Τη ΚΑ΄ (21η) του αυτού μηνός Σεπτεμβρίου, μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΚΟΔΡΑΤΟΥ του εν Μαγνησία.

Κοδράτος ο Απόστολος και Μάρτυς ήτο ανήρ σοφός και πολυμαθής. Γενόμενος δε μαθητής των Αποστόλων, εχειροτονήθη Επίσκοπος των Αθηναίων και πολλούς επέστρεψεν εις την αληθή πίστιν του Χριστού, τους δε σοφούς των Ελλήνων, οίτινες υπερηφανεύοντο μεγάλως δια την σοφίαν των, απεστόμωσε και κατήσχυνε με την χάριν του Θεού και με την δύναμιν των λόγων του. Όθεν από τους διώκτας των Χριστιανών τιμωρηθείς με πέτρας, με πυρ και με πολλάς άλλας βασάνους, εδιώχθη από την επαρχίαν και το ποίμνιόν του· και απελθών εις την πόλιν Μαγνησίαν, εδίωξε και από εκεί με τας διδασκαλίας του το σκότος της πλάνης· ύστερον δε κατά τους χρόνους Αδριανού, του καλουμένου Αιλίου, εν έτει ριζ΄ (117), λαμβάνει του Μαρτυρίου τον στέφανον. Το δε άγιον αυτού λείψανον ευρίσκεται εις την Μαγνησίαν, πηγάζον πλουσίως πάσαν ιατρείαν ασθενείας εις όλους τους πλησιάζοντας μετά πίστεως. 

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΣΕ ΝΑΟΥΣ ΚΑΙ ΜΟΝΕΣ ΠΙΣΤΩΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΩΝ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΩΝ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑΤΩΝ, ΕΤΣΙ ΟΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ, ΣΥΝΑΔΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΣΕΒΕΙΑ;


Ἐκτός τῶν ἄλλων (τῶν περισσοτέρων ἀναφερομένων στό συγκεκριμένο ἄρθρο "Ὅταν τά ἀντίγραφα ἱστορικῶν εἰκόνων πολλαπλασιάζονται μέ ταχύτητα… φωτοτυπίας", Ἀ. Λουδάρου, ΑΚΤΙΝΕΣ, 12/9/2017 ) ἐκτιμοῦμε ὅτι ὁ τρόπος καί τό πλαίσιο κατασκευῆς καί ἀποδοχῆς αὐτῶν τῶν πιστῶν ἀντιγράφων, κατά πάντα, τῶν πρωτοτύπων, δημιουργεῖ ἤ ἐμφανίζει καί ἕνα καθαρῶς θεολογικό πρόβλημα. Θά τό ἐκθέσουμε ἐνταῦθα ἁπλουστευμένο γιά κατανόηση ὑπό πάντων (καί μή θεολόγων) ἐπιφυλασσόμενοι νά ἀσχοληθοῦμε, σύν Θεῶ, διεξοδικότερα μέ αὐτό τό ζήτημα. Λοιπόν, ὅπως ὅλοι γνωρίζομε ἡ μία Παναγία μας, ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος, ἔχει πολλές προσωνυμίες (οἱ ἑπωνυμίες της ὑπολογίζονται σέ δεκάδες χιλιάδες, ἀνά τόν ὀρθόδοξο κόσμο). Ἡ κάθε εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἐφέστια σέ Μονή ἤ σέ προσκύνημα, ἡ ὁποία ἔχει κάποιο προσωνύμιο ἔχει ἐπ' αὐτῆς, συνήθως, διάφορα τάματα καί ἀφιερώματα καί κυρίως ἕναν διάκοσμο ὁ ὁποῖος σχετίζεται μέ τό συγκεκριμένο πρωτότυπο εἰκόνισμα, τό ὁποῖο ἐπίσης συνήθως θεωρεῖται καί εἶναι θαυματουργό. Θαυματουργός βεβαίως εἶναι ἡ Θεοτόκος, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ τά θαύματα διαπορθμεύουσα τήν χάρη καί εὐλογία της μέσω τῶν συγκεκριμένων ἱερῶν εἰκονισμάτων ἀλλά καί κάθε εἰκόνος της πρός τό συμφέρον τῆς αἰτήσεως τῶν προσφευγόντων στή βοήθειά Της πιστῶν ἀνθρώπων καί κυριως πρός σωτηρίαν αὐτῶν.

Ἀκατανόητον θαῦμα !


ἀνερμήνευτον ἄκουσμα, μυστηρίου θείου ἀποκεκρυμμένου φανέρωσις, ἀκαταμάχητος προστασία, ἀντίληψις κραταιά, ζωοδόχε πηγή, πέλαγος ἀνεξάντλητον τῶν θείων καὶ ἀπορρήτων χαρισμάτων καὶ δωρεῶν, ὕψος τῶν ἐπουρανίων καὶ ἀσωμάτων Δυνάμεων καὶ τῶν Σεραφεὶμ ὑψηλοτέρα, βάθος τῶν ἀποκρύφων νοημάτων τὸ ἀνεξερεύνητον, ἡ κοινὴ φιλοτιμία τῆς φύσεως, ἁπάντων τῶν καλῶν χορηγία, ἡ μετὰ τὴν Τριάδα πάντων τῶν ποιημάτων Δέσποινα, ἡ μετὰ τὸν Παράκλητον ἄλλος Παράκλητος, καὶ μετὰ τὸν μεσίτην Χριστὸν μεσίτρια τοῦ κόσμου παντός, τὸ ὄχημα ἡλίου τοῦ νοητοῦ, τὸ δοχεῖον τοῦ φωτὸς τοῦ ἀληθινοῦ τοῦ φωτίζοντος πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον, ἡ φέρουσα ἐν ἀγκάλαις τὸν τῷ ῥήματι τὰ πάντα φέροντα·


Ἀγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου

Μια ακούσια αμαρτία πόσο «ακούσια» είναι; --- Του αειμνήστου Ιωάννου Κορναράκη, Ομοτ. Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών

Συχνά έχουμε όλοι οι άνθρωποι την εμπειρία μιας ακούσιας αμαρτίας. Και βέβαια κάθε εξομολόγος-πνευματικός πατέρας ακούει πολύ συχνά, σχεδόν σε κάθε εξομολόγηση, τη διαβεβαίωση ή τον ισχυρισμό του εξομολογούμενου για το αθέλητο μιας αμαρτίας του,
-Σας διαβεβαιώνω ειλικρινώς. πάτερ μου, ότι αυτή η αμαρτία μου έγινε χωρίς να το αντιληφθώ. Εντελώς ακούσια χωρίς να είναι στη βούλησή μου ή στην σκέψη μου να την κάνω.
Πόσο ειλικρινής ή τουλάχιστον σίγουρη μπορεί να είναι μια τέτοια διαβεβαίωση και πόσο αληθινός ένας τέτοιος ισχυρισμός;
Ένα βιβλικό επιχείρημα για τον ακούσιο χαρακτήρα πολλών αμαρτιών μας είναι ασφαλώς το έβδομο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους επιστολής του αποστόλου Παύλου. Εκεί ο απόστολος των εθνών εκθέτει σε αδρές γραμμές τον αντιφατικό (συγκρουσιακό) χαρακτήρα της λειτουργίας της ανθρώπινης ψυχής, κατά τη σχέση της, αφ’ ενός μεν με το νόμο του Θεού αφ’ ετέρου δε με την «οικούσαν» σ’ αυτήν αμαρτία.

Νυκτερινή "προσευχή" με τις αδελφές του αγίου πατερούλη Φραγκίσκου...


Η ΗΣΥΧΙΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΠΑΡΑ ΤΩ ΠΑΛΑΜΑ

   «… ούτω γινόμεθα ναός Θεού, όταν μη φροντίσι γηϊναις το συνεχές της μνήμης διακόπτηται… αλλά πάντα αποφυγών ο φιλόθεος επί τον Θεόν αναχωρή»                 Μ. Βασίλειος.

Η Ησυχία δεν αποτελεί διακοσμητικόν τι πλαίσιον της προσευχής. Είναι το αναγκαίον περιβάλλον της. Εν τοις θορύβοις «το μοναδικόν του νου, καθ’ ο συνίσταται ο εντός και όντως Μοναχός, δυαδικόν, έστι δ’ ότε και πολυσχιδές, καθίσταται». Η διάσπασις του ενιαίου της ψυχής καθιστά αδύνατον την αληθή προσευχήν. Διασπάται το «μοναδικόν» του νου εις «δυαδικόν» ή και «πολυσχιδές» εκ των συνομιλιών και από αυτής της θέας των ανθρώπων. Εν αναλύσει, και αυτή η προσδοκία ελεύσεώς τινος προκαλεί σύγχυσιν. Αλλά και γράφων ο Ησυχαστής προς τινα, έστω και πνευματικά, πάλιν δεν δύναται ν’ αποφύγη την περισπώσαν τον νουν μέριμναν.

Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριο -- Orthodox Hymns


O Συναξαριστής της ημέρας.

Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017


Ιωνά του προφήτου, Κοδράτου αποστόλου.

                                                      
Ιωνάς ο Προφήτης ήτο υιός του Αμαθί, καταγόμενος από Γιέτ Καριαθμαούς και κατοικών πλησίον εις την Άζωτον, ήτις ήτο πόλις των Ελλήνων παραθαλάσσιος· προεφήτευσε δε περί τα έτη ωλη΄- ωι΄ (838 – 810) προ Χριστού. Μήτηρ αυτού ήτο η χήρα εκείνη, προς την οποίαν επέμφθη ο Ηλίας, όταν δια προσευχής του εγένετο πείνα εις την Σαμάρειαν, και εις όλην την επικράτειαν των δέκα φυλών. Όθεν και δια την φιλοξενίαν εκείνην ηυλόγησε τον καμψάκην, ήτοι το αγγείον του εκαίου και την υδρίαν του αλεύρου, ώστε ούτε εκενώθη, ούτε ωλιγόστευσεν εν όσω επεκράτει η πείνα. Ούτος δε ο Ιωνάς είναι ο υιός της προρρηθείσης χήρας, τον οποίον παραδόξως ανέστησεν ο Προφήτης Ηλίας εκ των νεκρών. Αφού δε επέρασεν ο καιρός της πείνης, ηγέρθη και επήγεν εις γην Ιούδα και εκεί προεφήτευσε με την Χάριν του Αγίου Πνεύματος. Προσταχθείς δε από τον Θεόν, δια να υπάγη να κηρύξη εις την Νινευϊ την καταστροφήν, την οποίαν έμελλε να πάθη μετ’ ολίγον, δεν υπήκουσεν.

Τη αυτή ημέρα Κ΄ (20η) Σεπτεμβρίου, μνήμη των Αγίων Πατέρων ημών και Ομολογητών ΥΠΑΤΙΟΥ Επισκόπου και ΑΝΔΡΕΟΥ Πρεσβυτέρου.

Υπάτιος ο Επίσκοπος και Ανδρέας ο Πρεσβύτερος κατήγοντο από την χώραν των Λυδών, όταν δε ήσαν παιδία επήγαιναν εις εν σχολείον, και με τας συνεχείς νηστείας και αγρυπνίας, τας οποίας έκαμνον, και με την καθαράν ζωήν και την πολλήν ταπεινοφροσύνην και την εις πάντας αγάπην, όπου μετεχειρίζοντο οι αοίδιμοι, υπερέβαλλον όλους τους εκεί μαθητάς· και ο μεν Υπάτιος ηγάπησε την μοναδικήν ζωήν, ο δε Ανδρέας ενεπιστεύθη την διακονίαν της Εκκλησίας. Επειδή δε ο Επίσκοπος Εφέσου έμαθε την ενάρετον αυτών πολιτείαν, έστειλε και τους έφερε· και τον μεν Υπάτιον εχειροτόνησεν Επίσκοπον, τον δε Ανδρέαν Πρεσβύτερον, ήτοι Ιερέα. Λέων δε ο δυσσεβής και εικονομάχος, μαθών περί αυτών, ότι είναι κήρυκες της αληθείας και διδάσκουσι πάντας να σέβωνται και να προσκυνώσι τας αγίας Εικόνας, έστειλε και τους έφερε· και πρώτον μεν τους έβαλεν εις την φυλακήν· έπειτα δε επρόσταξε να σύρωνται κατά γης και να διασπαράττωνται. Μετά ταύτα απέσπασε μεν τα δέρματα των ιερών αυτών κεφαλών, επάνω δε των γυμνών κεφαλών των κατέκαυσε πολλάς αγίας Εικόνας ο αλιτήριος, ύστερον δε έχρισε τα γένειά των με πίσσαν και έσυρεν αυτούς δια μέσου της πόλεως. Τελευταίον  δε κατέσφαξεν αυτούς εις τα μέρη τα λεγόμενα του Ξηρολόφου· και μετά τον θάνατον, δεν αφήκεν ο θηριώνυμος να τους ενταφιάσουν, αλλά τους έρριψεν εις τους κύνας δια να τους φάγουν. 

Η «άπαξ παραδοθείσα πίστις» -- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου, Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Οι πατέρες παραλαμβάνουν από τους αποστόλους, διαφυλάττουν και ερμηνεύουν την ιερά παράδοση, η οποία, σημειωτέον, παραδόθηκε άπαξ, δεν σχηματίσθηκε κατά τον μακραίωνα εκκλησιαστικό βίο. Και αυτές οι Οικουμενικές Σύνοδοι, όπου οι μεγάλοι θεοφόροι πατέρες θεόπνευστα διατύπωσαν τα δόγματα και τους κανόνες της πίστεώς μας, δεν δημιούργησαν, αλλά ερμήνευσαν την ιερά παράδοση. Υπενθυμίζω ότι τα δόγματα δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι αποκαλυμμένες αλήθειες του θείου λόγου, όπως τις διατύπωσαν οι φωτισμένοι άγιοι ύστερα από αγώνες και μάχες της Εκκλησίας κατά της πλάνης και της πονηρίας των αιρέσεων. Και οι κανόνες ή εντολές των Συνόδων είναι οι ηθικές προτροπές του θείου λόγου, όπως τις έζησαν οι άγιοι κάθε εποχής, που δεν συσχηματίζονταν με κανένα σχήμα του καιρού τους, αλλά μεταμορφώνονταν σε σκεύη του αγίου Πνεύματος. Τα πάντα υπό τον ήλιο μπορούν να μεταβάλλονται, να τελειοποιούνται, να εξελίσσονται. Η παράδοση της Εκκλησίας, όμως, παραμένει αναλλοίωτη, ανεξέλικτη και αμετάβλητη στους αιώνες. Ούτε συμπληρώνεται ούτε τελειοποιείται, αλλά αυτή τελειοποιεί τον άνθρωπο, τον αναγεννά, και ανανεώνει την κοινωνία για να την καταστήσει και να την διατηρήσει καινή κτίση. Βεβαίως, σε κάθε εποχή οφείλει η Εκκλησία να βρίσκει νέους τρόπους, για να καθιστά προσιτή και κατανοητή στους ανθρώπους τη διδασκαλία της. Ποτέ, όμως, και για κανένα λόγο δεν μεταβάλλει ούτε στο ελάχιστο τη διδασκαλία· με απόλυτη ευλάβεια τη διατηρεί εντελώς αναλλοίωτη και απαραχάρακτη. Μιμείται την τακτική του Θεανθρώπου Αρχηγού της, ο οποίος «μη εκστάς της φύσεως μετέσχε του ημετέρου φυράματος»· χωρίς να εγκαταλείψει ούτε στιγμή τη θεϊκή του φύση προσέλαβε την ανθρώπινη κι αγκάλιασε τον πεσμένο άνθρωπο, για να τον οδηγήσει στη σωτηρία, στη θέωση.