«Εμίσησα Εκκλησίαν Πονηρευομένων»

Το στυγερώτερον έγκλημα εις βάρος της αγίας μας Ορθοδοξίας είναι η ανοχή των Αιρέσεων και των Αιρετικών. Ασεβέστατα κηρύσσονται από Ορθοδόξους (;) ποιμένας αιρέσεις φοβεραί, και ανεμπόδιστα κινούνται Αιρεσιόφρονες Ποιμένες (;) μεταξύ της Ποίμνης του Χριστού! Έπαυσε, φαίνεται, εις ωρισμένους να λειτουργή το αισθητήριον της Ορθοδοξίας και η Εκκλησιαστική συνείδησις  έχει επικινδύνως αμβλυνθή, ώστε να μη διακρίνωνται τα Αγιοπνευματοχάρακτα σύνορα της Ορθοδοξίας από την πλάνην και την Αίρεσιν. Ποίοι άραγε ευθύνονται δια την τραγικήν αυτήν ψυχικήν τύφλωσιν; Κατ΄ αρχήν όλοι· προ παντός όμως οι Ποιμένες!  «Ποιμένες πολλοί διέφθειραν τον αμπελώνα μου, εμόλυναν την μερίδα μου…» (Ιερ. 12, 10), θρηνωδεί ο προφήτης Ιερεμίας· και προσθέτει: «Ω οι ποιμένες (…) Υμείς διεσκορπίσατε τα πρόβατά μου και εξώσατε αυτά…» (Ιερ. 23, 1-3).  Δυστυχώς Πατριάρχαι, Αρχιερείς, Επίσκοποι, Ηγούμενοι, με έναν λόγον Ποιμένες εμολύνθησαν από τον Οικουμενισμόν, ώστε να έχουν συνηθίσει εις τας Οικουμενιστικάς βλασφημίας και να μη ενοχλούνται από τα κηρύγματα των Αιρέσεων, δια των οποίων βάλλεται, εξοντωτικώς η Αγία μας Ορθόδοξος Εκκλησία. Φαίνεται, ότι εις την εποχήν του Υλιστικού Ευδαιμονισμού δεν θεωρείται πλέον υπέρτατος σκοπός της Εκκλησίας η αγιότης, αλλά η κοσμική σκοπιμότης.

Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ του Αγίου Ιουστίνου (Πόποβιτς)

Τι είναι εκείνο το οποίον ο Θεάνθρωπος δίδει εις τον άνθρωπον και το οποίον κανείς άλλος δεν ημπορεί να του δώση; Είναι η νίκη κατά του θανάτου, της αμαρτίας και του διαβόλου, η Αιωνία Ζωή, η Αιωνία Αλήθεια, η Αιωνία Δικαιοσύνη, το Αιώνιον Αγαθόν, η Αιωνία Αγάπη, η Αιωνία Χαρά:  όλον το πλήρωμα της Θεότητος και των θείων τελειοτήτων. Ή όπως ο Απόστολος λέγει: ο Θεάνθρωπος δίδει εις τους ανθρώπους «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, όσα ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν» (1 Κορ. 2, 9).  Πράγματι, μόνον Αυτός, ο θαυμαστός Θεάνθρωπος είναι το «εν ου έστι χρεία» (πρβλ. Λουκ. 10, 42) δια τον άνθρωπον, εις όλους τους κόσμους του και εις κάθε ζωήν του. Δια τούτο μόνον ο Θεάνθρωπος δικαιούται να ζητή από τους ανθρώπους εκείνο το οποίον κανείς άλλος δεν ετόλμησε να ζητήση. Δηλαδή, να Τον αγαπά κάθε άνθρωπος περισσότερον από τους γονείς, από τους αδελφούς, τας αδελφάς, τα τέκνα, τους φίλους, την γην, τους αγγέλους, από οποιονδήποτε και ο,τιδήποτε εις όλους τους ορατούς και αοράτους κόσμους (Ματθ. 10, 37-39. Λουκ. 14, 26. Ρωμ. 8, 31-39).