Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς: ερμηνεία του 15ου Κανόνος.


Εἶναι χαρακτηριστική καί ὁμολογιακή ἡ πρός τόν λατινόφρονα αὐτοκράτορα Μιχαήλ τόν Η΄ τόν Παλαιολόγο ἐπιστολή των, ἡ ὁποία σημειωτέον ἀπεστάλη ὑπό πάντων τῶν ἁγιορειτῶν πατέρων καί ἀναφέρει πρός τό τέλος τά ἑξῆς:
«Οἷς δέ συνεσθίειν οὐχ ὁριζόμεθα · οἷς τό χαίρειν εἰπεῖν διά τό παντάπασιν ἀμιγές, ὧν τό συνάντημα εἰ δυνατόν φύγομεν, πῶς πρώτους εἶναι καί ἀνακριτάς τῶν ὀρθοδόξων
Ἐκκλησιῶν ὅλως δικαιώσωμεν, καί τό μνημόσυνον αὐτῶν ὡς ὀρθόδοξον ἐπ’ ἐκκλησίαις, καί ἐπ’ αὐτῆς τῆς μυστικῆς τραπέζης, σαλπίσωμεν, ἵνα μηδέ ταύτην ἀφῶμεν ἀβέβηλον, τοῦ ἁγιάζειν ἡμᾶς». Δηλαδή, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῶν ἁγιορειτῶν ὁσίων, ἡ μνημόνευσις αἱρετικῶν κατά τήν Θεία Λειτουργία βεβηλώνει τήν ἁγ. Τράπεζα καί συνεπῶς αὐτή πλέον δέν μᾶς ἁγιάζει. Καί αὐτοί οἱ ὁσιομάρτυρες
ἁγιορεῖτες οἱ ἐπί Βέκκου ἀθλήσαντες καί πρό συνοδικῆς καταδίκης του τόν ἀπέκοψαν ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἠξιώθησαν τιμῆς καταταγέντες μεταξύ τῶν ἁγίων καί ὁμολογητῶν τούς ὁποίους ὀφείλομε νά μιμούμεθα. Τό τελευταῖο τμῆμα τοῦ ἐν λόγῳ ἱεροῦ Κανόνος πού ἀποτελεῖ καί τό ἐπισφράγισμα καί τήν αἰτιολογία τῆς ὅλης ὁμολογιακῆς στάσεως καί ἐνστάσεως τῶν Ὀρθοδόξων μᾶς ἀναγκάζει νά ἀναφέρωμε ὀλίγα τινά διά τό σοβαρό θέμα τῶν «ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων» καί διά τήν ὑπόθεσιν τοῦ σχίσματος. Κατ’ ἀρχάς ἡ ἀναφορά τοῦ Κανόνος «οὐ γάρ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν» μᾶς ὁδηγεῖ στήν σκέψι, ὅτι πρέπει νά διακρίνωμε, ὡς Ὀρθόδοξοι, τούς Ἐπισκόπους ἀπό τούς ψευδεπισκόπους διά νά μήν πλανηθοῦμε καί ὅτι πρέπει αὐτό νά τό πράξωμε, πρίν τό πράξη τό ἁρμόδιο ἐκκλησιαστικό ὄργανο. Ἡ ἔκφρασις αὐτή ἐπίσης σημαίνει ὅτι ἀπό τόν ἀληθινό Ἐπίσκοπο, τόν ὄντως Ἐπίσκοπο, τόν εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ εὑρισκόμενο, εἶναι ἀδύνατον κάποιος ὀρθόδοξος ὑγειῶς σκεπτόμενος νά ἀποσχισθῆ, ἔστω καί ἄν αὐτός κατακριθῆ ἤ καταδικασθῆ ἀπό κάποια Σύνοδο, ὅπως συνέβη
μέ τόν ἅγ. Ἀθανάσιο, τόν ἅγ. Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο καί ἄλλους ἁγίους. Δηλαδή ἀπό τόν ἀληθινό Ἐπίσκοπο οὐδέποτε κάποιος ἀπομακρύνεται, ἀλλά τόν ἀκολουθεῖ ὡς τόν σταυρό καί ἄν δύναται συσταυρώνεται καί αὐτός μαζί του. Ἀντιθέτως μέ τόν ψευδεπίσκοπο καί ψευδοδιδάσκαλο, τόν τό σχῆμα μόνο ἔχοντα τοῦ Ἐπισκόπου, τόν κατά τό φαινόμενον προστάτη τοῦ ποιμνίου καί κατά τό νοούμενον ἀποστάτη τοῦ Εὐαγγελίου, οὐδέποτε κάποιος ὀρθόδοξος ὑγειῶς σκεπτόμενος συντάσσεται καί συνοδοιπορεῖ, ἀλλά ἀπομακρύνεται ἐκκλησιαστικῶς ἀπό αὐτόν, ὅπως κάποιος ἀπομακρύνεται ἀπό κάποιον ἔχοντα κολλητική ἀσθένεια. Ὁ ψευδεπίσκοπος εἶναι ὅ,τι χειρότερο μέσα στήν Ἐκκλησία, εἶναι τό ὄργανο τοῦ διαβόλου διά τοῦ ὁποίου θά χειρώση (θά βάλη στό χέρι κατά τό δή λεγόμενο) τούς πιστούς. Ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀνάγκη, καί θά λέγαμε θέμα σωτηρίας, νά δύναται ἕκαστος ὀρθόδοξος νά διακρίνη τόν ἀληθινό Ἐπίσκοπο ἀπό τόν ψευδεπίσκοπο, τόν ποιμένα ἀπό τόν λύκο καί τόν ἀληθινό κυβερνήτη τοῦ πλοίου, σύμφωνα μέ τήν πατερική ἔκφρασι, ἀπό τόν καταποντιστή. Εἶναι δηλαδή τό ἴδιο πού θά πάθη κάποιος, ὁ ὁποῖος δέν ἔμαθε, διά νά χρησιμοποιήσωμε μία σύγχρονο ἔκφρασι, νά ξεχωρίση τά γνήσια χαρτονομίσματα ἀπό τά κάλπικα καί πλαστά καί περιμένει νά τά σφραγίση ἡ τράπεζα.

