Παληό και Νέο ημερολόγιο -- Του αειμνήστου Αθανασίου Σακαρέλλου, Θεολόγου

5. Τι γίνεται μετά την «παύση της κοινωνίας»

1. Τι συμβαίνει, αν ορισμένοι πιστοί διακόψουν την «κοινωνία» με επισκόπους για παραπτώματα πίστεως;

α. Οι λοιποί επίσκοποι οφείλουν να συνέλθουν σε Σύνοδο και να δικάσουν τις καταγγελίες των πιστών σε βάρος του επισκόπου. Η σύγκληση τέτοιας Συνόδου αναφέρεται στον 15 ο Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Εάν μεν το δικαστήριο αυτό αποφασίσει ότι ο επίσκοπος είναι ένοχος, οφείλουν να καταδικάσουν τον επίσκοπο στις προβλεπόμενες από τους Κανόνες ποινές, που είναι η καθαίρεση κι’ αφορισμός. Στην περίπτωση αυτή δικαιώνονται οι «αποτειχισθέντες» πιστοί. Αν, αντίθετα, η Σύνοδος, διαπιστώσει, ότι ο καταγγελλόμενος επίσκοπος δεν είναι ένοχος, δηλ. δεν αστόχησε σε θέματα πίστεως, οφείλει να τον αθωώσει. Στην περίπτωση αυτή, οι αποτειχισθέντες οφείλουν να επαναλάβουν την «κοινωνία» με τον Ορθόδοξο επίσκοπο από τον οποίο κακώς διέκοψαν την «κοινωνία», οπότε λήγει το θέμα.

β. Οι Κανόνες δεν λένε τίποτε για την περίπτωση που οι επίσκοποι δεν συνέλθουν σε Σύνοδο για να εξετάσουν τις καταγγελίες όσων αποτειχίστηκαν. Πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι οι Κανόνες δεν αποτελούν μιά θεωρητική αντιμετώπιση όλων των προβλημάτων, που είναι δυνατόν να αντιμετωπίσει κάποτε η Εκκλησία. Οι Κανόνες θεσπίστηκαν σε συγκεκριμένη εποχή για την αντιμετώπιση των τότε προβλημάτων που αντιμετώπιζε η Εκκλησία. Ειδικά δε οι Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων θεσπίστηκαν για να γίνουν νόμοι του κράτους, δηλ. της αυτοκρατορίας, της Οικουμένης 165 . Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι ήταν πρωτίστως πολιτικός θεσμός, σε αντίθεση με τις τοπικές Συνόδους που ήταν καθαρά εκκλησιαστικός θεσμός. ΄Οταν λέμε ότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι ήταν πρωτίστως πολιτικός θεσμός εννοούμε ότι όπως ο αυτοκράτορας είχε τη Σύγκλητο, για να τη συμβουλεύεται σε πολιτικά ή άλλα θέματα του κράτους, έτσι θέλησε να έχει και ένα αντίστοιχο όργανο για να το συμβουλεύται για τα εκκλησιαστικο-θεολογικά θέματα, ιδίως όταν εμφανίζονταν αιρέσεις. Τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων μόλις τις υπόγραφε ο αυτοκράτορας, αποτελούσαν νόμο του κράτους.

γ. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι έχουν και τεράστια εκκλησιαστική σημασία. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι σ’ αυτές λάβαιναν μέρος οι σπουδαιότεροι επίσκοποι, όπως ήταν οι Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι συνήθως αντιπροσώπευαν όλα τα τμήματα της αυτοκρατορίας. Υπό την έννοια αυτή οι Οικουμενικές Σύνοδοι αποτέλεσαν και εκκλησιαστικό θεσμό, χωρίς όμως ν’ αποτελούν την ανώτατη αυηθεντία στην Εκκλησία,όπως υποστηρίζεται σήμερα από πολλούς. Η ανωτάτη αυθεντία στην Ορθοδοξία είναι η εμπειρία της θεώσεως των αγίων, στην οποία άλλωστε πολλές φορές παραπέμπουν οι ίδιες οι Οικουμενικές Σύνοδοι. Εξ άλλου, έχουμε και αιρετικές Οικουμενικές Συνόδους, όπως τη Ληστρική της Εφέσου το 449 μ.Χ., της Φλωρεντίας Φερράρας 1438- 1439 και άλλες. Γι’ αυτό τις Ορθόδοξες Συνόδους οι Πατέρες τις αποκαλούν «έγκριτες». Είναι δε αυτές εν όλω εννιά 166 .

δ. Κάθε φορά, που μιά αίρεση εισέβαλε στο χώρο της Εκκλησίας, αντιμετωπίζονταν τόσο από τις τοπικές, ή Οικουμενικές Συνόδους, αλλά και από τον Ορθόδοξο λαό, που έπαυε την «κοινωνία» με κάθε αιρετικό επίσκοπο. Αυτός ήταν ο κανόνας. Εκτός όμως από τους Ορθοδόξους επισκόπους και τον Ορθόδοξο λαό, η Εκκλησία είχε και άλλα ερείσματα, που εξασφάλιζαν την ορθή πίστη της. ΄Ηταν οι αυτοκράτορες, οι οποίοι ως επί το πλείστον ήταν Ορθόδοξοι, και οι μοναχοί. ΄Οταν διαταράσσονταν η Εκκλησία από κάποια αίρεση, κάποιοι, αν όχι όλοι από τους ανωτέρω παράγοντες αντιδρούσαν. Η δυσκολία υπήρχε όταν κάποιος ή κάποιοι αυτοκράτορες υποστήριζαν συγκεκριμένη αίρεση, όπως τον αρειανισμό, τον μονοθελητισμό, την εικονομαχία κτλ. Τότε αντιδρούσαν οι λοιποί παράγοντες, αν όχι όλοι, τουλάχιστον ορισμένοι, όπως συνήθως ο Ορθόδοξος λαός και οι μοναχοί. Πίστευαν όμως θα επανέρχονταν κάποτε ο αυτοκρατορικός θρόνος στους Ορθοδόξους, όπως πάντοτε συνέβαινε και θα υπερασπίζονταν την Ορθοδοξία. Σήμερα, εξέλιπε ο θεσμός του αυτοκράτορα. Αλλά, και αν εξακολουθούσε να υπάρχει μάλλον πρέπει να θεωρείται βέβαιο, ότι δεν θα κατείχετο από Ορθοδόξους φορείς, οπότε είναι προτιμότερο που δεν υπάρχει!

ε. Αν οι επίσκοποι δεν συγκαλέσουν Σύνοδο, για να δικάσει τις κατηγορίες σε βάρος του επισκόπου, που κατηγορήθηκε για θέματα πίστεως, τότε την ευθύνη του σχίσματος αναλαμβάνουν οι επίσκοποι. Στην περίπτωση αυτή κανένας δεν μπορεί να υποχρεώσει τους αποτειχισθέντες για λόγους πίστεως να επανέλθουν σε «κοινωνία» με τον καταγγελθέντα ως αιρετικό επίσκοπο. Ως πότε όμως θα περιμένουν οι αποτειχισθέντες πιστοί την σύγκληση Συνόδου, που οι επίσκοποι δεν συγκαλούν; Θα περιμένουν εύλογο χρόνο. Ο χρόνος αυτός, λόγω ειδικών συνθηκών, μπορεί να είναι ακόμα και μερικά χρόνια! Αν μέσα στον εύλογο αυτό χρόνο δεν συνέλθει Σύνοδος Ορθοδόξων επισκόπων, τότε θα πρέπει να θεωρηθεί ότι οι αποτειχισθέντες είναι η Εκκλησία! Από τότε οι καταγγελθέντες επίσκοποι, με όσους τους ακολουθούν, παύουν επίσημα ν’ αποτελούν ζωντανά μέλη της Εκκλησίας.

2. Τι γίνεται όμως στη περίπτωση, όταν ένας επίσκοπος καταγγέλλεται για θέματα πίστεως και το δικαστήριο τον αθωώνει, μολονότι κακοδοξεί; Αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα. Στη περίπτωση αυτή, αν υπάρχουν άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες στον κόσμο, που δεν έχουν «κοινωνία» με τον καταγγελθέντα ως αιρετικό επίσκοπο και όσους προηγουμένως τον αθώωσαν, οι πιστοί θα προσφύγουν στη δική τους κρίση. Αν, παρά ταύτα, και οι άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες δικαιώσουν τον καταγγελθέντα επίσκοπό τους και όσους προηγουμένως τον αθώωσαν, ή «κοινωνούν» με αυτόν, τότε, ή θα πρέπει να επαναλάβουν την «κοινωνία» με τον επίσκοπό τους , ή θα πρέπει να εμμείνουν στις θέσεις τους, θεωρούντες ότι όλοι οι επίσκοποι κατέστησαν αιρετικοί κι’ επομένως, έπαυσαν να ανήκουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία! Από τη στιγμή αυτή, υπάρχει πλέον οριστικό σχίσμα στην Εκκλησία. Τα μέλη της Εκκλησίας «σχίζονται» σε δύο κομμάτια! Τότε, από τα δύο κομμάτια, που «σχίστηκε» η Εκκλησία ,το ένα μόνο εξακολουθεί να είναι ή «μία αγία καθολική και αποστολική Εκκλησία»! Το άλλο είναι σχίσμα και αίρεση!

3. Τόσο στην περίπτωση αυτή, όσο και στην πιό πάνω που εξετάσαμε αν δεν συνέλθει Σύνοδος να εξετάσει τις κατηγορίες όσων αποτειχίστηκαν από τους επισκόπους τους, το τελευταίο κριτήριο είναι η συνείδηση του Ορθοδόξου λαού. Αυτό σημαίνει ότι ο κάθε Ορθόδοξος πιστός θα κρίνει με γνώμονα την Ορθόδοξη συνείδησή του. Γι’ αυτό, οφείλει να μελετήσει το θέμα πολύ σοβαρά , υπεύθυνα και αμερόληπτα, με φόβο Θεού και προσευχή, για να διαπιστώσει που είναι η Εκκλησία, για να εντάξει τον εαυτό του. Έτσι, θα αποφασίσει σε ποιο κομμάτι υπάρχει αίρεση και που υπάρχει η Εκκλησία. Όταν κάποιος είναι καλόπιστος, τίμιος με το Θεό και ανιδιοτελής στις σχέσεις του μαζί Του, ο Θεός θα οδηγήσει τα βήματά του στην αλήθεια, που είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία. Όλοι οι πιστοί, που θα αντιμετωπίσουν το πρόβλημα αυτό με τα ίδια αυτά κριτήρια, θα καταλήξουν στο ίδιο συμπέρασμα, για το που υπάρχει η μία Εκκλησία. Οι πιστοί αυτοί θα αποτελούν το λαό του Θεού. Έτσι, ο Ορθόδοξος λαός, το «σώμα της Εκκλησίας», όπως είπαν οι Πατριάρχες της Ανατολής το 1848, αποδεικνύεται για μια ακόμα φορά ο «φύλακας της Ορθοδοξίας»! Θα πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα ότι δεν πρέπει να συνδυασθεί το ποιο κομμάτι των πιστών αποτελεί την Εκκλησία του Χριστού, από τον αριθμό των μελών, που την αποτελούν. Ο αριθμός των πολλών μελών δεν είναι κριτήριο της αλήθειας στην Ορθοδοξία. Έχουμε παραδείγματα στην ιστορία της Εκκλησίας, που οι περισσότεροι έπεσαν στην αίρεση, κι’ έπαυσαν να είναι μέλη της, την οποία αποτελούσαν ελάχιστοι, ακόμη και τρία άτομα, όπως την εποχή του μονοθελητισμού. Τότε Εκκλησία ήταν ο άγιος Μάξιμος και οι δύο Αναστάσιοι, ο μαθητής του και ο αποκρισσάριος. Θα πρέπει όμως ο πιστός, για να αποφασίσει με βάση την Ορθόδοξη συνείδησή του, πρέπει να κινηθεί μέσα σ’ ορισμένα θεολογικά πλαίσια. Ποιά είναι αυτά; Θα εξετάσει ποιά Εκκλησία συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά της «Μίας αγίας καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας». Όποια συγκεντρώνει αυτές τις ιδιότητες, αυτή συνεχίζει να είναι η Εκκλησία του Χριστού, η «μία αγία καθολική και αποστολική Εκκλησία»! Με άλλα λόγια, ο κάθε πιστός, οφείλει να έχει ξεκαθαρίσει στη συνείδησή του το θέμα αυτό. Από την ορθή, ή λάθος απάντηση που θα δώσει ο καθένας, εξαρτάται πλέον η σωτηρία του! Σε περίπτωση λάθους, επωμίζεται και τις συνέπειες, για το αν θα βρεθεί εντός ή εκτός Εκκλησίας! Τα κριτήρια ή οι ιδιότητες αυτές, με βάσει τις οποίες πρέπει να κρίνει ο κάθε πιστός, με γνώμονα πάντα την Ορθόδοξη συνείδησή του, για το ποια είναι η Εκκλησία του Χριστού, είναι:

α. Ποιά, απ’ τις δύο μερίδες διδάσκει, ότι υπάρχει μόνο «μία» Εκκλησία στον κόσμο. Και ποιά Εκκλησία θεωρεί τις άλλες, τις κακώς λεγόμενες «εκκλησίες», αιρετικές ή σχισματικές κοινότητες! Θα εξετάσει δηλαδή, ποιά απ’ τις δυό μερίδες θεωρεί ως αδελφές Εκκλησίες τις αιρετικές κοινότητες, όπως είναι οι Λατίνοι, οι Προτεστάντες, οι Μονοφυσίτες κλπ.! Ποιά θεωρεί, ότι αυτές οι κοινότητες των αιρετικών, έχουν «αποστολική διαδοχή»! Ποιά κηρύττει, ότι έχουν χάρη μυστηρίων! Ποιά επιτρέπει στους κληρικούς της να συμπροσεύχονται και συλλειτουργούν μαζί τους κ.ο.κ.! Ποιά μετέχει ως μέλος στο λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών»! Ποιά αναγνωρίζει τον Πάπα ως κανονικό επίσκοπο και συμπροσεύχεται, ή και συλλειτουργεί μαζί του! Αν, κάποια μερίδα δέχεται όλα αυτά, αυτή η μερίδα δεν είναι η Εκκλησία!

β. Ποιά, απ΄ τις δυό μερίδες επιδιώκει να είναι «αγία». Αυτή είναι η Εκκλησία!

Η Εκκλησία, ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, ότι είναι «αγία». Αυτό συμβαίνει, όχι μόνο γιατί η κεφαλή της, που είναι ο Χριστός, είναι αγία, αλλά και γιατί και τα μέλη της πρέπει να είναι άγια! Άγιος είναι ένας χριστιανός όταν φτάσει σε κατάσταση «θεωρίας του Θεού», δηλ. στο φωτισμό ή στη θέωση. Τότε, ενώνεται με το Θεό. Το να μπορέσει κάποιος να φτάσει σ’ αυτή την κατάσταση, απαιτείται μια ολόκληρη θεραπευτική διαδικασία. Την διαδικασία αυτή γνωρίζει και διαθέτει μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία. Ορθοδοξία είναι ο ορθός τρόπος θεραπείας του ανθρώπου. Αίρεση, κατ’ ουσία, είναι ο λαθεμένος τρόπος θεραπείας του ανθρώπου, που τελικά τον οδηγεί στον θάνατο. Οι αιρέσεις δεν θεραπεύουν την ψυχή, επειδή ακολουθούν λαθεμένες μεθόδους θεραπείας. Γι’ αυτό οδηγούν στη κόλαση. Η αγιότητα είναι μία έννοια θεολογική. Σημαίνει την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό! Για αγιότητα και αγίους μιλάνε και οι αιρετικοί. Αλλά, εννοούν τις έννοιες αυτές, όχι θεολογικά, αλλά ηθικά! Η άποψη αυτή είναι αιρετική. Έχει περάσει όμως, δυστυχώς, ανεπαίσθητα, και στα θεολογικά συγγράμματα πολλών Νεοελλήνων θεολόγων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αλλοιώνονται τα κριτήρια, με βάση τα οποία η Εκκλησία παραδέχεται, ότι κάποιος είναι άγιος. Έτσι, ανακηρύσσονται άγιοι πρόσωπα αφερέγγυα. Και οι μεν παπικοί, που δεν έχουν ιδέα από στάδια της τελειότητας, δηλ. κάθαρση, φωτισμό και θέωση, δικαιολογούνται να ανακηρύττουν τον καθένα ως «άγιό» τους! Δεν δικαιολογούνται όμως λεγόμενοι Ορθόδοξοι να ανακηρύττουν «αγίους» πρόσωπα, τα οποία ο Θεός δεν έδειξε με θεία σημεία, ότι θέλει η επί γης Εκκλησία Του να τους τιμά ως αγίους! Αυτά τα θεία σημεία είναι συνήθως τα θαύματα που επιτελούν τα λείψανά τους, το ότι παραμένουν αδιάφθορα, το ότι μυροβλύζουν 167 , κλπ. Έτσι, νοθεύεται το αγιολόγιο της Εκκλησίας, πράγμα το οποίο αποτελεί τεράστια επιτυχία του Οικουμενισμού. Η αίρεση αυτή, μετά τη νοθεία των δογμάτων, θέλει να νοθεύσει και το αγιολόγιο της Ορθοδοξίας, γιατί οι άγιοι για την Εκκλησία μας αποτελούν «κανόνα πίστεως», για κάθε πιστό! Αυτό σημαίνει, ότι, αν ένας χριστιανός μιμηθεί σ’ όλα ένα άγιο, μπορεί να γίνει κι’ αυτός άγιος. Όταν όμως τοποθετούνται στο αγιολόγιο της Εκκλησίας αιρετικοί, ή μασόνοι ως άγιοι, τότε γιατί κάθε αιρετικός, ή κάθε μασόνος να μη προσδοκά να γίνει κι΄ αυτός άγιος; Τέτοια πρόσωπα, λοιπόν, με τα οποία οι Οικουμενιστές επιδιώκουν να νοθεύσουν το Ορθόδοξο αγιολόγιο είναι αιρετικοί, και προπαντός αιρεσιάρχες! Είναι οι μασόνοι! Είναι ακόμα , και άλλα πρόσωπα, τα οποία από τώρα μπορεί να προγεύονται τον Παράδεισο, όμως ο Θεός δεν θέλησε η Εκκλησία Του να τα τιμά ως αγίους! Λεγόμενες, λοιπόν, «εκκλησίες» που δεν «αγιάζουν» τα μέλη τους, πολύ περισσότερο, που δεν ξέρουν την μέθοδο, με την οποία φθάνει ο άνθρωπος στην αγιότητα, δεν μπορεί ποτέ να είναι Εκκλησία! Επίσης, «εκκλησίες» που δέχονται τη νοθεία του αγιολογίου τους με αφερέγγυα από πλευράς Ορθοδοξίας πρόσωπα, δηλ. με «ψευτοαγίους»,ή μασόνους, δεν είναι η Εκκλησία του Χριστού!

γ. Ποιά απ΄ τις δυό μερίδες επιδιώκει να τηρεί με κάθε ακρίβεια, χωρίς ν’ αθετεί ούτε μία «κεραία», όσα παρέλαβε από τους αγίους Πατέρες; Αυτή, είναι η Εκκλησία. Αυτή η μερίδα έχει την «καθολική πίστη», δηλ. ολόκληρη τη πίστη, χωρίς προσθήκες και αφαιρέσεις. Γι’ αυτό και η Εκκλησία ονομάζεται «καθολική»! Η λέξη «καθολική» δεν έχει καμιά σχέση με το παπισμό. Οι οπαδοί του Πάπα, λέγονται Φράγκοι ή Λατίνοι! Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να τους λέμε «καθολικούς» ή «Ρωμαιοκαθολικούς»! Καθολικοί είμαστε εμείς οι Ορθόδοξοι, γιατί εμείς κρατάμε ακέραιη τη πίστη των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας! Και, Ρωμαιοκαθολικοί, είμαστε μόνο εμείς οι Έλληνες Ορθόδοξοι, γιατί εμείς είμαστε οι Ρωμαίοι! Αυτοί είναι Λατίνοι και Φράγκοι.

 

δ. Ποιά απ’ τις δυό μερίδες έχει την «αποστολική διαδοχή». Η Εκκλησία στο Σύμβολο της Πίστεως λέγεται «αποστολική», γιατί έχει την «αποστολική διαδοχή». Όταν λέμε «αποστολική διαδοχή» εννοούμε δύο πράγματα. Πρώτον, ότι έχει την «διαδοχή» στη πίστη των Αποστόλων. Διαδέχεται δηλ. στη πίστη, ό,τι πίστευαν και οι Απόστολοι! Υπάρχει ταυτότητα στη πίστη με τους Αποστόλους. Και δεύτερον, υπάρχει αλληλοδιαδοχή στις επισκοπικές χειροτονίες μέχρι τους Αποστόλους. Αλληλοδιαδοχή στις επισκοπικές χειροτονίες είναι εύκολο να υπάρχει και στις αιρετικές κοινότητες. Αυτό όμως, που δεν υπάρχει σ’ αυτούς, είναι η αποστολική πίστη! Όπου δεν υπάρχει η αποστολική πίστη, σταματάει να υπάρχει και η αποστολική διαδοχή στις χειροτονίες τους! Γι’ αυτό, η Εκκλησία δέχεται, ότι «αποστολική διαδοχή» υπάρχει όπου ο επίσκοπος είναι «και τρόπων μέτοχος και θρόνων διάδοχος» των αποστόλων, και όχι μόνον μέσω της χειροτονίας 168 . Ποια, λοιπόν, απ’ τις δυο μερίδες διαφυλάττει ακέραιη την πίστη των Αποστόλων; Ποια έχει την πραγματική «αποστολική διαδοχή»; Αυτή είναι η Eκκλησία του Χριστού! Η απάντηση, στα παραπάνω ερωτήματα, είναι εύκολη. Είναι η Εκκλησία, που δεν άλλαξε την Παράδοση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: