Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος από το νέο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε.

στ΄. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής

Ἀναφερόμενοι στή συνέχεια στήν διαχρονική ἐφαρμογή τοῦ 15ου ἱεροῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου θά παρουσιάσωμε τόν ἅγ. Μάξιμο τόν ὁμολογητή, σύμφωνο ἀπόλυτα καί αὐτόν μέ τόν ἐν λόγῳ Κανόνα. Εἶναι ἄξιον προσοχῆς καί πρέπει νά ἀναφερθῆ ὅτι ὅλη σχεδόν ἡ ζωή τοῦ ὁσίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ ἦτο ἕνας συνεχής ἀγῶνας ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοθελητισμοῦ καί μία διαρκής ἀποτείχισις ἀπό τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους τῆς ἐποχῆς του. Ἀπέθανε δέ στήν ἐξορία ἀπό τίς κακουχίες καί τά μαρτύρια, ἐνῶ τοῦ εἶχαν κόψει τό δεξί χέρι καί τήν θεολόγον γλῶσσαν καί ἐνῶ τόν εἶχαν καθαιρέσει καί ἀναθεματίσει λόγῳ τῆς ἀδιαλλαξίας του νά μή δεχθῆ νά ὑπογράψη τόν λεγόμενον «Τύπον», ὁ ὁποῖος ἦτο μία ἔκθεσις πίστεως ἡ ὁποία εὐνοοῦσε καί ὑπέθαλπε τήν αἵρεσι τοῦ Μονοθελητισμοῦ. Ἡ ἀποτείχισις τοῦ ὁσίου καί τό ὅτι δέν ἤθελε καμμία ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τόν Πατριάρχη καί τή Σύνοδο ἦτο κάτι πού ἐξόργιζε τούς ἐκκλησιαστικούς καί πολιτικούς ἄρχοντες, διότι μέ τήν στάσι του αὐτή παρέσυρε πολλούς νά τόν μιμηθοῦν καί νά μήν ὑποταχθοῦν στήν αἵρεσι καί τοιουτοτρόπως ἐγίνετο ὁδηγός τῶν Ὀρθοδόξων ἐν λόγοις καί ἔργοις. Αὐτό εἰπώθηκε καθαρά ἀπό τούς ἄρχοντες στή συζήτησί των μέ τόν ὅσιο προσπαθῶντας νά τόν πείσουν νά ἀλλάξη γνώμη: «Ὁ δέ κῦρις Σέργιος εἶπεν αὐτῷ ὅτι πολλάκις ἦλθον εἰς τό κελλίον σου εἰς Βέββας καί ἠκροασάμην τῆς διδασκαλίας σου, καί ὁ Χριστός ἔχει βοηθῆσαί σοι καί μή ἀγωνιάσῃς. Εἰς ἕν δέ μόνον λυπεῖς πάντας, ὅτι πολλούς ποιεῖς χωρισθῆναι τῆς κοινωνίας τῆς ἐνταῦθα Ἐκκλησίας. Ἔστι τις ὁ λέγων, εἶπεν ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ, ὅτι εἶπον, Μή κοινωνήσῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ τῶν Βυζαντίων;
Ἀπεκρίθη ὁ κῦρις Σέργιος · αὐτό τοῦτο, τό σε μή κοινωνεῖν, μεγάλη πρός πάντας ἐστί φωνή, μή κοινωνῆσαι. Καί εἶπεν ὁ τοῦ Θεοῦ δοῦλος · Οὐδέν βιαιότερον συνειδότος κατηγοροῦντος, καί οὐδέν τούτου συνηγοροῦντος παρρησιαστικώτερον» (ΕΠΕ Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καί Ἀσκητικῶν 15Γ, 96).
Βλέπουμε ἐδῶ ὅτι μόνη ἡ ἀποτείχισις τοῦ ὁσίου ἦτο παράδειγμα πρός μίμησι καί χαλινός τῆς αἱρέσεως, παρ’ ὅτι ὁ ἴδιος, ὅπως ἀναφέρει, δέν τό ἔλεγε μέ τά λόγια.
Σέ ἄλλη συζήτησι προσπαθῶντας οἱ ἄρχοντες νά τόν μεταπείσουν κάνουν μέ τόν ὅσιο τήν ἑξῆς συζήτησι:
«Τότε λέγει πρός αὐτόν ὁ ἔπαρχος · Κοινωνεῖς τῇ Ἐκκλησίᾳ τῶν ὧδε, ἤ οὐ κοινωνεῖς;
Ἀπεκρίθη καί εἶπεν · Οὐ κοινωνῶ.
Λέγει αὐτῷ · Διά τί;
Ἀπεκρίθη · Ὅτι ἔξω ἔβαλε τάς συνόδους.
Καί εἶπεν · Ἐάν ἔξω ἔβαλε τάς συνόδους, πῶς εἰς τά δίπτυχα ἀναφέρονται;
Καί λέγει · Καί τίς ὄνησις ὀνομάτων, τῶν δογμάτων ἐκβεβλημένων;
Καί δύνασαι, ἔφη, τοῦτο δεῖξαι;
Καί εἶπεν · Ἐάν λάβω ἄδεια καί κελεύετε, δειχθῆναι ἔχω τοῦτο πάνυ εὐχερῶς.
Καί σιωπησάντων αὐτῶν, λέγει αὐτῷ ὁ σακελλάριος ·
Διατί ἀγαπᾷς τούς Ρωμαίους, καί τούς Γραικούς μισεῖς;
Ἀποκριθείς ὁ τοῦ Θεοῦ δοῦλος, εἶπε · Παραγγελίαν ἔχομεν, τοῦ μή μισῆσαί τινα. Ἀγαπῶ τούς Ρωμαίους ὡς ὁμοπίστους, τούς δέ Γραικούς ὡς ὁμογλώσσους.
Καί πάλιν λέγει αὐτῷ ὁ σακελλάριος · Πόσων ἐτῶν λέγεις ἑαυτόν;
Ἀπεκρίθη: Ἑβδομήκοντα πέντε» (Φιλοκαλία 15Γ, 102).
Ἐδῶ ὁ ἅγιος ἐξηγεῖ μέ παρρησία γιατί δέν ἔχει ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τήν τοπική Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀλλά μέ τῆς Ρώμης. Ὁ λόγος λοιπόν ἦτο
ὅτι εἶχε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ ὅσους διατηροῦσαν τήν ὀρθόδοξο πίστι. Ἡ ἀποτείχισις αὐτή τοῦ ὁσίου ἐγίνετο πρό συνοδικῆς κρίσεως,δηλαδή πρίν καταδικασθοῦν οἱ αἱρετικοί Πατριάρχες καί Ἐπίσκοποι ἀπό Σύνοδο. Οἱ συζητήσεις αὐτές μέ τούς αἱρετικούς πού προαναφέραμε ἐγίνοντο εἰς τά ἀνάκτορα εἰς τά ὁποῖα μετέφερον κάθε τόσο τόν ὅσιο ἀπό τήν φυλακή, μετά δηλαδή τήν πρώτη ἐπάνοδό του ἀπό τήν ἐξορία. Ἀπό τήν ἐξορία τόν μετέφεραν διά νά ἰδοῦν ἄν ἐπείσθη νά ὑπακούση στίς βασιλικές καί πατριαρχικές ἐντολές.

ΚΑΝΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ. ΠΟΙΗΜΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ

 


Ήχος πλ. α'. Τω Σωτήρι Θεώ.

Φωτοδόχε λαμπάς, την ταπεινην μου ψυχήν, έσκοτισμένην πλημμελήμασιν , ως αγαθή τω φωτί σου καταλάμπρυνον ώδήν χαριστήριον όπως βοήσω σοι.

Χαίρε θρόνε Θεού, δεδοξασμένη -αγνή• χαίρε παλάτιον ευρύχωρον, χαίρε σκέπη των πίστει έκζητούντων σε, το άνθος της πίστεως• χαίρε πανθαύμαστε.

Χαίρε στάμνε χρυσή, το θείον Μάννα, φρικτώς, εν ση κοιλία ή χωρήσασα, τον φωτοδότην Παρθένε και λυτρωτήν Ίησούν, τον πάντα έδράσαντα θείω βουλήματι.

Χαίρε Μήτηρ Θεού- χαίρε Παρθένε αγνή• χαίρε το άνθος το της πίστεως•

χαίρε ανύμφευτε Κόρη και απειρόγαμε, ή φως ανατείλασα πάσι τοις πέρασι.

Ωδή γ'. Δυνάμει του Σταυρού σου.

Χαίρε βασιλευόντων στερρόν και θείον όντως τροπαιούχημα• χαίρε ακήρατε Δέσποινα, Παναγία Μητροπάρθενε.

Χαίρε στρατευομένων στερρόν, και θείον θάρσος και κραταίωμα- χαίρε το κλέος των πόθω, και πίστει άδιστάκτω ύμνούντων σε.

Η πάντιμος Αγγέλων χαρά, ευλογημένη χαίρε Πάναγνε-χαίρε της πίστεως εγερσις• και της πλάνης ή καθαίρεσις.

Η πάμφωτος Υψίστου σκηνή, Παρθένε χαίρε υπερένδοξε-χαίρε άνάκτων το καύχημα- και Μαρτύρων το ένίσχυμα.

Ωδή δ'. Είσακήκοα την άκοήν.

Χαίρε πάγχρυσον παλάτιον, του βασιλέως και Θεού- χαίρε Πάναγνε σφραγις των Προφητών χαίρε τίμιον, πάντων Ιερέων αγλάισμα.

Χαίρε σκεύος καθαρώτατον, του των απάντων Ποιητού-χαίρε τείχος ασφαλές των ευσεβών χαίρε άσειστον, πάντων των βροτών περιτείχισμα.

Χαίρε κλίμαξ ή άνάγουσα, τους από γης προς ουρανό, χαίρε πάντων θλιβομένων ή χαρά- χαίρε κράτιστον, των άμαρτανόντων προσφύγιον.

Χαίρε βάτε άκατάφλεκτε, ήνπερ τεθέαται Μωυσής• χαίρε ράβδος ή βλαστήσασα ημίν, άνθος τίμιον. Κόρη τον την γήν ώραίσαντα.

Ωδή ε'. Όρθρίζοντες βοώμέν σοι.

Χαίρε χαράς δοχείον Πανάχραντε, άνωλέθρου, χαίρε ή φωτίσασα, τω τοκετώ σου τα σύμπαντα.

Το όρος το κατάσκιον Πάναγνε, χαίρε μόνη, όπερ εν Πνεύματι, Προφήτης πάλαι τεθέαται.

Αγγέλων άγαλλίαμα πάντιμον, χαίρε μόνη Παναγία Δέσποινα, και των βροτών έγκαλλώπισμα.

Οσίων στολισμός ωραιότατος-και Μαρτύρων κράτος και έδραίωμα- χαίρε πανθαύμαστε Δέσποινα.

Ωδή ς'. Έκύκλωσέ με άβυσσος.

Χαίρε Αδάμ ή έγερσις• και Εύας του θρήνου άναίρεσις, Μαρία Πανάμωμε, παγκόσμιον καύχημα- το κύδος χαίρε, των αληθώς τιμώντων σε.

Χαίρε πιστών το στήριγμα, και θείων Αποστόλων το κήρυγμα, Μαρία Πανύμνητε, άγνείας κειμήλιον ή πάντων χαίρε καταφυγή των δούλων σου.

Χαίρε παρθένων καύχημα, Παρθένε φαιδρόν και παν-θαύμαστον μητέρων αγλάισμα, ώραίον και πάντιμον πιπτόντων χαίρε ετοιμότατη έγερσις.

Χαίρε ή θεία είσοδος, των πίστει ειδότων πανάσπιλε, Θεού σε λοχεύτριαν, πενήτων προμήθεια και δυστυχούντων ελπίς ή ακαταίσχυντος.

Κάθισμα. Ήχος πλ. α'.
Τον συνάναρχον Λόγον.

Χαίρε πάγχρυσε στάμνε ένδον κατέχουσα, το ούράνιον Μάννα αγία τράπεζα-

χαίρε ή φέρουσα ζωής άρτον Πανάμωμε-

χαίρε λυχνία φωτεινή- χαίρε παλάτιον σεπτόν χαίρε ό πύρινος θρόνος, Χριστού του παμβασιλέως- χαίρε ή σκέπη των ψυχών ημών.

Ωδή ζ'. Ό εν καμίνω πυρός.

Χαίρε νεφέλη φωτός• χαίρε τοις μέλπουσι προστάτις-ευλογητός ό Θεός ό των Πατέρων ημών.

Χαίρε χρυσή κιβωτέ- χαίρε το κράτος των βοώντων ευλογητός ό Θεός ό των Πατέρων ημών.

Χαίρε χαρά των πιστώς, άναβοώντων Θεοτόκε, ευλογητός ό Θεός ό των Πατέρων ημών.

Χαίρε βροτών ή ελπίς, και σωτηρία των βοώντων ευλογητός ό Θεός ό των Πατέρων
ημών.

Ωδή η'. Τον εκ Πατρός προ αιώνων.

Ιερωτάταις φωναίς σε, οι πιστοί καταγεραίρομεν, συν τω Άγγέλω, Παρθένε ευχαρίστως άνακράζοντες• χαίρε θεία σκέπη, των σε ύμνολογούντων εις πάντας τους αιώνας.

Ως υπέρ νουν σου το θαύμα, της λοχείας Θεονύμφευτε-Θεόν γαρ τίκτεις άσπόρως, τον κατέχοντα τα πάντα χειρί- δια τούτο πάντες βοώμέν σοι το χαίρε, εις πάντας τους αιώνας.

Από πασών συμφορών με, έξελού και περιστάσεων και από πάσης ανάγκης, και εχθρών των πολεμούντων με- ίνα σε δοξάζω την κεχαριτωμένην εις πάντας τους αιώνας.

Νέον ως βρέφος τεκούσα, έπ' εσχάτων τον προ πάντων Θεόν, καταγηράσαντα ήδη, τοις πολλοίς με άτοπήμασι, νεοποίησόν με, τον σον ύπερυψοϋντα, τόκον εις πάντας τους αιώνας.

Αινούμε. Ό Ειρμός.

«Τον εκ Πατρός προ αιώνων, γεννηθέντα Υιόν και Θεόν, και έπ' εσχάτων των χρόνων, σαρκωθέντα εκ Παρθένου Μητρός, ιερείς υμνείτε, λαός ύπερυψούτε, εις πάντας τούς αιώνας».

'Ωδή θ'. Σε την υπέρ νουν.

Ναός καθαρός, και θρόνος έμψυχος Θεού, συ υπάρχεις πανάσπιλε- διό ευχαρίστως σοι, χαριστήριον αίνον άναπέμπομεν.

Ηύγασας ημίν, αγνή το ανέσπερο φώς, τοις εν σκότει, καθεύδουσι, της πλάνης ανύμφευτε- χαίρε όθεν σοι πάντες άναμέλπομεν.

Συ μου κοπετούς και πόνους και δάκρυα, έναπόσβεσον Δέσποινα- χαράς δε μου πλήρωσον την αθλία καρδία Θεονύμφευτε.

Θρήνον και οργή, λιμόν τε και θάνατον, και φθοράν έξαπόστειλον, Μαρία Παντάνασσα, τοις βεβήλοις έχθροίς μου και άλάστορσιν.

Προσόμοια. Ήχος πλ. α'.
Χαίροις ασκητικών.

Χαίρε Παρθενομήτορ αγνή- δικαιότερα, ή του Αβελ υπάρχουσα- του Σήθ τε, ευσεβεστέρα-εύελπις μάλλον Ένώς- του Ενώχ δε πλέον ή ευάρεστος- το γένος ή σώσασα, υπέρ Νώε τον δίκαιον ή πιστότερα, Αβραάμ και υπήκοος, μάλλον πέλουσα, Ισαάκ και εις δρασιν, πλέον Θεού ή φθάσασα, Ισραήλ και νικήσασα, τον Ιωσήφ σαρκός κάλλει, ή πραότερα Μωσέως τε- Θεού χαίρε Μήτηρ, του παρέχοντος τω κόσμω το μέγα έλεος.


Χαίροις ανδρειότερα Σαμψών γενναιοτέρα Ιησού στρατηγήσαντος- Δαβίδ τε βασιλίς μάλλον και του σοφού Σολομών, σοφωτέρα όντως χρηματίζουσα-προφήτας ή απαντάς, Θεοπτία νικήσασα- και Αποστόλους, εν τω θείω κηρύγματι- και τους Μάρτυρας, εν τη βάσει της πίστεως-πάντων Όσιων τάγματα, εν πόνοις ασκήσεως, υπερτερούσα ή πάντων, Ιεραρχών μάλλον ένθεος- Θεού χαίρε Μήτηρ, του παρέχοντος τω κόσμω το μέγα έλεος.

Χαίροις των παλαιών γυναικών, δικαιότερα άσυγκρίτως ύπάρξασα- της Σάρρας ή πιστότερα- ωραιότερα Ραχήλ, της Ρεβέκκας μάλλον ή φιλότεκνος-της Λείας το γόνιμο, ή νικήσασα Πάναγνε- ωδικωτέρα, Μαριάμ χρηματίσασα- πλέον φρόνιμος, Άβιγαίας ή πέλουσα- Ίουδήθ ύπεράσασα, ανδρεία Δεβόρραν τε, μάλλον φιλόθεος Αννης, ή της Όλδάς θειοτέρα τε- Χριστού χαίρε Μήτηρ, του παρέχοντος τω κόσμω το μέγα έλεος.

Πόνους της ταπεινής μου ψυχής- και ανίατους άλγηδόνας του σώματος- Παρθένε ευλογημένη, προς χαρμονήν αληθή, και τελείαν ρώσιν μεταποίησον φωνήν εκ χειλέων μου, δεξαμενή Πανάμωμε και ευμενώς μου, έπιθείσα τοις τραύμασι, θεία φάρμακα, ταις άγρύπνοις πρεσβείαις σου- αϋγασον ευρωστίας μοι, το φέγγος Θεόνυμφε- συ γάρ ελπίς μου και σκέπη, και κραταιόν καταφύγιον και σου της ταχείας, επισκέψεως Μαρία άχραντε δέομαι.

Η εξέταση της καρδιάς

Σ’ ἕνα ἄρθρο ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ» (1-11-1956), τὸ ὁποῖο εἶχε φυλάξει στὸ ἀρχεῖο του ὁ ἀείμνηστος Γέροντας, πατὴρ Ἀρσένιος Κομπούγιας, τοῦ ἡσυχαστηρίου «Παναγία ἡ Γοργοεπήκοος» στὴ Ναύπακτο, γράφει τὸ ἑξῆς σημαντικὸ γεγονός:
Ἕνας ἱερεὺς ζηλωτὴς, μὲ πλούσια δράση, εἶδε κάποτε ἕνα ὄνειρο.
Ὁ ἴδιος μᾶς τὸ ἔχει περιγράψει ὡς ἑξῆς:
«Καθόμουνα στὴν πολυθρόνα μου, κουρασμένος κι ἐξαντλημένος ἀπὸ τὴν ἐργασία. Τὸ σῶμα μου πονοῦσε ἀπ’ τὴ μεγάλη κόπωση.
Πολλο
ὶ στὴν ἐνορία μου ζητοῦσαν τὸν πολύτιμο «Μαργαρίτη». Καὶ πολλοὶ τὸν εἶχαν βρεῖ. Ἡ ἐνορία μου προόδευε ἀπὸ κάθε ἄποψη.
Ἡ ψυχὴ μου πλημμύριζε ἀπὸ χαρά, ἐλπίδα καὶ θάρρος. Τὰ κηρύγματά μου ἔκαναν μεγάλη ἐντύπωση. Πολλοὶ προσήρχοντο στὴν Ἐξομολόγηση.
Ἡ ἐκκλησία μου ἦταν πάντοτε ἀσφυκτικὰ γεμάτη. Εἶχα κατορθώσει νὰ κινητοποιήσω ὁλόκληρη τὴν ἐνορία.
Ἱκανοποιημένος ἀπ’ ὅλα, ἐργαζόμουνα κάθε μέρα μέχρις ἐξαντλήσεως. Ἐνῷ σκεπτόμουνα ὅλα αὐτὰ, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, μὲ πῆρε ὁ ὕπνος.
Τότε συνέβη τὸ ἑξῆς, ποὺ θὰ σᾶς περιγράψω:
Ἕνας ξένος μπῆκε στὸ δωμάτιο χωρὶς νὰ χτυπήσει τὴν πόρτα. Τὸ πρόσωπό του ἦταν γλυκὸ κι εἶχε μεγάλη πνευματικότητα. Ἦταν καλὰ ντυμένος καὶ κρατοῦσε στὸ χέρι του μερικὰ ὄργανα χημικοῦ ἐργαστηρίου. Ἡ ὅλη του ἐμφάνιση προκαλοῦσε παράξενη ἐντύπωση. Ὁ ξένος μὲ πλησίασε. Κι ἐνῷ μοῦ ἅπλωνε τὸ χέρι του γιὰ νὰ μὲ χαιρετήσει, μὲ ρώτησε:
-Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου;
Ἡ ἐρώτηση αὐτὴ μοῦ προξένησε μεγάλη χαρά. Γιατὶ ἤμουν πολὺ ἱκανοποιημένος μὲ τὸ ζήλο μου. Καὶ δὲν εἶχα καμία ἀμφιβολία, πὼς κι αὐτὸς ὁ ξένος θὰ ἦταν πολὺ χαρούμενος, ἄν τὸν γνώριζε.
Τότε, ὅπως θυμᾶμαι ἀπ’ τὸ ὄνειρό μου, γιὰ νὰ τοῦ δείξω πόση ἀξία ἔχει ὁ ζῆλος μου, σὰν νὰ ἔβγαλα ἀπ’ τὸ στῆθος μου μιὰ συμπαγῆ μᾶζα, ποὺ ἀκτινοβολοῦσε σὰν χρυσάφι. Τοῦ τὴν ἔβαλα στὸ χέρι καὶ τοῦ λέω:
-Αὐτὸς εἶναι ὁ ζῆλος μου.
Ἐκεῖνος τὴν πῆρε καὶ τὴ ζύγισε προσεκτικὰ πάνω στὴ ζυγαριὰ του:
-Ζυγίζει πενῆντα κιλά, μοῦ λέει σοβαρά.
Ἐγὼ μόλις ποὺ μποροῦσα νὰ συγκρατήσω τὴ χαρὰ μου γιὰ τὸ βάρος αὐτό. Ἐκεῖνος ὅμως μὲ σοβαρότητα, σημείωσε τὸ βάρος σ’ ἕνα χαρτὶ καὶ συνέχισε τὴν ἐξέτασή του.
Ἔσπασε τὴ μᾶζα ἐκείνη σὲ κομμάτια καὶ τὴν ἔβαλε μέσα σ’ ἕνα χημικὸ τηγάνι πάνω στὴ φωτιά. Ὅταν ἡ μᾶζα ἔλειωσε καὶ καθαρίστηκε, τὴν ἔβγαλε ἀπ’ τὴ φωτιά. Ξεχώρισε τὰ διάφορα στοιχεῖα. Ὅταν αὐτὰ κρύωσαν, σχηματίσθηκαν διάφορα κομμάτια. Τὰ ἄγγιζε μ’ ἕνα σφυράκι καὶ ζύγιζε τὸ βάρος κάθε κομματιοῦ πάνω στὸ χαρτί.
Ὅταν τελείωσε, μοῦ ἔριξε μιὰ ματιὰ γεμάτη ἀπὸ συμπόνια καὶ μοῦ λέει:
-Ε
ὔχομαι νὰ σὲ λυπηθεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ σωθεῖς.
Κι ἀμέσως, ἐγκατέλειψε τὸ δωμάτιο.
Στὸ χαρτὶ ποὺ μοῦ ἄφησε στὸ τραπέζι, ἦταν γραμμένα τὰ ἑξῆς:
Ἀνάλυσις τοῦ ζήλου τοῦ ἱερέως Χ.
Συνολικὸν βάρος: 50 κιλὰ
Ἡ προσεκτικὴ ἀνάλυσις παρουσιάζει τὰ ἑξῆς στοιχεῖα:
• Φανατισμός: 5 κιλά.
• Προσωπικὴ φιλοδοξία: 15 κιλά.
• Φιλοχρηματία: 12 κιλά.
• Τάση πρὸς ἐπιβολὴ καὶ κυριαρχία πάνω στὶς ψυχές: 8 κιλά.
• Ἐπίδειξις: 10 κιλὰ παρὰ 20 γραμμάρια.
• Ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό: 10 γραμμάρια.
• Ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους: 10 γραμμάρια.
Σύνολον: 50 κιλά.
Ἡ παράξενη συμπεριφορὰ τοῦ ξένου καὶ ἡ ματιὰ μὲ τὴν ὁποία μὲ ἀποχαιρέτησε, μοῦ μετέδωσαν κάποια ἀνησυχία. Μὰ ὅταν εἶδα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεώς του, ἔνοιωσα τὰ γόνατά μου νὰ λυγίζουν.
Θέλησα στὴν ἀρχὴ ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ὀρθότητα τῶν ἀριθμῶν. Μὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἄκουσα ἕναν ἀναστεναγμὸ τοῦ ξένου, ποὺ εἶχε φθάσει στὴν ἐξώπορτα. Ἠρέμησα κι ἄρχισα νὰ σκέπτομαι πιὸ ψύχραιμα. Μὰ καθὼς σκεπτόμουν, σκοτείνιασε μπροστὰ μου. Δὲν μποροῦσα νὰ διαβάσω τὸ χαρτί, ποὺ κρατοῦσα στὰ χέρια μου. Ἀγωνία καὶ φόβος μὲ κατέλαβαν. Στὰ χείλη μου ἦλθε ἡ κραυγή:
-Κύριε, σῶσον με…
Ἔριξα πάλι μιὰ ματιὰ στὸ χαρτί. Ξαφνικά, μεταμορφώθηκε αὐτὸ σ’ ἕναν ὁλοκάθαρο καθρέπτη, ποὺ καθρέπτιζε τὴν καρδιὰ μου. Ἔνοιωσα καὶ ἀνεγνώρισα τὴν κατάστασή μου. Μὲ δάκρυα στὰ μάτια παρακαλοῦσα τὸν Κύριο νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπ’ τὸ ΕΓΩ μου. Τέλος, ξύπνησα μὲ μιὰ κραυγὴ ἀγωνίας.
Στὰ περασμένα χρόνια, παρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νὰ μὲ σώσει ἀπὸ διαφόρους κινδύνους. Μὰ ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἄρχισα νὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ δικὸ μου ΕΓΩ.
Γιὰ πολὺ καιρὸ ἔνοιωθα ταραγμένος. Τέλος, ὕστερα ἀπὸ ἐπίμονες προσευχές, ἔνοιωσα τὸ φῶς τοῦ Κυρίου νὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιὰ μου καὶ νὰ καίει τ’ ἀγκάθια τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μου. Ὅταν ὁ Κύριος μὲ καλέσει κοντὰ Του, θὰ Τὸν εὐχαριστήσω ὁλόθερμα γιὰ τὴν ἀποκάλυψη ἐκείνης τῆς ἡμέρας, γιατὶ μοῦ φανέρωσε τότε τὸν ἀληθινὸ ἑαυτὸ μου καὶ ὁδήγησε τὰ πόδια μου στὸν πιὸ στενό, ἀλλὰ καὶ πιὸ ὄμορφο δρόμο. Ἀπὸ τότε κάθε μέρα ἀνανέωνα τὶς ἀποφάσεις μου.
Ἐκείνη ἡ ἐπίσκεψη ποὺ μοῦ ἔκανε Ἐκεῖνος ποὺ «ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς» (πρβλ. Ψαλμ. 7:10), μὲ ἔκανε ἄλλον ἄνθρωπο καὶ ὠφέλησε πολὺ τὴν ἐργασία μου».