Συνεχίζεται.

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ : Άγ. Ιουστίνος (Πόποβιτς).



1.Αναμφιβόλως, ο άνθρωπος είναι μετά τον Θεόν η περισσότερον μυστηριώδης και αινιγματική ύπαρξις εις όλους τους κόσμους τους γνωστούς εις την ανθρωπίνην σκέψιν. Εις τα απύθμενα και απέραντα βάθη της ανθρωπίνης υπάρξεως ζουν και στροβιλίζουν ασυμβίβαστοι αντιθέσεις: η ζωή και ο θάνατος, το αγαθόν και το κακόν, ο Θεός και ο διάβολος, και ό,τι υπάρχει εντός των και γύρω των. Δι΄ όλων των θρησκειών του, των φιλοσοφιών, των επιστημών, των πνευματικών και υλικών πολιτισμών του, το ανθρώπινον γένος προσεπάθει να λύση εις την ουσίαν εν μόνον πρόβλημα, παμπεριεκτικόν πρόβλημα: το πρόβλημα του ανθρώπου. Και από όλους τους πόνους και τα μαρτύριά του εσφυρηλάτησε δια τον εαυτόν του μίαν υπερτάτην θεότητα, την οποίαν ελάτρευσεν ως υψίστην αξίαν και το ύψιστον κριτήριον των πάντων. Η υπερτάτη αυτή θεότης είναι: «μέτρον πάντων άνθρωπος», δηλαδή ο άνθρωπος είναι το μέτρον όλων των όντων και πραγμάτων. Αλλά με τον τρόπον αυτόν η αυτού θεία μεγαλειότης, ο άνθρωπος, δεν έλυσε το πρόβλημα του ανθρώπου. Διότι μετρών δι΄ εαυτού τον εαυτόν του δεν κατενόησε ούτε εαυτόν ούτε τον κόσμον γύρω του (πρβλ. 2 Κορ. 10, 12). Εις την πραγματικότητα εματαιοπόνει: κατώπτριζε κάτοπρον εν κατόπτρω. Και τα πάντα συνωψίσθησαν εις την συγκλονιστικήν κραυγήν και την ανατριχιαστικήν εξομολόγησιν: «ουδέν εμαυτώ σύνοιδα» (Α΄ Κορ. 4, 4). Τίποτε δεν γνωρίζω δια του εαυτού μου: δεν γνωρίζω ούτε τι είναι ο άνθρωπος, ούτε τι είναι ο Θεός, ούτε τι είναι ο θάνατος, ούτε τι είναι η ζωή. Επί πλέον, με όλον το είναι μου αισθάνομαι ότι είμαι δούλος του θανάτου, δούλος του κακού, και δια της αμαρτίας δούλος του διαβόλου. Καρπός όλης της δραστηριότητος του ανθρώπου ήτο να υφανθή εξ ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους εν σώμα: «το σώμα του θανάτου». Και κάθε άνθρωπος κατέστη σύσσωμος αυτού του σώματος του θανάτου.και τι κρύπτεται μέσα εις αυτό το σώμα του θανάτου; -- Δυσωδία, σήψις, σκώληκες…  «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος!  