Αύξησις εις άνδρα τέλειον : Άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς)



Ποίος είναι ο σκοπός της οικοδομής του Σώματος του Χριστού και της πνευματικής αυξήσεώς μας εν αυτώ; Να «καταντήσωμεν οι πάντες» α) «εις την ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του Υιού του Θεού», β) «εις άνδρα τέλειον», γ) «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». α)Την ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του Θεού αποκτά κανείς μόνον εν κοινωνία «συν πάσι τοις αγίοις» (Εφ. 3,18), μόνον με την καθολικήν ζωήν «συν πάσι τοις αγίοις» υπό την υψίστην καθοδήγησιν των αγίων Αποστόλων, των Προφητών, των Ευαγγελιστών, των Ποιμένων, των Πατέρων, των Διδασκάλων. Αυτούς, πάλιν, οδηγεί με τον πλέον αλάθητον και άγιον τρόπον και χειραγωγεί το Άγιον Πνεύμα, από την ημέραν της Πεντηκοστής και εξής, μέσω όλων των αιώνων έως της φοβεράς Κρίσεως. Το δε Πνεύμα το Άγιον είναι εκείνο το «εν πνεύμα» το ενυπάρχον εις το σώμα της Εκκλησίας (Εφ. 4,4). Εν Αυτώ είναι, λοιπόν, και εξ Αυτού «η ενότης της πίστεως και της επιγνώσεως του Υιού του Θεού». Όλην την αποστολικήν και ορθόδοξον πίστιν εις τον Χριστόν, και την γνώσιν περί του Χριστού, την κατέχει το Πνεύμα της Αληθείας το οποίον μας εισαγάγει εις ολόκληρον την αλήθειαν αυτήν, την μίαν και μοναδικήν (πρβλ. Ιω.16,13. 15,26. 14,26). Αυτό ενώνει την περί του Χριστού αίσθησίν μας με την καθολικήν καρδίαν της Εκκλησίας, και την του Χριστού επίγνωσίν μας με την καθολικήν επίγνωσιν της Εκκλησίας. Το σώμα της Εκκλησίας είναι εν και έχει «μίαν καρδίαν» και «μίαν ψυχήν» (πρβλ. Πράξ. Απ. 4,32). Εμείς εισερχόμεθα εις αυτήν την μίαν καρδίαν, την καθολικήν καρδίαν της Εκκλησίας, εις αυτήν την μίαν ψυχήν, την καθολικήν ψυχήν της Εκκλησίας, δια της ενεργείας της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, ταπεινούντες τον νουν μας ενώπιον του αγίου και καθολικού νου της Εκκλησίας και το πνεύμα μας ενώπιον του Αγίου Πνεύματος της Εκκλησίας. Τοιουτοτρόπως αποκτώμεν την αληθή αίσθησιν και επίγνωσιν ότι έχομεν την αυτήν πίστιν εις τον Κύριον Ιησούν με όλους τους αγίους Αποστόλους, τους Προφήτας, τους Πατέρας και τους Διδασκάλους, την αυτήν πίστιν εις τον Κύριον και την αυτήν επίγνωσιν περί του Κυρίου. 

What Are the Goals of Ecumenism?


Βy Hieromonk Savva of the Holy Monastery of Decani, Serbia


The fundamental goal and the primary task of the ecumenical movement is to re-interpret Christianity—or, in other words, to annihilate Orthodoxy completely. The dialogue between various Christian confessions—as, also, the dialogue between Christianity and Islam and Judaism (and other religions, as well)—is one of the tasks that is a part of an over-all plan for unifying the sum-total of humanity. The only thing that is necessary to achieve this aim is the convocation of a new "Ecumenical Council"—one that would be truly universal (oikumenikos), because those councils which have been convened are not deemed to be councils by the ecumenists; otherwise, they would respect the decisions and rulings of said councils. This new "Ecumenical Council" will need to declare "new truths" to all the world. To date, we could show how, by a simple, one-sided act, the anathemas against Papism have been annulled; how Monophysites are declared to be "Oriental Orthodox"; how the "holy mysteries" of the heretics are recognized openly as being valid. Much of this would be officially adopted by the [projected] "Ecumenical Council," and would be enforced by way of a conciliar decision. It is at such a council, for the convocation of which the Patriarchate of Constantinople is striving, and for which it has been preparing itself in the course of many decades—no later than the end of this century, according to Patriarch Bartholomew—that the worldwide union of Christianity would be declared. 
Essentially, the ecumenists envision the universal union of "churches," which will serve as the leaven for the entire oikoumene in its turning of the world into the Kingdom of God on earth. Inasmuch as the consummate aim of ecumenism is to unite all religions, it is entirely logical to conclude that that is why, today, it is evermore underscored that not only do individual [Christian] churches, as such, not possess the fullness of truth, but that even Christianity itself does not possess it. In other words, the truth concerning God the Creator (according to the ecumenists) surpasses all individually existent religious forms, finding its perfect expression only in the vast multiplicity of world religions and traditions. For an explication of this, ecumenists resort to the example of an extremely high mountain, the pinnacle of which can be reached from all sides. It is possible (according to them) to reach God by way of Christianity, as well as by way of Islam, Buddhism, Hinduism, Judaism, etc.; hence, there is no need to convert the adherents of one religion to another, because the "inspiration of the Holy Spirit" is ostensibly present in all of these religions. Such thoughts, in essence, have already been spread throughout Europe and America, in the course of decades, by a multitude of Hindu gurus. It should be noted that the ecumenical movement, which [ostensibly] began for the sake of unifying all Christians, has ever more intensely expanded its dialogue and contacts with non-Christians (for example, in Canberra, in Assisi, in Milan, etc.). 
It can be seen, from this, that the goals of ecumenism are not exhausted by the unification of Christian confessions. But it is specifically in relation to this plan that the task appears to be particularly difficult, because true Christianity—which is possessed only by the Orthodox Church—poses the chief peril to this entire idea. 

Α΄ ΔΙΔΑΧΕΣ ΑΓ. ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ.


Τα παιδιά, παιδιά μου, όσον ημπορείτε να τιμάτε τους πατέρας σας και την μητέρα σας, ζώντας και απεθαμένους. Το παιδί οπού δεν τιμά τον πατέρα του και την μητέρα του το θανατώνει ο Θεός παράκαιρα και το βάνει εις την Κόλασιν. Εις το καλό πάλιν σε λέγω, παιδί μου, να ακούης τους γονείς σου και όχι εις το κακόν. Έτυχε ο πατέρας σου και αρνήθη τον Χριστόν και επήγε με τον Διάβολον, σε παρακινεί και εσένα να αρνηθής τον Χριστόν; Όχι, αλλά να κάμης καθώς έκαμε και ο Αβραάμ: Τον έστειλεν ο πατέρας του ο Θάρας, ο ειδωλολάτρης, να του φέρη ένα πρόβατο δια να το κάνη κουρμπάνι εις τα είδωλα και εις την στράτα οπού επήγαινε ο Αβραάμ εστοχάσθη με τον λογισμόν του και είπε: Το πρόβατον είναι ζωντανόν και είναι καλύτερον από τα είδωλα οπού είναι άψυχα. Στοχάζεται πάλιν και λέγει: Όλος ετούτος ο κόσμος, οπού στέκει πάντοτε καινούργιος τόσους χρόνους, τάχα δεν είχε αφέντη; Και διατί ο πατέρας μου να προσκυνά είδωλα κωφά και αναίσθητα και να μη προσκυνά τον αληθινόν Θεόν οπού εποίησε τον ουρανόν και την γην, την θάλασσαν και τα πάντα; Και ευθύς ήκουσε φωνήν ουρανόθεν ο Αβραάμ, οπού του έλεγεν άγγελος Κυρίου: Αβραάμ, καλή είναι η γνώμη σου και πήγαινε εις την Γην της Επαγγελίας και κάθησε εκεί έως να σου ειπώ τι έχεις να κάμης, διατί, αν πηγαίνης οπίσω εις τον πατέρα σου να του ειπής αυτά τα λόγια οπού εστοχάσθης, εκείνος σε θανατώνει. Μόνον φεύγε. Έτσι επήγεν ο Αβραάμ και τον ηξίωσεν ο Θεός και έγινεν υπέρπλουτος ωσάν βασιλεύς και ευλόγησεν ο Θεός το σπέρμα του και έγινεν ωσάν τα άστρα του ουρανού και ωσάν την άμμον της θαλάσσης. Είχε και τριακοσίους δεκαοκτώ δούλους, τους οποίους είχεν ωσάν αδελφούς. Βλέπετε, αδελφοί μου, όποιος έχει τον νουν του εις τον Θεόν πως ο Θεός τον αξιώνει και απερνά και εδώ καλά και πηγαίνει και εις τον Παράδεισον και χαίρεται πάντοτε με τον Αβραάμ. Ομοίως πάλιν και η ευγενείας σας έχετε αρσενικά ή θηλυκά παιδιά, το εφώτισεν ο Θεός το παιδί σου και θέλει να γένη καλόγερος και να πηγαίνη με τον Χριστόν, μη το εμποδίσης, διατί κολάζεσαι. Εσύ πρέπει μάλιστα να χαίρεσαι, όταν βλέπεις το παιδί σου να ακολουθά τον καλόν δρόμον, και όταν γίνεται άρπαγος, άδικος, κλέπτης, μπεκρής, πόρνος, τότε να κλαις και να λυπάσαι.

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος από το νέο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε.


Εἶναι ὄντως ἀπαράμιλλος ἡ θεολογική ἀκρίβεια καί συγχρόνως ἡ ὁμολογιακή διάθεσις τῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων στό θέμα τῆς μνημονεύσεως καί ἀποτειχίσεως. Οἱ Πατέρες ἐπιέζοντο ἀπό τόν Αὐτοκράτορα καί τόν Πατριάρχη Ἰωάννη τόν Βέκκο νά δεχθοῦν τήν μνημόνευσι τοῦ Πάπα στή Θεία Λειτουργία, ὡς κάτι ἁπλό καί θά λέγαμε τυπικό.
Ἐπικαλούμενοι λοιπόν τόν μέγα ὁμολογητή Θεόδωρο τόν Στουδίτη καί μάλιστα ἀναφέροντας τό ἀκριβέστερο χωρίο του στό θέμα τῆς μνημονεύσεως, καθώς καί ἄλλα ἁγιογραφικά χωρία, ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ μνημόνευσις αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου στή Θεία Λειτουργία εἶναι βεβήλωσις τοῦ μυστηρίου, ἀπώθησις ἀπό αὐτό τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, ἄρνησις τῆς υἱοθεσίας καί τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν καί ἔκπτωσις ἐκ τῆς ἀληθοῦς καί ὀρθοδόξου πίστεως. «Ἀλλ’ ὡς οἰκονομίαν τοῦτο ποιήσωμεν · καί πῶς δεχθήσεται οἰκονομίαν τά θεῖα βεβηλοῦσαν κατά τόν τοῦ Θεοῦ εἰρημένον λόγον καί ἐκ τῶν θείων ἀπωθοῦσαν τό τοῦ Θεοῦ πνεῦμα · καί τῆς ἐντεῦθεν ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, καί τῆς υἱοθεσίας τούς πιστούς ἀμετόχους ποιοῦσα · καί τί ἄν εἴη ταύτης τῆς οἰκονομίας ζημιωδέστερον; ἄν ἡ κοινωνία αὐτῶν ᾖ πρόδηλος, καί ἐν ἑνί τοῦ ὀρθοῦ ἔκπτωσις καί ἀνατροπή;».
 Ὅλη ἡ ὁμολογιακή ἐπιστολή τῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων εἰς αὐτό τό πνεῦμα κινεῖται, εἶναι δέ ἄκρως ἐλεγκτική, τηρουμένων τῶν τυπικῶν ἐκφράσεων καί ἀναφερομένη σέ ὑψηλά ἱστάμενα πρόσωπα καί συγχρόνως μή ἀπομακρυνομένη τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, εἰς τό θέμα τῆς μνημονεύσεως, οὐδέ βῆμα ποδός. Ἔχοντας λοιπόν ὁ αὐτοκράτωρ Μιχαήλ ὁ Η΄ ὁ Παλαιολόγος ὑπ’ ὄψιν του τήν ἀντίδρασι τῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων,
σύμφωνα μέ τήν διήγησι τοῦ χειρογράφου τῆς Ρωσικῆς Συνόδου, τήν ὁποία αὐτούσια παρουσιάζει ὁ Ἀνδ. Δημητρακόπουλος, κατά τήν ἐπάνοδό του ἀπό τήν Ἰταλία, ἴσως
μαζί μέ τόν Πατριάρχη ἤ ὁπωσδήποτε μέ ἀντιπροσώπους του, διέβη ἀπό τό ἅγιον Ὄρος τοῦ Ἄθωνος καί προσπάθησε μέ τόν φόβο καί τίς ἀπειλές νά πείση τούς Πατέρες νά
ἐπικοινωνήσουν ἐκκλησιαστικῶς μαζί των. Τό συλλείτουργο καί ἡ μνημόνευσις εἰς αὐτό τοῦ Πατριάρχου Ἰωάννου τοῦ Βέκκου θά ἦτο καί ἡ ἀπόδειξις τῆς ἐκκλησιαστικῆς
ἑνώσεως τῶν Πατέρων μετά τοῦ Πατριάρχου καί συγχρόνως ἡ ἀποδοχή τῶν λατινικῶν ἀποκλίσεων τοῦ Πατριάρχου. Ἀπό τήν διήγησι λοιπόν αὐτή γίνεται φανερό ὅτι κάποιοι ἀπό τούς Πατέρες ὑπέκυψαν στίς ἀπειλές καί στον φόβο καί συλλειτούργησαν μετά τῶν ἀπεσταλμένων τοῦ Πατριάρχου. Οἱ πλεῖστοι ὅμως Πατέρες ἔμειναν ἑδραῖοι εἰς τήν πίστι καί ὑπέστησαν μαρτυρικόν δι’ αὐτήν θάνατο. Ἡ ἄρνησις καί ἡ ὁμολογία των ἦτο ὅτι δέν ἤθελαν καμμία ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τούς Λατινόφρονες, Αὐτοκράτορα Μιχαήλ καί Πατριάρχη Ἰωάννη τόν Βέκκο. Και βεβαίως αὐτό πρό συνοδικῆς κρίσεως καί καταδίκης τοῦ Πατριάρχου, ὅπως ἀκριβῶς προστάσσει ο 15ος Ἱερός Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου.


TODAY'S SYNAXARION:
On April 26th Our Holy Orthodox Church commemorates, honors and entreats the holy intercessions of the following Saints, Forefathers, Fathers, Patriarchs, Prophets, Apostles, Preachers, Evangelists, Martyrs, Confessors, Ascetics, and Teachers of Our Holy Orthodox Christian faith:  Saint Stephen, Bishop of Perm; St. Glaphyra and Basil of Amasia; Saints Andrew and Anatole, disciples of Saints Efthymius the Great; Saint Ioannikios of Devich; Holy and Righteous Nestor; Holy and Righteous Justa.
THE HIEROMARTYR BASIL, BISHOP OF AMASEA. 
Licinius, the brother-in-law of the Emperor Constantine, whose sister he had married, dissembled before the great Emperor, saying that he was a Christian. When he received 

Άγιος Ιουστίνος (Πόποβιτς):



Το αιώνιον σχέδιον της Τριαδικής Θεότητος περί του ανθρωπίνου γένους.

Δια την πραγμάτωσιν εκ μέρους της Εκκλησίας του αιωνίου σχεδίου της Τριαδικής Θεότητος περί του ανθρωπίνου γένους, ο Κύριος Ιησούς έδωκεν εις την Εκκλησίαν τους Αποστόλους, τους Προφήτας, τους Ευαγγελιστάς, τους Ποιμένας, τους Διδασκάλους (Εφ. 4,11). Αυτούς «έδωκε» εις την Εκκλησίαν, εις αυτούς δε έδωσεν όλας τας αναγκαίας θείας και θεανθρωπίνους δυνάμεις, με τας οποίας αυτοί έγιναν εκείνο το οποίον είναι. Είναι πολλά τα χαρίσματα, αλλ΄ εις ο Κύριος ο οποίος τα δωρίζει και ένα το Άγιον Πνεύμα το οποίον τα ενοποιεί. Ο απόστολος είναι Απόστολος διότι ζη, σκέπτεται και εργάζεται με την θεανθρωπίνην χάριν της αποστολικότητος την οποίαν έλαβεν από τον Χριστόν. Ο προφήτης είναι Προφήτης διότι ζη, σκέπτεται και εργάζεται με την θεανθρωπίνην χάριν της προφητείας την οποίαν έλαβεν από τον Κύριον Ιησούν, ούτω και ο ευαγγελιστής, και ο ποιμήν, και ο διδάσκαλος είναι ό,τι είναι, διότι ο πρώτος απ΄ αυτούς ζη, σκέπτεται και εργάζεται με την θεανθρωπίνην χάριν του ευαγγελίζειν, ο δεύτερος με την θεανθρωπίνην χάριν του ποιμαίνειν, ο δε τρίτος με την θεανθρωπίνην χάριν του διδάσκειν, την οποίαν έλαβον από τον Κύριον Ιησούν Χριστόν (πρβλ. Α΄ Κορ. 12,28. 4. 5. 6. 11. Εφ. 2,20). Διότι ο Χριστός είναι και η αποστολικότης των Αποστόλων και η προφητεία των Προφητών, η αγιότης των Αγίων και η πίστις των πιστών, Αυτός είναι η αγάπη των αγαπώντων. Τι είναι ο Απόστολος; Είναι διάκονος της Εκκλησίας. Και η αποστολικότης; Η διακονία της Εκκλησίας. Έτσι είναι «κατά την οικονομίαν του Θεού» (Κολ. 1,15). Τοιαύτη είναι η θεανθρωπίνη Οικονομία της σωτηρίας. Διότι η σωτηρία είναι διακονία της Εκκλησίας, η δε διακονία της Εκκλησίας έγκειται, εις την υπακοήν εις την Εκκλησίαν. Η κατά πάντα εξ αγάπης υπακοή εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν είναι ο ύψιστος νόμος της θεανθρωπίνης ζωής εν τη Εκκλησία. Διατί ο Κύριος έδωσε τους αγίους διακόνους; «Εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού» (Εφ. 4,12). Εις τι έγκειται το «έργον διακονίας»; Εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού, δηλαδή της Εκκλησίας. Εις αυτό το άγιον έργον ο Κύριος έθεσεν ως οδηγούς και καθοδηγούς εξαιρέτως αγίους ανθρώπους. Και οι χριστιανοί τι πρέπει να κάμουν; Όλοι είναι καλεσμένοι να αγιασθούν με τας αγίας κεχαριτωμένας δυνάμεις, αι οποίαι τους δίδονται μέσω των αγίων μυστηρίων και των αγίων αρετών. Πως συντελείται η «οικοδομή του σώματος του Χριστού»; Δια της αυξήσεως των μελών της Εκκλησίας. Κάθε χριστιανός εγκεντρίζεται δια του Βαπτίσματος εις το σώμα του Χριστού, την Εκκλησίαν, και γίνεται «σύσσωμός» της (Εφ. 3,6) και έτσι αυξάνει το σώμα της Εκκλησίας, και μεγαλώνει και οικοδομείται. Ο θεόπνευστος Απόστολος λέγει ότι οι χριστιανοί είναι «λίθοι ζώντες» οι οποίοι οικοδομούνται εις οίκον πνευματικόν, την Εκκλησίαν (Α΄ Πέτρου 2,5). Υπάρχει και ένας άλλος τρόπος οικοδομής του σώματος του Χριστού. Αυτός έγκειται εις την πνευματικήν αύξησιν, τελειοποίησιν και οικοδομήν των μελών της Εκκλησίας, των συσσώμων εν τω σώματί της. Επί της οικοδομής του σώματος της Εκκλησίας εργάζεται κάθε μέλος της, όταν κοπιάζη εις οποιονδήποτε ευαγγελικόν έργον. Διότι κάθε έργον εντοιχίζεται, οικοδομείται εις την Εκκλησίαν και έτσι αυξάνει το σώμα της. Αυξάνει με την προσευχήν μας και την πίστιν, με την αγάπην μας και την ταπείνωσιν, με την πραότητά μας και την ευσπλαγχνίαν, αυξάνει με ό,τιδήποτε υπάρχει το ευαγγελικόν μέσα μας, και ενάρετον και φιλόχριστον και χριστοειδές. Εμείς αυξάνομεν πνευματικώς δια της Εκκλησίας, από το άλλο δε μέρος η ιδία η Εκκλησία αυξάνει δια της αυξήσεώς μας. Δι΄ αυτό «πάντα προς οικοδομήν γινέσθω» (Α΄ Κορ. 14,26), προς οικοδομήν της Εκκλησίας του Χριστού, καθ΄ ότι όλοι είμεθα κεκλημένοι να συνοικοδομούμεθα «εις κατοικητήριον του Θεού εν Πνεύματι» (Εφ. 2,22). Οι χριστιανοί τι είστε; «Θεού οικοδομή εστε» (Α΄ Κορ. 3,9). Ο χριστιανός «Εκκλησίαν οικοδομεί» (Α΄ Κολ. 14. 4.5. 12.26) με κάθε χάρισμά του, με κάθε αρετήν του, με κάθε έργον του. Όλοι εμείς αυξάνομεν δια της Εκκλησίας προς τον ουρανόν, και καθένας από ημάς αυξάνει δια μέσου όλων, και όλοι μέσω καθενός. Δι΄ αυτό προς όλους μας απευθύνεται το εξής χαρμόσυνον μήνυμα και εντολή: «Την αύξησιν του σώματος (της Εκκλησίας) ποιείται εις οικοδομήν εαυτού εν αγάπη» (Εφ. 4,16). Η δε οικοδομούσα και κτίζουσα δύναμις, είναι τα άγια μυστήρια και αι άγιαι αρεταί, πρωτίστως η αγάπη: «η αγάπη οικοδομεί» (Α΄ Κορ. 8,1).

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος από το νέο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε.


Μετά τήν ἐξορίαν τοῦ Πατριάρχου Ἰωσήφ κατά τό ἔτος 1275 μέ τήν προτροπή τοῦ αὐτοκράτορος ἀνεβιβάσθη Πατριάρχης ὁ λατινόφρων καί ὁμόφρονάς του Ἰωάννης
ὁ Βέκκος. Κατ’ αὐτήν τήν περίοδο καί προκειμένου νά ἔχη βοήθεια ἀπό τούς Λατίνους, ὁ αὐτοκράτωρ ἐπίεζε ἅπαντας νά ἀποδεχθοῦν τήν ἕνωσι, ἐξαιρέτως δέ τούς ἐν τῷ ἁγίῳ ὄρει τοῦ Ἄθωνος ἀσκουμένους μοναχούς. Ὁ Ἀνδ. Δημητρακόπουλος ἀναφέροντας αὐτούσια τήν διήγησι ἀπό χειρόγραφο τῆς βιβλιοθήκης τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Μόσχας, λέγει τά ἑξῆς: «Μιχαήλ τοῦ πρώτου τῶν Παλαιολόγων τό ρωμαϊκόν σκῆπτρον διέποντος, καί ὁρῶντος αὐτό ἄκρως ταπεινωθέν διά τό ὑπό Ἀγαρηνῶν καί Βουλγάρων ἐξ Ἀνατολῶν καί Δυσμῶν ἑκατέρωθεν πολεμούμενον, βουλήν πονηράν καί Θεῷ ἀπαρέσκουσαν βουλευσάμενος σύν τῷ τότε πατριαρχοῦντι Ἰωάννῃ τῷ Βέκκῳ τῷ λατινόφρονι, ὥστε προστεθῆναι τῷ Λατινικῷ φρονήματι, ἐπί προφάσει μέν δῆθεν τῆς τῶν ἐκκλησιῶν εἰρήνης καί τοῦ βοηθείας ἐκεῖθεν λατινικῆς τυχεῖν κατά τῶν αὐτῷ ἐπανισταμένων · ὅθεν καί ἅπαντας ἔσπευδον εἰς τόν κρημνόν ἑλκύσαι τῆς τοιαύτης
αἱρέσεως, ἐξαιρέτως δέ τούς ἐν τῷ ἁγιωνύμῳ ὄρει τοῦ Ἄθωνος μοναχούς. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι μέν αὐτόν ἀπεκρούσαντο διά τῆς δογματικῆς καί ἐλεγκτικῆς ἐπιστολῆς, ἥν πρός αὐτόν
ἐξαπέστειλαν» (ὅπ. ἀν., σελ. 99).
Ἡ ἐπιστολή πού ἀπέστειλαν οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες στόν αὐτοκράτορα εἶναι ὄντως ὄχι μόνο ἕνα ὁμολογιακό κείμενο, ἀλλά καί ἕνας ἀπλανής ὁδηγός πρός σωτηρίαν ἐν καιρῷ
αἱρέσεως καί κινδυνευούσης πίστεως. Θά ἀναφέρωμε ἀπό τήν περίφημον αὐτήν ἐπιστολήν τό περί μνημονεύσεως τμῆμα της, μολονότι ὁλόκληρη ὁμιλεῖ διά τήν ἐκκλησιαστικήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς, ἀναφέροντας πρός τοῦτο πλεῖστα ὅσα ἁγιογραφικά καί πατερικά χωρία:
«Ὁ μέγας τοῦ Κυρίου ἀπόστολος καί εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέγει: “εἴ τις ἔρχεται πρός ὑμᾶς καί ταύτην τήν διδαχήν οὐ φέρει μεθ’ ἑαυτοῦ, χαίρειν αὐτῷ μή λέγετε καί εἰς οἰκίαν μή λαμβάνετε · ὁ γάρ λέγων αὐτῷ χαίρειν, κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς”. Εἰ δέ ἁπλῶς ἐν ὁδῷ χαίρειν αὐτῷ κωλυόμεθα λέγειν, εἰ τό εἰσάγειν εἰς οἰκίαν κοινήν εἰργόμεθα, πῶς οὐκ ἐν οἰκίᾳ, ἀλλ’ ἐν ναῷ Θεοῦ, ἀλλ’ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἀδύτοις ἐπί τῆς μυστικῆς καί φρικτῆς τραπέζης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀθύτως σφαγιαζομένου · τό μέν ὡς Θεοῦ · τό δέ ὡς ἀμνοῦ ἀμώμου, ἵνα ἡμᾶς ἐξιλάσηται
τῷ πατρί καί ἑαυτῷ, καί τῆς ἁμαρτίας ἡμῶν, διά τοῦ ἰδίου αἵματος καθαρίσῃ ὁ ἀναμάρτητος. Ποῖος ἅδης ἐξερεύξεται τό μνημόσυνον τοῦ παρά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκκοπέντος ἀξίως ὡς κατά Θεοῦ καί τῶν θείων γενήσεται. Εἰ γάρ τό ἁπλῶς χαίρειν εἰπεῖν, κοινωνίαν δίδωσι τοῖς ἔργοις τοῖς πονηροῖς, πόσον ἡ διάτορος αὐτοῦ μνημοσύνη καί ταῦτα αὐτῶν τῶν θείων μυστηρίων φρικτῶς προκειμένων. Εἰ δέ ὁ προκείμενος αὐτός ἐστιν ἡ αὐτοαλήθεια, πῶς ἄν τό μέγα τοῦτο ψεῦδος δέχηται εἰκάζειν εἰκός τό συντάττειν αὐτόν ὡς ὀρθόδοξον Πατριάρχην μεταξύ τῶν λοιπῶν ὀρθοδόξων
Πατριαρχῶν, ἐν καιρῷ φρικτῶν μυστηρίων σκηνικῶς παίξομεν; καί πῶς ταῦτα ἀνέξεται ὀρθοδόξου ψυχή, καί οὐκ ἀποστήσεται τῆς κοινωνίας τῶν μνημονευσάντων αὐτίκα, καί ὡς καπηλεύοντας τά θεῖα, τούτους ἡγήσεται; Ἄνωθεν γάρ ἡ τοῦ Θεοῦ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία · τήν ἐπί τῶν ἀδύτων ἀναφοράν τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως, συγκοινωνίαν τελείαν ἐδέξατο τοῦτο. Γέγραπται γάρ ἐν τῇ ἐξηγήσει τῆς θείας λειτουργίας, ὅτι ἀναφέρει ὁ ἱερουργῶν τό τοῦ ἀρχιερέως ὄνομα, δεικνύων καί τήν πρός τό ὑπερέχον ὑποταγήν, καί ὅτι κοινωνός ἐστιν αὐτοῦ, καί πίστεως καί τῶν θείων μυστηρίων διάδοχος. Καί ὁ μέγας πατήρ ἡμῶν καί ὁμολογητής Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ταῦτα λέγει πρός τινα, διά τῆς τιμίας αὐτοῦ ἐπιστολῆς· “ἔφης δε μοι ὅτι δέδοικας εἰπεῖν τῷ πρεσβυτέρῳ σου, μή ἀναφέρειν τόν αἱρεσιάρχην, καίτοι περί τούτου εἰπεῖν σοι τό παρόν, οὐ καταθαρρῶ · πλήν ὅτι μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν, κἂν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων”. Ταῦτα μέν ὁ πατήρ · πρό δέ τούτου, καί ὁ Θεός τοῦτο ἐσήμανεν οὕτως εἰπών · “ἱερεῖς ἠθέτουν νόμον μου, καί ἐβεβήλουν τά ἅγιά μου” · πῶς; ὅτι βεβήλοις καί ὁσίοις οὐ διέστελλον, ἀλλ’ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά · καί τούτου φωτεινότερον καί ἀληθέστερον. Ἀλλ’ ὡς οἰκονομίαν τοῦτο ποιήσωμεν · καί πῶς δεχθήσεται οἰκονομίαν τά θεῖα βεβηλοῦσαν κατά τόν τοῦ Θεοῦ εἰρημένον λόγον καί ἐκ τῶν θείων ἀπωθοῦσαν τό τοῦ Θεοῦ πνεῦμα · καί τῆς ἐντεῦθεν ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, καί τῆς υἱοθεσίας τούς πιστούς ἀμετόχους ποιοῦσα · καί τί ἄν εἴη ταύτης τῆς οἰκονομίας
ζημιωδέστερον; ἄν ἡ κοινωνία αὐτῶν ᾖ πρόδηλος, καί ἐν ἑνί τοῦ ὀρθοῦ ἔκπτωσις καί ἀνατροπή; ὁ γάρ αἱρετικόν δεχόμενος, τοῖς αὐτοῦ ὑπόκειται ἐγκλήμασι · καί ὁ ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, ἀκοινώνητός ἐστιν, ὡς συγχέων τόν Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας» (Ἐπιστολή Ἁγιορειτῶν πρός τόν Βασιλέα Μιχαήλ τόν Παλαιολόγον, εἰς: Δοκίμιον Ἱστορικόν Μοναχοῦ Καλλίστου Βλαστοῦ, ἐκδ. 1896, σελ. 97-107).


Οι αρνηταί της αληθείας της Μίας, Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού, της Εκκλησίας των ι. Αποστολικών και Συνοδικών Κανόνων, της Πατερικής Παραδόσεως!!!




Τήν Τετάρτην, 5ην /18ην Ἀπριλίου 2012, ὁ ἐξοχώτατος  πρίγκηψ τῆς Ἰορδανίας κ. Ἐμίρ Γάζη, συνοδευόμενος ὑπό τοῦ Μουφτῆ τῆς Αἰγύπτου κ. Ἄλη Τζούμαση Τζαμάκ καί ὑπό ἄλλων θρησκευτικῶν καί πολιτικῶν προσωπικοτήτων τῆς Ἰορδανίας καί τῆς Παλαιστινιακῆς Αὐτονομίας, παρουσίᾳ τοῦ Ἐκπροσώπου τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τοῦ Ἰσραήλ κ. Σεζάρ Μαρζῆε ἐπεσκέφθη τό Πατριαρχεῖον.
Τόν Ἐξοχώτατον πρίγκηπα ὑπεδέχθη ἐνθέρμως ἡ Α.Θ.Μ. ὁ Πατήρ ἡμῶν καί Πατριάρχης Ἱεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος, περιστοιχούμενος ὑπό τῶν Ἁγιοταφιτῶν Πατέρων. Καλωσορίζων τόν πρίγκηπα ὁ Μακαριώτατος  εἶπεν αὐτῷ ὅτι ἡ Ἱερουσαλήμ ὡς Ἁγία Πόλις ἀποτελεῖ ὑπόδειγμα θρησκευτικῆς συμβιώσεως Ἰουδαίων, Χριστιανῶν καί Μουσουλμάνων.
Ἐπί τῇ ἐπισκέψει ταύτῃ ὁ Μακαριώτατος ἐπέδωσεν εἰς τόν πρίγκηπα ἀντίγραφον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βασιλικῆς τῆς Γεννήσεως ἐξ ἐλεφαντοστοῦν καί βιβλίον τοῦ Κορανίου ἐπίσης ἐξ ἐλεφαντοστοῦν. Εἰς δέ τόν Μουφτήν Ἄλυ Τζούμα ὁ Μακαριώτατος ἐπέδωσε πλακέτταν μετ’ ἐπιγραφῆς χωρίων τοῦ Κορανίου.
Μετά τήν ἐπίσκεψιν ταύτην εἰς τό Πατριαρχεῖον ὁ πρίγκηψ συνοδευόμενος ὑπό τοῦ Μακαριωτάτου καί τῶν Ἁγιοταφιτῶν Πατέρων καί τῆς συνοδείας αὐτοῦ κατῆλθεν διά τοῦ Κεντρικοῦ Μοναστηρίου καί τοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου εἰς τόν Ναόν τῆς Ἀναστάσεως καί ἐπεσκέφθη τό προσκύνημα τῆς Ἀποκαθηλώσεως, τόν Πανάγιον Τάφον, τό Καθολικόν καί τόν Γολγοθάν.
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας.




΄΄Μου έχουν στερήσει τον Πανάγιο τάφο,δεν μου αφήνουν να προσκυνήσω.Ζω κλειδωμένος δίπλα απο τον Πανάγιο τάφο τα τελευταία πέντε χρόνια΄΄.........

 Ο Μακαριώτατος  Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ. Ειρηναίος κρατείται απομονωμένος από  τον υπόλοιπο κόσμο, κλειδωμένος από έξω σαν φυλακισμένος κάτω από απάνθρωπες , εξευτελιστικές και καταπιεστικές συνθήκες ζωής, χωρίς κανένα λόγο, παράνομα και ειδικά ενάντια στα σχετικά ανθρώπινα δικαιώματα που διασφαλίζονται από πολλές διεθνείς συμβάσεις και πράξεις.....

«Μελαγχολικαί ενοράσεις»


Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, μεταξύ άλλων, λέγει, ότι «οι Μοναχοί είναι οι κήρυκες της ερχομένης Βασιλείας, οι προφήται της Καινής Διαθήκης». Την φράση αυτη μού θύμισαν κάποιες συζητησεις, πού είχα τελευταίως με τρεις φίλους ησυχαστές, πού και οι τρείς, ωσάν από προφητική διαίσθηση, ισχυρίζοντο για την επέλευση απιθάνων εθνικών καταστάσεων. Και ποιές καταστάσεις είναι αυτές; 
Ότι, ταχα, η Ελλάς, σταδιακώς, δεν θά συρρικνωθεί μέν εδαφικώς, αλλά θά κατακτηθεί εκ των ένδον από τό Ισλάμ! Και εστήριζαν τον ισχυρισμόν των, στις ηλεγμένες πληροφορίες, όπως έλεγαν, πού τούς μετέδιδαν παλαιοί φίλοι τους κορυφαίων πολιτικών θέσεων, πού τούς επεσκέπτοντο στην Ερημο τού Αθωνος ή τους έγραφαν. 

Και στην ερώτησή μου· Ο Θεός θά επιτρέψει την αντικατάσταση της αγίας Εκκλησίας Του, πού «επεριποιήσατο τώ ιδίω Αίματι», μέ τόν σκοτεινό και δαιμονικόν μουσουλμανισμόν μέσα στην Τοπική Ορθοδοξία της Ελλάδος; Μού απήντησαν με ένα στόμα ότι, ο Θεός θα το επιτρέψει εξ αφορμής τής εκτεταμένης αμαρτίας. Καί ανεφέρθησαν στους βυζαντινούς ρωμηούς, πού δεν μετανοούσαν. 

Και όταν πάλιν τους ερώτησα· πώς θα συμβεί αυτό και πότε και τί θά γίνουν οι Έλληνες; Απήντησαν, ότι ήδη ενεργείται η άλωση με τα 2-3 εκατομμύρια των μωαμεθανών, πού ονομάζονται μετανάστες, καί πού θα στερεώνονται σταδιακώς μέ τήν ελληνικήν ιθαγένεια, πού θά τούς χορηγεί ευχαρίστως τό Κράτος, δηλαδή η άθεη κυβέρνηση. 

Οι δε Έλληνες βαθμιαίως θά γίνουν μειονότης, έως ότου θά μείνουν ελάχιστοι χριστιανοί ως…δείγμα. Μή απορείς, πάτερ Θ., έσπευσαν να εξηγήσουν, αυτήν τήν τραγωδία του λαού μας. Πολλοί θά αποδεχθούν τον μουσουλμανισμόν αβιάστως. Αλλοι, με κάποιαν βίαν ποικίλης μορφής. Και άλλοι «χριστιανοί» θα μεταναστεύσουν σέ χριστιανικές χώρες, μή δυνάμενοι νά συμβιώσουν με τους βαρβάρους αυτούς, πού τους χρησιμοποιεί ο Θεός ως μέσον παιδαγωγίας, όπως ανά τους αιώνες ενεργούσε στούς Ισραηλίτες και στους χριστιανούς, πού δεν μετανοούσαν για τίς αμαρτίες τους. Παράδειγμα ο Κατακλυσμός, τα Σόδομα, ο Ελληνισμός της Ανατολής, το Βυζάντιον. 

Αυτά όλα με είχαν συντρίψει ψυχικώς και σκεφτόμουνα, τάχα θά επιτρέψει ο Θεός αυτήν την ασύλληπτον συμφοράν; Επηκολούθησε σιωπή για αρκετή ώρα. Στη συνέχεια, έθεσα το ερώτημα· Πατέρες άγιοι και αδελφοί, φαντάζεσθε σείς, πώς θα ανεχθεί ο Κύριος τίς μουσουλμανικές δαιμονικές θυσίες, αντί των ορθοδόξων θυσιαστηρίων; Τότε ένας ησυχαστής μου υπενθύμισε την περίπτωση του ασκητού πού, μετά την άλωση τής Κωνσταντινουπόλεως, είδε επάνω στήν αγία Πρόθεση ερειπωμένου Ναού, μία γουρούνα με τα νεογνά της και άρχισε να κλαίει και νά οδύρεται. Τότε ενεφανίσθη Άγγελος Κυρίου και του λέγει· Αββά, τί κλαίεις; Γνωρίζεις ότι, αυτό πού είδες, είναι πιο ευάρεστον στόν Κύριον από την αναξιότητα τών ιερέων, πού λειτουργούσαν; Και ο Αγγελος εγένετο άφαντος. 

Η συζήτηση κράτησε περισσότερον από δύο ώρες, οπότε οι ησυχαστές ανεχώρησαν και μου ετόνισαν να ευχαριστώ τον Κύριον γιά όσα επιτρέπει να γίνωνται εξ αγάπης και για την σωτηρίαν τών ψυχών. Και να μή παρασύρομαι συναισθηματικώς από την επιφάνεια τών γεγονότων, αλλά να εισδύω στήν ουσίαν των, αφού είναι δεδομένον, ότι «ο Θεός αγάπη εστί». 
Κι έμεινα μόνος… 

Μέσα στον συγκλονισμό μου γιά τήν τραγωδία του λαού μας, τόν κλαυθμόν και τους στεναγμούς μου προς τον πανυπερεύσπλαγχνον Θεόν, άρχισα να μελετώ όσα είπαν με βεβαιότητα οι όσιοι εκείνοι ερημίτες και άνθρωποι τού Θεού και να αναλύω λογικώς τούς ισχυρισμούς τους. Παρ ότι καμιά ανησυχούσα φωνή δεν ακούεται, όμως, κάποια σποραδικά δημοσιεύματα προ μηνών στον γρηγορούντα «Ορθόδοξον Τύπον» ήρχοντο να επαληθεύσουν σχεδόν τούς ισχυρισμούς των φίλων μου ησυχαστών. Και μάλιστα κάποια δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών, πάλιν στον «Ο.Τ.» από σώφρονες χριστιανούς, θεολόγους καί συγγραφείς, οι οποίοι με πειστικά επιχειρήματα κατέληγαν στα ίδια συμπεράσματα, πού εβασίζοντο σέ αντικειμενικά στατιστικά στοιχεία. 

Αλλά το σκάνδαλον ευρίσκεται στήν σιωπήν των κοινής πληροφορήσεως μέσων, των λεγομένων μαζικής ενημερώσεως. Όμως, όσον και αν φαίνεται περίεργη η βαθειά σιγή επί ενός βοώντος εθνικού κινδύνου, το φαινόμενον δέν είναι ανεξήγητον. Πρόκειται περί σχεδόν καθολικής πωρώσεως τών συνειδήσεων. Και είναι ιστορικώς αποδεδειγμένον, ότι όταν η αμαρτία καθολικοποιείται, γενικεύεται, ακολουθεί, δίκην συνδρόμου, η άγνοια του κακού. Ιδού η απόδειξη· Οταν ο Θεός είχεν αποφασίσει τόν Κατακλυσμόν, με το αιτιολογικόν· «Ου μή καταμείνη το πνεύμα μου εις τους ανθρώπους τούτοις, διά το είναι αυτούς σάρκας», έδωκεν εντολήν στον δίκαιον Νώε νά κατασκευάσει την Κιβωτόν. Ειργάζοντο οι τεχνίτες επί ένα χρόνον. Βλέποντες οι απονεκρωθέντες αμαρτωλοί την κατασκευαζομένην Κιβωτόν και τον σκοπόν, πληροφορούμενοι, έλεγαν· και τί κάνουμε ώστε να πνιγούμε; Και όταν οι Αγγελοι είπαν στον δίκαιον Λώτ νά ειδοποιήσει τους συγγενείς του, γιατί θα έριχναν φωτιά να κάψουν τά Σόδομα, όλην την Πεντάπολιν, οι συγγενείς του γελούσαν με τόν γέροντα· και τί κάνουμε, ώστε νά μάς κάψει ο Θεός; 

Το ίδιο συμβαίνει και τώρα, σέ κάποιο μέτρο· το σύνδρομο της πωρώσεως. Καμμία εφημερίδα δέν έγραψε για τον εθνικόν κίνδυνον μέ εξαίρεση την πολύτιμη ορθόδοξη έπαλξη, τον «Ορθόδοξον Τύπον», πού, και μόνον γιατί από ένα χρόνο σχεδόν σαλπίζει, το σάλπισμα τής μετανοίας, αξίζει τον έπαινον τής Εκκλησίας και την εκ Θεού δικαίαν μισθαποδοσίαν. Οι απόψεις και οι απελπιστικές ενοράσεις των αγίων εκείνων ερημιτών, όσον και αν δεν είναι αποδεικτικές, δεν στερούνται, όμως, σέ κάποιον βαθμόν, πειστικότητος, γιατί βασίζονται σε απτά δεδομένα, ένα των οποίων, είναι οι ενεργούμενες αμαρτίες αγνοουμένης τής μετανοίας, σ όλην την Ελλάδα, παρά τις ελάχιστες νησίδες χριστιανικής ζωής και ηθικής αντιστάσεως. Δεύτερον ότι, ο προφητικός λόγος «αμαρτίαι, έθνη ελαττονούσι», έχει πολλάκις επαληθευθεί. 

Τρίτον, στην δραστηριότητα τής αμαρτίας, περιλαμβάνονται και οι ένα εκατομμύριον εκτρώσεις κάθε τριετίαν· οι υπερτερούντες θάνατοι των γεννήσεων· ναρκωτικά καί άλλες ηθικές πληγές. Και τέλος, τό κυριώτερον, είναι τα τρία σχεδόν εκατομμύρια των νομιμοποιουμένων μουσουλμάνων, πού αυξάνονται και πληθύνονται με ταχύτατους ρυθμούς, ένα φαινόμενον, πού ερμηνεύει και τις απόψεις των ησυχαστών, των μουσουλμάνων ενεργούντων ως οργάνων ασυνειδήτων του Θεού. Όπως επίσης ασυνείδητα όργανα —όχι ανεύθυνα, βεβαίως— είναι οι άθεοι κυβερνήτες μας, πού υποδέχονται τους δεδηλωμένους εχθρούς του Έθνους μας, για να μή κατηγορηθούν, τάχα, ως ρατσιστές ή εθνικιστές. Αυτή η καραμέλλα έχει πολύ πέραση στην εποχή μας, μεταξύ τών επιπολαίων και αθέων, πού γίνονται καταγέλαστοι με τις παραδοξολογίες των. Παράδειγμα, «τό αλβανάκι» πέρυσι και τώρα η γερμανιδούλα του Βόλου, πού αν είναι διαποτισμένοι, ο πρώτος από τόν αλβανικόν ανθελληνικόν σωβινισμόν και η δεύτερη πιστεύει στό γερμανικό «ούμπερ άλλες» τότε, στά χέρια των το ελληνοχριστιανικόν σύμβολον η γαλανόλευκη μέ Σταυρόν, είναι τιμωρία, δεν είναι τιμή! Είναι αντίφαση. 

Τώρα το πρόβλημα, το παμπρόβλημα, είναι η αλλοτρίωση του ελλαδικού χώρου, κατά παραχώρηση Θεού, για την αμετανοησία τών πιστών. Οπότε αβιάστως ανακύπτει η υποχρέωση της ποιμαινούσης Εκκλησίας νά κηρύξει μετάνοιαν στόν λαόν. Αλλοιώς; «Εάν μή μετανοήτε, πάντες ωσαύτως απολείσθε» (Λουκ. ιγ´ 3). Το γάρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα. 

Θεόκλητος Μοναχός Διονυσιάτης 

Πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 23 Νοεμβρίου 2001 

Άγ. Ι. Χρυσόστομος: Εδώ ομιλεί περί του Aντιχρίστου

«Μή τις υμάς εξαπατήσει κατά μηδένα τρόπον ότι εάν μη έλθη η αποστασία πρώτον καί αποκαλυφθή ο άνθρωπος τής αμαρτίας, ο υιός της απωλείας, ο αντικείμενος και υπεραιρόμενος επί πάντα λεγόμενον Θεόν ή σέβασμα, ώστε εις τον ναόν του Θεού ως Θεόν καθίσαι, αποδεικνύοντα εαυτόν ότι εστί Θεόν». 

Εδώ ομιλεί περί του Aντιχρίστου και aποκαλύπτει μεγάλα μυστήρια. Τι είναι η αποστασία; Τόν ίδιο τον Αντίχριστο ονομάζει αποστασίαν, επειδή πρόκειται να οδηγήση πολλούς εις την απώλειαν και να τοὺς απομακρύνει από την πίστιν, ώστε, λέγει, ει δυνατόν, να σκανδαλισθούν και οι εκλεκτοί… Τον λέγει δε και υιόν της απωλείας, διότι και αυτός πρόκειται να οδηγηθή εις την απώλειαν αλλά θα παρακινήση και άλλους. Ποιός όμως είναι αυτός; Άραγε o Σατανάς; Βεβαίως όχι. Αλλά κάποιος άνθρωπος που θα δεχεται όλην την ενέργειαν του. «Και αποκαλυφθή ο άνθρωπος της αμαρτίας, ο υιός της απωλείας, ο αντικείμενος και υπεραιρόμενος επί πάντα λεγόμενον Θεόν ή σέβασμα». Διότι δεν θα φέρη μίαν ειδωλολατρικην θρησκείαν, αλλά θα είναι αντίθεος και θα καταλύση όλους τους Θεούς και θα διατάξη να τον προσκυνούν αντί του Θεού, και θα εγκατασταθή στον ναό τού Θεού, όχι μόνον τον εν Ιεροσολύμοις, αλλά και εις όλας τας τοπικάς χριστιανικάς εκκλησίας. Και «αποδεικνύοντα», λέγει, «εαυτόν ότι εστί Θεόν». Δεν είπε ότι θα ονομάζει τον εαυτόν του Θεόν, αλλά ότι θα προσπαθή να αποδείξη ότι είναι Θεός. Διότι και μεγάλα έργα θα κάνη και σημεία θαυμαστά θα επιδείξει… 

Γιατί λοιπόν επέτρεψεν o Θεός-θα ρωτήσει κάποιος- να γίνη αυτό το πράγμα και τι είδους θεία οικονομία είναι αυτή;Ποίο δε, θα είναι το κέρδος από την εμφάνισιν εκείνου αφού θα έλθη να μας κακοποιήση; Μην φοβηθείς αγαπητέ, αλλά άκουσε αυτόν που λέγει ότι η εξουσία του θα έχει ισχύν εις αυτούς που πρόκειται να απολεσθούν, οι οποίοι, ακόμη και αν δεν ερχόταν ο Αντίχριστος δεν θα επείθοντο. Ερωτάς λοιπόν ποιό είναι το κέρδος; Ότι θα αποστομωθούν αυτοί ακριβώς που πρόκειται να απωλεσθούν. Έρχεται λοιπόν για να μπορέσουν να ελεγχθούν εκείνοι. Διά να μην έχουν να λέγουν, ότι επειδή ο Χριστός έλεγε ότι είναι Θεός, δι’ αυτό δεν επιστεύσαμε. Επειδή ηκούσαμε ότι ένας είναι ο Θεός, από τον οποίο εδημιουργήθηκαν τα πάντα, δια τούτο δεν επιστέψαμε εις τον Χριστόν. Ο Αντίχριστος λοιπόν θα αναιρέση αυτήν ακριβώς την πρόφασίν των. Διότι όταν θα έλθη εκείνος και θα τον πιστεύουν, αν και δεν θα εντελείται τίποτα το ορθόν, αλλά όλα τα παράνομα, τότε θα αποστομωθούν. 
«ανθ' ων γαρ την αγάπην της αληθείας ουκ εδέξαντο εις το σωθήναι αυτους· και διά τούτο πέμψει αυτοίς ο Θεός ενέργειαν πλάνης εις το πιστεύσαι αυτούς τω ψεύδει, ίνα κριθώσι πάντες οι μη πιστεύσαντες τη αληθεία, αλλ' ευδοκήσαντες εν τη αδικία». «Ίνα κριθώσι». Δεν είπε «ίνα κολασθώσι» αλλά «ίνα κριθώσι», δηλ. να κατακριθούν ενώπιον του φοβερού δικαστηρίου, επειδή θα είναι αναπολόγητοι. Η εξουσία του λοιπόν θα έχει ισχύν, λέγει, εις αυτούς που πρόκειται να απολεσθούν. Διά τούτο θα έλθη και ο Ηλίας δια να προφυλλάξη τους πιστούς. Το είπε δε και αυτό ο Χριστός: «Ηλίας έρχεται και αποκαταστήσει πάντα». Δι’ αυτό έχει λεχθή περί τού Ιωάννου ότι ήλθε «εν δυνάμει και πνεύματι Ηλιού» Διότι δεν έκανε ούτε σημεία, όπως ο Ηλίας, ούτε θαύματα. Πώς λοιπόν ήλθε «εν δυνάμει και πνεύματι Ηλιού»; Αυτό σημαίνει ότι ο Ηλίας ερχόμενος θα αναλάβη την ίδιαν διακονίαν. Όπως ακριβώς αυτός ήταν πρόδρομος της πρώτης παρουσίας, έτσι και εκείνος θα είναι πρόδρομος της δευτέρας ενδόξου Αυτού παρουσίας, και διά τούτο δεν απέθανε αλλά διατηρείται.

π. Θεόδωρος Ζήσης. Ο Απόστολος Θωμάς.


Δημοσιεύτηκε στις 24 Απρ 2012 από 

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς. ερμηνεία του 15ου Κανόνος από το νέο βιβλίο του, που μόλις κυκλοφόρησε.


Τό ἔτος 1261 μετά ἑξηκονταετῆ σχεδόν δουλεία ἔγινε ἡ ἀνάκτησις καί ἀπελευθέρωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό τούς σταυροφόρους. Ὁ αὐτοκράτωρ Μιχαήλ Η΄ ὁ
Παλαιολόγος, διά νά ἀποφύγη νέα ἐκστρατεία τῶν σταυροφόρων ἐναντίον τοῦ Βυζαντίου, ἠθέλησε νά ἀποσπάση τήν εὔνοια καί φιλία τοῦ Πάπα. Τό ἐνέχυρο πού θά ἐδίδετο καί τό πρός θυσίαν σφάγιο τό ὁποῖο θά κατετίθετο στόν παπικό βωμό ἦτο φυσικά ἡ Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία ἔπρεπε νά ὑποταχθῆ εἰς τόν Παπισμό ἀναγνωρίζοντας τό «Filioque», τήν παπική ἐξουσία καί αὐθεντία ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, τά ἄζυμα στή Θεία Λειτουργία καί ὅ,τι ἄλλο ἠξίουν οἱ Πάπες. Ὁ αὐτοκράτωρ διά νά ἐπιτύχη τόν σκοπόν του ἔπρεπε νά ἔχη σύμμαχο καί ὁμόφρονα καί τόν Πατριάρχη. Ἦτο δέ, Πατριάρχης τότε ὁ Ἰωσήφ, ἄνδρας ἀνθενωτικός καί κατά πάντα ὀρθόδοξος.
Τό 1274 ἔγινε στή Λυών Σύνοδος παπική, στήν ὁποία ἔστειλε ἀντιπροσωπεία ὁ αὐτοκράτωρ, χωρίς τήν συγκατάθεσι τοῦ Πατριάρχου. Σύμφωνα μέ τούς παπικούς
ἱστορικούς, ἀναφέρει ὁ Ἀνδ. Δημητρακόπουλος (ὅπ. ἀν., σελ. 94) οἱ Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι ἐδέχθησαν τήν ἕνωσι μέ τόν Πάπα. Ἐν συνεχείᾳ ὁ αὐτοκράτωρ, προκειμένου νά ἑδραιωθῆ ἡ ἕνωσις, ἄρχισε νά ἐξορίζη καί νά βασανίζη
ποικιλοτρόπως τούς Ὀρθοδόξους ἀνθενωτικούς. Ὁ Ἀνδ. Δημητρακόπουλος, ἀντλώντας ὑλικό ἀπό τούς ἱστορικούς Παχυμέρη, Γρηγορᾶ καί Νικηφ. Χοῦμνο, ἀναφέρει τά ἑξῆς:
«Μετά τήν ἀναχώρησιν τῶν πρεσβευτῶν ὁ Αὐτοκράτωρ συλλαβών τινας τῶν ἑδραίως τοῖς δόγμασι τῶν πατέρων αὐτῶν ἐμμενόντων ἀπηνῶς ἐβασάνισε. “Πάντα ἦσαν
ἐνεργά τῷ βασιλεῖ, λέγει ὁ Γρηγορᾶς, δημεύσεις, ἐξορίαι, φυλακαί, ὀφθαλμῶν ἀφαιρέσεις, μάστιγες, χειρῶν ἐκτομαί.
Τότε τήν ἀδελφήν αὐτοῦ Εὐλογίαν ἀποδοκιμάζουσαν τήν ἕνωσιν ἐξώρισε · τότε τόν Πατριάρχην Ἰωσήφ εἰς τήν Μονήν τῆς Περιβλέπτου ἔπεμψε, εἶτα δέ καί ἐν τῇ Χηλῇ, φρούριον ἐπινησίδιον πλησίον τοῦ στόματος τοῦ Εὐξείνου πόντου, περιώρισε · τότε τόν ρήτορα Ὁλόβωλον (οὗ πρότερον τήν ρῖνα καί τά χείλη ἐξέκοψε) πρῶτον μέν ἐδέσμευσε καί ἀπηνῶς καί ἀπανθρώπως ᾔκισε, ἔπειτα δέ μακρῷ σχοινίῳ ἔδεσεν ἐκ τοῦ τραχήλου αὐτόν τε καί τόν Ἰασίτην καί ἑξῆς ἄλλους δέκα τόν ἀριθμόν · καί τούς μέν δύο πρώτους ἐπεφόρτισε προβάτων ἐντέροις, ἅπερ τῆς κόπρου εἰσέτι γέμοντα περί τόν λαιμόν αὐτῶν ἐτυλίσσοντο, τόν ρήτορα τῆς Ἐκκλησίας Ὁλόβωλον διαφερόντως καί ἥπασι προβάτων κατά στόμα ἐκέλευσε τύπτεσθαι, καί οὕτως ἀνά τήν πόλιν ἅπασαν πρός χλεύην περιαγαγεῖν. Τάς δέ νήσους Λῆμνον, Σκῦρον, Κέω καί τήν πόλιν Νίκαιαν ἐπλήρωσεν ἐξορίστων · τούς ἀδελφούς Μανουήλ καί Ἰσαάκιον, συγγενεῖς αὐτοῦ ὄντας καί πρό πολλοῦ ἐν φυλακῇ · ἐξέκοψε τήν ῥρῖνα τοῦ ἰατροῦ Πέρδικα · ἐξετύφλωσε Παχώμιόν τινα ἄνδρα σεμνόν, καθώς καί τόν Γαλησιώτην Γαλακτίωνα καί τόν σεβάσμιον Λάζαρον τόν Γοριανίτην · ἐγλωσσοτόμησε τόν κατά Λατίνων ἐν στίχοις πολιτικοῖς συγγράψαντα μοναχόν Μελέτιον, καί ἄλλα πολλά θηριώδη ἔργα ἔπραξε”. Καί ὡς ὁ βιογράφος τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἀθανασίου λέγει (παρ’ Ἀλλατίῳ de Consens, p. 759), “Πάντες φυγάδες καί μετανάσται γεγόνασιν, ὅσοι μή πεπώκασι τό τῆς ἀνατροπῆς θολερόν τῆς αἱρέσεως ἐκεῖνο πόμα · καί διηρπάγησαν μέν οὐσίαι · ἐστενοχωροῦντο τά δεσμωτήρια τῷ πλήθει τῶν κατακλείστων, καί πάντα θορύβου καί ταραχῆς ἐπληρώθησαν”» (ὅ.π., σελ. 97).
Νά σημειωθῆ ἐδῶ ὡς ἐν παρόδῳ ὅτι ὅλα αὐτά τά ὑπέστησαν οἱ φανεροί καί ἀφανεῖς ὁμολογητές αὐτοί τῆς πίστεως, διότι δέν ἐδέχοντο νά ἀναγνωρίσουν τά τρία κεφάλαια, δηλαδή πρωτεῖον, ἔκκλητον καί μνημόνευσι τοῦ Πάπα κατά τήν τάξιν τῆς μνημονεύσεως τῶν ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν (ὅπ. ἀν., σελ. 96).


Tα χέρια της ψυχής είναι ο νους και η καρδιά…

Πηγαίνοντας σ’ ένα Μοναστήρι της Φθιώτιδος , συνάντησα στον δρόμο έναν παράξενο καλόγερο, με ανεμοδαρμένα γκρίζα γένια και αχτένιστα μαλλιά, που τον έλεγαν Ιωάννη. Τα ράσα του πολύ τριμμένα και όχι πολύ καθαρά κι ένα βλέμμα κοφτερό σαν αετίσιο που δεν βοηθούσε να λογαριάσης την ηλικία του. Ψηλός, λιπόσαρκος, σου έδινε την εντύπωση αντάρτη των βουνών και θύμιζε στιγμές-στιγμές τον μεγάλον εκείνον αντάρτη της Ερήμου, τον Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη. Έδειχνε και τούτος ατρόμητος , αλλά και συγκλονισμένος ταυτόχρονα, ωσάν να έβλεπε αδιάκοπα μπροστά του τον Θεόν. Με χαιρέτησε πρώτος και με ρώτησε αν πηγαίνω στο Μοναστήρι που φαινόταν κατάντικρυ στην δασωμένη βουνοπλαγιά. 
- Πηγαίνω να βρω τον Γέροντα Σωφρόνιο, είπα. 
- Τον ίδιο σκοπό έχουμε, αποκρίθηκε. Κι εγώ στον Γέροντα Σωφρόνιο πηγαίνω. Στάσου όμως και πάρε μιαν ανάσα ,γιατί έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να κάνουμε και ο κατσικόδρομος είναι ανηφορικός. 
Καθήσαμε κάτω από ένα δέντρο. Εκείνος άνοιξε τον ντροβά του και έβγαλε το παγούρι με το νερό που κουβαλούσε πάντα μαζί του. 
- Θες μια γουλιά; με ρώτησε. 
Ήπιε μόνον εκείνος και ύστερα συστηθήκαμε. Ήταν ιερομόναχος και δεν ήξερε πολλά γράμματα κοσμικά. Μόνον το δημοτικό είχε τελειώσει και δυο τάξεις του παλιού γυμνασίου. Γρήγορα όμως κατάλαβε ότι ο κόσμος τούτος είναι γεμάτος λάσπη και πήρε τα βουνά για να καλογερέψη και να γλιτώση από την βρωμιά της ματαιότητος. Τον πήρε κοντά του , σαν υποτακτικόν, ο Γέροντας Ισαάκ ,και η πρώτη εντολή που του έδωσε ήταν: 
- Μάθε να προσεύχεσαι. 
- Και πώς θα μάθω, Γέροντα; 
- Παρακάλεσε τον Θεό να σου δείξη, μου είπε. Και συνέχισε: «Πιστεύεις στον Χριστό;». Και όταν του απάντησα ότι πιστεύω, μου ξανάπε: 
- Όσο περισσότερο πιστεύεις στον Θεό, τόσο και ο Θεός θα πιστεύη σε σένα και θα σε προστατεύη συνεχώς. 
Έτσι, από την μιαν απορία έπεφτα σε άλλη, και ο Γέροντας Ισαάκ μου έδωσε την εξήγηση λέγοντάς μου: «Όταν αγκαλιάζης κάποιον πώς τον αγκαλιάζεις; 
- Με τα χέρια μου τον αγκαλιάζω, απάντησα. 
- Το ίδιο να κάνης και με τον Θεόν, όταν προσεύχεσαι. 
- Μα τον Θεόν δεν τον βλέπω, δεν είναι μπροστά μου για να τον αγκαλιάσω! 
- Ποιός σου το είπε αυτό, βρε κουτορνίθι; Ο Θεός είναι πάντοτε μπροστά σου, αφού είναι «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών». Μόλις λοιπόν αρχίζεις να προσεύχεσαι, σε πλησιάζει ακόμα πιο πολύ και σε ακούει. Κατάλαβες; 
- Μα εγώ δεν τον βλέπω, Γέροντα… 
- Δεν τον βλέπεις, μου είπε, γιατί τα μάτια σου είναι γεμάτα τσίμπλες από τις αμαρτίες σου. Αυτό κάνουν οι αμαρτίες. Γεμίζουν τα μάτια της ψυχής με τσίμπλες, για να μη βλέπουμε πού βρισκόμαστε και πού πάμε και τί κάνουμε… 
- Και έμαθες να προσεύχεσαι, π. Ιωάννη; τον ρώτησα. 
- Τί να σου πω; Ακόμα προσπαθώ, αδελφέ μου, αποκρίθηκε. Η προσευχή είναι η πιο δύσκολη δουλειά σ’ αυτόν τον κόσμο, η αληθινή προσευχή ,βεβαίως, όχι να κρατάς ένα βιβλίο και να διαβάζης λόγια. Όποιος μάθει καλά την προσευχή, σώζεται. Γιατί ο προσευχόμενος αληθινά μιλά με τον Θεό και ο Θεός τον καθοδηγεί σε όλα. 
- Αυτό ,που σου είπε ο Γέροντάς σου, να αγκαλιάζης τον Θεόν όταν προσεύχεσαι, δεν σου το εξήγησε πώς γίνεται; 
- Βέβαια, βέβαια, είπε ο π. Ιωάννης. Γιατί και σε μένα έκανε μεγάλη εντύπωση αυτός ο λόγος και δεν κατάλαβα στην αρχή τί ήθελε να πη. 
- Και τί εξήγηση σου έδωσε; 
- Μου είπε ότι δεν αγκαλιάζουμε ποτέ την μάνα ή τον πατέρα μας ή το παιδί μας μόνο με το ένα χέρι, αλλά και με τα δυο. Και στην προσευχή έχουμε δύο χέρια, τον νου και την καρδιά. Πρέπει και με τα δυο αυτά χέρια να αγκαλιάζουμε τον Θεόν. Και αν φθάσουμε σιγά-σιγά στο σημείον να ενώσουμε τον νου με την καρδιά και την καρδιά με τον νου και να νοιώθουμε αληθινά τα όσα λέγει ο νους, τότε φτάνουμε στην αληθινή προσευχή και αγκαλιάζουμε τον Θεόν και ο Θεός αγκαλιάζει εμάς, όπως ο βιολογικός μας πατέρας , όταν τον αγκαλιάζη το παιδί του. Να το θυμάσαι πάντοτε ότι τα χέρια της ψυχής είναι ο νους και η καρδιά…