Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς.

Ες τό σημεον ατό εναι νάγκη νά παρουσιάσωμε κροθιγς τήν τιμή πού ποδίδει δια κκλησία ες τούς
ποτειχισθέντες πρό συνοδικς κρίσεως πό τούς δημοσί καί γυμν τ κεφαλ κηρύττοντας αρεσιν πισκόπους. τιμή ατή συνίσταται ες τό τι τούς κατατάσσει ες τούς γίους καί μολογητές τς πίστεως, φ’ σον μετά τήν ποτείχισι καί δι’ ατς τήν μή ναγνώρισι το αρετικο πισκόπου, κολουθε συνήθως διωγμός καί τό μαρτύριο, συνεργούσης πρός τοτο καί τς πολιτικς ξουσίας. Καί θά ναφερθομε πρός τοτο ες τήν Εκονομαχία καί μάλιστα κατά τήν περίοδο τήν πρό τς Ζ΄ Οκουμενικς Συνόδου κατά τήν ποία, πως προαναφέραμε, δέν το κν
κατεγνωσμένη αρεσις καί πιπλέον πισφραγισμένη πό Σύνοδο 348 πισκόπων ο ποοι κατέστησαν τήν αρεσι γραμμή τς «κκλησίας». Ες τήν Πατριαρχίαν λοιπόν το πρώτου εκονομάχου Πατριάρχου νόματι ναστασίου (730-754) μετά τήν βιαία κβολή το γ. Γερμανο το μολογητο, χομε κατ’ ρχάς τούς δέκα μάρτυρες τούς ν τ Χαλκ λεγομένη Πύλ. Ατοί μάλιστα γιναν ατία νά φονευθ σπαθάριος ποος νλθε στήν κλίμακα, προκειμένου νά κατεβάση τήν εκόνα το Χριστο, ποία ερίσκετο πάνω πό τήν Χαλκ πύλη. ορτάζονται τήν 9η Αγούστου. Ες ατήν τήν πρξιν, τς κατακρημνίσεως δηλαδή καί θανατώσεως
το σπαθαρίου, φαίνεται τι συμμετεχαν καί λλοι γιοι καί εδικά γυνακες. Μεταξύ ατν ταν γ. Θεοδοσία, ποία ορτάζει τήν 29η Μαΐου. Δοσίθεος εροσολύμων μς περιγράφει λακωνικά να συγκλονιστικό γεγονός σχετικά μέ τόν εκονομάχο Πατριάρχη ναστάσιο. Λέγει πί λέξει τά ξς: «ξέβαλε το θρόνου ατο τόν Γερμανόν Πατριάρχην Κόνων (Λέων Γ΄ σαυρος 717-741), το ντιχρίστου πρόδρομος ς κάλη ατόν γιος οτος Πατριάρχης, τ δεκάτ τρίτ τει ατο, καί βαλεν ντ’ κείνου τόν Σύγγελον ναστάσιον, τόν νέον προδότην ούδαν, τόν συμφωνήσαντα τ Κόνωνι καί πιβουλεύσαντα τ γέροντι ατο. λλ’ α σεμναί καί τίμιαι γυνακες τς Κωνσταντινουπόλεως ν προεξρχεν γία Θεοδοσία ορταζομένη Μαΐου εκοστ νάτ ρμησαν ες τήν κκλησίαν, καί τό βδέλυγμα τς ρημώσεως, καί τος λίθοις καί τος ξύλοις βρίζουσαι καί μισθωτόν ποκαλοσαι καί λύκον καί προδότην ούδαν, δίωξαν. θεν κενος πλθε πρός τόν βασιλέα καί προσεκλαύθη καί παρεκίνει ατόν κδικσαι ατόν. λλά καί ες τήν χαλκν πόρταν, που ν Θεανδρική κείνη καί δεσποτική εκών το Χριστο, ν κε βαλεν μέγας Κωνσταντνος, βαλόντος τήν σκάλαν το βασιλικο πηρέτου να ατήν κεθεν κβάλ, α Κωνσταντινοπολίτιδες κβαλοσαι ατήν, ς ξρχεν γία Θεοδώρα, καί κρημνίσασαι ατόν, λαβον ντί μισθο ατν τόν διον θάνατον. Διήρκησε δέ κε Θεανδρική ατη εκών κατά τόν Κωδινόν τη τετρακόσια δέκα πέντε» (Δοσιθέου εροσ., Δωδεκάβιβλος, τόμος ΣΤ΄, κεφ. ΙΘ΄, παραγρ. Η΄, σελ. 440, κδ. Ρηγόπουλου 1982). Εναι ντως συγκλονιστικό καί φοβερό τό γεγονός ατό.

Συνεχίζεται.

Είδα κάποτε το διάβολο, έξω από το κελλί του μαθητού μου...

Πήγαν κάποτε μερικοί Γέροντες να επισκεφτούν τον Όσιο Αντώνιο. Μαζί τους ήταν κι ο Αββάς Ιωσήφ. Ο Μέγας Πατήρ, για να τους δοκιμάσει, διάλεξε κάποιο Γραφικό ρητό και ρώτησε έναν-έναν να πει την ερμηνεία του. Άρχισε τότε ο καθένας να το εξηγεί σύμφωνα με τις γνώσεις του. "Δεν το βρήκες, απαντούσε, σʼ όλους ο Όσιος." Έφτασε κι η σειρά του Αββά Ιωσήφ. "Τι λες εσύ γιʼ αυτό, Ιωσήφ; τον ρώτησε ο Μέγας Αντώνιος." "Εγώ δε γνωρίζω απʼ αυτά, αποκρίθηκε εκείνος." "Ο Αββάς Ιωσήφ έδωσε τη σωστή απάντηση, είπε τότε ο Όσιος, θαυμάζοντας την ταπεινοσύνη του."

Μαζεύτηκαν κάποτε οι Πατέρες της σκήτης να συνομιλήσουν πνευματικά και λησμόνησαν να καλέσουν τον Αββά Κόπρι. Άρχισαν να συζητούν για το πρόσωπο του Μελχισεδέκ και δεν συμφωνούσαν στις γνώμες. Τότε θυμήθηκαν τον Αββά Κόπρι κι έστειλαν να τον φωνάξουν για να πάρουν την γνώμη του. Σαν άκουσε εκείνος την υπόθεση της διαφωνίας και το θέμα, που τόση ώρα έχασαν για να συζητούν, κτύπησε τρεις φορές το στόμα του και είπε: "Αλλοίμονο σου, Καλόγερε. Άφησες κατά μέρος εκείνα που γυρεύει από σένα ο Θεός και ψάχνεις να βρεις αυτά που ποτέ δε θα σου ζητήσει." Ακούγοντας τα σοφά του λόγια οι άλλοι Γέροντες, έφυγαν από τη σύναξη και γύρισαν συλλογισμένοι στα κελλιά τους.

Είδα κάποτε το διάβολο, έξω από το κελλί του μαθητού μου, έλεγε ένας διορατικός Γέρων, να παραμονεύει. Έριξα τότε μια ματιά μέσα να δω τι έκανε εκείνος. Είχε ανοιχτή εμπρός του την Αγία Γραφή κι ήταν βυθισμένος στη μελέτη. Μόλις τελείωσε το διάβασμα κι έκλεισε το βιβλίο, όρμησε μέσα ο διάβολος να τον πειράξει.

Το μυστήριον της θείας Ευχαριστίας: Άγ. Ιουστίνος (Πόποβιτς)

Ο θεανθρώπινος σκοπός και το νόημα του μυστηρίου του Βαπτίσματος πραγματοποιείται τελειώτατα εν τω μυστηρίω της θείας Ευχαριστίας, η τελεία δηλαδή χριστοποίησις και θεανθρωποίησις των ανθρώπων. Εν τη θεία Ευχαριστία βιούται κατά χάριν ολόκληρος η θεανθρωπίνη Οικονομία της σωτηρίας, από την Σάρκωσιν μέχρι και την Ανάληψιν, διότι, κατά τον θεόπνευστον λόγον του αγίου Θεοδώρου Στουδίτου, η Θεία Λειτουργία είναι η επανάληψις όλης της Θεανθρωπίνης Οικονομίας της σωτηρίας. Τούτο ιδίως τονίζεται εις το τέλος της Θείας Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου, όπου λέγεται: «Πεπλήρωται και τετέλεσται, Χριστέ ο Θεός ημών, το μυστήριον της οικονομίας Σου». Η καρδία της θείας Ευχαριστίας είναι εκείνο το οποίον οι Πατέρες εξέφρασαν δια του γνωστού ρητού: Ο Θεός γίνεται άνθρωπος, δια να γίνη ο άνθρωπος θεός. Δια τούτο και ο μεταλαμβάνων ορθόδοξος χριστιανός, όταν κοινωνή των Θείων Μυστηρίων ομολογεί ταπεινώς: «Θεού το Σώμα και θεοί με και τρέφει, θεοί το πνεύμα, τον δε νουν τρέφει ξένως». Το θείον σώμα και αίμα του Χριστού εν τη θεία Ευχαριστία ονομάζονται και είναι θεουργικά διότι θεοποιούν τους κοινωνούντας αυτών, οι οποίοι εν τη θεία Ευχαριστία ζουν και βιούν εν εαυτοίς το μεγαλύτερον θαύμα και το μεγαλύτερον ευαγγέλιον όλων των κόσμων: πληρούνται εις παν το πλήρωμα του Θεού (Εφ. 3,19. Πρβλ. Κολ. 2,10).Η θεία Ευχαριστία είναι η κορυφή του θεανθρωπίνου μυστκού εμπειρισμού, διότι εν αυτή φανερώνεται εμπράκτως ότι από την Σάρκωσιν του Θεού Λόγου ο Θεάνθρωπος Χριστός κατέστη η κεντρική και αιωνία πραγματικότης όλων των κόσμων του Θεού, ειδικώς δε των ανθρωπίνων κόσμων μας. Δια της θείας Ευχαριστίας ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι ο μεθ΄ ημών Θεός, ο Εμμανουήλ (Ματθ. 1,23), και τούτο αιωνίως. Ο πλέον πιστός μάρτυς τούτου είναι η Εκκλησία, το θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, η θεία Ευχαριστία είναι επίσης Σώμα Χριστού, δια τούτο η Εκκλησία και η θεία Ευχαριστία ταυτίζονται, και αλληλοπεριχωρούνται: Η Εκκλησία εν τη Ευχαριστία και η Ευχαριστία εν τη Εκκλησία. Όπου δεν είναι ο Θεάνθρωπος εκεί δεν υπάρχει η Εκκλησία, όπου δε δεν υπάρχει η Εκκλησία εκεί ούτε υπάρχει και η Ευχαριστία. Έξω από την ταυτότητα αυτή, δηλαδή της Εκκλησίας και της Ευχαριστίας, είναι η αίρεσις, η ψευδοεκκλησία και αντιεκκλησία. Ως Σώμα του Χριστού η Εκκλησία υπάρχει μόνον εν τη θεία Ευχαριστία και η θεία Ευχαριστία ως το σώμα και το αίμα του Χριστού υπάρχει μόνον εν τω σώματι της Εκκλησίας του Χριστού. Η Εκκλησία δια της θείας Ευχαριστίας είναι καθολική ενότης και ένωσις του Χριστού μετά των πιστών, και των πιστών μετά του Χριστού και μετ΄ αλλήλων. Εν τη θεία Ευχαριστία η Εκκλησία φανερώνεται ως το εν Σώμα του Χριστού, διότι όλοι οι πιστοί που κοινωνούν του σώματος και του αίματος του Χριστού αποτελούν εν σώμα, το Σώμα του Χριστού. «Ότι εις άρτος, εν σώμα οι πολλοί εσμέν, οι γαρ πάντες εκ του ενός άρτου μεταλαμβάνομεν (Α΄ Κορ. 10, 16-17). Ο «εις άρτος» ούτος είναι ο Χριστός, και το εκ των πολλών «εν σώμα» είναι το σώμα του Θεανθρώπου Χριστού. Και εις την Ευχαριστίαν και εις την Εκκλησίαν ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι εις, και επίσης είναι «τα πάντα εν πάσι» (Κολ. 3, 11).

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς : ερμηνεία του 15ου Κανόνος.

κφρασις το παρόντος Κανόνος «ο τοιοτοι (ο ποτειχισθέντες) ο μόνον τ κανονικ πιτιμίσει οχ πόκεινται, λλά καί τς πρεπούσης τιμς, τος ρθοδόξοις
ξιωθήσονται» κατ’ ρχάς ξεχωρίζει λα τά λλα θέματα πό τά θέματα τς πίστεως. πίσης ξεχωρίζει ατούς πού ποτειχίζονται δι’ οονδήποτε ζήτημα πό ατούς πού ποτειχίζονται λόγ δεδηλωμένης αρέσεως το προεσττος. ταν λοιπόν ναφέρει, «τ κανονικ πιτιμήσει οχ πόκεινται», ννοε τά πιτίμια πού χουν ρίσει ο εροί Κανόνες δι’ ατούς πού κάνουν παρασυναγωγή, φατρία καί σχίσμα. ταν ν συνεχεί λέγει «τς πρεπούσης τιμς τος ρθοδόξοις ξιωθήσονται» ννοε τι, ο ποτειχισθέντες λόγ αρέσεως το προεσττος, καναν κάτι δύσκολο μέ τό ποο βοήθησαν τήν κκλησία νά μήν παρεκκλίνη ες τό βασικό καί θεμελιδες σημεον τς ρθοδόξου δηλαδή πίστεως. ς κ τούτου εναι ξιοι τιμς καί παίνου.
γ. Νικόδημος ες τό σημεο ατό το Κανόνος ρμηνεύει ς ξς: «λλά καί τιμς τς πρεπούσης, ς ρθόδοξοι, εναι ξιοι». Τό «ς ρθόδοξοι» σημαίνει τι, ες τήν πάρχουσα καί κηρυττομένη αρεσι, ο ποτειχισθέντες τήρησαν ρθόδοξον στάσιν, πομακρυνόμενοι πό τόν αρετικό πίσκοπο. Δηλαδή σιωπηλά ννοεται τι ο πόλοιποι μή ποτειχισθέντες δέν τήρησαν ρθόδοξον στάσι, δέν βοήθησαν ες τήν παροσα αρεσι τήν κκλησία νά ρθοδοξήση, λλά βοήθησαν διά τς δειλίας των τήν αρεσι νά δραιωθ. φ’ σον λοιπόν ο μέν ξιώνονται τιμς καί παίνου, ξυπακούεται τι ο κ το ντιθέτου ποκύψαντες καί συμβιβασθέντες εναι ξιοι κατηγορίας καί τιμωρίας. Τό τι συνήθως δέν τιμωρονται πό τς κκλησίας σοι δέν τηρον γενναία καί μολογιακή στάσι σέ θέματα πίστεως καί αρέσεως ατό πρέπει νά φείλεται στούς ξς λόγους. Πρτον διότι ατοί συνήθως ποτελον τήν
πλειοψηφία. Δεύτερον διότι ατοί πιστρέφουν διά τς μετανοίας ες τήν ρθοδοξίαν ταν καταδικασθ αρεσις, πως γινε κατά τήν Ζ΄ Οκουμενική μέ πισκόπους καί
ερες πού εχαν κολουθήσει τήν Εκονομαχία, σύμφωνα μέ τά πρακτικά τς Συνόδου, μολονότι Εκονομαχία μέχρι τότε δέν το, πως ναφέραμε, κατεγνωσμένη αρεσις.
Τρίτον διότι μέ τήν ποκατάστασι τς ρθοδοξίας καί τήν καταδίκη τς αρέσεως κκλησία ν τ εσπλαγχνί της δίδει φεσιν ες λα τά προηγούμενα, καθ’ σον πετεύχθη βασικός σκοπός καί στόχος. Ατό μως οδόλως σημαίνει τι ο μή τιμωρούμενοι δι’ οονδήποτε λόγο εναι συνειδησιακς ντάξει, τήν στιγμή πού ο προθέσεις καί ο διαθέσεις κάστου θά ξετασθον λεπτομερς πό τόν τάζοντα νεφρούς καί καρδίας Θεόν. Τό τι πάλι Κανών ναφέρει τι ο ποτειχισθέντες εναι ξιοι τιμς, σημαίνει σφαλς τι εναι ξιοι καί μιμήσεως σύμφωνα μέ τό λόγιο «τιμή γίου, μίμησις γίου».

Συνεχίζεται.

Αν σωθή, τότε θα σωθή για όλους μας.

Ο πάμπτωχος και ρακένδυτος Ρουμάνος ασκητής Ε., δεν είχε «που την κεφαλήν κλίναι». Εβοήθει εις την τράπεζαν του Ρωσικού μοναστηρίου και ό,τι έπαιρνε το έδιδεν έλεημοσύνην εις απομεμακρυσμένους άσκητάς.
Είναι η μόνη ευκαιρία να σωθώ, έλεγεν. Να ζητιανεύω ταπεινούμενος, να κοπιάζω, να διαμοιράζω...

******

Όλας τας «ευλογίας», πού του έδιδαν πολλοί θεραπευμένοι με την προσευχήν του, ο Χατζηγεώργης τας έδιδε ελεημοσύνην εις τους πτωχούς, μοναχούς και λαϊκούς. Τόση ήτο η ελεημοσύνη του ώστε επεκράτησε να λέγουν δι' οποιονδήποτε ελεήμονα:
«Δίνει σάν Χατζηγεώργης».


***


Επί ήγουμενίας του Καθηγουμένου της ιεράς Μονής Γρηγορίου Συμεών έπηγεν ο μοναχός  Υπάτιος καί βλέπων ότι το πιθάρι ελαίου είχε μόνον 300 κιλά ήρώτησεν τον Ηγούμενον:
—θα δώσωμε λάδι στους ασκητές;
—Θα τους δώσης.
—Γέροντα, δέν έχομε.
—Τό λάδι είναι για όλους μας. Αν σωθή, τότε θα σωθή για όλους μας.
Έδιδαν, έδιδαν και δεν ελιγόστευεν το  έλαιον!... Αμείωτον έμεινεν εις το πιθάρι.

****
Όταν υπηρετούσεν ο γέρων Αρτέμιος εις ένα Γρηγοριάτικον μετόχι εις την Άρταν και επήγαινε να ψωνίση εις την αγοράν, επέστρεφε με άδεια χέρια. Ό,τι είχε τα διεμοιραζεν εις πτωχούς και γεροντάκια.

Άγιος Ι. Χρυσόστομος :

Δια τούτο πολλάκις υμάς υπέμνησα περί των αθέων αιρετικών, και τανύν παρακαλώ, του μη συγκαταβήναι αυτοίς εν τινι πράγματι, μη εν βρώμασιν, ή εν πόμασιν, ή φιλία ή σχέσει, ή αγάπη ή ειρήνη. Ο γαρ εν τούτοις απατώμενος, και συγκαταβαίνων αυτοίς, αλλότριον εαυτόν καθίστησι της καθολικής Εκκλησίας. Ο δε αληθινός και άδολος μαθητής του Θεού μετά παρρησίας κράζει: ει τις υμάς ευαγγελίζεται παρ΄ ο παρελάβετε, ανάθεμα έστω.

Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ [Αγ. Ιουστίνου (Πόποβιτς)]


Ο Οικουμενισμός είναι μία κίνησις, η οποία αφ΄ εαυτής θέτει πολλά προβλήματα. Όλα όμως τα προβλήματα αυτά εις την ουσίαν πηγάζουν και συνοψίζονται εις μίαν επιθυμίαν και μίαν δίψαν: Την δίψαν δια την αληθινήν Εκκλησίαν του Χριστού. Η δε αληθινή Εκκλησία του Χριστού φέρει μέσα της, και πρέπει να φέρη, απαντήσεις εις όλα τα ερωτήματα και προβλήματα τα οποία θέτει ο Οικουμενισμός. Διότι, εάν τυχόν η Εκκλησία του Χριστού δεν έδιδε λύσιν εις τα αιώνια προβλήματα του ανθρωπίνου πνεύματος, τότε αυτή θα ήτο άχρηστος. Και είναι πράγματι γεγονός ότι η εστία του ανθρωπίνου πνεύματος συνεχώς φλέγεται απ΄ αυτά τα αιωνίως κρίσιμα προβλήματα. Αυτά βασανίζουν, συνειδητώς ή ασυνειδήτως, τον κάθε άνθρωπον, είτε το θέλει, είτε όχι, βασανίζουν την καρδίαν και τον νουν του, την συνείδησιν και την ψυχήν του, και όλην την ύπαρξίν του. «Και ουκ έστιν ειρήνη εν τοις οστέοις αυτού». Μεταξύ των αστέρων ο πλανήτης μας είναι η έδρα όλων των βασανιστικών αιωνίων προβλημάτων, των προβλημάτων της ζωής και του θανάτου, του καλού και του κακού, της αρετής και της αμαρτίας, του κόσμου και του ανθρώπου, του χρόνου και της αιωνιότητος, του παραδείσου και της κολάσεως, του Θεού και του διαβόλου. Μεταξύ πάλιν των όντων ο άνθρωπος είναι το πλέον πολυσύνθετον και αινιγματώδες ον, αλλά και το πλέον μαρτυρικόν. Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν κατήλθεν ο Θεός εις την γην και έγινεν άνθρωπος δια να μας απαντήση ως Θεάνθρωπος εις αυτά τα βασανιστικά και αιώνια προβλήματά μας. αυτός είναι και ο λόγος δια τον οποίον Αυτός έμεινε ολόκληρος επί της γης εις την Εκκλησίαν του, ως η Κεφαλή του σώματός Του. Η απάντησις εδόθη εις το Πρόσωπόν Του και εις αυτό το Σώμα Του, το οποίον είναι η Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησία, η κατέχουσα μέσα της όλον το Θεάνθρωπον με όλον το πλήρωμά Του. Επομένως, δια να ίδωμεν και κατανοήσωμεν ορθώς τι είναι ο Οικουμενισμός εις τας πρωταρχικάς ρίζας του, και εις την ουσίαν και την εντελέχειάν του, ποία είναι η πραγματικότης και ποίαι αι επιθυμίαι του, πρέπει να τον αντικατοπτρίζωμεν εις το κάτοπτρον της μόνης Αληθινής Εκκλησίας του Χριστού. Δι΄ αυτό είναι ανάγκη να εκτεθή, πρώτον, έστω εις γενικάς γραμμάς, η διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας περί της αληθινής Αποστολικής και Αγιοπατερικής Εκκλησίας του Χριστού. Και κατόπιν, υπό το φως της, να αντιμετωπισθή το φαινόμενον του Οικουμενισμού.

Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς: Το νέο βιβλίο ερμηνείας του 15ου Κανόνος.

Μία δευτέρα προϋπόθεσις διά τήν ποτείχισι πέραν τς κατεγνωσμένης αρέσεως, σύμφωνα μέ τά λόγια το παρόντος Κανόνος, εναι τό νά τήν κηρύττη πίσκοπος Πατριάρχης «δημοσί καί γυμν τ κεφαλ π’ κκλησίας». Ατό σημαίνει τήν βεβαιότητα καί σφάλεια ες τούς ποσχιζομένους, τήν στιγμή κατά τήν ποία δέν κουσαν τήν αρετική διδασκαλία το πισκόπου νας δύο μερικοί, λλά λα τά μέλη τς κκλησίας. δ ποκλείεται καί διαφορετική ρμηνεία τν λεγομένων πό τόν πίσκοπο, πειδή ,τι κούσουν λίγοι δυνατόν νά παρερμηνευθ νά μεταφερθ λλοιωμένο, ταν μως λα τά μέλη τς κκλησίας τά περισσότερα γίνουν ατήκοα τς αρετικς διδασκαλίας, τότε ποκλείεται πσα πλάνη δικος κρίσις καί κατάκρισις το πισκόπου.
Τό «δημοσί καί γυμν τ κεφαλ π’ κκλησίας» χει πίσης τήν ννοια τι διδασκαλία ατή ποτελε πίστι το πισκόπου καί δέν εναι κάτι πού ναφέρθηκε προχείρως κ παραδρομς πετέλεσε μία λεκτική παρατυπία βρότητα. Οτε πίσης κάτι τό ποο επώθηκε κατ’ οκονομίαν, λόγ κάποιας δηρίτου νάγκης. Δηλαδή ο ποτειχιζόμενοι εναι βέβαιοι τι ποτειχίζονται πό ναν δεδηλωμένο αρετικό, ποίος ργάζεται στόν μπελνα το Κυρίου, πλήν μως διά νά διαφθείρη καί ποκόψη διά τς αρέσεως τά κλήματα πό τήν μπελο καί διά νά  διασκορπίση τά πρόβατα πό τόν ποιμένα (Χριστό). κφρασις τέλος ατή το Κανόνος σημαίνει τι πίσκοπος χι μόνο εναι δεδηλωμένος αρετικός, λλά
προσπαθε τήν αρεσι νά τήν διαδώση χρησιμοποιντας τό ξίωμά του καί νά τήν καταστήση γραμμή τς κκλησίας. πό λα ατά γίνεται φανερό τι ατό πού παιτε ερός Κανών διά τήν ποτείχισι εναι ποτειχιζόμενος νά εναι βέβαιος πό πο ποτειχίζεται, διότι ν ναντί περιπτώσει πάρχει κίνδυνος πλάνης, δίκου κρίσεως καί σχίσματος. Τό «δημοσί καί γυμν τ κεφαλ π’ κκλησίας» δέν χει σφαλς τήν ννοια μόνο ες τήν διά λόγων κηρυττομένη αρεσι, λλά καί ες τήν δι’ ργων, καθώς πίσης καί χι μόνο ες τήν κουστικήν κήρυξι λλά καί ες τήν πτικήν. Δηλαδή ν σήμερα π.χ. Πατριάρχης συλλειτουργ καί συμπροσεύχεται μέ τόν Πάπα, καί ατό διά τς τηλεοράσεως καθίσταται γνωστό καί ες τόν τελευταο ρθόδοξο, ατό σφαλς ντάσσεται ες τήν δημοσί καί γυμν τ κεφαλ π’ κκλησίας κηρυττομένη αρεσι, πειδή ρασις εναι πιστοτέρα τς κος καί τά ργα ξιοπιστότερα τν λόγων. πίσης τό διο σχύει καί ν πίσκοπος κηρύττη κάποια αρεσι, ποία καταγράφεται σέ βιβλίο γραμμένο πό ατόν. Εναι ξιον προσοχς τι ν, ο δύο προηγούμενοι εροί Κανόνες καί τό πρτο τμμα το παρόντος ΙΕ΄ μιλον διά τήν διακοπήν τς μνημονεύσεως το πισκόπου ες τήν θείαν Μυσταγωγίαν, τό δεύτερο τμμα ατο το Κανόνος δέν ναφέρει τήν διακοπή τς μνημονεύσεως, λλά χρησιμοποιε τήν κφρασιν «πρός τόν πρόεδρον κοινωνίας αυτούς διαστέλλοντες» καί τήν κφρασιν «τς πρός τόν καλούμενον πίσκοπον κοινωνίας ποτειχίζοντες». Ατό προφανς συμβαίνει διότι στίς τρες προηγούμενες περιπτώσεις ποτειχίσεως ο ποτειχιζόμενοι σαν πόλογοι καί πεύθυνοι σχίσματος, ν διά τά θέματα τς πίστεως συμβαίνει τό ντίθετο · δηλαδή ποκόπτεται πό τό σμα το Χριστο αρετικά φρονν καί κηρύσσων, ν ποτειχιζόμενος, νσωματώνεται παραμένει νσωματωμένος διά τς ληθινς πίστεως ες τήν κκλησία. Δηλαδή ες τίς τρες προηγούμενες περιπτώσεις . Κανών, δι’ σους θά τολμήσουν τήν διακοπή τς μνημονεύσεως, νομοθετε τήν πιβολή ποινς,ν ες τήν παροσα, τς αρέσεως, θεωρε τήν ποτείχισι ς νάγκη, καί ς νοχο χι τόν ποτειχιζόμενο, λλά τόν πίσκοπο, ξ ο καί ο χαρακτηρισμοί «καλούμενος πίσκοπος, ψευδεπίσκοπος, ψευδοδιδάσκαλος». Ατή πίσης κφρασις σημαίνει τι διά τς διακοπς τς μνημονεύσεως σταματ συγχρόνως κάθε κκλησιαστική κοινωνία καί πικοινωνία μέ τόν πίσκοπο, τι ατός δέν ναγνωρίζεται πλέον ς πίσκοπος τς κκλησίας καί διά τοτο δέν μνημονεύεται, τι δέν πάρχει λλος τρόπος πομακρύνσεως πό τόν αρετικό πίσκοπο καί τήν αρεσι καί τι ποτείχισις σημαίνει περιφρούρησις τς πίστεως καί τν πιστν, φ’ σον πίσκοπος νομάζεται «καλούμενος», δηλαδή κατ’ νομα καί χι κατ’οσίαν.

Συνεχίζεται.