Τις  με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου;» (Ρωμ. 7, 24). Ουδείς, ουδείς πλην του Θεανθρώπου. Διότι ο Θεάνθρωπος Χριστός, νικήσας τον θάνατον δια της αναστάσεως, κατέλυσε «το σώμα του θανάτου» ως οντολογικήν πραγματικότητα (πρβλ. Αποκ. 20, 14. 10), ελύτρωσε το ανθρώπινον γένος εκ του θανάτου, του εχάρισε την αιωνίαν Ζωήν, την αιωνίαν Αλήθειαν, την αιωνίαν Αγάπην, την αιωνίαν Δικαιοσύνην, την αιωνίαν Χαράν και όλα τα άλλα αιώνια Θεία Αγαθά, τα οποία μόνον ο Θεός της Αγάπης και της Φιλανθρωπίας δύναται να χαρίση. Και ούτως έλυσεν όλον το πρόβλημα του ανθρώπου, ολόκληρον το παμπρόβλημα του ανθρώπου. Πράγματι, αφ΄ ότου ο Θεός έγινεν άνθρωπος, εφανερώθη ως Θεάνθρωπος και δια του σώματός Του – της Εκκλησίας – παρέμεινεν ως Θεάνθρωπος εις τον επίγειον κόσμον, έγινεν Αυτός άπαξ δια παντός η υψίστη παναξία και το υπέρτατον κριτήριον του ανθρωπίνου γένους, Αυτός ο Μόνος Αληθινός Θεός και ο Μόνος Αληθινός Άνθρωπος, ο Μόνος Τέλειος Θεός και ο Μόνος Τέλειος Άνθρωπος. Ως τοιούτος, Αυτός είναι η μόνη υψίστη παναξία και το μόνον έσχατον κριτήριον αυτού του ανθρώπου εις την ψυχοσωματικήν του οντότητα και την θεανθρωπίνην του δυνατότητα, και παντός ό,τι είναι ανθρώπινον και του ανθρώπου. Μόνον εν τω Θεανθρώπω είδεν ο άνθρωπος δια πρώτην φοράν τον εαυτόν του τέλειον και αιώνιον. Και εγνώρισε τον εαυτόν του εις όλας τας διαστάσεις του. Εντεύθεν η νέα αξιολογική και γνωσιολογική καθολική αρχή του ανθρωπίνου γένους: «μέτρον πάντων ο Θεάνθρωπος». Αλλά το «μέτρον πάντων άνθρωπος» εξακολουθεί να βασιλεύη και να κυριαρχή, ως επί το πλείστον ferro ignique, εις τον ειδωλολατρικόν και πολυθεϊστικόν εξωχριστιανικόν κόσμον. Δια τούτο ο θεοσοφώτατος γνώστης του ανθρώπου και του Θεανθρώπου, ο Απόστολος Παύλος, συνοψίζει όλας τας φιλοσοφίας του ανθρωπίνου γένους εις δύο: εις την φιλοσοφίαν κατ΄ άνθρωπον και εις την φιλοσοφίαν κατά Θεάνθρωπον (Κολ. 2, 8).

Ευτυχώς που οι αντι-οικουμενιστές κάνουν Συνέδρια για να εκτονώνουν τον λαό...

Την Δευτέρα, 20η Φεβρουαρίου ε.ε., η ΑΘΜ ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρος Β΄, εδέχθη την εθιμοτυπική επίσκεψη του Σεβ. Αρχιεπισκόπου κ.Αυγουστίνο Kasuja, Αποστολικού Νούντσιου του Βατικανού στην Νιγηρία. 


Να τα αδελφάκια....


Τι Λωζάννη,  τι Κοζάνη... 


 Όλοι είμαστε τα ίδια...  Ορθόδοξοι, Παπικοί, Προτεστάντες....


Θα μπορούσαμε να φαντασθούμε ποτέ τον Μέγα Αθανάσιο με τον αιρετικό Άρειο σε μιά τέτοια φωτογραφία; 


Αυτοί είναι οι σημερινοί Προκαθήμενοι των Ορθοδόξων Εκκλησιών...  οι Επίσκοποι που κοινωνούν μαζί τους, και ο λαός  που τους ακολουθεί....


πλην ο υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γης;
(Λουκά  18,8).

Are the Heterodox Members of the Church?


Dr. Demetrios Tselengidis,
Professor at Aristotle University of Thessaloniki  
         
Firstly, it is necessary to clarify that as Orthodox Christians we believe, in agreement with the Symbol of Faith (the Creed) of Nicene-Constantinople (381 AD), “in One, Holy, Catholic, and Apostolic Church”. According to the unbroken dogmatic consciousness of the Orthodox Church throughout the ages, i.e., according to her self-consciousness, this One Church is the Orthodox Church. 

As we embark on the journey of Great Lent


“Let us keep the Fast not only by refraining from food, but by becoming strangers to all the bodily passions; that we who are enslaved to the tyranny of the flesh may become worthy to partake of the Lamb, the Son of God, slain of His own will
for the sake of the world, and spiritually may celebrate the feast of the Savior's Resurrection from the dead. So shall we be raised high in the glory of the virtues, and through our righteous actions we shall give joy to the Lord who loves humankind.”

First Apostichon of Vespers from Tuesday of the First Week

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. (ερμηνεία του 15ου Κανόνος)


Τό πρῶτο παράδειγμα εἶναι αὐτό τό σχίσμα τοῦ 1054 μέ τό ὁποῖο ἀπεκόπη ἀπό τήν Ὀρθοδοξία καί τήν Ἐκκλησία ἕνα μεγάλο μέρος ὡς αἱρετικό. Ἐδῶ ἔχομε πλήρη ἐφαρμογή τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου ἀπό τόν ἴδιο τόν Πατριάρχη Μιχαήλ τόν Κηρουλάριο. Ὁ Πάπας τῆς Ρώμης Λέων ὁ Θ΄λόγῳ κυρίως τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Filioque εἰς τό Σύμβολον τῆς Πίστεως εἶχε καταστῆ αἱρετικός. Ἡ αἵρεσις αὐτή ἦτο ἤδη κατεγνωσμένη ἀπό τήν ἐπί ἁγίου Φωτίου Σύνοδο τοῦ 879. Δέν ἦτο ὅμως κατεγνωσμένος (καταδικασμένος) ὁ φορέας τῆς αἱρέσεως, δηλαδή ὁ συγκεκριμένος Πάπας Λέων ὁ Θ΄. Ὁ Πατριάρχης λοιπόν μέ τήν Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀποσχίζεται ἀπό τόν Πάπα πρό συνοδικῆς καταδίκης του. Αὐτό τό ἀναφέρομε σάν εὔγλωττο καί πασίγνωστο παράδειγμα, διότι τό ἀναφέρει καί ὁ Βαλσαμών στήν ἑρμηνεία τοῦ ἐν λόγῳ 15ου Κανόνος. Λέγει συγκεκριμένα τά ἑξῆς: «Σημείωσαι ταῦτα, ἴσως ὠφελήσοντα κατά τῶν λεγόντων μή καλῶς ἡμᾶς ἀποσχισθῆναι ἀπό τοῦ θρόνου τῆς παλαιᾶς Ρώμης, πρό τοῦ καταδικασθῆναι τούς περί ταύτην ὡς κακόφρονας»
(Σύνταγμα ἱερῶν Κανόνων, Ράλλη-Ποτλῆ, τόμος β΄, σελ. 695). Δηλαδή αὐτά τά ἐπιχειρήματα τά ὁποῖα σήμερα λόγῳ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἔχουν γίνει νόμος, ὅτι δηλαδή ἀπόσχισι ἀπό τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο ἐπιτρέπεται μόνο μετά τήν καταδίκην του ἀπό τήν Σύνοδο, τά ἔλεγαν κάποιοι καί τότε, καί ἀπολογούμενος τρόπόν τινα ὁ Βαλσαμών στήν ἑρμηνεία αὐτοῦ τοῦ Κανόνος, φέρει αὐτό τό παράδειγμα.
Τό δεύτερο παράδειγμα εἶναι τῶν ὁσιομαρτύρων ἁγιορειτῶν τῶν ἐπί Βέκκου μαρτυρησάντων. Ὁ Πατριάρχης Ἰωάννης ὁ ΙΑ΄ ὁ Βέκκος ἦτο λατινόφρων, φορέας δηλαδή κατεγνωσμένης αἱρέσεως, ἀλλά ὁ ἴδιος δέν εἶχε ἀκόμη καταδικασθῆ ἀπό Σύνοδο. Οἱ ἁγιορεῖτες λοιπόν ὁσιομάρτυρες ἀπετειχίσθησαν ἀπό αὐτόν πρό συνοδικῆς καταδίκης του καί αὐτό ἦτο ἡ αἰτία τοῦ μαρτυρίου των.

Συνεχίζεται. 

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς.(ερμηνεία του 15ου Κανόνος)

 Ὁ Πατριάρχης Ἀναστάσιος, ὁ ὁποῖος ἦτο φορέας αἱρέσεως μή κατεγνωσμένης, πρίν κατακριθῆ ὁ ἴδιος ἀπό ἁρμόδιο ἐκκλησιαστικό ὄργανο, ἐκβάλλεται διά ξύλων καί λίθων ἀπό τήν Ἐκκλησίαν ὑπό ἁγίων γυναικῶν, οἱ ὁποῖες τελικά μέ τήν βοήθεια τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας θανατώνονται. Αὐτή εἶναι ἡ τιμή διά τήν ὁποία ὁμιλεῖ ὁ ΙΕ΄ Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, μέ τήν ὁποία ἠξιώθησαν ἀπό τούς Ὀρθοδόξους. Δηλαδή τό νά καταταγοῦν μεταξύ τῶν ἁγίων καί ὁμολογητῶν καί νά εἶναι ἐσαεί πρότυπα πρός μίμησιν. Εἶναι ἴσως βέβαιον ὅτι σήμερα, ἄν κάποιοι τολμοῦσαν νά ἐνεργήσουν τοιουτοτρόπως σέ μία κατεγνωσμένη αἵρεσι,, θά ἐθεωροῦντο ἀπό τούς Ὀρθοδόξους Οἰκουμενιστές καί μή, ὡς ἀδιάκριτοι, ἀντάρτες, ταλιμπάν, ἐκτός Ἐκκλησίας καί κατεχόμενοι ὑπό ἑωσφορικοῦ καί δαιμονικοῦ πνεύματος. Ἀντιθέτως δέ αὐτοί πού θά ἀνέμενον τήν Σύνοδο (π.χ. τῆς Ἱερείας) διά νά ἀποφασίση ἐπί τοῦ θέματος θά ἐθεωροῦντο συνετοί, ὑπάκουοι, διακριτικοί καί ἐντός τῆς Ἐπισκοποκεντρικῆς Ἐκκλησίας. Δυστυχῶς αὐτή εἶναι σήμερα ἡ Ὀρθοδοξία μας.
Πλήν αὐτῶν τῶν ἁγίων, ἔχομε αὐτήν τήν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας (ἡ ὁποία δέν πρέπει νά λησμονοῦμε δέν ἦτο ἀκόμη κατεγνωσμένη αἵρεσις), τούς ἁγίους καί ὁμολογητάς Θεόφιλον, ὁ ὁποῖος ἦτο αὐτόκλητος μάρτυς καί ὁμολογητής καί ἑορτάζει τήν 2αν Ὀκτωβρίου, τόν Θεόφιλον καί Λογγῖνον τόν Στυλίτην, ἡ μνήμη τῶν ὁποίων εἶναι τήν 10ην Ὀκτωβρίου, τόν ἅγ. Ὑπάτιο Ἐπίσκοπο καί Ἀνδρέα τόν πρεσβύτερο, πού ἑορτάζονται τήν 20ην Σεπτεμβρίου, Γεώργιον τόν Λημνιώτη, πού ἑορτάζει τήν 24ην Αὐγούστου, Γεώργιον ἐπίσης Πισιδίας, πού ἑορτάζει τήν 19ην Ἀπριλίου, Βασίλειον
