Πιστεύομεν ότι η ισοπεδωτική πορεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον Οικουμενισμόν – Παπισμόν είναι άνευ επιστροφής. Διότι δεν υπάρχει δυναμική αντίστασις εναντίον όσων νοθεύουν την Ορθόδοξον Πίστιν και το Ορθόδοξον φρόνημα. Δι΄ αυτό απαιτούνται κινήσεις αι οποίαι θα περιορίσουν την «ξέφρενον» πορείαν προς τον Οικουμενισμόν – Παπισμόν. Μία κίνησις είναι η διακοπή του Μνημοσύνου του Οικουμενικού Πατριάρχου. Η κίνησις αυτή θα τρομοκρατήση τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και τους «συνοδοιπόρους» του Επισκόπους. Η διακοπή του μνημοσύνου του ενός θα τρομοκρατήση τον άλλον, ο οποίος εις όλας τας σχετικάς ομιλίας του επισημαίνει ότι τον συντονιστικόν ρόλον προς την παναίρεσιν του Οικουμενισμού έχει το Οικουμενικόν Πατριαρχείον και ότι αυτός ακολουθεί. Αναζητούνται γενναίοι κληρικοί, μοναχοί και Επίσκοποι. (Ο.Τ. 1677).
«Εμίσησα Εκκλησίαν Πονηρευομένων»
Το στυγερώτερον έγκλημα εις βάρος της αγίας μας Ορθοδοξίας είναι η ανοχή των Αιρέσεων και των Αιρετικών. Ασεβέστατα κηρύσσονται από Ορθοδόξους (;) ποιμένας αιρέσεις φοβεραί, και ανεμπόδιστα κινούνται Αιρεσιόφρονες Ποιμένες (;) μεταξύ της Ποίμνης του Χριστού! Έπαυσε, φαίνεται, εις ωρισμένους να λειτουργή το αισθητήριον της Ορθοδοξίας και η Εκκλησιαστική συνείδησις έχει επικινδύνως αμβλυνθή, ώστε να μη διακρίνωνται τα Αγιοπνευματοχάρακτα σύνορα της Ορθοδοξίας από την πλάνην και την Αίρεσιν. Ποίοι άραγε ευθύνονται δια την τραγικήν αυτήν ψυχικήν τύφλωσιν; Κατ΄ αρχήν όλοι· προ παντός όμως οι Ποιμένες! «Ποιμένες πολλοί διέφθειραν τον αμπελώνα μου, εμόλυναν την μερίδα μου…» (Ιερ. 12, 10), θρηνωδεί ο προφήτης Ιερεμίας· και προσθέτει: «Ω οι ποιμένες (…) Υμείς διεσκορπίσατε τα πρόβατά μου και εξώσατε αυτά…» (Ιερ. 23, 1-3). Δυστυχώς Πατριάρχαι, Αρχιερείς, Επίσκοποι, Ηγούμενοι, με έναν λόγον Ποιμένες εμολύνθησαν από τον Οικουμενισμόν, ώστε να έχουν συνηθίσει εις τας Οικουμενιστικάς βλασφημίας και να μη ενοχλούνται από τα κηρύγματα των Αιρέσεων, δια των οποίων βάλλεται, εξοντωτικώς η Αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία. Φαίνεται, ότι εις την εποχήν του Υλιστικού Ευδαιμονισμού δεν θεωρείται πλέον υπέρτατος σκοπός της Εκκλησίας η αγιότης, αλλά η κοσμική σκοπιμότης.
Ἀπόστα ἀφ᾽ ἡμῶν ὁδούς σου εἰδέναι οὐ βουλόμεθα» (Ἰώβ 21, 14).
Δυστυχῶς, ὁ νέος Ἰσραὴλ τῆς χάριτος καὶ τῆς εὐλογίας ἀφοῦ «ἔφαγεν καὶ ἐνεπλήσθη, ἀπελάκτισεν ὁ ἠγαπημένος λαὸς τοῦ Θεοῦ, διότι ἐλιπάνθη, ἐπαχύνθη, ἐπλατύνθη» (Δευτ. 32, 15). Καὶ ἀπέστη ἐκ τοῦ Σωτῆρος αὐτοῦ Θεοῦ λέγων: «Ἀπόστα ἀφ᾽ ἡμῶν ὁδούς σου εἰδέναι οὐ βουλόμεθα» (Ἰώβ 21, 14). Οὕτω περιῆλθεν εἰς ἠθικὴν ἐξαχρείωσιν καὶ χαλάρωσιν, ἐφ᾽ ὅσον οἱ ἄρχοντες ἡμῶν ἐψήφισαν νόμους βδελυροὺς ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ Θεοῦ. Ὡς τὸν πολιτικὸν γάμον, τὴν νομιμοποίησιν τῶν ἀμβλώσεων, τὴν ἐλευθέραν συμβίωσιν τοῦ αὐτοῦ φύλου, τὸν «γάμον» τῶν ὁμοφυλοφίλων, τὴν ὑποβάθμισιν καὶ περιφρόνησιν τῆς πατροπαραδότου ἀρχαίας γλώσσης, τὴν προαιρετικότητα τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, τὴν ἀνέγερσιν μουσουλμανικοῦ τεμένους (παραθεωροῦντες τὸ τάμα τοῦ Ἔθνους), τὴν κατασκευὴν ἀποτεφροτικῶν κλιβάνων κ.ἄ.
