Είναι χαρακτηριστικό αυτό που είπε ο Κολοκοτρώνης, μιλώντας στην Πνύκα σε νέους, στις 8 Οκτωβρίου 1833:

«Αφού ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι πίστεψαν στο Ευαγγέλιό Του και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό, τι ημπορούσαν, διά να αλλάξει ο λαός την πίστη του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ’ εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος τον Σταυρό του έκαμε. Παιδιά μου! Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να τη στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ Πατρίδος».

Παπουλάκος (Χριστοφόρος): Δεν ωφελούν σε τίποτα οι κλάψες. Χρειάζεται καινούργιος ξεσηκωμός, καινούργια Άγια Λαύρα.

Ο Χριστοφόρος βουβός σιγόκλαιγε και πότιζε με δάκρυα τα σανίδια του κελιού και το ράσο του.                                                 –Δεν φτάνει να πονούμε και να κλαίμε, Χριστοφόρε, φώναξε ο Κοσμάς. Η καινούργια επιδρομή είναι χειρότερη από του Ιμπραήμ. Κείνος σκότωνε κορμιά κι αφάνιζε το βιος μας, αλλά αυτοί σκοτώνουν τις ψυχές μας. Ό,τι ιερό φυλάξαμε τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς ποδοπατιέται, ό,τι μας κράτησε όρθιους, σαν ασάλευτο αντιστήλι, γκρεμίζεται. Σε τέτοιο γιουρούσι του σατανά, κάθε υποταγή είναι άρνηση του Χριστού, άρνηση της Πίστης και παράδοση στο διάβολο. Προδίνουμε τον αγώνα του εικοσιένα, το αίμα που χύθηκε στο Μεσολόγγι, στ΄ Αρκάδι, στην Τριπολιτσά, στα Δερβενάκια στα Ψαρά… Ιούδες γινόμαστε Χριστοφόρε και το κακό δε σταματά ως εδώ…