«Ζήτω η Ελλάς»
Aνησυχούμε και απελπιζόμεθα, όταν μελετούμε τους εκτεθέντας από την Εθνικήν Στατιστικήν Υπηρεσίαν αριθμούς, εν σχέσει προς το δημογραφικόν πρόβλημα της Ελλάδος. Εκ των αριθμών, αποδεικνύεται ότι η πατρίς μας είναι άτεκνος σχεδόν χώρα, χώρα, κατά το πλείστον, γερόντων ! Ποίος θα το εφαντάζετο; Οι Έλληνες, δυστυχώς κατ’ όνομα οι πλείστοι Ελληνορθόδοξοι, εγένοντο αρνηταί της ζωής, φυγότεκνοι, στείροι! Ωσάν να μη υπήρξαν απόγονοι ενδόξων όντως προγόνων, οι οποίοι εξύψωσαν την ιδέαν και αξίαν του ανθρώπου και του ανθρωπισμού όσον ουδέν άλλο έθνος επί της γής. Η δε πολιτεία, άνευ βουλής ενεργήσασα, εψήφισε νόμον περί αμβλώσεων διά του οποίου φονεύονται 300-400 χιλιάδες Ελληνορθόδοξα νήπια ετησίως και όντως επεδεινώθη επικινδύνως το δημογραφικόν πρόβλημα της χώρας. Υπό το πνεύμα του δήθεν «εκδημοκρατισμού» της οικογενείας, του γάμου και του ατόμου ηλλοίωσε το Οικογενειακό δίκαιο και ενομιμοποίησε την μοιχεία και ομοφυλοφιλίαν. Με την ανεξέλεκτη και μεθοδευμένη μετακίνηση ξένων πληθυσμών στον Ελληνικό χώρο, η πολιτεία θα επιδεινώσει ακόμα περισσότερο την πληθυσμιακή αλλοίωση και θα βοηθήση την ανάπτυξη ξένων ισχυρών μειονοτήτων, που θα δρούν διασπαστικά στο τέλος, ως Πέμπτη φάλαγξ εντός των τειχών. Η πολιτεία μεθοδευμένα ηλλοίωσε, την Χριστιανική αγωγή του λαού και τας ηθικοθρησκευτικάς του αξίας, διότι η φυγοτεκνία και οι εκτρώσεις είναι θέμα κυρίως ηθικό. Ηλλοίωσε και το εθνικό φρόνημα. Είναι ολοφάνερο, ότι η εθνική συνείδησις έχει σήμερον αμβλυνθή κυρίως στις ψυχές των νέων! Εφ’ όσον δεν υπάρχει μέσα μας έντονο το αίσθημα της φιλοπατρίας, πως είναι δυνατόν να σκεπτόμεθα το μέλλον της Ελλάδος; Έτσι, αφού οι Έλληνες αντέστησαν επί χιλιετίες εις αφανιστικούς κινδύνους, ήδη εξαφανίζονται ειρηνικώς και αφ’ εαυτών! «Ζήτω η Ελλάς», αναφωνούν, κατά τα επετειακά ειωθότα, οι ομιληταί. Αλλά πως θα ζήση η Ελλάς χωρίς Ελληνες;;;
Ecumenism is heresy
We should define Ecumenism and what it means to be an Ecumenist.
Ecumenism is a new heresy which has appeared in our days, and Ecumenists are the followers and expounders of this movement. Ecumenism is a fearful and dangerous heresy from which we Orthodox must stand far apart. Indeed, we ought to fight against it by enlightening those Orthodox who are ignorant of Ecumenism and what it entails.
Ecumenism maintains that: the truth and Grace of Christ is not to be found in any one single Church, but partially in all Churches. A little bit of it is to be found in the Orthodox Church, a little bit in the Papal, and a little bit in the Protestant Churches. Now if we put all these Churches together and create an Ecumenical Church we also unite all the pieces of the faith and the truth, and come up with the whole truth of Christ. The Ecumenical Church, the Ecumenists claim, is a tree with many branches. (This is the so-called "Branch Theory"). In this way they try to deceive the simple-minded. Each branch is a Church. Orthodoxy is one branch, Papalism another, Protestantism yet another, and so on. Put all the branches together as composing one tree and you come up with the Church of Christ-which of course is a "Church" of all the heresies and false teachings.But if this is so, then one ask, where is the one Church which Lord Jesus Christ established? Where is the one and only truth, the one body, the one Spirit, the one Lord, the one faith, the one baptism of which St. Paul speaks (Eph. 4, 4-6)? How can Orthodoxy stand side by side with heresy, faith with unbelief, truth with error? It is impossible.
Ecumenism was invented supposedly to do away with division and unite divided Christianity. But that which is divided cannot be joined, and the Ecumenists shall never achieve the "union of the Churches" because there are not many Churches but only one Church of Christ: The Orthodox Catholic Church which all may join by repenting of their errors and by renouncing their false doctrines.
Then shall we have the wondrous union of all in the One, Holy, Catholic and Apostolic Church of Christ. This is the universality and ecumenicity of the Church. This, and not Ecumenism.
Ecumenism is a new heresy which has appeared in our days, and Ecumenists are the followers and expounders of this movement. Ecumenism is a fearful and dangerous heresy from which we Orthodox must stand far apart. Indeed, we ought to fight against it by enlightening those Orthodox who are ignorant of Ecumenism and what it entails.
Ecumenism maintains that: the truth and Grace of Christ is not to be found in any one single Church, but partially in all Churches. A little bit of it is to be found in the Orthodox Church, a little bit in the Papal, and a little bit in the Protestant Churches. Now if we put all these Churches together and create an Ecumenical Church we also unite all the pieces of the faith and the truth, and come up with the whole truth of Christ. The Ecumenical Church, the Ecumenists claim, is a tree with many branches. (This is the so-called "Branch Theory"). In this way they try to deceive the simple-minded. Each branch is a Church. Orthodoxy is one branch, Papalism another, Protestantism yet another, and so on. Put all the branches together as composing one tree and you come up with the Church of Christ-which of course is a "Church" of all the heresies and false teachings.But if this is so, then one ask, where is the one Church which Lord Jesus Christ established? Where is the one and only truth, the one body, the one Spirit, the one Lord, the one faith, the one baptism of which St. Paul speaks (Eph. 4, 4-6)? How can Orthodoxy stand side by side with heresy, faith with unbelief, truth with error? It is impossible.
Ecumenism was invented supposedly to do away with division and unite divided Christianity. But that which is divided cannot be joined, and the Ecumenists shall never achieve the "union of the Churches" because there are not many Churches but only one Church of Christ: The Orthodox Catholic Church which all may join by repenting of their errors and by renouncing their false doctrines.
Then shall we have the wondrous union of all in the One, Holy, Catholic and Apostolic Church of Christ. This is the universality and ecumenicity of the Church. This, and not Ecumenism.
Ο μακαριστός Αρχιμ. Φιλόθεος Ζερβάκος :
Δια να μην αμαρτάνωμεν
« … Δια να μην αμαρτάνης του λοιπού σου δίδω τας εξής πατρικάς συμβουλάς.
1 ) Να προσεύχεσαι αδιαλείπτως νοερώς, μετά προσοχής, επιμελείας και συναισθήσεως να λέγης διαφόρους προσευχάς, όσας γνωρίζης και ιδίως την σύντομον προσευχήν . Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με, και το Δόξα σοι ο Θεός, Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς κ.λ.π. Να προσεύχεσαι και όταν περιπατής καθʼ οδόν, και όταν εργάζεσαι, και όταν πίπτης εις την κλίνην να αναπαυθής, και όταν εγείρεσαι και εν παντί καιρώ και πάση ώρα. Όταν, λοιπόν, προσεύχεσαι μετʼ ευλαβείας, επιμελείας, προσοχής και κατανύξεως ο εχθρός δεν πλησιάζει , αλλά και αν πλησιάση και όσας φοράς πλησιάση φεύγει, αναχωρεί άπρακτος…
2 ) Να ενθυμήσθε πάντοτε τον Θεόν. Επειδή το αμαρτάνειν γίνεται , λέει ο Μ. Βασίλειος ,κατʼ απουσίαν Θεού. Όταν λησμονήσωμεν τον Θεόν , λησμονήσωμεν ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, και μας βλέπει και τίποτε δεν τον λανθάνει ή καλόν ή κακόν. Τότε δεν θα αμαρτάνωμεν. Πώς ποιήσω το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου μου και αμαρτήσομαι, είπεν ο νέος Ιωσήφ ο σώφρων, ο ανδρείος κατά την ψυχήν, ο ωραίος και πάγκαλος, εις την ασελγεστάτην κυρίαν του, η οποία τον παρεκίνει προς αμαρτίαν . Και ούτω έφυγε την αμαρτίαν , ο δε προφητάναξ Δαβίδ, ηλικιωμένος , υπανδρευμένος, με παιδιά , ελησμόνησε τον Θεόν , αμάρτησε , και αφού μετενόησε πικρά , επενθούσε, ενήστευε, ηγρύπνει και εστέναζε δια την αμαρτίαν. Δια να μην αμαρτήση εις το εξής εσκέπτετο πάντοτε ότι ο Θεός ήτο έμπροσθέν του. « Προωρώμην τον Κύριόν μου, ότι δια παντός ενώπιόν μου εστι, ίνα μη σαλευθώ » , έλεγε.
3 ) Να ενθυμήσαι τον θάνατον. Μνήσθητι, τέκνον μου, των εσχάτων σου και ουχ αμαρτήσεις , μας συμβουλεύει ο Σοφός Σειράχ. Εκείνος που ενθυμείται διαρκώς τον θάνατον, λέγει ο Μ. Βασίλειος, ή τελείως ή ολίγον θέλει αμαρτήσει…
4 ) Να αγαπήσης τον Θεόν με όλην σου την ψυχήν, την καρδίαν, την δύναμιν και την διάνοιαν, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Αγάπην όμως όχι ψευδή, με λόγια, αλλά πραγματικήν, και όταν αγαπά τις τον Θεόν ολοψύχως μένει μαζί με τον Θεόν μένει μαζί με αυτόν. Πού πλέον να πλησιάση ο πονηρός, η αμαρτία; …
Αυτάς τας τέσσερας πατρικάς συμβουλάς , αγαπητόν μου τέκνον, σου δίδω και ως παρακαταθήκην σου αφήνω, και αν αυτάς φυλάξης μετά προσοχής και επιμελείας θα σωθής και θα κερδίσης την βασιλείαν των ουρανών , της οποίας είθε να αξιωθώμεν πάντες.
Μετά πατρικής αγάπης και εγκαρδίων ευχών
Φιλόθεος Ζερβάκος Αρχιμ. »
« … Δια να μην αμαρτάνης του λοιπού σου δίδω τας εξής πατρικάς συμβουλάς.
1 ) Να προσεύχεσαι αδιαλείπτως νοερώς, μετά προσοχής, επιμελείας και συναισθήσεως να λέγης διαφόρους προσευχάς, όσας γνωρίζης και ιδίως την σύντομον προσευχήν . Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με, και το Δόξα σοι ο Θεός, Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς κ.λ.π. Να προσεύχεσαι και όταν περιπατής καθʼ οδόν, και όταν εργάζεσαι, και όταν πίπτης εις την κλίνην να αναπαυθής, και όταν εγείρεσαι και εν παντί καιρώ και πάση ώρα. Όταν, λοιπόν, προσεύχεσαι μετʼ ευλαβείας, επιμελείας, προσοχής και κατανύξεως ο εχθρός δεν πλησιάζει , αλλά και αν πλησιάση και όσας φοράς πλησιάση φεύγει, αναχωρεί άπρακτος…
2 ) Να ενθυμήσθε πάντοτε τον Θεόν. Επειδή το αμαρτάνειν γίνεται , λέει ο Μ. Βασίλειος ,κατʼ απουσίαν Θεού. Όταν λησμονήσωμεν τον Θεόν , λησμονήσωμεν ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών, και μας βλέπει και τίποτε δεν τον λανθάνει ή καλόν ή κακόν. Τότε δεν θα αμαρτάνωμεν. Πώς ποιήσω το πονηρόν ενώπιον του Κυρίου μου και αμαρτήσομαι, είπεν ο νέος Ιωσήφ ο σώφρων, ο ανδρείος κατά την ψυχήν, ο ωραίος και πάγκαλος, εις την ασελγεστάτην κυρίαν του, η οποία τον παρεκίνει προς αμαρτίαν . Και ούτω έφυγε την αμαρτίαν , ο δε προφητάναξ Δαβίδ, ηλικιωμένος , υπανδρευμένος, με παιδιά , ελησμόνησε τον Θεόν , αμάρτησε , και αφού μετενόησε πικρά , επενθούσε, ενήστευε, ηγρύπνει και εστέναζε δια την αμαρτίαν. Δια να μην αμαρτήση εις το εξής εσκέπτετο πάντοτε ότι ο Θεός ήτο έμπροσθέν του. « Προωρώμην τον Κύριόν μου, ότι δια παντός ενώπιόν μου εστι, ίνα μη σαλευθώ » , έλεγε.
3 ) Να ενθυμήσαι τον θάνατον. Μνήσθητι, τέκνον μου, των εσχάτων σου και ουχ αμαρτήσεις , μας συμβουλεύει ο Σοφός Σειράχ. Εκείνος που ενθυμείται διαρκώς τον θάνατον, λέγει ο Μ. Βασίλειος, ή τελείως ή ολίγον θέλει αμαρτήσει…
4 ) Να αγαπήσης τον Θεόν με όλην σου την ψυχήν, την καρδίαν, την δύναμιν και την διάνοιαν, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Αγάπην όμως όχι ψευδή, με λόγια, αλλά πραγματικήν, και όταν αγαπά τις τον Θεόν ολοψύχως μένει μαζί με τον Θεόν μένει μαζί με αυτόν. Πού πλέον να πλησιάση ο πονηρός, η αμαρτία; …
Αυτάς τας τέσσερας πατρικάς συμβουλάς , αγαπητόν μου τέκνον, σου δίδω και ως παρακαταθήκην σου αφήνω, και αν αυτάς φυλάξης μετά προσοχής και επιμελείας θα σωθής και θα κερδίσης την βασιλείαν των ουρανών , της οποίας είθε να αξιωθώμεν πάντες.
Μετά πατρικής αγάπης και εγκαρδίων ευχών
Φιλόθεος Ζερβάκος Αρχιμ. »
Ο παπα - Τύχων
Άλλωστε, το είχε ύποσχεθη ο ίδιος: «Εγώ θα έρχωμαι κάθε χρόνο να σε βλέπω».
Πέρασαν τρία χρόνια ολόκληρα, χωρίς να μου παρουσιασθή, και αυτό με έβαλε σε λογισμούς: «μήπως έσφαλα σε κάτι;» Μετά από τρία χρόνια μου έκανε την πρώτη του επίσκεψη. Εάν εννοούσε ο Γέροντας ότι το «...κάθε χρόνο» θα άρχιζε μετά από τα τρία χρόνια, αυτό με παρηγορεί, γιατί έτσι δεν ήμουν εγώ αιτία σ' αυτό το θέμα.
Η πρώτη λοιπόν φορά ήταν στις 10 Σεπτεμβρίου 1971, βράδυ, μετά το μεσονύκτιο. Ενώ έλεγα την ευχή, βλέπω ξαφνικά τον Γέροντα να μπαίνη στο κελλί! Πετάχτηκα και του έπιασα τα πόδια και τα φιλούσα με ευλάβεια. Δεν κατάλαβα όμως πώς ξεγαντζώθηκε από τα χέρια μου και, καθώς έφευγε, τον είδα να μπαίνη στο Ναό, και εξαφανίστηκε. Φυσικά, τα χάνει κανείς εκείνη την ώρα, όταν συμβαίνουν τέτοια γεγονότα. Ούτε και μπορεί να τα εξηγήση αυτά με την λογική, γι' αυτό και λέγονται θαύματα. Άναψα αμέσως το κερί, γιατί μόνο το κανδήλι είχα αναμμένο, όταν συνέβη αυτό, για να σημειώσω στο ημερολόγιο την ήμερα αυτή πού μου είχε παρουσιασθή ό Γέροντας, για να το θυμάμαι. "Όταν είδα ότι ήταν η ημέρα πού είχε κοιμηθή ό Γέροντας (10η Σεπτεμβρίου), πολύ λυπήθηκα και ελέγχθηκα, πού μου πέρασε τελείως απαρατήρητη εκείνη η ημέρα. Πιστεύω να με συγχώρησε ο καλός Πατέρας, γιατί εκείνη την ήμερα, από το φώτισμα έως το ηλιοβασίλεμα, είχα επισκέπτες στο Καλύβι και είχα κουραστή και ζαλιστή και ξεχάστηκα τελείως. Αλλιώς, κάτι θα έκανα για να βοηθηθώ ο ίδιος και να δώσω λίγη χαρά στον Γέροντα με ολονύκτια προσευχή.
Δεν ξέρω εάν είχε παρουσιασθή σε άλλον, πριν από την πρώτη αυτή επίσκεψη που μου έκανε. Στο Κελλί μου πάντως είχε παρουσιασθή και σ' έναν άγνωστο Μοναχό (πρώην Καρακαλληνό), στον Πατέρα Ανδρέα, ως εξής:
Είχε έρθει στο Κελλί μου, για να τον εξυπηρετήσω σε κάτι που ήθελε. Φυσικά, ούτε με γνώριζε ούτε και εγώ τον γνώριζα. Περίμενε λοιπόν έξω από το Κελλί μου, κάτω από την ελιά, γιατί νόμιζε ότι απουσιάζω. Εγώ ήμουν μέσα στο εργαστήρι και δεν ακουγόμουνα, γιατί βερνίκωνα εικονάκια. Όταν τελείωσα, έψαλα το Άγιος ο Θεός και βγήκα έξω. Μόλις με είδε ο Πατήρ Ανδρέας, ξαφνιάστηκε και μου διηγήθηκε με θαυμασμό το εξής γεγονός:
«Ενώ περίμενα κάτω από την ελιά, είχαν κλείσει τα μάτια μου, αλλά τις αισθήσεις μου τις είχα. Βλέπω, λοιπόν, έναν Γέροντα να βγαίνη από εκείνα τα δενδρολίβανα και να μου λέη:
— Ποιόν περιμένεις;
Και εγώ του απήντησα:
-Τον Πατέρα Παΐσιο.
Ό Γέροντας μου είπε:
- Εδώ είναι, και έδειχνε με το δάκτυλο προς το κελλί.
Έκείνη την στιγμή που έδειχνε, άκουσα να ψέλνης το Άγιος ο Θεός και βγήκες έξω. Αυτός, Πάτερ Παΐσιε, θα είναι κανένας Άγιος, γιατί τους καταλαβαίνω. Έχω ιδεί και άλλες φορές τέτοια!»
Τότε του διηγήθηκα μερικά για τον Γέροντα και του είπα ότι εκεί στα δενδρολίβανα είναι ο τάφος του. Είχα φυτέψει γύρω - γύρω δενδρολίβανα, τα οποία είχαν μεγαλώσει, και δεν διακρινόταν ο τάφος, για να μη πατιέται το Λείψανό του, μια πού μου έδωσε εντολή να μη του κάνω εκταφή.
Νομίζω ότι από τα λίγα αυτά που ανέφερα και από τα λίγα πού έγραψα γύρω από την ζωή του σεβαστού Γέροντος, πολλά θα καταλάβουν όσοι έχουν εσωτερικά βιώματα. Φυσικά, όσοι ζούνε ταπεινά και στην αφάνεια μπορούν να καταλάβουν πόσο αδικούνται οι Άγιοι, με το να βλέπουμε μόνο τις εξωτερικές αρετές των Αγίων - όσες δεν κρύβονται - και αυτές μόνο να γράφουμε, ενώ ο πνευματικός πλούτος των Αγίων μας είναι σχεδόν άγνωστος. Αυτά τα λίγα, συνήθως, πού έχουμε από τους Αγίους ή τους ξέφυγαν, διότι δεν μπόρεσαν να τα κρύψουν, ή τους ανάγκαζε η μεγάλη τους αγάπη να κάνουν αυτή την πνευματική ελεημοσύνη.
Φυσικά, μόνο ο Θεός γνωρίζει τα πνευματικά μέτρα των Αγίων. Ούτε και οι ίδιοι οι Άγιοι τα γνώριζαν, διότι οι Άγιοι μόνο τις αμαρτίες τους μετρούσαν και όχι τα πνευματικά τους μέτρα. Έχοντας λοιπόν ύπ' όψιν μου το άγιο αυτό τυπικό των Αγίων, που δεν αναπαύονται στους ανθρώπινους επαίνους, προσπάθησα να περιοριστώ στα απαραίτητα γεγονότα.
Πιστεύω ότι είναι ευχαριστημένος και ο παπα - Τύχων και δεν θα παραπονεθή, όπως παραπονέθηκε σ' αυτόν ο φίλος του Γερο - Σιλουανού, όταν είχε γράψει για πρώτη φορά τον Βίο του ο Πατήρ Σωφρόνιος. Είχε παρουσιασθή τότε ο Γερο - Σιλουανός στον παπα - Τύχωνα και του είπε:
-Αυτός ο ευλογημένος Πατήρ Σωφρόνιος πολλά εγκώμια μου έγραψε, δεν το ήθελα.
Γι' αυτό φυσικά είναι και Άγιοι. Επειδή απέφευγαν την ανθρώπινη δόξα, τους δόξασε ο Θεός.
Οι ευχές του παπα - Τύχωνα και όλων των γνωστών και αγνώστων Αγίων να μας βοηθάνε στα δύσκολα χρόνια πού περνάμε. Αμήν.
Πέρασαν τρία χρόνια ολόκληρα, χωρίς να μου παρουσιασθή, και αυτό με έβαλε σε λογισμούς: «μήπως έσφαλα σε κάτι;» Μετά από τρία χρόνια μου έκανε την πρώτη του επίσκεψη. Εάν εννοούσε ο Γέροντας ότι το «...κάθε χρόνο» θα άρχιζε μετά από τα τρία χρόνια, αυτό με παρηγορεί, γιατί έτσι δεν ήμουν εγώ αιτία σ' αυτό το θέμα.
Η πρώτη λοιπόν φορά ήταν στις 10 Σεπτεμβρίου 1971, βράδυ, μετά το μεσονύκτιο. Ενώ έλεγα την ευχή, βλέπω ξαφνικά τον Γέροντα να μπαίνη στο κελλί! Πετάχτηκα και του έπιασα τα πόδια και τα φιλούσα με ευλάβεια. Δεν κατάλαβα όμως πώς ξεγαντζώθηκε από τα χέρια μου και, καθώς έφευγε, τον είδα να μπαίνη στο Ναό, και εξαφανίστηκε. Φυσικά, τα χάνει κανείς εκείνη την ώρα, όταν συμβαίνουν τέτοια γεγονότα. Ούτε και μπορεί να τα εξηγήση αυτά με την λογική, γι' αυτό και λέγονται θαύματα. Άναψα αμέσως το κερί, γιατί μόνο το κανδήλι είχα αναμμένο, όταν συνέβη αυτό, για να σημειώσω στο ημερολόγιο την ήμερα αυτή πού μου είχε παρουσιασθή ό Γέροντας, για να το θυμάμαι. "Όταν είδα ότι ήταν η ημέρα πού είχε κοιμηθή ό Γέροντας (10η Σεπτεμβρίου), πολύ λυπήθηκα και ελέγχθηκα, πού μου πέρασε τελείως απαρατήρητη εκείνη η ημέρα. Πιστεύω να με συγχώρησε ο καλός Πατέρας, γιατί εκείνη την ήμερα, από το φώτισμα έως το ηλιοβασίλεμα, είχα επισκέπτες στο Καλύβι και είχα κουραστή και ζαλιστή και ξεχάστηκα τελείως. Αλλιώς, κάτι θα έκανα για να βοηθηθώ ο ίδιος και να δώσω λίγη χαρά στον Γέροντα με ολονύκτια προσευχή.
Δεν ξέρω εάν είχε παρουσιασθή σε άλλον, πριν από την πρώτη αυτή επίσκεψη που μου έκανε. Στο Κελλί μου πάντως είχε παρουσιασθή και σ' έναν άγνωστο Μοναχό (πρώην Καρακαλληνό), στον Πατέρα Ανδρέα, ως εξής:
Είχε έρθει στο Κελλί μου, για να τον εξυπηρετήσω σε κάτι που ήθελε. Φυσικά, ούτε με γνώριζε ούτε και εγώ τον γνώριζα. Περίμενε λοιπόν έξω από το Κελλί μου, κάτω από την ελιά, γιατί νόμιζε ότι απουσιάζω. Εγώ ήμουν μέσα στο εργαστήρι και δεν ακουγόμουνα, γιατί βερνίκωνα εικονάκια. Όταν τελείωσα, έψαλα το Άγιος ο Θεός και βγήκα έξω. Μόλις με είδε ο Πατήρ Ανδρέας, ξαφνιάστηκε και μου διηγήθηκε με θαυμασμό το εξής γεγονός:
«Ενώ περίμενα κάτω από την ελιά, είχαν κλείσει τα μάτια μου, αλλά τις αισθήσεις μου τις είχα. Βλέπω, λοιπόν, έναν Γέροντα να βγαίνη από εκείνα τα δενδρολίβανα και να μου λέη:
— Ποιόν περιμένεις;
Και εγώ του απήντησα:
-Τον Πατέρα Παΐσιο.