καί Προκόπιον τούς ὁμολογητάς, πού ἑορτάζουν τήν 27ην  καί 28ην Φεβρουαρίου, Ἀνδρέαν τόν ὁμολογητήν τόν ἐν τῇ κρίσει πού ἑορτάζει τήν 17ην Ὀκτωβρίου καί πολλούς ἄλλους. Δέν πρέπει νά παραλείψωμε καί τόν ἀδάμαντα τῆς περιόδου αὐτῆς, τόν ὁμολογητήν Στέφανον τόν νέον, τόν ἀσκήσαντα εἰς τό ὄρος τοῦ Αὐξεντίου. Εἰς τόν βίον του ἀναφέρεται, πέραν τῶν μαρτυρικῶν του ἀγώνων, ὅτι ὅταν ἐτελείωσεν ἡ Σύνοδος τῆς Ἱερείας τό 754 ἔστειλε ὁ αὐτοκράτωρ Κων/νος ὁ Κοπρώνυμος τίς ἀποφάσεις της μέ τόν Πατρίκιον Κάλλιστον νά τίς ὑπογράψη καί ὁ ὅσιος Στέφανος, ἐπειδή ἦτο περιβόητος καί εἰς ὅλους αἰδέσιμος. Αὐτός ἀρνήθηκε νά ὑπογράψη ἀποκαλῶντας αἱρετικήν τήν Σύνοδον, δέν ἐδέχθη δέ καί τά τρόφιμα πού τοῦ ἀπέστειλε ὁ αὐτοκράτωρ λέγοντας ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά γλυκανθῆ ὁ λάρυγξ των ἀπό αἱρετικῶν βρώματα (Μέγας Συναξαριστής τόμος ΙΑ΄ σελ. 699). Ἐδῶ, ὅπως βλέπομε, ἔχομε τό γεγονός ὅτι Σύνοδος 348 Ἐπισκόπων, οἱ ὁποῖοι ἐπεκύρωσαν τήν αἵρεσιν, ἀθετεῖται ἀπό ἕναν ἅγιο ἀσκητή. Δηλαδή ὁ ὅσιος Στέφανος δέν ἀποτειχίσθηκε ἁπλῶς ἀπό ἕναν Ἐπίσκοπο ἤ Πατριάρχη, ἀλλά ἀπό μία ὁλόκληρον
πολυάνθρωπον Σύνοδο καί μάλιστα διά μία αἵρεσι μή κατεγνωσμένη (καταδικασμένη) καί ἐπιπλέον ὅλα αὐτά πολύ πρίν τήν Πρωτοδευτέρα Σύνοδο, ἡ ὁποία κατέγραψε αὐτήν τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας. Ἀναφερθήκαμε στούς ἁγίους τῆς πρώτης περιόδου τῆς Εἰκονομαχίας μόνο καί μόνο διά τό γεγονός τῆς  ἀποτειχίσεώς των ἀπό μή κατεγνωσμένη αἵρεσι, τό ὁποῖο θά λέγαμε ἀποτελεῖ μία ὑπέρβασι καί αὐτοῦ τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Θά ἀναφέρωμε καί δύο παραδείγματα ἀπό τήν μετά τήν Σύνοδο αὐτήν περίοδο διά νά καταδείξωμε τό ὑποχρεωτικό τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐν λόγῳ Κανόνος καί ὄχι τό προαιρετικό ἤ δυνητικό ὅπως πολλοί ἰσχυρίζονται.

Συνεχίζεται.

Γιατί κλαίς, Αββά;

Περί αγάπης ...

Ο υποτακτικός κάποιου Γέροντα έμενε σε μια καλύβα δέκα μίλια μακριά από τη σκήτη. Μια μέρα θέλησε να τον ειδοποιήσει ο Γέροντας να έλθει να πάρει το ψωμί του. Ύστερα όμως σκέφθηκε: Για λίγα ψωμιά να κάνω τον Αδελφό να περπατήσει δέκα μίλια; Ας του τα πάω μόνος. Έβαλε το ταγάρι στον ώμο και ξεκίνησε. Πηγαίνοντας, σκόνταψε σε μια πέτρα κι έκανε τέτοια πληγή στο πόδι, που ήταν αδύνατον να σταματήσει το αίμα. Από τον υπερβολικό πόνο που ένιωσε άρχισε να κλαίει.

- Γιατί κλαίς, Αββά; Άκουσε πίσω του μια γλυκειά φωνή να τον ρωτά.

Έστρεψε το κεφάλι και είδε έναν ωραίο Άγγελο. Δεν φοβήθηκε όμως, αλλά του έδειξε με το δάκτυλο την πληγή.

- Πάψε να κλαίς γι' αυτό το τιποτένιο πράγμα, τον πρόσταξε ο Άγγελος. Τα βήματα που κάνεις για την αγάπη του Αδελφού τα έχω μετρημένα και θα πάρεις την αμοιβή σου από τον Θεό.

Ο Γέροντας πήρε θάρρος και χαρούμενος συνέχισε το δρόμο του. Από τότε προθυμοποιήθηκε να εξυπηρετεί τους Αδελφούς.

Μια μέρα πήρε πάλι ψωμιά να τα πάει σ' άλλον Ερημίτη που έμενε πολύ πιο μακριά. Συνέβηκε όμως να έρχεται κι εκείνος με τον ίδιο σκοπό και συναντήθηκαν στο δρόμο.

- Αδελφέ μου, είπε πρώτος ο Γέροντας, με κόπο απέκτησα ένα μικρό θησαυρό και πρόλαβες εσύ να μου τον πάρεις.

- Μήπως η στενή πύλη χωράει μόνο εσένα, Αββά; Κάνε λίγο τόπο να περάσουμε κι εμείς, του αποκρίθηκε ο Αδελφός.

Ενώ έλεγαν αυτά, ήλθε πάλι ο Άγγελος και τους είπε:

- Αυτή η φιλονικία σαν ευωδιαστό λιβάνι ανεβαίνει στον ουρανό.

π. Θεόδωρος Ζήσης: Πώς να εκκλησιάζονται οι Χριστιανοί.


Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς.

Εἰς τό σημεῖον αὐτό εἶναι ἀνάγκη νά παρουσιάσωμε ἀκροθιγῶς τήν τιμή πού ἀποδίδει ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία εἰς τούς
ἀποτειχισθέντες πρό συνοδικῆς κρίσεως ἀπό τούς δημοσίᾳ καί γυμνῇ τῇ κεφαλῇ κηρύττοντας αἵρεσιν Ἐπισκόπους. Ἡ τιμή αὐτή συνίσταται εἰς τό ὅτι τούς κατατάσσει εἰς τούς ἁγίους καί ὁμολογητές τῆς πίστεως, ἐφ’ ὅσον μετά τήν ἀποτείχισι καί δι’ αὐτῆς τήν μή ἀναγνώρισι τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, ἀκολουθεῖ συνήθως ὁ διωγμός καί τό μαρτύριο, συνεργούσης πρός τοῦτο καί τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας. Καί θά ἀναφερθοῦμε πρός τοῦτο εἰς τήν Εἰκονομαχία καί μάλιστα κατά τήν περίοδο τήν πρό τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου κατά τήν ὁποία, ὅπως προαναφέραμε, δέν ἦτο κἄν κατεγνωσμένη αἵρεσις καί ἐπιπλέον ἐπισφραγισμένη ἀπό Σύνοδο 348 Ἐπισκόπων οἱ ὁποῖοι κατέστησαν τήν αἵρεσι γραμμή τῆς «Ἐκκλησίας». Εἰς τήν Πατριαρχίαν λοιπόν τοῦ πρώτου εἰκονομάχου Πατριάρχου ὀνόματι Ἀναστασίου (730-754) μετά τήν βιαία ἐκβολή τοῦ ἁγ. Γερμανοῦ τοῦ ὁμολογητοῦ, ἔχομε κατ’ ἀρχάς τούς δέκα μάρτυρες τούς ἐν τῇ Χαλκῇ λεγομένη Πύλῃ. Αὐτοί μάλιστα ἔγιναν αἰτία νά φονευθῆ ὁ σπαθάριος ὁ ὁποῖος ἀνῆλθε στήν κλίμακα, προκειμένου νά κατεβάση τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία εὑρίσκετο πάνω ἀπό τήν Χαλκῆ πύλη. Ἑορτάζονται τήν 9η Αὐγούστου. Εἰς αὐτήν τήν πρᾶξιν, τῆς κατακρημνίσεως δηλαδή καί θανατώσεως τοῦ σπαθαρίου, φαίνεται ὅτι συμμετεῖχαν καί ἄλλοι ἅγιοι καί εἰδικά γυναῖκες. Μεταξύ αὐτῶν ἦταν ἡ ἁγ. Θεοδοσία, ἡ ὁποία ἑορτάζει τήν 29η Μαΐου. Ὁ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων μᾶς περιγράφει λακωνικά ἕνα συγκλονιστικό γεγονός σχετικά μέ τόν εἰκονομάχο Πατριάρχη Ἀναστάσιο. Λέγει ἐπί λέξει τά ἑξῆς: «ἐξέβαλε τοῦ θρόνου αὐτοῦ τόν Γερμανόν Πατριάρχην ὁ Κόνων (Λέων ὁ Γ΄ ὁ Ἴσαυρος 717-741), ὁ τοῦ Ἀντιχρίστου πρόδρομος ὡς ἐκάλη αὐτόν ὁ ἅγιος οὗτος Πατριάρχης, τῶ δεκάτῳ τρίτῳ ἔτει αὐτοῦ, καί ἔβαλεν ἀντ’ ἐκείνου τόν Σύγγελον Ἀναστάσιον, τόν νέον προδότην Ἰούδαν, τόν συμφωνήσαντα τῶ Κόνωνι καί ἐπιβουλεύσαντα τῷ γέροντι αὐτοῦ. Ἀλλ’ αἱ σεμναί καί τίμιαι γυναῖκες τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὧν προεξῆρχεν ἡ ἁγία Θεοδοσία ἑορταζομένη Μαΐου εἰκοστῇ ἐνάτῃ ὥρμησαν εἰς τήν ἐκκλησίαν, καί τό βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως, καί τοῖς λίθοις καί τοῖς ξύλοις ὑβρίζουσαι καί μισθωτόν ἀποκαλοῦσαι καί λύκον καί προδότην Ἰούδαν, ἐδίωξαν. Ὅθεν ἐκεῖνος ἀπῆλθε πρός τόν βασιλέα καί προσεκλαύθη καί παρεκίνει αὐτόν ἐκδικῆσαι αὐτόν. Ἀλλά καί εἰς τήν χαλκῆν πόρταν, ὅπου ἦν ἡ Θεανδρική ἐκείνη καί δεσποτική εἰκών τοῦ Χριστοῦ, ἥν ἐκεῖ ἔβαλεν ὁ μέγας Κωνσταντῖνος, βαλόντος τήν σκάλαν τοῦ βασιλικοῦ ὑπηρέτου ἵνα αὐτήν ἐκεῖθεν ἐκβάλῃ, αἱ Κωνσταντινοπολίτιδες ἐκβαλοῦσαι αὐτήν, ὧς ἐξῆρχεν ἡ ἁγία Θεοδώρα, καί κρημνίσασαι αὐτόν, ἔλαβον ἀντί μισθοῦ αὐτῶν τόν ἴδιον θάνατον. Διήρκησε δέ ἐκεῖ ἡ Θεανδρική αὕτη εἰκών κατά τόν Κωδινόν ἔτη τετρακόσια δέκα πέντε» (Δοσιθέου Ἱεροσ., Δωδεκάβιβλος, τόμος ΣΤ΄, κεφ. ΙΘ΄, παραγρ. Η΄, σελ. 440, ἐκδ. Ρηγόπουλου 1982). Εἶναι ὄντως συγκλονιστικό καί φοβερό τό γεγονός αὐτό.