Ἀνάγκη ὑπερασπίσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου
π. Διονυσίου Τάτση
Ὅταν ἡ ἐκκλησία
ἐκφράζει
τὴν ἀντίθεσή της γιὰ κάποιο
νομοσχέδιο, ποὺ ἑτοιμάζει ἡ κυβέρνηση καὶ ἔρχεται
σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὴ διδασκαλία
της, ἐμφανίζεται ὁ κυβερνητικὸς ἐκπρόσωπος,
ὡς πυροσβέστης,
καὶ δηλώνει: «Ἡ κυβέρνηση σέβεται τὴν ἀπόφαση
τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως ἡ κυβέρνηση
νομοθετεῖ καὶ ὄχι ἡ Ἐκκλησία». Καὶ διερωτᾶται ὁ ἁπλὸς πολίτης:
«Ὅταν ἡ κυβέρνηση ψηφίζει τὸν ἀντιχριστιανικὸ νόμο,
ποῦ πηγαίνει ὁ σεβασμός της πρὸς τὴν Ἐκκλησία;».
Προφανῶς δὲν ὑπάρχει σεβασμός. Μπορεῖ νὰ ἀκούγεται
στὰ λόγια της, ἀλλὰ μὲ τὶς πράξεις
της τὸν ἀρνεῖται καὶ ἐμφανίζεται
ἀσεβὴς πέρα
γιὰ πέρα. Αὐτὸ συμβαίνει διαχρονικά.
Οἱ πολιτικοί μας στὴν πλειονότητά τους δὲν ἔχουν ὀρθόδοξο κριτήριο, γι’ αὐτὸ καὶ μεγάλα ἁμαρτήματα τὰ χαρακτηρίζουν «δικαιώματα» καὶ μὲ νόμους τὰ προστατεύουν (πολιτικὸς γάμος, σύμφωνο συμβίωσης, ἐλεύθερες συμβιώσεις, ἐκτρώσεις, γάμος ὁμοφυλοφίλων κ.ἄ.). Τὴν Ἐκκλησία τὴ χρησιμοποιοῦν σὰν μία ψηλὴ ἐξέδρα κοσμικῆς προβολῆς καὶ ὄχι ὡς τόπο λατρείας τοῦ Θεοῦ. Στοὺς ναοὺς ἐμφανίζονται ἐπιλεκτικά, στὶς δοξολογίες, τὶς μεγάλες γιορτὲς καὶ γιὰ κοινωνικοὺς λόγους στὶς νεκρώσιμες ἀκολουθίες. Εἰσέρχονται στοὺς ἱ. ναοὺς χωρὶς νὰ κάνουν τὸ σταυρό τους, ἤ, ἂν τὸν κάνουν, δὲν εἶναι σταυρός, ἀλλὰ μία ἀδέξια καὶ διστακτικὴ κίνηση τοῦ χεριοῦ τους. Ἰδιαίτερα προκλητικὴ εἶναι ἡ παρουσία τους στὴν περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου, ποὺ κρατοῦν ἀναμμένες λαμπάδες καὶ στὸν ἁγιασμὸ τῶν ὑδάτων τὰ Θεοφάνεια, ὅπου κάνουν δηλώσεις καὶ μιλοῦν γιὰ τὸ φωτισμὸ τοῦ λαοῦ, οἱ ὄντως ἀφώτιστοι καὶ φανατικοὶ σκοταδιστές! Οἱ ἴδιοι μᾶς «φωτίζουν» μὲ τὶς πολιτικὲς τους ἰδέες καὶ τοὺς νόους τους καὶ στὴν πραγματικότητα προκαλοῦν τὸ «δημοκρατικὸ» σκοτάδι, ὅπου λείπει τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ.