρα να λάβη χρυσίον, το οποίον δεν παρέχει εις αυτόν ωφέλειαν τινά, αλλά μόνον εις κόπον θα τον εμβάλη να το διαμοιράση εις τους πτωχούς. Όθεν ας του δώσωμεν την αξίαν εκείνην, την οποίαν δεν ημπορεί ποτέ να αποθέση και ήτις του πρέπει κατά τας πράξεις του. Ας ψηφίσωμεν, λέγω, να ονομάζηται Ισαπόστολος, διότι άλλος τις Αρχιερεύς του καιρού τούτου δεν περιεπάτησε τόσην γην και δεν διήλθε τόσην θάλασσαν δι’ αγάπην και πρόνοιαν των αδελφών, ως ούτος ο αξιέπαινος, ο όντως και αληθώς των κορυφαίων διάδοχος, τους οποίους και αυτός εμιμήθη πόλιν εκ πόλεως διερχόμενος». Ούτος ο λόγος ήρεσεν εις όλην την αδελφότητα· όθεν έδωσαν εις αυτόν την επωνυμίαν ταύτην, της οποίας και δια των έργων απέδειξεν ότι ήτο άξιος. Αναχωρήσας είτα και από την Μεσοποταμίαν ο Άγιος διήλθε την Κιλικίαν, την Λυκαονίαν και την Πισιδίαν, ελθών δε εις Σύνναδα, Μητρόπολιν της Φρυγίας και μικρόν αναπαυθείς εκίνησε δια να υπάγη εις την χώραν του. Διερχόμενος εκ τινος χωρίου, όπερ εκαλείτο Αυλών, εκάθισεν εις πέτραν τινά δια να αναπαυθή, επειδή ήτο καιρός του θέρους. Εκεί πλησίον ελίχνιζον σίτον γεωργοί τινες· όθεν παρασυρόμενα τα λεπτά άχυρα υπό του αέρος επέπιπτον εις το πρόσωπον του Αγίου. Εκείνος δε σκοπών να διδάξη αυτούς, τους παρεκάλεσε να αναμείνωσιν ολίγον, αυτοί όμως δεν ηθέλησαν να διακόψωσι το έργον των. Εποίησεν όθεν προσευχήν  ο Άγιος και έπεσεν ο άνεμος, ούτω δε και ακουσίως διέκοψαν και εκάθησαν να φάγωσιν. Ο δε Άγιος, επειδή εδίψα, τους εζήτησεν ύδωρ, αυτοί όμως ως άσπλαγχνοι και αγροίκοι τον εχλεύασαν, λέγοντες, ότι δεν εγείρονται από την τράπεζαν ένεκα γέροντος. Τότε ο φιλανθρωπότατος, μεμφθείς την απανθρωπίαν αυτών, λέγει προς αυτούς: «Ουδέποτε να χορτασθήτε εν τη ζωή σας» και ο λόγος του ως απόφασις δικαστική εξετελέσθη και εγένετο έργον, διότι δεν εχορτάζοντο καθ’ όλην των την ζωήν, αλλ’ όσον και αν έτρωγον, επείνων πάντοτε. Αναστάς εκείθεν ο Άγιος απήλθεν εις την ιδίαν αυτού πόλιν, συνήχθησαν δε όλοι και τον υπεδέχθησαν με πολλήν αγαλλίασιν. Είτα περιερχόμενος όλην την χώραν εκήρυττε παρρησία τον λόγον της αληθείας, βαπτίζων τους κατηχουμένους, θεραπεύων τους δαιμονιζομένους και ιατρεύων πάσαν ασθένειαν. Έγραψε δε και βίβλον τινά ωφέλιμον, την οποίαν αφήκεν εις τους Ιερείς να την έχωσιν ως διδάσκαλον αντ’ αυτού. Ανελθών δε ποτε εις όρος υψηλόν μετ’ άλλων πολλών, εδίψησαν και κλίνας τα γόνατα προσηύξατο, εξήλθε δε ύδωρ γλυκύτατον, εκ του οποίου πιόντες ηυφράνθησαν άπαντες και ωνόμασαν τον τόπον εκείνον τόπον γινυκλισίας έως της σήμερον. Μετά παρέλευσιν ολίγων ημερών είδε πάλιν εν οπτασία τον