Ό Γέροντας μου είπε:
- Εδώ είναι, και έδειχνε με το δάκτυλο προς το κελλί.
Έκείνη την στιγμή που έδειχνε, άκουσα να ψέλνης το Άγιος ο Θεός και βγήκες έξω. Αυτός, Πάτερ Παΐσιε, θα είναι κανένας Άγιος, γιατί τους καταλαβαίνω. Έχω ιδεί και άλλες φορές τέτοια!»
Τότε του διηγήθηκα μερικά για τον Γέροντα και του είπα ότι εκεί στα δενδρολίβανα είναι ο τάφος του. Είχα φυτέψει γύρω - γύρω δενδρολίβανα, τα οποία είχαν μεγαλώσει, και δεν διακρινόταν ο τάφος, για να μη πατιέται το Λείψανό του, μια πού μου έδωσε εντολή να μη του κάνω εκταφή.
Νομίζω ότι από τα λίγα αυτά που ανέφερα και από τα λίγα πού έγραψα γύρω από την ζωή του σεβαστού Γέροντος, πολλά θα καταλάβουν όσοι έχουν εσωτερικά βιώματα. Φυσικά, όσοι ζούνε ταπεινά και στην αφάνεια μπορούν να καταλάβουν πόσο αδικούνται οι Άγιοι, με το να βλέπουμε μόνο τις εξωτερικές αρετές των Αγίων - όσες δεν κρύβονται - και αυτές μόνο να γράφουμε, ενώ ο πνευματικός πλούτος των Αγίων μας είναι σχεδόν άγνωστος. Αυτά τα λίγα, συνήθως, πού έχουμε από τους Αγίους ή τους ξέφυγαν, διότι δεν μπόρεσαν να τα κρύψουν, ή τους ανάγκαζε η μεγάλη τους αγάπη να κάνουν αυτή την πνευματική ελεημοσύνη.
Φυσικά, μόνο ο Θεός γνωρίζει τα πνευματικά μέτρα των Αγίων. Ούτε και οι ίδιοι οι Άγιοι τα γνώριζαν, διότι οι Άγιοι μόνο τις αμαρτίες τους μετρούσαν και όχι τα πνευματικά τους μέτρα. Έχοντας λοιπόν ύπ' όψιν μου το άγιο αυτό τυπικό των Αγίων, που δεν αναπαύονται στους ανθρώπινους επαίνους, προσπάθησα να περιοριστώ στα απαραίτητα γεγονότα.
Πιστεύω ότι είναι ευχαριστημένος και ο παπα - Τύχων και δεν θα παραπονεθή, όπως παραπονέθηκε σ' αυτόν ο φίλος του Γερο - Σιλουανού, όταν είχε γράψει για πρώτη φορά τον Βίο του ο Πατήρ Σωφρόνιος. Είχε παρουσιασθή τότε ο Γερο - Σιλουανός στον παπα - Τύχωνα και του είπε:
-Αυτός ο ευλογημένος Πατήρ Σωφρόνιος πολλά εγκώμια μου έγραψε, δεν το ήθελα.
Γι' αυτό φυσικά είναι και Άγιοι. Επειδή απέφευγαν την ανθρώπινη δόξα, τους δόξασε ο Θεός.
Οι ευχές του παπα - Τύχωνα και όλων των γνωστών και αγνώστων Αγίων να μας βοηθάνε στα δύσκολα χρόνια πού περνάμε. Αμήν.
πηγή: Από το βιβλίο «ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ» του Γέροντος Παισίου Αγιορείτου
Αυτό ήταν και το τελευταίο κομμάτι, Δόξα τω Θεώ!
Άλλος ένας παπόδουλος οικουμενιστής, γράφει :
Πατριάρχης Βαρθολομαίος: Είκοσι χρόνια Πατριαρχείας-Είκοσι χρόνια Διακονίας και Προσφοράς
October 22, 2011
Του Αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού Θρόνου
Μακαρίου Γρινιεζάκη.
Αινέσωμεν άνδρας ενδόξους… την σοφίαν αυτών διηγήσονται λαοί
Πολλές φορές υποστηρίζομε ότι πρέπει να δημιουργούμε πρότυπα, ιδιαίτερα στην σύγχρονη εποχή που τα γνήσια πρότυπα έχουν ξεθωριάσει. Δεν είναι κατακριτέο αυτό. Είναι όμως ακόμα καλύτερα όταν τα πρότυπα δεν τα δημιουργούμε, αλλά τα αναγνωρίζουμε, τα αντιλαμβανόμαστε, τα παραδεχόμαστε, τα μαρτυρούμε, τα αναζητούμε και τελικά τα ανακαλύπτουμε και τα απολαμβάνουμε στη φυσική τους κατάσταση. Με τον τρόπο αυτό κάνουμε αυτό που υπαγορεύει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Θαυμάζουμε τα γεγενημένα, ζηλούμε την αρετήν, εξενέγκωμεν και ημείς εις ετέρους τας ανδραγαθίας των εκείνων»[2].
Με αυτές τις σκέψεις και έχοντας επίγνωση της προσωπικής ελαχιστότητάς μου προσπαθώ να σκιαγραφήσω μέσα στις γραμμές που ακολουθούν ένα φυσικό και υπαρκτό πρότυπο, χαρισματούχο άνθρωπο, ικανό χειριστή των υποθέσεων της Εκκλησίας, άνθρωπο του πνεύματος, ένθεο υποστηρικτή των ορθοδόξων δογμάτων, χορηγό αγάπης, υπεύθυνο στην διακονία της Εκκλησίας, γνώστη του πόνου των λαών, πνευματικό αγωνιστή και ιερουργό των θείων μυστηρίων, τον πρώτο της Ιερωσύνης των Ορθοδόξων, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο τον Α΄. Με την πεποίθηση πάντοτε ότι «Κύριος εμοί βοηθός έσται»[3].
το κείμενο έχει και συνέχεια
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης :
Oι Άγιοι αναθεματίζουν τον Πάπα και εμείς τον Πάπα τον ευλογούμε!
«Έχουμε στην εποχή μας τις αιρέσεις του Παπισμού και του Προτεσταντισμού και για τις οποίες οι εκκλησιαστικοί μας ηγέτες σιωπούν. Πολύ μεγάλη αίρεση ο Παπισμός, 21 καινοτομίας έχει: filioque, αλάθητο, πρωτείο του Πάπα, άζυμα, καθαρτήριο πυρ, του κόσμου τις αιρέσεις και πολύ χειρότερη αίρεση ο Προτεσταντισμός. Και εμείς τι κάνουμε απέναντι αυτών των αιρέσεων;
Εμείς τον Πάπα τον ευλογούμε...
Τον δεχόμαστε στην Αθήνα, στο Βουκουρέστι, στην Τιφλίδα, στην Κύπρο, τώρα και στη Μόσχα ετοιμάζεται να πάει, στην Κωνσταντινούπολη – «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», «άγιος αδελφός» ο αιρετικός Πάπας, τον οποίο ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός λέει «Τον Πάπα να καταράσθε». Οι Άγιοι καταρώνται, αναθεματίζουν τον Πάπα και οι δικοί μας ηγέτες σήμερα; Που είναι το αποστολικό και πατερικό τους φρόνημα, που λέει «επιτιμάν αποτόμως τους αιρετικούς».
Τότε και τώρα....
Όταν δε ελειτούργει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έβλεπε το Άγιον Πνεύμα, όπερ κατέβαινεν εις τα τίμια δώρα με σημείον, όπερ έβλεπε μόνον η καθαρά και αμόλυντος ψυχή του. Λειτουργούντος ποτέ του Αγίου μετά τινος Διακόνου, ούτος ατενίσας προς τον γυναικωνίτην είδε γυναίκα ωραίαν και εσκανδαλίσθη. Εννοήσας τούτο ο Άγιος βλέπει ότι δε κατήλθε το Άγιον Πνεύμα, κατά την συνήθειαν. Τότε τον μεν Διάκονον διέκοψεν από την λειτουργίαν εκείνην και τότε είδε το Άγιον Πνεύμα. Μετά δε ταύτα, δια να μη συμβή και άλλοτε, προσέταξε να κατασκευάσωσιν εις τον γυναικωνίτην δικτυωτά (καφάσια), ώστε αι γυναίκες να βλέπωσι προς το άγιον Βήμα, οι δε Κληρικοί να μη βλέπωσι προς τας γυναίκας (Συναξ. Τόμος: ΙΑ, 425).
Από τον λόγο περί Προνοίας του επισκόπου Εμέσης Νεμεσίου
Πώς λοιπόν, λέγει, οι όσιοι άνδρες περιπίπτουν σε πικρούς θανάτους και αδικαιολόγητες σφαγές; Και αν μεν αδίκως, γιατί δεν εμποδίζει τον φόνο η θεία Πρόνοια; Αν δε δικαίως, τότε είναι ανεύθυνοι οπωσδήποτε αυτοί που φονεύουν. Σ' αυτά εμείς έχουμε να πούμε, ότι ο φονιάς φονεύει αδίκως, ενώ ο φονευόμενος φονεύεται ή δικαίως ή προς το συμφέρον του· δικαίως μεν για πράξεις αμαρτωλές που είναι σ' εμάς άγνωστες, προς το συμφέρον του δε, όταν η θεία Πρόνοια προλαβαίνη τις κακές πράξεις τις οποίες πρόκειται να κάνη και κρίνει ότι τον συμφέρει να σταματήση η ζωή του ως εδώ. Ο δε φονιάς φονεύει αδίκως, διότι το κάνει με την θέλησί του για κέρδος και ληστεία. Διότι από εμάς εξαρτάται η πράξις, όμως το πάθημα δεν το ορίζουμε εμείς, το αν δηλαδή θα υποστούμε φόνο. Και κανένα είδος θανάτου δεν είναι κακό, παρά μόνον αυτό που οφείλεται στην αμαρτία, όπως γίνεται φανερό από τον θάνατο των οσίων ανδρών. Διότι, λέγει, είναι τιμημένος ο θάνατος των οσίων Αυτού. Ο αμαρτωλός όμως, είτε πεθάνη στο κρεββάτι, είτε ξαφνικά και χωρίς ταλαιπωρία, κακό θάνατο βρίσκει, αφού παίρνει μαζί του στον τάφο σαν κακό σύντροφο την αμαρτία. Διότι, λέγει, ο θάνατος των αμαρτωλών είναι κακός. Αυτός λοιπόν που διαπράττει τον φόνο, κάνει κακό· διότι στην μεν περίπτωσι των δικαίως φονευομένων κατατάσσεται στην κατηγορία των δημίων, στην δε περίπτωσι των φονευομένων προς το συμφέρον της ψυχής τους κατατάσσεται στην κατηγορία των μιαρών και ανοσίων δολοφόνων.
Ο παπα - Τύχων
-Μυρίζει καλά, Γέροντα; Εκείνος μου απαντούσε:
- Ό Παράδεισος, παιδί μου, μυρίζει πολύ καλύτερα.
Μια μέρα από εκείνες τις τελευταίες του, είχα βγει έξω, για να του φέρω λίγο νερό. Όταν άνοιξα μετά και μπήκα στο κελλί του, με κοιτούσε παράξενα και μου λέγει:
- Εσύ, ο Άγιος Σέργιος είσαι;
- Όχι, Γέροντα, είμαι ο Παΐσιος.
-Τώρα, παιδί μου, ήταν εδώ ή Παναγία, ο Άγιος Σέργιος και ο Άγιος Σεραφείμ. Που πήγαν; Κατάλαβα ότι κάτι γίνεται και τον ρώτησα:
- Τι σου είπε ή Παναγία;
-Θα πέραση η Πανήγυρη και μετά θα με πάρη.
Ήταν απόγευμα, παραμονή του Γενεθλίου της Θεοτόκου, 7 Σεπτεμβρίου του 1968 και μετά από τρεις ήμερες, στις 10 Σεπτεμβρίου, αναπαύθηκε εν Κυρίω.
Την προτελευταία ήμερα μου είχε πει ο Γέροντας:
- Αύριο θα πεθάνω και θέλω να μη κοιμηθής, για να σε ευλογήσω.
Εγώ τον λυπόμουνα εκείνο το βράδυ, πού κουραζόταν, γιατί συνέχεια τρεις ώρες είχε τα χέρια του επάνω στο κεφάλι μου, με ευλογούσε και με ασπαζόταν για τελευταία φορά. Για να εκφράση και την ευγνωμοσύνη του για το λίγο νερό πού του είχα δώσει στα τελευταία του, μου έλεγε:
- Γλυκό μου Παΐσιο, εμείς, παιδί μου, θα έχουμε αγάπη εις αιώνας αιώνων, η αγάπη είναι ακριβή η δική μας. Εσύ θα κάνης ευχή από εδώ, και εγώ θα κάνω από τον Ουρανό. Πιστεύω ότι θα με ελεήση ο Θεός, γιατί εξήντα χρόνια, παιδί μου, Καλόγηρος, συνέχεια έλεγα Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.
Έλεγε επίσης:
- Εγώ θα λειτουργώ πια στον Παράδεισο. Εσύ να κάνης ευχή από εδώ, και εγώ θα έρχωμαι κάθε χρόνο να σε βλέπω. Εάν εσύ θα καθήσης στό Κελλί αυτό, εγώ θα έχω χαρά, αλλά όπως ο Θεός θέλει, παιδί μου. Σου έχω και κουμπάνια, για τρία χρόνια κονσέρβες, και μου έδειχνε, δίπλα, έξι μικρά κουτιά σαρδέλες και αλλά τέσσερα κουτιά καλαμάρια, πού τα είχε φέρει κάποιος από καιρό, και έμειναν στην ίδια θέση, όπου τα είχε αφήσει ο επισκέπτης τότε. (Για μένα αυτές οι κονσέρβες δεν έφθαναν ούτε για μια εβδομάδα).
Ξανά επανελάμβανε ο Γέροντας:
- Εμείς, παιδί μου, θα έχουμε ακριβή αγάπη εις αιώνας αιώνων, και θα έρχωμαι κάθε χρόνο να σε βλέπω, και τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα συνέχεια.
Είναι αλήθεια ότι εκείνες οι δέκα τελευταίες ήμερες πού παρέμεινα κοντά του, ήταν η μεγαλύτερη ευλογία του Θεού για μένα, γιατί βοηθήθηκα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, Αφού μου δόθηκε η ευκαιρία να τον ζήσω λίγο από κοντά και να τον γνωρίσω καλύτερα. Αυτό πού μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το πόσο στα ζεστά είχε πάρει το θέμα της σωτηρίας της ψυχής! Δίπλα από το κρεβάτι του είχε έτοιμες επιστολές, για να τις ταχυδρομήσω, μόλις πεθάνη, σε γνωστούς του Επισκόπους, για να τον μνημονεύουν. Επίσης μου έδωσε εντολή να φέρω Επίσκοπο να τον διάβαση στον τάφο και να τον αφήσω εκεί - να μη του κάνω την εκταφή - μέχρι την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.
Είχα ειδοποιήσει εν τω μεταξύ στο Μοναστήρι ότι είναι πια στα τελευταία του ο παπα - Τύχων, και ήρθε ο Πατήρ Βασίλειος, για να τον ετοιμάσουμε. Έβλεπες πια σιγά - σιγά να σβήνη ο Γέροντας, σαν το κανδήλι, πού τελειώνει το λάδι από την κούπα και μένει λίγο στο φυτίλι, και κάνει τις τελευταίες του αναλαμπές.
Έτσι μας έφυγε η αγιασμένη του ψυχή και μας άφησε το σώμα του και ένα μεγάλο κενό. Τον ετοιμάσαμε οι δυο μας και ειδοποιήσαμε το πρωΐ και τους άλλους Πατέρες, και του διάβασαν την νεκρώσιμη ακολουθία οι γνωστοί του Ιερείς με ευλάβεια. Μας άφησε πόνο, φυσικά, στις ψυχές μας με τον αποχωρισμό του, γιατί η παρουσία του έπαιρνε πόνο και σκορπούσε παρηγοριά. Τώρα πια ο Γέροντας θα μας επισκέπτεται εκείνος από τον Ουρανό και θα μας βοηθάη περισσότερο.
αύριο το τέλος, πρώτα ο Θεός.
THE SPIRITUAL LAST WILL AND TESTAMENT OF SAINT LUKE
It is with a great deal of joy that we publish “The Spiritual Will “ of Saint Luke, which up until recently was unknown and unpublished. It had been kept by the niece of St. Luke, Maria Dimitrievna, who lives in Symferoupolis and she had the special blessing to have lived with the Saint for the last fifteen years of his life.
Γεροντικό του Σινά
Ο αββάς Κασσιανός έλεγε, ότι κοντά στον μεγάλο άγιο Ισίδωρο, τον πρεσβύτερο της Σκήτης, ήταν κάποιος διάκονος Παφνούτιος, που για την αρετή του τη μεγάλη ο Γέροντάς του θέλησε να τον κάνη ιερέα, για να μπορεί μετά το θάνατό του να τον έχει και διάδοχό του. Εκείνος, όμως, από ευλάβεια δεν πλησίασε τη χειροτονία κ’ έμεινε διάκονος. Αυτόν, λοιπόν, το διάκονο, τον τόσο ενάρετο, εφθόνησε κάποιος από τους Γέροντες, που έγινε όργανο του δαίμονος ˙ και, όταν όλοι βρισκόταν για την ακολουθία στην εκκλησία, , βγαίνει ο φθονερός και βάζει ένα δικό του βιβλίο στο κελλί του αββά Παφνουτίου. Μετά, πάει στον αββά Ισίδωρο και του λέει:
- Κάποιος από τους αδελφούς μου έκλεψε το τάδε βιβλίο και δεν το βρίσκω.
Απόρησε ο αββάς Ισίδωρος:
- Τι λες, αδελφέ. Ποτέ δεν έγινε τέτοιο πράγμα στη Σκήτη!
Κι ο μοναχός που είχε βάλει κρυφά το βιβλίο λέει στον Γέροντα:
- Στείλε μαζί μου άλλους δυο πατέρες, να κάνουμε μια έρευνα στα κελλιά.
Έφυγαν , λοιπόν, οι τρεις πατέρες για την έρευνα. Ο φθονερός μοναχός τους οδήγησε πρώτα στα κελλιά των άλλων μοναχών, και στο τέλος τους πήγε και στο κελλί του αββά Παφνουτίου. Εκεί βρίσκουν το βιβλίο και το πηγαίνει επιδεικτικά στον ηγούμενο, που βρισκόταν ακόμη στην εκκλησία. Τότε βάζει μετάνοια ο αββάς Παφνούτιος, μπροστά σε όλο το εκκλησίασμα , στον αββά Ισίδωρο τον πρεσβύτερο λέγοντας:
- Αμάρτησα, Γέροντα! Βάλε μου επιτίμιο.
Κι ο Γέροντας του έβαλε επιτίμιο να μην κοινωνήσει επί τρεις εβδομάδες. Αλλά κάθε φορά που είχαν σύναξη μπρος στην εκκλησία οι πατέρες, έβαζε μπρος σε όλους μετάνοια, λέγοντας:
- Συγχωρήστε με για το αμάρτημα που έκαμα.
Ύστερ’ από τις τρεις εβδομάδες του επιτιμίου, τον δέχτηκαν στην κοινωνία. Αλλά, ευθύς , αμέσως, ο μοναχός που τον είχε συκοφαντήσει δαιμονίστηκε κι άρχισε να εξομολογείται δημόσια:
- Εγώ εσυκοφάντησα το δούλο του Θεού!
Τότε προσευχήθηκαν στην εκκλησία γι’ αυτόν όλοι οι πατέρες, μα εκείνος δεν θεραπεύονταν. Τότε ο μέγας Ισίδωρος λέει, μπροστά σε όλους, στον αββά Παφνούτιο:
- Προσευχήσου εσύ, σε παρακαλώ, αββά Παφνούτιε, γιατί εσένα συκοφάντησε. Κι αν θεραπευτεί, τούτο θα γίνει μόνο με τη δική σου προσευχή.
Και μόλις ο αββάς Παφνούτιος προσευχήθηκε, αμέσως έγινε καλά ο δαιμονισμένος γέροντας.
- Κάποιος από τους αδελφούς μου έκλεψε το τάδε βιβλίο και δεν το βρίσκω.
Απόρησε ο αββάς Ισίδωρος:
- Τι λες, αδελφέ. Ποτέ δεν έγινε τέτοιο πράγμα στη Σκήτη!
Κι ο μοναχός που είχε βάλει κρυφά το βιβλίο λέει στον Γέροντα:
- Στείλε μαζί μου άλλους δυο πατέρες, να κάνουμε μια έρευνα στα κελλιά.
Έφυγαν , λοιπόν, οι τρεις πατέρες για την έρευνα. Ο φθονερός μοναχός τους οδήγησε πρώτα στα κελλιά των άλλων μοναχών, και στο τέλος τους πήγε και στο κελλί του αββά Παφνουτίου. Εκεί βρίσκουν το βιβλίο και το πηγαίνει επιδεικτικά στον ηγούμενο, που βρισκόταν ακόμη στην εκκλησία. Τότε βάζει μετάνοια ο αββάς Παφνούτιος, μπροστά σε όλο το εκκλησίασμα , στον αββά Ισίδωρο τον πρεσβύτερο λέγοντας:
- Αμάρτησα, Γέροντα! Βάλε μου επιτίμιο.
Κι ο Γέροντας του έβαλε επιτίμιο να μην κοινωνήσει επί τρεις εβδομάδες. Αλλά κάθε φορά που είχαν σύναξη μπρος στην εκκλησία οι πατέρες, έβαζε μπρος σε όλους μετάνοια, λέγοντας:
- Συγχωρήστε με για το αμάρτημα που έκαμα.
Ύστερ’ από τις τρεις εβδομάδες του επιτιμίου, τον δέχτηκαν στην κοινωνία. Αλλά, ευθύς , αμέσως, ο μοναχός που τον είχε συκοφαντήσει δαιμονίστηκε κι άρχισε να εξομολογείται δημόσια:
- Εγώ εσυκοφάντησα το δούλο του Θεού!
Τότε προσευχήθηκαν στην εκκλησία γι’ αυτόν όλοι οι πατέρες, μα εκείνος δεν θεραπεύονταν. Τότε ο μέγας Ισίδωρος λέει, μπροστά σε όλους, στον αββά Παφνούτιο:
- Προσευχήσου εσύ, σε παρακαλώ, αββά Παφνούτιε, γιατί εσένα συκοφάντησε. Κι αν θεραπευτεί, τούτο θα γίνει μόνο με τη δική σου προσευχή.
Και μόλις ο αββάς Παφνούτιος προσευχήθηκε, αμέσως έγινε καλά ο δαιμονισμένος γέροντας.
Μακαριστός π. Αθανάσιος Μυτιληναίος
Η Α π ο κ ά λ υ ψ ι ς
Του Αποστόλου και Ευαγγελιστού
Ιωάννου του Θεολόγου
Ομιλία 2α
(Αποκ. 1, 1)(Ανάλυσις των : «Αποκάλυψις», «δει», «εν τάχει». -Προοίμιον) Του Αποστόλου και Ευαγγελιστού
Ιωάννου του Θεολόγου
Ομιλία 2α
»ος εμαρτύρησε τον λόγον του Θεού και την μαρτυρίαν Ιησού Χριστού, όσα είδε.
»Μακάριος ο αναγινώσκων και οι ακούοντες τους λόγους της προφητείας και τηρούντες τα εν αυτή γεγραμμένα. ο γαρ καιρός εγγύς» 1.
Θαυμασία, αγαπητοί μου εισαγωγική επιγραφή του όλου αυτού βιβλίου, ως συμπύκνωσις πολλών απαραιτήτων στοιχείων.
Και πρώτα-πρώτα: Η εισαγωγική αυτή επιγραφή του βιβλίου της Αποκαλύψεως διακρίνεται δια τον επίσημον τόνο της, τον επίσημο χαρακτήρα της, και υπενθυμίζει την επιγραφή προφητικών βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης. έχει μια μεγαλοπρέπεια. Παραβάλατε την επιγραφικήν εισαγωγήν του βιβλίου του Ησαΐου, που λέγει:
Και πρώτα-πρώτα: Η εισαγωγική αυτή επιγραφή του βιβλίου της Αποκαλύψεως διακρίνεται δια τον επίσημον τόνο της, τον επίσημο χαρακτήρα της, και υπενθυμίζει την επιγραφή προφητικών βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης. έχει μια μεγαλοπρέπεια. Παραβάλατε την επιγραφικήν εισαγωγήν του βιβλίου του Ησαΐου, που λέγει:
Η συνέχεια, κλικ πιο κάτω στο : Read more
Τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (Περὶ ἀνδριάντων):
ΑΣ ΜΗ ΠΕΣΟΥΜΕ ΧΑΜΗΛΟΤΕΡΑ.
«Ὁ Χριστιανὸς πρέπει να διαφέρη ἀπὸ τοὺς ἀπίστους καὶ σὲ τοῦτο, ὅτι ὑπο-
φέρει μὲ γενναιότητα τὰ πάντα καὶ ἐνισχύεται ἀπὸ τὴν ἐλπίδα τῶν μελ-
λόντων ἀγαθῶν, ποὺ τὴν θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴν προσβολή τῶν
ἀνθρωπίνων κακῶν. Ὁ πιστὸς ἔχει σταθῆ πάνω στὴν πέτρα, γι᾽αὐτὸ καὶ μέ-
νει ἀπρόσβλητος ἀπὸ τὰ κύματα. Καὶ ἄν ἀκόμη σηκωθοῦν τὰ κύματα τῶν
πειρασμῶν, δὲν φθάνουν στὰ δικά του πόδια. Αὐτὸς στέκει πιὸ πάνω ἀπὸ
κάθε τέτοια ἐπιβολή. Ἄς μὴ καταπέσουμε λοιπόν, χαμηλότερα». Ἄς μεί-
νουμε σταθεροὶ πάνω πάνω στὴν πέτρα τῆς Πίστεως.
ΠΩΣ ΝΑ ΑΡΧΙΣΗΣ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ.
Αντιγράφω από τον «Λόγον ΝΣΤ´» του Αγίου Ισαάκ του Σύρου:
«Οταν θέλης να αρχίσης τον καλόν αγώνα, κατά Θεόν, πρώτον να κάνης την διαθήκη σου, όπως εκείνος,
που ετοιμάστηκε για τον θάνατον, και άφησε την ελπίδα της παρούσης ζωής, ωσάν να έφθασε η ορισμένη ώρα της προθεσμίας σου και ως να μη έχεις πια να ζήσης άλλον χρόνον σ᾽ αυτήν την ζωήν. Και να το θυμάσαι αυτό καλά, για να μη εμποδισθής με την ελπίδα της παρούσης ζωής, από
του να αγωνισθής και να νικήσης. Διότι η ελπίδα γι᾽ αυτήν την ζωήν αποχαυνώνει την διάνοια. Γι᾽ αυτό μη τα πολυσκέφτεσαι αυτά τα πράγματα (τα γήϊνα), αλλά με την πίστη δυνάμωσε την διάνοιά σου, και να θυμάσαι τις μακρές ημέρες της μελλούσης ζωής και τους απερίγραπτους αιώνες, αυτούς, που αρχίζουν μετά τον θάνατον και την κρίσιν, και δεν θα χαυνωθής και δεν θα αμελήσης ποτέ, κατά τον σοφόν, που λέγει ότι “χίλια χρόνια του κόσμου τούτου δεν αντιστοιχούν ούτε σε μιαν ημέρα του ατέλειωτου αιώνος των δικαίων” (Ψαλμ. ΠΘ´ 4).
Ο παπα-Τύχων
Πριν αρχίση τις συμβουλές του ο Γέροντας, είχε τυπικό να κάνη πρώτα προσευχή, να επικαλεσθή το Άγιο Πνεύμα, για να τον φωτίση, και αυτό συνιστούσε και στους άλλους. Έλεγε: «Ο Θεός άφησε το Άγιο Πνεύμα, για να μας φωτίζη. Αυτό είναι νοικοκύρης. Γι' αυτό και η Εκκλησία μας, αρχίζει με το Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας». Ενώ έλεγε αυτά για το Άγιο Πνεύμα, αλλοιωνόταν το πρόσωπο του, και πολλοί ευλαβείς άνθρωποι την έβλεπαν αυτή την αλλοίωση.
Μερικοί τον τραβούσαν και καμιά φωτογραφία κρυφά. Άλλοι του ζητούσαν ευλογία για να τον φωτογραφίσουν, και αυτός το δεχόταν απλά. Σηκωνόταν αμέσως, πήγαινε στο Ναό και φορούσε το Αγγελικό του Σχήμα. Έπαιρνε και τον Σταυρό στο ένα χέρι και με το άλλο ξέπλεκε την μεγάλη του γενειάδα, την οποία έδενε κότσο, και φαινόταν πράγματι σαν τον Πατριάρχη Αβραάμ, ιδίως στα υστερνά του, που είχε γίνει ολόλευκος πια εσωτερικά και εξωτερικά. Αφού λοιπόν ετοιμαζόταν, στεκόταν κάτω από την ελιά, για να τον φωτογραφίσουν, και έπαιρνε μια στάση μικρού παιδιού. Είχε ωριμάσει πια πνευματικά και είχε γίνει σαν μικρό παιδί, όπως μας συνιστά ο Χριστός να γίνουμε σαν τα άκακα παιδιά.
Οι Πατέρες πού τον συμβουλεύονταν, στα γεράματα του τον επισκέπτονταν πιο τακτικά, για να του προσφέρουν καμιά βοήθεια, και τον ρωτούσαν:
- Γέροντα, μήπως θέλεις να σου κόψουμε ξύλα; Εκείνος απαντούσε:
- Κάνετε υπομονή, εάν δεν πεθάνω το καλοκαίρι, να μου κόψετε ξύλα για τον χειμώνα.
Το 1968 είχε προαισθανθή πια τον θάνατό του, γιατί συνέχεια ανέφερε για τον θάνατο. Τον είχαν εγκαταλείψει και οι λίγες σωματικές του δυνάμεις. Μετά της Παναγίας(τον Δεκαπενταύγουστο) είχε πέσει στο κρεβάτι και έπινε μόνο νερό, γιατί καιγόταν εσωτερικά. Παρόλο πού βρισκόταν σ΄ αυτή την κατάσταση, πάλι δεν ήθελε να μένη άνθρωπος κοντά του, για να μη τον περισπά στην αδιάλειπτη προσευχή του.
Όταν είχε πλησιάσει η τελευταία εβδομάδα της ζωής του επί της γης, τότε μου είπε να καθήσω κοντά του, γιατί θα αποχωριζόμασταν πια, αφού θα έφευγε εκείνος για την αληθινή ζωή. Ακόμη και αυτές τις δέκα ήμερες δεν με άφηνε να μένω συνέχεια κοντά του, αλλά μου έλεγε να πηγαίνω στο διπλανό κελλάκι, για να προσεύχωμαι κι εγώ μετά από την μικρή βοήθεια πού του πρόσφερα. Φυσικά, δεν είχα τα απαιτούμενα για να τον ανακουφίσω όσο έπρεπε, αλλά, επειδή δεν είχε ανακουφισθή ποτέ το ταλαιπωρημένο του σώμα, και η ελάχιστη βοήθεια του φαινόταν πολύ μεγάλη.
Μια μέρα, είχα οικονομήσει δύο λεμόνια και του έκανα μια λεμονάδα. Μόλις ήπιε λίγο δροσίστηκε και με κοιτούσε παράξενα.
-Πά-πά-πά, παιδί μου! αυτό το νερό είναι πολύ καλό! Που το βρήκες; Ό Χριστός να σου δώση σαράντα χρυσά στεφάνια.
Φαίνεται δεν είχε πιή ποτέ λεμονάδα ή είχε πιή, όταν ήταν πολύ μικρός, και είχε ξεχάσει την γεύση της.
Η συνέχεια αύριο πρώτα ο Θεός.
Μερικοί τον τραβούσαν και καμιά φωτογραφία κρυφά. Άλλοι του ζητούσαν ευλογία για να τον φωτογραφίσουν, και αυτός το δεχόταν απλά. Σηκωνόταν αμέσως, πήγαινε στο Ναό και φορούσε το Αγγελικό του Σχήμα. Έπαιρνε και τον Σταυρό στο ένα χέρι και με το άλλο ξέπλεκε την μεγάλη του γενειάδα, την οποία έδενε κότσο, και φαινόταν πράγματι σαν τον Πατριάρχη Αβραάμ, ιδίως στα υστερνά του, που είχε γίνει ολόλευκος πια εσωτερικά και εξωτερικά. Αφού λοιπόν ετοιμαζόταν, στεκόταν κάτω από την ελιά, για να τον φωτογραφίσουν, και έπαιρνε μια στάση μικρού παιδιού. Είχε ωριμάσει πια πνευματικά και είχε γίνει σαν μικρό παιδί, όπως μας συνιστά ο Χριστός να γίνουμε σαν τα άκακα παιδιά.
Οι Πατέρες πού τον συμβουλεύονταν, στα γεράματα του τον επισκέπτονταν πιο τακτικά, για να του προσφέρουν καμιά βοήθεια, και τον ρωτούσαν:
- Γέροντα, μήπως θέλεις να σου κόψουμε ξύλα; Εκείνος απαντούσε:
- Κάνετε υπομονή, εάν δεν πεθάνω το καλοκαίρι, να μου κόψετε ξύλα για τον χειμώνα.
Το 1968 είχε προαισθανθή πια τον θάνατό του, γιατί συνέχεια ανέφερε για τον θάνατο. Τον είχαν εγκαταλείψει και οι λίγες σωματικές του δυνάμεις. Μετά της Παναγίας(τον Δεκαπενταύγουστο) είχε πέσει στο κρεβάτι και έπινε μόνο νερό, γιατί καιγόταν εσωτερικά. Παρόλο πού βρισκόταν σ΄ αυτή την κατάσταση, πάλι δεν ήθελε να μένη άνθρωπος κοντά του, για να μη τον περισπά στην αδιάλειπτη προσευχή του.
Όταν είχε πλησιάσει η τελευταία εβδομάδα της ζωής του επί της γης, τότε μου είπε να καθήσω κοντά του, γιατί θα αποχωριζόμασταν πια, αφού θα έφευγε εκείνος για την αληθινή ζωή. Ακόμη και αυτές τις δέκα ήμερες δεν με άφηνε να μένω συνέχεια κοντά του, αλλά μου έλεγε να πηγαίνω στο διπλανό κελλάκι, για να προσεύχωμαι κι εγώ μετά από την μικρή βοήθεια πού του πρόσφερα. Φυσικά, δεν είχα τα απαιτούμενα για να τον ανακουφίσω όσο έπρεπε, αλλά, επειδή δεν είχε ανακουφισθή ποτέ το ταλαιπωρημένο του σώμα, και η ελάχιστη βοήθεια του φαινόταν πολύ μεγάλη.
Μια μέρα, είχα οικονομήσει δύο λεμόνια και του έκανα μια λεμονάδα. Μόλις ήπιε λίγο δροσίστηκε και με κοιτούσε παράξενα.
-Πά-πά-πά, παιδί μου! αυτό το νερό είναι πολύ καλό! Που το βρήκες; Ό Χριστός να σου δώση σαράντα χρυσά στεφάνια.
Φαίνεται δεν είχε πιή ποτέ λεμονάδα ή είχε πιή, όταν ήταν πολύ μικρός, και είχε ξεχάσει την γεύση της.
Η συνέχεια αύριο πρώτα ο Θεός.
ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (Φιλοκαλία Ε/τ.) γράφει γιὰ τὴν «νοερὰ προσευχή»
(αὐτὴ ποὺ γίνεται σιωπηλὰ μέσα μας) τὰ ἑξῆς:
«Αὐτὴ λοιπὸν ἡ θεία προσευχή, ἡ ἐπίκλησις δηλαδὴ τοῦ Σωτῆρος, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ,Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με» καὶ προσευχὴ εἶναι καὶ εὐχὴ καὶ ὁμολογία πίστεως καὶ γεμάτη ἀπὸ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ χορηγὸς θείων δωρεῶν καὶ κάθαρσις τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ἀπομάκρυνσις τῶν δαιμόνων καὶ ἐνοίκησις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέσα στὴν καρδιά μας... καὶ ἀπολύτρωσίς μας ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες...».
«ΧΡΙΣΤῼ ΣΥΝΕΣΤΑΥΡΩΜΑΙ»
Γιά νά ἀκολουθήσει κάποιος τόν Χριστό πρέπει νά ἀρνηθεῖ τόν ἁμαρτωλό ἑαυτό του. Αὐτό δέν εἶναι εὔκολο οὔτε γίνεται ἀπό τή μιά μέρα στήν ἄλλη. Θέλει καί χρόνο καί κόπο. Καί πάλι ὁ ἀγώνας μένει ἀνοιχτός, γιατί διαρκῶς οἱ πειρασμοί ἐνοχλοῦν τόν ἀγωνιστή καί στοχεύουν στήν ἐπιστροφή του στό παλιό τρόπο ζωῆς, δηλαδή στή φιλήδονη ἱκανοποίηση τῶν παθῶν του. Ὁ ἀγώνας γίνεται εὐκολότερος, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀγαπάει τόν Χριστό καί στοχάζεται τήν θυσία Του πάνω στό Σταυρό.
Αὐτό τό εἶχε κατορθώσει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γι᾽ αὐτό κι ἔλεγε: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός· ὅ δέ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καί παραδόντος ἑαυτόν ὑπέρ ἐμοῦ». Δηλαδή, «διά τοῦ βαπτίσματος ἔχω σταυρωθῆ καί ἀποθάνει μαζί μέ τόν Χριστόν, καί ἀφοῦ εἶμαι πεθαμένος δέν ἔχει πλέον καμμίαν ἰσχύν δι᾽ ἐμέ ὁ νόμος. Ναί, ἔγινα κοινωνός τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ καί εἶμαι πεθαμένος, δέν ζῶ δέ πλέον ἐγώ, ὁ παλαιός δηλαδή ἄνθρωπος, ἀλλά ζῇ μέσα μου ὁ Χριστός. Τήν φυσικήν δέ ζωήν, πού ζῶ μέσα εἰς τό σῶμα μου τώρα, πού ἐπέστρεψα εἰς τόν Χριστόν, ζῶ ἐμπνεόμενος καί κυριαρχούμενος ἀπό τήν πίστιν εἰς τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μέ ἠγάπησε καί παρέδωκε τόν ἑαυτόν του διά τήν σωτηρίαν μου», ὅπως λέει ὁ ἑρμηνευτής. Ὁ πνευματικός ἀγώνας προφανῶς δέν εἶναι ἕνα θεωρητικό ἄθλημα. Εἶναι ἕνας ἀγώνας, πού στοχεύει στήν καταπολέμηση τῶν παθῶν, τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν, τόν ἐξαγιασμό τῆς ψυχῆς καί τήν ἀπόκτηση ἀρετῶν. Ὅσοι μιλοῦν γιά πνευματικό ἀγώνα χωρίς τά παραπάνω, πλανῶνται καί ἄς εἶναι θεολόγοι μέ πολλούς τίτλους. Δέν πρέπει νά γίνονται οἱ χριστιανοί θύματα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δέν γνωρίζουν τό ἀλφάβητο τῆς κατά Θεόν ζωῆς.
Καθημερινή, λοιπόν, ἔγνοια τῶν χριστιανῶν πρέπει νά εἶναι ἡ συσταύρωσή τους μέ τόν Χριστό, μένοντας πάντα ἀνεπηρέαστοι ἀπό τόν ἁμαρτωλό κόσμο.
Πρωτ. Δ.Δ.Τ.
http://www.orthodoxostypos.gr/Καιρός πλέον να εκδηλωθεί η αντίδραση
Εμείς οι απλοί πιστοί, κληρικοί και λαϊκοί, ζούμε την δραματική αντινομία μέσα εις την Εκκλησία μας. ζούμε αφ΄ ενός την καθαρότητα, την αγιότητα, την πνευματική ανάταση, τη λυτρωτική φορά προς τα άνω που μας χαρίζει η Μητέρα Εκκλησία με τους λειτουργικούς θησαυρούς Της και τους αξίους εκπροσώπους Της, οι οποίοι ευρίσκονται εις την θέση των με το Ορθόδοξο και Πατερικό ήθος εις «τύπον Χριστού», και αφ΄ ετέρου αντικρίζουμε έντονα και την αθλιότητα της οικουμενιστικής αιρέσεως και φραγκοπαποδουλικής υποταγής. Όλα αυτά, γνωστά από τις παλαιές εποχές της εκκλησιαστικής ιστορίας, έχουν αποκτήσει εις τις ημέρες μας επικίνδυνον έκταση. Εκείνο όμως που προκαλεί εις τας ψυχάς των πιστών πνιγμό και αίσθημα βαθέως και πυκνού σκότους αδιεξόδου είναι η έλλειψη αντιδράσεως εκ μέρους του υγιούς τμήματος της Εκκλησίας μας. Καιρός πλέον να εκδηλωθεί η αντίδραση διότι το μέγεθος της συντελουμένης προδοσίας της Πίστεώς μας πολλές φορές είναι σε τέτοιο σημείο, που φαίνεται απίστευτη, έστω κι΄ αν αποκαλύπτεται μόλις ένα μέρος της!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