Κύριον, όστις του λέγει: «Ήλθεν ο καιρός να αναπαυθής από τους μακρούς σου πόνους, Αβέρκιε». Εγερθείς δε του ύπνου εφανέρωσε την οπτασίαν εις τους αδελφούς, ειπών ότι μέλλει να υπάγη προς Κύριον. Προσέταξεν όθεν και ητοίμασαν τον τάφον αυτού εκεί παρά τον βωμόν εκείνον, τον οποίον έφερεν ο δαίμων από την Ρώμην. Κατεσκεύασε δε και μαρμαρίνην πλάκα τετράγωνον, κατά το μήκος και πλάτος ίσην του τάφου και την ετοποθέτησαν επ’ αυτού, ενεχάραξε δε εις αυτήν και γράμματα τα οποία έλεγον ταύτα: «Αβέρκιος πολίτης εκλεκτής πόλεως, μαθητής του αγνού και καλού Ποιμένος, εποίησα ζων τον τάφον τούτον, ίνα αναπαύσω το σώμα μου. Με απέστειλενο Χριστός εις την Ρώμην να συναθροίσω βασιλείαν, και είδον βασίλισσαν χρυσόστολον, χρυσοπέδιλον και λαόν έχοντα σφραγίδα λαμπράν. Μετέβην εις την Συρίαν, την Νίσιβιν, τον Ευφράτην, και είχον όλως συνέκδημον τον Παύλον έσωθεν. Η δε πίστις παντί προήγε. Και παρέθηκε τροφήν ιχθύν από πηγής παμμεγέθη καθαρόν, ούτινος εδράξατο Αγνή Παρθένος, και επέδωκεν αυτόν τοις φίλοις, ίνα εσθίωσιν αυτόν πάντοτε. Διδούσα οίνον χρηστόν με άρτον εις κέρασμα. Ταύτα παρεστώς εγώ, ο Αβέρκιος, είπα και ανέγραψαν εις τούτον τον λίθον, όταν ήμην ετών οβ΄ (72) την ηλικίαν, και όστις εννοήση αυτά, ας ποιήση υπέρ εμού δέησιν, και μη βάλη ουδείς άλλον τάφον επάνω μου. Ειδεμή, να αποδίδη τη βασιλεία των Ρωμαίων δύο χιλιάδας φλωρίων χρυσών και έτερα χίλια τη Ιεραπόλει». Αφ’ ου έγραψε ταύτα ο Άγιος εκάλεσε τους Πρεσβυτέρους και Διακόνους και άλλους κοσμικούς και λέγει προς αυτούς: «Τέκνα μου ηγαπημένα και φίλτατον ποίμνιον, εγώ υπάγω προς εκείνον τον οποίον επόθησα εκ νεότητος, απέρχομαι δια να απολαύσω τον Δεσπότην μου Χριστόν, υμείς δε ψηφίσατε όν τινα θέλετε να σας ποιμαίνη μετά την εμήν αναχώρησιν». Οι δε ακούσαντες εθρήνησαν του διδασκάλου την στέρησιν και εψήφισαν τον Αρχιπρεσβύτερον της Εκκλησίας, ονόματι ομοίως Αβέρκιον, τον οποίον ηυλόγησεν ο Άγιος και τον εχειροτόνησε κατά την τάξιν της Εκκλησίας Επίσκοπον. Έπειτα επάρας εις τους ουρανούς τας χείρας και τους οφθαλμούς και νοερώς προσευξάμενος παρέδωκε την μακαρίαν αυτού ψυχήν εις τον Κύριον, την οποίαν συνώδευσαν οι χοροί των Αγίων Αγγέλων, επειδή επολιτεύθη ως Άγγελος. Το δε πλήθος όλον της πόλεως συναθροισθέντες έψαλλον άσματα πνευματικά, καθώς έπρεπε, και τον ενεταφίασαν λαμπρώς εις τον προρρηθέντα λίθον τη κβ΄ (22) του Οκτωβρίου μηνός. Έπειτα παρέλαβον τον νέον Επίσκοπον και αναβιβάσαντες αυτόν εις τον Αρχιερατικόν θρόνον, εμεγάλυνον άπαντες κοινώς τον Βασιλέα της δόξης και Κύριον. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: