ΙΕΡΟΥ ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ ΣΧΟΛΑΡΙΟΥ

ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΑΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ
Οι Άγιοι Πατέρες και ο σύγχρονος Οικουμενισμός
  
  
        Γράμμα προς τους εκκλησιαστικούς, τον μέγα εκ­κλησιάρχη Σίλβεστρο και τον μέγα χαρτοφύλακα Α­γαλλιανό, το οποίο απέστειλε κατά την ημέρα που προσεκλήθησαν οι εκκλησιαστικοί στο παλάτι του Ξυλαλά. Και αυτή ήταν η πρώτη πρόσκλησις, αφ' ό­του ο καρδινάλιος και οι τρεις αρχιερείς του έτους ε­κείνου είχαν μυστικά προσχεδιάσει τα πάντα (για την ένωσι). 15η Νοεμβρίου (1452).         Ο ιερός Γεννάδιος ο Σχολάριος, σοφός και άγιος Μοναχός, εμόνασε πλησίον της Κωνσταντινουπόλε­ως. Τις παραμονές της πτώσεως της Πόλεως διαβλέ­πει τα ερχόμενα δεινά. Καλεί σε μετάνοια για την α­ποσόβησί τους. Δεν ενδίδει στις πανταχόθεν πιέσεις (εκκλησιαστικών και πολιτικών) για  αναγνώρισι της ψευδοσυνόδου της Φλωρεντίας.
       Η  θεία Πρόνοια τον αναδεικνύει μετά την άλωσι πρώτο Πατριάρχη και Εθνάρχη.
       Η Πόλις εάλω. Αλλά η Ορθοδοξία εσώθη και  δια  της ομολογίας του ιερού Γενναδίου. Έτσι έχουμε ελπίδα σωτηρίας.
       Το κατωτέρω κείμενο-επιστολή απευθύνεται προς εκκλησιαστικά πρόσωπα. Απoτελεί μία ύστατη προ­σπάθεια να αποσοβηθή η υποταγή στις παπικές αξιώ­σεις για να σωθή τάχα η Πόλις. Έχουν προηγηθή πολλές ομιλίες προς τον λαό, πολλά διαβήματα προς τους πολιτικούς άρχοντας, εις ώτα όμως μη ακουό­ντων.
       Τον Νοέμβριο του 1452 γράφεται η επιστολή. Ένα μήνα αργότερα, στις 12 Δεκεμβρίου, συλλειτουρ­γούν δυστυχώς οι Ορθόδοξοι με τους Λατίνους στην Αγια-Σoφιά. Ο ιερός άνδρας, σε κείμενό του που μπορεί να τιτλοφορηθή Θρήνοι Γενναδίου, χαρακτη­ρίζει το γεγονός ως «των χριστιανικών συμφορών το κεφάλαιον».
       Η «ένωσις» δεν έσωσε την Πόλι. Δεν ήταν άλλω­στε δυνατόν. Είναι αναπόδραστη νομοτέλεια, η απο­στασία από την Ορθόδοξο Πίστι να ακολουθήται από εθνικές συμφορές.
       Άγιοι πατέρες, εγώ ήθελα να έλθω, όπως κάνω πάντοτε. Αλλά δεν γνωρίζω καλά σε τι αποβλέπει αυ­τή η συνάντησις. Μάθετε εσείς τον λόγο που σας προσκαλούν. Εάν μεν είναι παρών και ο καρδινάλιος και θέλει να ειπή κάτι, ή η σύσκεψις αυτή αφορά στο να έλθη άλλοτε και να ομιλήση ενώπιόν σας και ενώ­πιον πάντων και να απολογηθήτε σ' αυτόν εκκλησια­στικώς, τότε ας έλθουν κάποιοι απεσταλμένοι σας με ένα επιπλέον άλογο, με διαταγή βασιλική, και θα έλ­θω. Εσείς μη καταπιασθήτε να ακούσετε ή να ειπήτε κάτι χωρίς εμένα. Ό,τι γνωρίζω θα είναι στην διάθεσί σας.       Εάν όμως η σύναξις αυτή γίνεται για να πάρουν την συγκατάθεσι των εκκλησιαστικών για την ένωσι που έκανε ήδη η πολιτεία -αλλοίμονο! αυτό θα είναι χωρισμός από τον Θεό-, τότε αφήστε με, μη με πειρά­ζετε. Την γνώμη μου γι' αυτό την γνωρίζει χίλιες φο­ρές και ο αυθέντης μας ο αυτοκράτωρ και οι σύμβουλοί του και εσείς όλοι. Επίσης προ ολίγων ημερών του έστειλα με τον τιμιώτατο ιερομόναχο κυρ Ιγνάτιο δώδεκα κεφάλαια (άρθρα-θέσεις) περί της υποθέσεως αυτής, τα οποία είδατε και εσείς. Εγώ ποτέ δεν θα πω κάτι άλλο, απ' αυτό που λέγω πάντοτε.       Εκείνη την σύνοδο της Φλωρεντίας την έχω όπως την έχει και ο Θεός και η αλήθεια και όλοι οι χρι­στιανοί, τα γνήσια τέκνα της Ανατολικής Εκκλη­σίας. Για να το πω σαφέστερα, ακολουθώντας την γνώμη των αγίων Πατέρων και ταπεινά την συνείδησί μου: θεωρώ την σύνοδο αυτή ψευδοοικουμενική, όπως εκείνη επί Κωνσταντίνου, η οποία ανήρεσε όπως νόμιζε το ομοούσιον. Η γνώμη μου είναι η εξής: Ό­ποιος θα μνημονεύση τον Πάπα ή θα έχη κοινωνία με αυτούς που τον μνημονεύουν ή θα συμβουλεύση ή θα παραινέση κάποιον να μνημονεύση, θα τον θεωρήσω όπως ακριβώς και η αγία και μεγάλη σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία εξήτασε το λατινικό δόγμα και κατεδίκασε όσους το πίστεψαν, τον Βέκκο δηλαδή και τους ομόφρονάς του.       Έπειτα δεν θεωρώ μικρό πράγμα το μνημόσυνο του Πάπα ή οποιουδήποτε επισκόπου. Άλλωστε η πνευματική κοινωνία των ομοδόξων και η τελεία υπο­ταγή προς τους γνησίους ποιμένας εκφράζεται με το μνημόσυνο. Οι σύνοδοι και οι άλλοι Πατέρες ορίζουν ότι: αυτών που αποστρεφόμεθα το φρόνημα πρέπει να αποφεύγωμε και την κοινωνία. και όλα τα σχετικά που γνωρίζετε ότι ορίζουν. Πάνω απ' όλα όμως ο Κύ­ριός μας λέγει: «Αλλοτρίω δε ου μη ακολουθήσωσιν, αλλά φεύξονται απ' αυτού, ότι ουκ οίδασι των αλλο­τρίων την φωνήν» (Ιω. ι', 5).       Μη γένοιτο να κάνω αιρετική την εκκλησία μου, την αγία μητέρα των Ορθοδόξων, δεχόμενος το μνη­μόσυνο του Πάπα, εφ' όσον ο Πάπας ομολογεί και πι­στεύει εκείνα, για τα οποία δεν τον δέχεται η Εκκλη­σία μας. Όποιος, λοιπόν, ομολογήσει ότι εκείνος (ο Πάπας) ορθοτομεί τώρα τον λόγο της αληθείας, ομο­λογεί ότι οι δικοί μας πρόγονοι είναι αιρετικοί.      Η γνώμη μου λοιπόν ήταν και θα είναι αυτή. Και θα είμαι οπωσδήποτε πάντοτε ακοινώνητος προς τον Πάπα και όσους έχουν κοινωνία μ' αυτόν, όπως οι Πα­τέρες μας. Διότι πρέπει να μιμούμεθα την ευσέβειά τους, αφού δεν έχομε την αγιωσύνη και την σοφία τους.       Ακούω ότι οι πατέρες του λατινισμού υποψιθυρί­ζουν κρυφά ότι η ένωσις θα γίνη υπό όρους και για ωρισμένο χρονικό διάστημα, εξαπατώντας έτσι τον πο­λύ λαό και συγκαλύπτοντας τον εκλατινισμό. Αυτά τα θεωρώ ξένα προς το εκκλησιαστικό και χριστιανικό ήθος και αντίθετα στον Θεό και τον ορθό λόγο.       Πού ακούσθηκε πίστις και εκκλησιαστική ένωσις υπό όρους; Εάν είναι καλή αυτή η ένωσις, γιατί να εί­ναι για ωρισμένο χρονικό διάστημα και όχι μόνιμη; Και εάν είναι κακή, γιατί να γίνη έστω και για μία μόνο ημέρα; Και ποιος άλλος μπορεί να είναι ο όρος για την ένωσι των ορθώς πιστευόντων και φρονού­ντων, παρά οι ενούμενοι να φρονούν και να ομολο­γούν τα ίδια;       Θα ήταν σκόπιμο να τεθούν ο εξής όρος και η εξής διορία: ο Πάπας να αφαιρέση το και εκ του Υιού από το Σύμβολο, όπως και εμείς δεν λέγομε το εκ μόνου του Πατρός και το ουκ εκ του Υιού, αν και είναι δόγμα αρχαίο της Ανατολικής Εκκλησίας, πράγμα που επιβεβαιώνουν και οι ίδιοι οι διδάσκαλοι των Λα­τίνων. Και γι' αυτά τα θέματα ας γίνεται συζήτησις, τό Σύμβολο όμως να λέγεται και από μας και από τον Πάπα, όπως ήτον αρχικά.       Αυτά όμως που λέγουν εκείνοι, δηλαδή να αναβά­λουμε προσωρινά την εξέτασι του θέματος, δεν είναι προσωρινή εκκλησιαστική οικονομία. Είναι προσω­ρινή συγκατάθεσίς μας στην προσθήκη (του filioque) και στην ένωσι που στην Φλωρεντία κακώς επικυρώ­θηκε. Είναι πρόσκαιρος εκλατινισμός -αν θα είναι βέβαια πρόσκαιρος και όχι αιώνιος!- συμπεραίνοντας από τα πρόσωπα που τον πραγματοποιούν.       Δεν είχαν ανακινηθή τα θέματα αυτά και στα χρό­νια του προηγουμένου βασιλέως από κάποιους διεφθαρμένους πολίτας και αποδείξαμε εμείς ότι όλα αυ­τά είναι παράλογα και ασυνείδητα και κατακριτέα από όλους τους ανθρώπους, ομοδόξους και ετεροδό­ξους; Διότι, προηγείται το αν θα ενωθούμε ή όχι με τους Λατίνους. και τότε ακολουθούν τα υπόλοιπα και από τις δύο πλευρές, όσα δηλαδή σχετίζονται με το αν θα ενωθούμε ή θα είμαστε χωρισμένοι.       Αυτή είναι η γνώμη μου, όπως ήδη την γνωρίζετε και εσείς και οι πάντες, και θα είναι η ίδια πάντοτε στο μέλλον. Όποιος θέλει να έχη κοινωνία μαζί μου, ας αποδεχθή την γνώμη μου. Όποιος δεν θέλει, ας κά­νη ό,τι νομίζει. Η ευθύνη δική του.
Όσον αφορά το συμφέρον της Πόλεως, λέγω ότι η σωτηρία της εξαρτάται από την εφαρμογή εκείνων που είπα στο μοναστήρι του Παντοκράτορος. Αν ε­φαρμοσθούν, δεν χρειάζεται τίποτε άλλο. Όμως δεν θα εφαρμοσθούν. Το εγνώριζα ότι δεν θα εφαρμο­σθούν. Αλλά πρέπει ο Θεός και εγώ ο ανάξιος δούλος του να είμαστε αναίτιοι.       Επίσης έστειλα μήνυμα στον μέγα δούκα. Μάλ­λον του έγραψα εκτεταμένη επιστολή, όπως γνωρίζει ο τιμιώτατος μέγας εκκλησιάρχης και ο τιμιώτατος δικαιοφύλαξ. Του έγραψα να αναφέρη στον βασιλέα ότι αυτά που σκέπτονται να κάνουν θα έχουν το κρίμα από τον Θεό και τους ανθρώπους, τους δικούς μας και τους ξένoυς, τους εχθρούς και τους συμμάχους. Και μάλιστα, ούτε ένωσις θα είναι αυτή ούτε μη ένωσις. Ούτε πλέον η εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως θα έχη λόγο προς τους Ορθοδόξους από τώρα, εάν γί­νουν αυτά όπως τα σκέπτεσθε. Αλλά σας λέγω και σας συμβουλεύω αυτό που από την αρχή εζήτησα, ευ­θύς μόλις ήρθε ο καρδινάλιος, αλλά δεν θελήσατε: Να έλθω στο παλάτι. και ας είναι οι τρεις τάξεις των πο­λιτών, η σύγκλητος, η εκκλησία και η πολιτεία. ας έρθη και ο καρδινάλιος έχοντας όσους Βενετίκους και Γενουίτας θέλει. και να δείξω πως, αυτό που λέγει ο καρδινάλιος, είναι ασύμφορο για τα δύο μέρη. Το δε συμφέρον κατά την παρούσα ταραχή των πραγμάτων είναι το εξής: τα εκκλησιαστικά να μείνουν όπως έ­χουν και να μη αλλάξουν καθόλου, ούτε στο ένα μέ­ρος ούτε στα άλλο.       Επειδή αυτοί υπόσχονται να βοηθήσουν την Πό­λι, όταν ειρηνεύση η Πόλις είτε με την βοήθειά τους είτε όχι, εξάπαντος να γίνη ένα από τα δύο: Ή να έλ­θουν δικοί τους αντιπρόσωποι με εξουσιοδότησι να κάνουμε εδώ σύνοδο, ή να υπάγουν εκεί έξι τουλάχι­στον από τα αξιολογώτερα εκκλησιαστικά πρόσωπα, και να συζητηθούν τα περί της ενώσεως εκκλησιαστι­κώς και πνευματικώς και ελευθέρως. Διότι, αν γίνη προηγουμένως ειρήνη, θα έχωμε και την συμβουλή και την γνώμη των εγγύς ομοδόξων, των Αγιορειτών δηλαδή και των αγιωτάτων πατριαρχών. Και ό,τι γί­νει, είτε πάμε εκεί είτε έλθουν εκείνοι εδώ -το καλύ­τερο-, αυτό θα είναι και στον Θεό αρεστό, επειδή θα έγινε με ελπίδα σ' Αυτόν ελευθέρως και πνευματικώς, και στους Χριστιανούς ανεπίληπτο. Μέχρι τότε όλοι εμείς να είμαστε μεταξύ μας ενωμένοι και ο βασιλεύς απροσπαθής.       Με τον τρόπο αυτό ενδέχεται να βγη κάτι καλό, ε­άν βεβαίως ο Θεός, για τον οποίο είναι δυνατά όσα για τους ανθρώπους είναι αδύνατα, ελεήση τους Χρι­στιανούς και δώση οδό και τρόπο αληθινής ενώσεως, κατά τον οποίο οι ειδήμονες και σοφοί από τα δύο μέ­ρη θα συμφωνήσουν κινούμενοι με ορθή συνείδησι εκ Θεού.       Σας είπα ότι, εάν το θελήσετε, εγώ θα έλθω και θα αναπτύξω αυτά εις πλάτος και θαρρώ ότι θα τους κα­ταπείσω αποδεικνύοντας τα ανώφελα και βλαβερά που θα ακολουθήσουν το σκεπτικό τους και τις ωφέλειες από το δικό μου σκεπτικό.      Επίσης, επειδή ελπίζετε και για κάποια βοήθεια από εκεί, αυτή η ανταλλαγή απόψεων αφ' ενός θα α­ποκαλύψη τι είδους είναι εκείνες οι ελπίδες και αφ' ε­τέρου δεν θα προσκρούετε στον Θεό.       Εάν, αντίθετα, πραγματοποιήσετε πρώτα αισχρώς τον εκλατινισμό που θέλετε, και τότε για να εξαπατή­σετε τους απλουστέρους βάλετε χρονικά όρια τάχα και ελπίδες λόγων και συζητήσεων, το συμπέρασμα του κακού αυτού διαβήματος θα είναι αυτό που πολ­λές φορές είπα. Εγώ τότε, έστω κι αν όλη η Ανατολή πάη στην Δύσι, δεν πηγαίνω. και αν όλη η Δύσις έλ­θη στην Ανατολή, εγώ θα σιωπήσω. και ήδη από τώ­ρα σιωπώ. Διότι, αν όλοι εσείς και η δήθεν σύναξίς σας γίνετε Λατίνοι, με ποιους και για ποιους και τι να ομιλή πλέον ο ταπεινός Γεννάδιος υπέρ του πατρίου δόγματος;        Αυτά τα έγραψα εκτενέστερα και στον μέγα δού­κα, όπως γνωρίζουν οι τιμιώτατοι που ανέφερα. Τώρα μόνο τα κυριώτερα σταχυολόγησα. Έχω κοντά μου και αντίγραφο του γράμματος εκείνου, στο οποίο μου απήντησε ο μέγας δούκας με τρόπο που με εξέπληξε: «Ματαίως κοπιάζεις, πάτερ, διότι αποφασίσθηκε να ε­παναφέρωμε το μνημόσυνο του Πάπα και είναι αδύνα­το να γίνη αλλοιώς. Με την προϋπόθεσι ότι δεν θα φέρης κανένα εμπόδιο, διότι τίποτα δεν θα πετύχης, έ­λα να βοηθήσης να το κάνουμε». Και εγώ του απή­ντησα: «Έλεγα (ότι θα έλθω), με την προϋπόθεσι ότι δεν θα γίνετε Λατίνοι. Εάν αποφασίσατε να γίνετε, και ήδη εγίνατε, όλα τελείωσαν και εγώ δεν έχω ευθύ­νη γι' αυτό».       Λοιπόν, πατέρες άγιοι, δεν αμέλησα και γι' αυτό το συμφέρον της Πόλης. Μάλιστα ουδόλως αμέλησα για την Πίστι και για το συμφέρον της Πόλης, το ο­ποίο κυρίως εξαρτάται από τον Θεό και την προς Αυ­τόν ορθόδοξο Πίστι μας. Είθε ο Κύριος να ανοίξη τα μάτια όλων. Ειδ' άλλως, τουλάχιστον εσάς και τους πιο εκλεκτούς από σας να φυλάξη σταθερούς στην Πίστι των Πατέρων, ώστε εξ αιτίας σας να υπάρχη κάποια ελπίδα εκ Θεού. Με τις ευχές σας να ελεήση και εμένα τον αμαρτωλό. Πάντως λυπούμαι πολύ.
Την μετάνοιά μου. Να αναγνωσθή δημοσίως, ώ­στε να ακουσθή από όλους.
                                                                                        (Από το τεύχος 21, σελίς 21-28).
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ , ΜΑΪΟΣ 2006

Η Προδοσία της Ορθοδοξίας

O πρωτοπρεσβύτερος πατέρας Θ. Ζήσης σχολιάζει:




***

«έτι γαρ μικρόν όσον, το προσδοκώμενον ήξει και ου χρονιεί»


Κάθε ορθόδοξος χριστιανός δικαιούται να απαιτήση από τους ταγούς της Ορθοδοξίας συνέπειαν και εντιμότητα. Αυτό είναι δίκαιον να τεθή ως απαίτησις από κάθε σκεπτόμενον άνθρωπο προς τους συνανθρώπους του, που παρουσιάζονται ως εκφραστές των πεποιθήσεών του και της Πίστεώς του. Διότι προτού αναλάβουν τα ηγετικά αξιώματα, προέβησαν εις ομολογίαν συμφωνίας. Εν προκειμένω, οι Ορθόδοξοι Επίσκοποι και Αρχιερείς, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, δίδουν εκτεταμένην διαβεβαίωσιν ότι θα είναι εις το «Πιστεύω» των και εις την διαποίμανσιν των λογικών προβάτων του Χριστού και εις τον ευαγγελισμόν των ανθρώπων ευθυγραμμισμένοι πλήρως προς την Ορθόδοξη Πίστη. Δεν προσφέρεται το αξίωμα από την Εκκλησίαν, δια να χρησιμοποιηθή δια προσωπικήν ωφέλειαν προβολής, χρηματισμού, ή ως βήμα δια την έκθεσιν φιλοσοφικών αντιλήψεων και θεωριών. Προσφέρεται δια να «ποιήση» ο επίσκοπος «έργον ευαγγελιστού» (Β΄ Τιμ. Δ,5). Και το έργον του ευαγγελιστού προσφέρεται εις την Ορθοδοξίαν με κατεύθυνσιν την σωτηρίαν των ανθρώπων μέσω της Ορθοδόξου Πίστεως, Παραδόσεως, πιστής εφαρμογής των Ιερών Κανόνων, προς τον ενανθρωπίσαντα Κύριον και μέσω των Μυστηρίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας της μοναδικής Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Κυρίου μας, με βασικόν και υποχρεωτικόν το Μέγα Μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Εάν όμως οι Επίσκοποι και Αρχιερείς, αλλάξουν σκέψεις και αντιλήψεις, οφείλουν να έχουν τουλάχιστον την εντιμότητα του συνεργάτου του Αποστόλου Παύλου, του Δημά. Αυτός, ο Δημάς, ως γνωστόν, απεμακρύνθη από κοντά του και μάλιστα πολύ μακράν, όταν διαπίστωσεν ότι έκλινε προς «άλλην αγάπην»… : «Δημάς δε με εγκατέλιπεν αγαπήσας τον νυν αιώνα» (Β΄ Τιμ. Δ,10). Η συμπεριφορά του Ιούδα, ο οποίος παρέμεινε εις τον κύκλον των Μαθητών του Κυρίου, διαφωνών μεν αλλά και με σκοπόν την προδοσίαν, συνιστά το τερατώδες πρόσωπον του Άδου, το οποίον και απήλαυσε τελικώς… Εκείνoι οι ηγήτορες οι οποίοι, μετά την χειροτονίαν των και την διαβεβαίωσιν, διαπίστωσαν ότι οι προτεσταντικές, παπικές ή οι Οικουμενιστικές θέσεις είναι γι΄ αυτούς πιο βολικές, ή έστω πιο ορθές, ας αποβάλουν με θάρρος και τιμιότητα την ιδιότητα του Ορθοδόξου Ιεράρχου. Διάφορος αντιμετώπισις του θέματος αυτού, δηλαδή η παραμονή εις την Ορθοδοξίαν με σύγχρονον ζωήν, συμπεριφοράν, ή διακηρύξεις που δεν συμφωνούν με την Ιεράν Παράδοσιν τους Ιερούς Κανόνας και την Ορθόδοξον Πίστιν επί των οποίων βασίζεται πλήρως η Ορθόδοξος θεολογία, τους τοποθετούν εις την τάξιν των αιρετικών. Εκφράζουμε εκ βαθέων την ευχή η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος «η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα» φωτίση, ενισχύση και κατευθύνη τους αξίους της αποστολής τους επισκόπους, όπως τιθέμενοι επικεφαλής του πιστού λαού του Θεού απελευθερώσουν την Ορθόδοξο Εκκλησία από το αιρετικό οικουμενιστικο-παπικό καρκίνωμα και την οδηγήσουν δια της αγιοπνευματικής-χαρισματικής οργανώσεως προς την διαρκή Πεντηκοστή, «ίνα εν ενί στόματι και μια καρδία» αναπέμπεται από τον πιστό Ορθόδοξο λαό ο ύμνος και η δοξολογία προς τον εν Τριάδι προσκυνητό Θεό, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα εις τους αιώνας των αιώνων Αμήν.

***
Η νέα πρόεδρος (παπαδίνα..) του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Εκκλησιών(Σατανοεκκλησιών)
 Revd Dr Kaisamari Hintikka has been appointed as .......... of the Conference of European Churches (CEC) by the CEC Presidium meeting in Aghios Nikolaos, Crete, 27-30 April 2011.


***

Κατά τον αείμνηστον Αρχιμ. Σπυρίδωνα Μπιλάλη: Ο Οικουμενισμός, η μεγαλυτέρα αίρεσις του εικοστού αιώνος, κηρύττουσα τον δογματικόν και θρησκευτικόν συγκρητισμόν και τείνουσα εις εν είδος πανθρησκείας δια της εξισώσεως των χριστιανικών ομολογιών και θρησκειών, αποτελεί την πλέον θανάσιμον απειλήν δια την Ορθοδοξίαν... 
(Αρχιμ. Σπυρίδωνος Μπιλάλη, «Ορθοδοξία και Παπισμός», Τομ. Α' σελίς 377, Αθήναι 1969). Οικουμενισμός , Ορθοδοξία και Παπισμός) 
***
Ζούμε αναμφίβολα σε περίοδο κοσμογονικών αλλα­γών. Τα γεγονότα, κατευθυνόμενα πλέον, τρέχουν με ξέ­φρενους ρυθμούς. Ο Οικουμενισμός εξελίσσεται μέσα στην ισοπεδωτική προοπτική της Παγκοσμιοποιήσεως, που επιβάλλουν ισχυρά πολιτικοοικονομικά κέντρα. Κα­νείς πια δεν πιστεύει σοβαρά πως ο Οικουμενισμός μπο­ρεί να προσφέρει ορατή λύση στο αίτημα της χριστια­νικής ενότητος.

Ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν πρέπει ούτε να αιθεροβατούμε αλλά ούτε και να εφησυχάζουμε. Αν σεβόμαστε πραγματικά τη ζωή των ανθρώπων, αν πονάμε τον βα­σανισμένο από τις αδιέξοδες θρησκευτικές του παραδό­σεις κόσμο της Δύσεως, αλλά και τον παγιδευμένο στις δαιμονικές πλάνες κόσμο της Ανατολής, έχουμε χρέος να μείνουμε προσηλωμένοι στην Αγία μας Εκκλησία. Να κρα­τήσουμε ανόθευτη την πατροπαράδοτη πίστη μας, βιώ­νοντάς την αυθεντικά μέσα από τον καθημερινό μας αγώ­να για τον προσωπικό αγιασμό και τη θέωση. Η ορθή πίστη και ο ακριβής βίος θα μας κάνουν ικανούς για τη μαρ­τυρία της Ορθοδοξίας, αλλά -γιατί όχι;- και για το μαρ­τύριο, αν και όταν οι καιροί το απαιτήσουν...

Η εμμονή στην Ορθοδοξία, δηλαδή στη γνησιότητα της ζωής, και η εμμονή στην αλήθεια που ελευθερώνει και σώζει, δεν είναι εγωισμός, φανατισμός ή μισαλλοδοξία. Εκφράζει την οικουμενική διάσταση, την αγάπη και τη φι­λανθρωπία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Και αποτελεί την ύστατη δυνατότητα που αυτή προσκομίζει, για μια ριζο­σπαστική πνευματική αλλαγή στο χώρο της Δύσεως, αλλά και για μια έξοδο της Ανατολής από την αιχμαλω­σία των ψεύτικων θεών.
***
Στο κείμενο που ακολουθεί, ο Άγιος Ιουστίνος(Πόποβιτς) γράφει για προδοσία της Ορθοδοξίας, άνευ προηγουμένου!


Was it really necessary for the Orthodox Church, the all-immaculate Theanthropic Body and instrument of the God-Man Christ, to be so monstrously humiliated that Her theological representatives, including even Hierarchs, should seek after “organic” participation and inclusion in the World Council of Churches, which thus becomes a new ecclesiastical “organism”, a “new Church” above the churches, of which the Orthodox Church and non-Orthodox churches are merely “members”, “organically” joined to each other?  Alas, an unprecedented betrayal!”
St. Justin (Popovich), “Orthodoxy and Ecumenism: An Orthodox Opinion and Testimony” 13 November 1974)


Ομολογία Αγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ



Διά τῆς ᾽Ορθοδόξου αυτής ῾Ομολογίας τοῦ ῾Αγίου Πατρός τῆς ᾽Εκκλησίας Γρηγορίου ᾽Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ, ἀντιμετωπίσθη ὁμολογιακῶς κατά τόν ΙΔ' αἰῶνα καί ἀπεκρούσθη νικηφόρως ἡ θρασυτάτη ἐπιβουλή ἐκ τῆς αἱρεσιοβριθοῦς Δύσεως  κατά τῶν ᾽Ορθοδόξων. Aύτην την Ομολογία καί εμεῖς οἱ ἐλάχιστοι, κατασπαζόμενοι, ἐπεκτείνομεν καί κατά τῶν μετέπειτα ἀντιχρίστων ἐπιβουλῶν τῆς παπικῆς Δύσεως, μέχρι καί τοῦ συγχρόνου Οἰκουμενισμοῦ.

«Εἷς Θεός πρό πάντων, καί ἐπί πάντων, καί ἐν πᾶσι, καί ὑπέρ τό πᾶν, ἐν Πατρί καί Υἱῶ καί ἁγίω Πνεύματι παρ' ἡμῶν προσκυνούμενός τε καί πιστευόμενος· Μονάς ἐν Τριάδι, καί Τριάς ἐν Μονάδι ἀσυγχύτως ἑνουμένη, καί ἀμερίστως διαιρουμένη· Μονάς ἡ αὐτή καί Τριάς παντοδύναμος·, Πατήρ ἅναρχος, οὐ μόνον ὡς ἄχρονος, ἀλλά καί ὡς κατά πάντα τρόπον ἀναίτιος· μόνος αἰτία καί ρίζα καί πηγή τῆς ἐν Υἱῶ καί ἁγίω Πνεύματι θεωρουμένης Θεότητος· μόνος αἰτία προκαταρκτική τῶν γεγονότων· οὐ μόνος Δημιουργός, ἀλλά μόνος ἑνός Υἱοῦ Πατήρ, καί Πνεύματος ἁγίου ἑνός Προβολεύς· ἀεί ὤν, καί ἀεί ὤν Πατήρ, καί ἀεί ὤν μόνος Πατήρ τε καί Προβολεύς· μείζων Υἱοῦ καί Πνεύματος, τοῦτο μόνον ὡς αἴτιος· τἄλλα δέ πάντα ὁ αὐτός αὐτοῖς καί ὁμότιμος· — οὗ Υἱός εἷς, ἄναρχος μέν ὡς ἄχρονος· οὐκ ἄναρχος δέ, ὡς ἀρχήν καί ρίζαν καί πηγήν ἔχων τόν Πατέρα· ἐξ οὗ μόνου πρό πάντων τῶν αἰώνων ἀσωμάτως, ἀρρεύστως, ἀπαθῶς, γεννητῶς προῆλθεν, ἀλλ' οὐ διηρέθη, Θεός ὤν ἐκ Θεοῦ· οὐκ ἄλλος μέν καθ' ὅ Θεός, ἄλλος δέ καθ᾽ ὅ Υἱός, ἀεί ὤν, καί ἀεί ὤν Υἱός καί μόνος Υἱός καί ἀεί πρός τόν Θεόν ἀσυγχύτως ὤν, οὐκ αἰτία καί ἀρχή τῆς ἐν Τριάδι νοουμένης θεότητος, ὡς ἐξ αἰτίας καί ἀρχῆς ὑπάρχων τοῦ Πατρός, άλλ' αἰτία καί ἀρχή τῶν γεγονότων πάντων, ὡς δι' αὐτοῦ πάντων γεγονότων ὅς ἐν μορφῆ Θεοῦ ὑπάρχων, οὐχ ἁρπαγμόν ἡγήσατο τό εἶναι ἴσα Θεῶ· ἀλλ' ἐπί συντελεία τῶν αἰώνων ἑαυτόν ἐκένωσε, μορφήν τήν καθ' ἡμᾶς λαβών, καί ἐκ τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας εὐδοκία τοῦ Πατρός καί συνεργία τοῦ ἁγίου Πνεύματος κυηθείς τε νόμω φύσεως καί γεννηθείς, Θεός ὁμοῦ καί ἄνθρωπος, καί ὡς ἀληθῶς ἐνανθρωπήσας γέγονε ὅμοιος ἡμῖν κατά πάντα πλήν ἁμαρτίας, μείνας ὅπερ ἧν, Θεός ἀληθινός, ἑνώσας ἀσυγχύτως καί ἀτρέπτως τάς δύο φύσεις καί θελήσεις καί ἐνεργείας, καί μείνας εἷς Υἱός ἐν μιᾶ ὑποστάσει καί μετά τήν ἐνανθρώπησιν, ἐνεργῶν τά θεῖα πάντα ὡς Θεός, καί τά ἀνθρώπινα πάντα ὡς ἄνθρωπος, καί τοῖς ἀνθρωπίνοις ἀδιαβλήτοις ὑποκείμενος πάθεσιν. ᾽Απαθής μέν καί ἀθάνατος ὥν καί διαμένων ὡς Θεός, ἐκών δέ σαρκί παθών ὡς ἄνθρωπος καί σταυρωθείς καί θανών καί ταφείς, καί τῆ τρίτη ἡμέρα ἀναστάς ὅς καί τοῖς μαθηταῖς μετά τήν ἀνάστασιν ἐπιφανείς, καί τήν ἐξ ὕψους δύναμιν ἐπαγγειλάμενος, καί παραγγείλας μαθητεύειν πάντα τά ἔθνη, καί βαπτίζειν εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καί τηρεῖν διδάσκειν ὅσα ἐνετείλατο, αὐτός ἀνελήφθη εἰς τόν οὐρανόν, καί ἐκάθισεν ἐξ δεξιῶν τοῦ Πατρός, ὁμότιμον καί ὁμόθρονον ὡς ὁμόθεον ποιήσας τό ἡμέτερον φύραμα, μεθ' οὗ πάλιν φυράματος ἤξειν μέλλει μετά δόξης κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς, καί ἀποδοῦναι ἑκάστω κατά τά ἔργα αὐτοῦ. — Τότε δέ πρός τόν Πατέρα ἀνελθών ἔπεμψεν ἐπί τούς ἁγίους αὐτοῦ μαθητάς καί ἀποστόλους τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται· συνάναρχον μέν ὅν τῶ Πατρί καί τῶ Υἱῶ, ὡς ἄχρονον, οὐκ ἄναρχον δέ, ὡς καί αὐτό ρίζαν καί πηγήν καί αἰτίαν ἔχον τόν Πατέρα, οὐχ ὡς γεννητόν, ἀλλ' ὡς ἐκπορευτόν· ἐκ Πατρός γάρ καί αὐτό πρό πάντων τῶν αἰώνων ἀρρεύστως καί ἀπαθῶς, οὐ γεννητῶς, ἀλλ' ἐκπορευτῶς προῆλθεν, ἀδιαίρετον ὅν τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ, ὡς ἐκ τοῦ Πατρός προερχόμενον καί ἐν Υἱῶ ἀναπαυόμενον, ἀσύγχυτον καί τήν ἕνωσιν ἔχον, καί ἀμέριστον τήν διαίρεσιν· Θεός ὅν καί αὐτό ἐκ τοῦ Θεοῦ, οὐ ἄλλος μέν καθ' ὅ Θεός, ἄλλος δέ καθ' ὅ Παράκλητος· Πνεῦμα αὐθυπόστατον, ἐκ Πατρός ἐκπορευόμενον καί δι' Υἱοῦ πεμπόμενον, τουτέστι φανερούμενον, αἴτιον καί αὐτό τῶν γεγονότων πάντων, ὡς ἐν αὐτῶ τετελεσιουργημένων· τό αὐτό καί ὁμότιμον Πατρί τε καί Υἱῶ, χωρίς τῆς ἀγεννησίας καί τῆς γεννήσεως. ᾽Επέμφθη δέ παρά τοῦ Υἱοῦ πρός τούς οἰκείους μαθητάς, τουτέστι πεφανέρωται. Πῶς γάρ ἄν ἄλλως παρ' αὐτοῦ πεμφθείη τό μή χωριζόμενον αὐτοῦ; Πῶς δ' ἄν ἄλλως ἔλθοι μοι τό ὑπάρχον πανταχοῦ; Διό μή μόνον παρά τοῦ Υἱοῦ, ἀλλά καί παρά τοῦ Πατρός, καί διά τοῦ Υἱοῦ πέμπεται· καί παρ' ἑαυτοῦ ἔρχεται φανερούμενον. Κοινόν γάρ ἔργον ἡ ἀποστολή, δηλονότι ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος, — Φανεροῦται δέ οὐ κατά τήν οὐσίαν, Οὐδείς γάρ ποτέ Θεοῦ φύσιν ἤ είδεν ἤ ἐξηγόρευσεν, ἀλλά μετά τήν χάριν καί τήν δύναμιν καί τήν ἐνέργειαν, ἥτις κοινή ἐστι Πατρός καί Υἱοῦ καί Πνεύματος. ῎Ιδιον μέν γάρ ἑκάστου τούτων ἡ ἑκάστου ὑπόστασις, καί ὅσα τείνει πρός αὐτήν· κοινά δέ οὐχ ἡ ὑπερούσιος οὐσία μόνον, ἡ παντάπασιν ἀνώνυμος καί ἀνέκφαντος καί ἀμέθεκτος, ὡς ὑπέρ πᾶσαν ἐπωνυμίαν οὖσα καί ἔκφανσιν καί μετοχήν, ἀλλά καί ἡ χάρις καί ἡ δύναμις καί ἡ ἐνέργεια καί ἡ λαμπρότης, καί ἡ βασιλεία καί ἡ ἀφθαρσία, καί πάνθ' ἁπλῶς καθ' ἅ κοινωνεῖ, καί κατά χάριν ἑνοῦται τοῖς ἁγίοις ἀγγέλοις τε καί ἀνθρώποις ὁ Θεός· μήτε διά τό μεριστόν καί διάφορον τῶν ὑποστάσεων, μήτε διά τό μεριστόν καί ποικίλον τῶν δυνάμεών τε καί ἐνεργειῶν, τῆς ἁπλότητος ἐκπίπτων οὕτως ἡμῖν εἶς ἐστι παντοδύναμος Θεός ἐν μιᾶ θεότητι. Οὔτε γάρ ἐξ ὑποστάσεων τελείων γένοιτ' ἄν ποτε σύνθεσις, οὔτε τό δυνάμενον, ὅτι δύναμιν ἤ δυνάμεις ἔχει, δι ' αὐτό τό δύνασθαι σύνθετον ἀληθῶς ποτε λεχθείη ἄν.
Πρός τούτοις προσκυνοῦμεν σχετικῶς τήν ἁγίαν εἰκόνα τοῦ περιγραφέντος ὡς δι' ἡμᾶς ἐνανθρωπίσαντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, πρός τό πρωτότυπον ἀναφέροντες σχετικῶς τήν προσκύνησιν· καί τό τίμιον τοῦ σταυροῦ ξύλον, καί τά σύμβολα πάντα τῶν αὐτοῦ παθημάτων, ὡς ὄντα τρόπαια θεῖα κατά τοῦ κοινοῦ πολεμίου τοῦ γένους ἡμῶν· πρός δέ καί τόν τύπον τοῦ τιμίου σταυροῦ σωτήριον, καί τούς θίους ναούς καί τόπους, καί τά ἱερά σκεύη καί θεοπαράδοτα λόγια διά,τάνν αὐτοῖς ἐνοικοῦντα Θεόν. ῾Ωσαύτως προσκυνοῦμεν καί τάς τῶν ἁγίων πάντων εἰκονας διά τήν πρός αὐτούς ἀγάπην καί τόν Θεόν, ὅν οὗτοι ἀληθῶς ἠγάπησάν τε καί ἐθεράπευσαν· ἐν τῆ προσκυνήσει πρός τάς εἰκόνων μορφάς ἀναφέροντες τήν διάνοιαν. Προσκυνοῦμεν καί αὐτάς τάς τῶν ἁγίων σορούς, ὡς τῆς ἁγιαστικῆς χάριτος τῶν αὐτῶν οὐκ ἀποπτάσης ἱερωτάτων ὀστῶν· ὥσπερ οὐδέ τοῦ δεσποτικοῦ σώματος ἐν τῶ τριημέρω ἡ θεότης διηρέθη θανάτω.
Κακόν κατ' οὐσίαν ἴσμεν οὐδέν· οὐδ' είναι τοῦ κακοῦ ἀρχήν ἑτέραν ἤ τήν ἐκτροπήν τῶν λογικῶν, κεχρημένων τῆ παρά τοῦ Θεοῦ δεδομένη αὐεξουσιότητι κακῶς. Στέργομεν πάσας τάς ἐκκλησιαστικάς παραδόσεις, ἐγγράφους τε καί ἀγράφους, καί πρό πάντων τήν μυστικωτάτην τε καί πανίερον τελετήν καί κοινωνίαν καί σύναξιν, παρ' ἧς καί ταῖς ἄλλαις τελεταῖς ἡ τελείωσις, καθ' ἥν εἰς ἀνάμνησιν τοῦ κενώσαντος ἑαυτόν ἀκενώτως, καί σάρκα λαβόντος καί παθόντος ὑπέρ ἡμῶν, κατά τήν θεσπεσίαν ἐκείνου παραγγελίαν καί αὐτουργίαν, τά θειότατα ἱερουργεῖται καί θεουργεῖται, ὁ ἄρτος καί τό ποτήριον· καί αὐτό τό ζωαρχικόν ἐκεῖνο τελεῖται σῶμα καί αίμα· καί τήν ἀπόρρητον αὐτῶν μετουσίαν καί κοινωνίαν τοῖς εὐαγῶς προσιοῦσι χαρίζεται. Πάντας δέ τούς μή ὁμολογοῦντας καί πιστεύοντας ὡς τό Πνεῦμα τό ἅγιον προεμήνυσε διά τῶν προφητῶν, ὡς ὁ Κύριος ἐθέσπισε διά σαρκός ἡμῖν ἐπιφανείς, ὡς οἱ ἀπόστολοι ἐκήρυξαν πεμφθέντες ὑπ' αὐτοῦ, ὡς οἱ Πατέρες ἡμῶν καί διάδοχοι ἐκείνων ἐδίδαξαν ἡμᾶς, ἀλλ' αἱρέσεως οἰκείας ἤ ἄρξαντας, ἤ τοῖς κακῶς ἄρξασιν εἰς τέλος ἐπηκολουθηκότας, ἀποβαλλόμεθα καί ἀναθέματι καθυποβάλλομεν.
Δεχόμεθα δέ καί ἀσπαζόμεθα τάς ἁγίας καί οἰκουμενικάς συνόδους, τήν ἐν Νικαία τῶν τριακοσίων δέκα καί ὀκτώ θεοφόρων Πατέρων κατά τοῦ θεομάχου ᾽Αρείου, κατασπῶντος ἀσεβῶς εἰς κτίσμα τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, καί κατατέμνοντος εἰς κτιστά καί ἄκτιστα τήν ἐν Πατρί καί Υἱῶ καί ἁγίω Πνεύματι προσκυνουμένην Θεότητα' τήν μετ' αὐτήν ἐν Κωνσταντινουπόλει τῶν ἑκατόν πεντήκοντα ἁγίων Πατέρων κατά Μακεδονίου Κωνσταντινουπόλεως, ἀσεβῶς εἰς κτίσμα κατασπῶντος τό Πνεῦμα τό ἅγιον, καί κατατέμνοντος μηδέ ἧττον καί τούτου εἰς κτιστά καί ἄκτιστα τήν μίαν Θεότητα' τήν μετ' αὐτήν ἐν ᾽Εφέσω τῶν διακοσίων Πατέρων κατά Νεστορίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, τήν καθ' ὑπόστασιν ἕνωσιν ἀθετοῦντος ἐπί Χριστοῦ τῆς αὐτοῦ θεότητος καί ἀνθρωπότητος, καί τήν ὡς ἀληθῶς τεκοῦσαν τόν Θεόν Παρθένον, Θεοτόκον καλεῖν μηδαμῶς βουλομένου· καί τήν τετάρτην τήν ἐν Χαλκηδόνι τῶν ἑξακοσίων τριάκοντα Πατέρων κατά Εὐτυχοῦς καί Διοσκόρου, μίαν φύσιν ἐπί Χριστοῦ δογματιζόντων κακῶς· καί τήν μετ᾽ αὐτήν ἐν Κωνσταντινουπόλει τῶν ἑκατόν ἑξήκοντα πέντε Πατέρων κατά Θεοδώρου καί Διοδώρου τά αὐτά τῶ Νεστορίω φρονούντων, καί διά συγγραμμάτων τά ἐκείνου συνιστώντων, ῾Ωριγένους τε καί Διδύμου καί Εὐαγρίου τινός, τῶν παλαιῶν μέν ὄντων, μυθώδη δέ τινα ἐν τῆ τοῦ Θεοῦ ᾽Εκκλησία παρεισάγειν ἐπιχειρούντων· καί τήν μετ' αὐτήν ἐν τῆ αὐτῆ πόλει τῶν ἑκατόν ἑβδομήκοντα Πατέρων κατά Σεργίου, Πύρρου, Παύλου, Κωνσταντινουπόλεως ἀρξάντων, ἀθετούντων ἐπί Χριστοῦ τάς καταλλήλους ταῖς δύο φύσεσιν δύο ἐνεργείας καί δύο θελήματα· καί τήν ἐν Νικαία πάλιν τῶν ἑπτά καί ἑξήκοντα καί τριακοσίων Πατέρων κατά τῶν Εἰκονομάχων.
᾽Ασπαζόμεθα καί πάσας τάς κατά Θεοῦ χάριν κατά καιρόν ἤ τόπον πρός βεβαίωσιν εὐσεβείας καί εὐαγγελικῆς πολιτείας συναθροισθείσας ἁγίας συνόδους· ὧν εἰσι καί αἱ συγκροτηθεῖσαι κατά τήν μεγαλόπολιν ταύτην ἐν τῶ περιβοήτω ναῶ τῆς ἁγίας τοῦ Θεοῦ Σοφίας κατά τοῦ Καλαβροῦ Βαρλαάμ, καί τοῦ μετ' ἐκεῖνον τά ἐκείνου φρονοῦντος, καί δόλω σπεύδοντος ἐπεκδικεῖν, ᾽Ακινδύνου' οἵ τήν κοινήν χάριν Πατρός, Υἱοῦ καί Πνεύματος, καί τό φῶς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, καθό καί οἱ δίκαιοι λάμψουσιν ὡς ἥλιος, ὡς καί ὁ Χριστός προϋπέδειξεν ἐπ' ὅρους λάμψας, καί ἁπλῶς πᾶσαν δύναμίν τε καί ἐνέργειαν τῆς τρισυποστάτου Θεότητος, καί πᾶν τό διαφέρον ὁπωσοῦν τῆς θείας φύσεως κτιστόν είναι δογματίζουσι, καί κατατέμνουσι καί οὗτοι δυσσεβῶς εἰς κτιστά καί ἄκτιστα τήν μίαν Θεότητα, καί τούς εὐσεβῶς ἄκτιστον τό θειότατον ἐκεῖνο φῶς, καί πᾶσαν δύναμιν καί ἐνέργειαν πρεσβεύοντας θείαν, ὡς μηδενός ὄντος προσφάτου τῶν τῶ Θεῶ προσόντων φυσικῶς, διθεϊτας ὀνομάζουσι καί πολυθέους, ὡς καί ᾽Ιουδαῖοι Σαβελλιανοί τε καί Αρειανοί ὀνομάζουσιν ἡμᾶς. ᾽Αλλ' ἡμεῖς τούτους τε κἀκείνους, ὡς ὄντως ἀθέους τε καί πολυθέους, ἀποβαλλόμεθᾳ καί τοῦ πληρώματος τῶν εὐσεβούντων, ὡς καί ἡ ἁγία τοῦ Χριστοῦ καθολική καί ἀποστολική ᾽Εκκλησία διά τοῦ συνοδικοῦ Τόμου καί ῾Αγιορειτικοῦ, τελέως ἐκκόπτομεν, πιστεύοντες εἰς μίαν Θεότητα τρισυπόστατον καί παντοδύναμον, οὐδαμῶς τοῦ ἑνιαίου καί τῆς ἁπλότητος ἐκπίπτουσαν διά τάς δυνάμεις ἤ τάς ὑποστάσεις. ᾽Επί τούτοις πᾶσι προσδοκῶμεν ἀνάστασιν νεκρῶν, καί ζωήν ἄληκτον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ᾽Αμήν».

An unprecedented betrayal



Was it really necessary for the Orthodox Church, the all-immaculate Theanthropic Body and instrument of the God-Man Christ, to be so monstrously humiliated that Her theological representatives, including even Hierarchs, should seek after “organic” participation and inclusion in the World Council of Churches, which thus becomes a new ecclesiastical “organism”, a “new Church” above the churches, of which the Orthodox Church and non-Orthodox churches are merely “members”, “organically” joined to each other?  Alas, an unprecedented betrayal!”
St. Justin (Popovich), “Orthodoxy and Ecumenism: An Orthodox Opinion and Testimony” 13 November 1974)

Αποστολική διαδοχή παπικών

Του πατρός της Μίας, Αγίας, Καθολικής ΚΑΙ Αποστολικής Εκκλησίας Ιωάννου Ρωμανίδου.

«H ενσωμάτωση του επισκοπάτου της καρολιγγείου Φραγκίας μέσα στις ένοπλες δυνάμεις των Φράγκων και η κατοχή του από αξιωματικούς του στρατού , με σκοπό την καταστολή του επαναστατημένου Γαλλο- Ρωμαϊκού πληθυσμού , είναι το ΚΛΕΙΔΙ για να καταλάβουμε το λεγόμενο Μέγα Σχίσμα μεταξύ του Ρωμαϊκού και του Λατινικού χριστιανικού κράτους.
Αυτοί οι Φραγκο- επίσκοποι μαζί με τους διαδόχους τους, ποτέ δεν κατάλαβαν τι σημαίνει Αποστολική Παράδοση και διαδοχή και έτσι ευτέλισαν την αξία της , θεωρώντας την διαδοχή και Παράδοση των Αποστόλων σαν μία εξουσιαστική δύναμη που απέρρεε από ένα σύστημα μαγικών πράξεων και με την οποία αποστέλλονται οι άνθρωποι στον παράδεισο ή στην κόλαση. Αυτή την αντίληψη μεταφέρανε και στην παπική έδρα της Ρώμης , όταν οι Φράγκοι βιαίως την κατέλαβαν μετά από παθιασμένο αγώνα που κορυφώθηκε μεταξύ 983 και 1046.

Η γέννηση του φράγκικου πολιτισμού περιγράφεται σε ένα γράμμα του αγ. Βονιφάτιου πρός τον πάπα Ζαχαρία το 741. Οι φράγκοι είχαν «ξεφορτώσει» την Εκκλησία στην Φραγκία από όλους τους Ρωμαίους ορθοδόξους επισκόπους ήδη μέχρι το661 και είχαν χειροτονήσει τους εαυτούς τους επισκόπους και κληρικούς. Μοίρασαν τότε την περιουσία της εκκλησίας σύμφωνα με την τάξη της στρατιωτικής τους ιεραρχίας.. Τούτοι εδώ οι φραγκο- επίσκοποι δεν είχαν αρχιεπίσκοπο και ούτε έκαναν σύνοδο για ογδόντα ολόκληρα χρόνια.

Ήταν σύμφωνα με τον άγ. Βονιφάτιο, αγράμματοι , άπληστοι, μοιχοί,,μέθυσοι , που πολεμούσαν στον στρατό πλήρως εξοπλισμένοι , σκοτώνοντας με τα ίδια τους τα χέρια και χριστιανούς και παγανούς...
Πενήντα χρόνια αργότερα οι διάδοχοι αυτών των αγγραμμάτων βαρβάρων κατεδίκασαν την Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ως « αιρετική» και « Γραικική» για τις εικόνες, στο συνέδριό τους στην Φρακφούρτη το 794 και έπειτα για το φιλιόκβε στο συνέδριο του Άαχεν το 809.. Όμως για 215 χρόνια οι ορθόδοξοι πάπες της Ρώμης αρνήθηκαν να υποταχθούν για τις εικόνες και το φιλιόκβε στούς Φράγκους κατακτητές τους....


ΤΟΎΤΟΙ ΕΔΩ ΟΙ ΦΡΑΓΚΟ- ΕΠΊΣΚΟΠΟΙ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΙΔΕΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΘΗΚΑΝ ΝΑ ΜΑΘΟΥΝ ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΦΩΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΜΟ , ΩΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ.

Μεταξύ του τέλους του 8ου και του 12ου αιώνος οι φράγκοι ήταν οικείοι μόνο με τον Αυγουστίνο , που ούτε πατέρας οικουμενικής συνόδου υπήρξε ποτέ ,ούτε είχε καταλάβει τον βιβλικό φωτισμό και δοξασμό, πράγματα που μπέρδευε με τον νεο- πλατωνικό μυστικισμο.


Επόμενο ήταν να μην καταλάβει την Αποστολική Παράδοση και Διαδοχή και να αποκλείνει τελείως από τον άγιο Αμβρόσιο που τον είχε βαπτίσει. Αυτό που οι φράγκοι δέχθηκαν τελικά από τους ορθοδόξους ανατολικούς (ελληνόφωνους) και δυτικούς ( λατινόφωνους) πατέρες το αυγουστινοποίησαν και έτσι δημιούργησαν τον μύθο των δήθεν πλατωνιζόντων ανατολικών πατέρων, που είναι ακόμη και σήμερα κυρίαρχος.

Οι φράγκο-επίσκοποι που περιγράφει ο άγιος Βονιφάτιος καταλάβαιναν την Αποστολική Διαδοχή σαν μια μαγική δύναμη που τους επέτρεπε να την οικειοποιηθούν ως περιουσία της φυλής τους και να την χρησιμοποιήσουν ως κύριο μέσο υποταγής των ρωμαίϊκων πληθυσμών μέσω του φόβου για τις θρησκευτικές τους και στρατιωτικές εξουσίες.

Αυτό το σχίσμα μεταξύ Φράγκων και Ρωμαίων επεκτάθηκε και εξελίχθηκε σαν σχίσμα μεταξύ Φραγκο-λατινικού και Ρωμαϊκού χριστιανικού κράτους με τις διαμετρικά αντίθετες πεποιθήσεις για τον σκοπό των επισκόπων και των συνόδων εντός της εκκλησίας και της κοινωνίας . Μεταφορικά μιλώντας οι Φράγκοι συνέλαβαν έναν Ιατρικό Σύλλογο και τον μετέτρεψαν σε ΈΝΑΝ ΣΥΛΛΟΓΟ ΚΟΜΠΟΓΙΑΝΝΙΤΩΝ. Οι ανατολικοί Φράγκοι ολοκλήρωσαν το έργο τους όταν κατέλαβαν οριστικά την παπική έδρα της Ρώμης το 1012-1046….


Πηγή : http://www.romanity.org/

Αγία Ειρήνη η Μεγαλομάρτυς

Πεμπτη 5 Μαιου 2011
Ειρήνης μεγαλομάρτυρος, Ευθυμίου οσίου επισκόπου Μαδύτου, του θαυματουργού.
Ο Χριστός η ειρήνη σε Ειρήνην εκάλεσε, συ γαρ την ειρήνην βραβεύεις τοις τελούσι την μνήμην σου, και ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, προστρέχουσι τω θείω σου ναώ, και πρεσβεύεις υπέρ πάντων, τη τρισηλίω παρισταμένη θεότητι, Άπαντες ουν χαρμονικώς, την μνήμην αυτής τελέσωμεν, τον αντιδοξάσαντα αυτήν, Χριστόν μεγαλύνοντες.

Ειρηνικώς θανούσα

Σήμερα, ευσεβείς μου αδελφοί, πανηγυρίζαμε τη μνήμη της αγίας μεγαλομάρτυρας Ειρήνης.

Πηνελόπη ήταν το όνομά της. Ειδωλολάτρες ήταν οι γονείς της. Λικίνιος και Λικινία τα ονόματά τους. Η πόλι της γεννήσεώς της ήταν η Μαγεδώ της Περσίας, όπου μεγάλος άρχοντας ήταν ο πατέρας της. Το κάλλος της και η ευφυΐα της που από νηπιακής ηλικίας διεφάνησαν επάνω της και ο πλούτος και το αξίωμα του ενδόξου πατέρα της τής επρόσφεραν κάθε επιμέλεια, άνεσι και παίδευσι. Πάμπολλες θεραπαινίδες την υπηρετούσαν και σοφός διδάσκαλος ο Απελλιανός την εμόρφωσε με τη σοφία του και τη φρόνησί του.

Πάγχρυσο ήταν μέσα στον πύργο τους το διαμέρισμα της. Πάγχρυση όμως ήταν και η ψυχή της. Ο σοφός διδάσκαλος της αισθανόταν άοπλος πνευματικά μπροστά στη διαύγεια του πνεύματος της και αναγνώριζε και εθαύμαζε την ευγένεια της ψυχής της.

Άλλα και μια θεραπαινίδα από τις πολλές φάνηκε μέσα στον πύργον εκείνο όχι μόνο σοφώτερη από το δάσκαλο της, αλλά και θαυμασιώτερη από την εξοχότητά της. Ήταν χριστιανή πού κατά θείαν οικονομία, και ύστερα από συστάσεις πολλές για την τιμιότητα της, την ευγένεια της και την εργατικότητα της, τάχτηκε στην υπηρεσία της νεαράς και ευφυέστατης Πηνελόπης. Αυτή η χριστιανή θεραπαινίδα κατέκτησε τις ψυχές και του Απελλιανού και της Πηνελόπης. Παρέμενεν όμως άγνωστη ως προς την χριστιανικήν ιδιότητά της.

Ώριμη πια η ευγενής Πηνελόπη με θεία όνειρα και αποκαλύψεις δέχτηκε και το χριστιανικό φως στα άδυτα της ψυχής της.

Είδε ένα περιστέρι πού μπήκε στον πύργο της και κρατώντας ένα κλαδί ελιάς στο ράμφος του, το άφησε στο χρυσό τραπέζι της. Είδε και έναν αετό πού εσήκωνε ένα στεφάνι με λουλούδια λευκά να το αποθέτη επίσης επάνω στο τραπέζι της και ακόμη είδε έναν κόρακα να φέρνη και να αφίνη στον ίδιο τόπο ένα φίδι ψόφιο.

Γεμάτη από ταραχή η σεμνή κόρη εζήτησεν από το δάσκαλο της την ερμηνεία του οράματος της, και ο σοφός Απελλιανός διείδε μέσα στην ελιά και το στεφάνι τη δόξα της και τη νίκη της κατά των εχθρών της ψυχής της, και μέσα από το φίδι τα δεινά της ζωής και τα φρικτά μαρτύρια της.

Αλλά την άλλην ήμερα είδε και άλλο όραμα. Έναν ουράνιον επισκέπτη, Άγγελο Κυρίου να έρχεται και να της αποκαλύπτει την αληθινή, του Χριστού πίστι και ότι κατηχήτρια και ανάδοχος της θα έπρεπε να γίνη η ευγενής και σοφή χριστιανή θεραπαινίδα της.

Ω και πόσο συγκινητική ήταν η σκηνή της αποκαλύψεως στην θεραπαινίδα του οράματος της! Ώστε λοιπόν ήταν χριστιανή και τόσον καιρό της το κρατούσε μυσικό; Ώστε αυτή ήταν η απεσταλμένη   του Χριστού πού θα γινόταν το όργανο του φωτισμού της; Ω χαρά και ευτυχία για την πριγκίπισσα   Πηνελόπη!    Τώρα   ένοιωθε   ευτυχισμένη πραγματικά, γεμάτος ο νους της από φως ουράνιο, πλημμυρισμένα τα στήθη της από πίστι και αγάπη για το νυμφίο της ψυχής της τον Ιησού το Ναζωραίο. Και η θεραπαινίδα της με όλη της την λεπτότητα και την πιστικότητα πού διέθεσε την εκατήχησε και της αποκάλυψε την εν Χριστώ οικονομία του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων. Αύτη δε εφρόντισε και ήλθε νύχτα στον πύργο με κάθε προφύλαξι ο ιερέας Τιμόθεος και την εβάπτισε   και της έδωσε   το όνομα Ειρήνη.   Αλλά δόξες και θρίαμβοι συνάμα δε και διωγμοί και μαρτύρια επηκολούθησαν!

Το έμαθεν ο Λικίνιος ο πατέρας της και μη πιστεύοντας στην είδησι ερώτησε την ίδια και από το στόμα της απερίφραστα επήρε τη βεβαίωσι για τη χριστιανική της πίστι καθώς και τη διαβεβαίωσι ότι στα σπλάχνα της διατηρείται εξ ίσου ακμαίος ο σεβασμός και η αγάπη προς τους λατρευτούς της γονείς των οποίων σπλάχνο ήταν.

Αλλά οι ιερείς των Περσών και ο λαός πού τον ξεσήκωσαν αυτοί, μαζεύτηκαν έξω από τον πύργο και «δια βοής» εζήτησαν η πριγκίπισσα να θανατωθή. Και ο Λικίνιος όχι τόσο γιατί το απαιτούσε ο λαός αλλά από φανατισμό και γιατί θαρρούσε τον εαυτό του μειωμένο διέταξε να την δέσουν ανάμεσα σ' άγρια άλογα, για να την θανατώσουν με τα ορμητικά τους λακτίσματα.

Αλλ' ώ του θαύματος ένα άλογο μανιασμένο αφήνιασε και θανάσιμα εκλώτσησε τον πατέρα της Μάρτυρος Λικίνιο και νεκρό τον άφησε. Και η αγία θερμά προσευχήθηκε να επιστρέψη η ζωή του σεβαστού πατέρα για να μη χαθή στην κόλασι αμετανόητος και αφώτιστος. Και ο άγιος Θεός την άκουσε και με την ανάστασι του Λικινίου τρεις χιλιάδες Περσών στη λατρεία του απόσπασε με επί κεφαλής τον Λικίνιο και τη Λικινία, οι όποιοι άφησαν τα υψηλά αξιώματα και ασκήτεψαν μέσα στον πύργο του και επιδόθηκαν στη φιλανθρωπία, και μετά το θάνατο τους και την καταταγή τους στις σκηνές των δικαιων η Ειρήνη η αγία, εγύριζε πόλεις και χωριά και εφώτιζε πλήθη περσών μέχρι πού συνελήφθη από τον άρχοντα Σεδεκία και ρίχτηκε σε βαθύ λάκκο με φίδια. Όλοι περίμεναν ότι υστέρα από μια μέρα θα την έβρισκαν νεκρή και καταφαγωμένη από τα άγρια ερπετά. Αλλά ζη Κύριος ο Θεός, υστέρα από μέρες πλήθος κόσμου μαζεύτηκαν για να πανηγυρίσουν την ήττα της νεαρής χριστιανής και αντί να καγχάση την προσδωκόμενη αδυναμία του αληθινού Θεού εθαύμασε τη δύναμι Του, ατενίζοντας ζωντανή τη Μεγαλομάρτυρά Του και χιλιάδες πολλές επίστεψαν στο Χριστό. Και ο βασιλέας Σαπώρ ο Β' καταδίωξε την αγία και επειδή πλήθος στρατιωτών ετυφλώθηκαν και απέθαναν και με τις προσευχές της ξαναβρήκαν το φως τους την άφησαν ελεύθερη, και η αγία  έφθασε και   μέχρι την Μ. Ασία και υστέρα από μια δράσι τεραστία ειρηνικά παράδωκε το πνεύμα της  στης Ειρήνης το Βασιλέα.





Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το βδέλυγμα της ερημώσεως παρατηρεί ότι είναι η αίρεσις που θα σταθή επί του τόπου της Ορθοδοξίας, θα κυριαρχήση σχεδόν επί της Ορθοδοξίας! (Ορθ. Τύπος 834)
Η αίρεσις κυριαρχεί πλέον επί Πατριαρχών, επί Αρχιεπισκόπων, Επισκόπων, λοιπού Κλήρου, μοναχών και λαϊκών! Τώρα είναι η εποχή που κινδυνεύουν και οι εκλεκτοί. Όσοι όμως είναι πράγματι εκλεκτοί, το μικρό ποίμνιο του Κυρίου, οι πιστοί, ας υψώσουν, την έσχατη αυτή στιγμή, την φωνή τους. Και ίλεως ας γίνη ο Κύριός μας. (Ο.Τ. 834)
Ο Οικουμενισμός οργιάζει εις βάρος της Μοναδικότητος της αγίας μας Ορθοδοξίας. Ο παποδουλισμός, ο νεοβεκισμός και η αδίστακτος επικοινωνία με τους Φράγκους, Προτεστάντες και ποικιλωνύμους αιρετικούς, προετοιμάζουν μίαν νέαν Φερράραν-Φλωρεντίαν, απείρως φοβερωτέραν από την Φερράραν-Φλωρεντίαν του 1438! Και αυτή η συνωμοσία μεθοδεύεται και προωθείται υπό των προδοτών, έστω και αν αποτελούν ούτοι την συντριπτικήν πλειοψηφίαν. Ναι συντριπτικήν πλειοψηφίαν αποτελούν οι διάφοροι Πατριάρχαι, Αρχιερείς, θεολόγοι, που έχουν «κλείνει γόνυ τω Βάαλ» του παναιρετικού και αθεωτάτου Οικουμενισμού! Αλλ΄ η Ορθοδοξία ουδέποτε εκπροσωπείται υπ΄ αυτών των αργυρωνήμων και φιλοστομάχων καπηλευτών της Ορθοδοξίας!(Ο.Τ.917)


Εμπρός στον συντελούμενο αυτό χαλασμό και την κατεδάφιση των πάντων, ακούονται μεμονωμένες φωνές διαμαρτυρίας που εκδηλώνουν έτσι την αποδοκιμασία τους για τα τεκταινόμενα. Τιμή και σέβας ανήκουν στους φύλακες αυτούς, που παραβλέποντας τον κίνδυνο προσωπικών μειώσεων, χλεύης και σαρκασμού από μέρους των θιγομένων και τυφλών οργάνων τους, προχωρούν σε επισημάνσεις που αποβλέπουν στην αφύπνιση του λαού μας, και στη διάσωση του πνευματικού προσώπου από την φθορά της αλλοτρίωσης.(Ο.Τ 844)
Διερχόμεθα αναμφιβόλως περίοδον βαθείας κρίσεως των θεσμών. Ο πολιτικός γάμος, η αποποινικοποίησις της μοιχείας και η φυγοτεκνία ως γνήσιον τέκνον της υλιστικής, της σαρκολατρικής και ειδωλικής θεωρήσεως της ζωής. (Ο.Τ. 831)
Οι αντίχριστες δυνάμεις σε όλον τον κόσμον κάνουν εμφανέστατη την παρουσία τους σε όλους τους τομείς, με πλήθος οργανώσεις και οργανισμούς και υποτάσσουν στην εξουσίαν τους τους πάντας και τα πάντα.(Ο.Τ.832)
Πρέπει να θλιβώμεθα, διότι συνεορτάζωμεν τα Χριστούγεννα με τους Φράγκους της Δύσεως και όχι με τους Ορθοδόξους των Αγίων Τόπων. Το Βατικανόν υποκαθιστά την Βηθλεέμ και ο Παπισμός υποκλέπτει την προσδοκίαν! Πότε θα αντιληφθώμεν την θανατηφόρον αυτήν παγίδα εκ του συνεορτασμού;(Ο.Τ.865)


Ημείς οι Ορθόδοξοι ρέγχομεν μακαρίως και «ξεθυμαίνομεν» εις πομπώδη κηρύγματα, δια την Ορθοδοξίαν και μακροσκελή άρθρα, ενώ δεχόμεθα αναγώνιστα το δηλητήριον του Οικουμενισμού να παραλύη το «Σώμα» μας! Ας μη λησμονώμεν ότι Ορθοδοξία σημαίνει αγώνα, που κάποτε στοιχίζει και αίματα και αξιώματα και κτήματα.(Ο.Τ. 829)
Η Ορθόδοξος ημών Εκκλησία ακράδαντα πιστεύει ότι κατέχει πλήρη την αλήθεια, είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και το Ταμείον της Χάριτος και της Αληθείας. Είναι η ασφαλής Κιβωτός, μέσα εις την οποίαν περιέχονται με όλην τους την σαφήνειαν και τον ιδιάζοντα σωτηριώδη χαρακτήρα της τα Δόγματα της αμωμήτου ημών Πίστεως και η Ιερά ημών Παράδοσις. (Ο.Τ. 842)
Σημειώνουμε μερικές διαπιστώσεις του Ιερού Χρυσοστόμου, για να φανή με ποιο τρόπο απαγοητεύουν οι χριστιανοί τους άπιστους: Κηρύσσουν ολιγάρκεια, αλλά πλεονεκτούν και αρπάζουν. Κηρύσσουν την αγάπη προς τους εχθρούς, αλλά στην πράξη τους κάνουν επίθεση εκδικήσεως. Κηρύσσουν περί αθανασίας και τρέμουν τον θάνατον. Κηρύσσουν αγώνα κατά των παθών και συνεχίζουν να δουλεύουν στα πάθη και να επιδιώκουν την κατάκτηση της δόξας. Συμπερασματικά δεν έχουν να επιδείξουν έργα στη ζωή τους. (Ο.Τ. 925)
Πνευματική ζωή στην Ορθοδοξία ονομάζουμε τη συμμετοχή του πιστού στην πνευματική εμπειρία και ζωή της Εκκλησίας, όπως την έζησαν οι Άγιοι και την παρέδοσαν οι πατέρες. Η ορθόδοξη πνευματικότητα συνδέεται με την ορθόδοξη θεολογία στενά και η θεολογία αποτελεί τη θεωρητική έκφραση της πνευματικής εμπειρίας (πράξης). Η ζωή της Εκκλησίας δεν είναι μία στοχαστική ή διανοητική λειτουργία αλλά είναι εμπειρία πνευματική. Αυτή την κοινή εμπειρία οι πατέρες προσπάθησαν να διασφαλίσουν με την παράδοση. Η παράδοση είναι οδηγός. Ο πιστός λοιπόν έχει πνευματική ζωή, όταν συμμετέχει στην πνευματική εμπειρία των αγίων, δηλ. στον αγιασμό. Όταν ο τρόπος ζωής του μοιάζει με τον τρόπο που άφησαν οι άγιοι.(Ο.Τ. 898)
Η Ορθοδοξία είναι η αποκάλυψη του Θεού με την ενανθρώπηση του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος. Δεν είναι δηλαδή η Ορθοδοξία απλώς μία θρησκευτική τελετουργία ή θρησκευτική γνωσιολογία και θεολογικός στοχασμός. Στην Ορθοδοξία συντελείται η προσωπική κοινωνία και συνάντηση του πιστού με τον Θεό, ο Οποίος στις σχέσεις Του με τον άνθρωπο δεν είναι μόνο Θεός, αλλά Θεάνθρωπος. Και η συνάντηση και κοινωνία του πιστού με τον Θεάνθρωπο συντελείται με την βιωματική ένταξή του στο Σώμα του Χριστού, την Αγία Εκκλησία Του και την μέθεξη της θείας Χάριτος με τα μυστήρια της Εκκλησίας. Χωρίς την βιωματική αυτή ένταξη είναι αδύνατη η λύτρωση, η αναγέννηση και τελείωση του ανθρώπου.(Ο.Τ. 898)

Πάντοτε οι αγώνες υπέρ της πίστεως και της αληθείας ευοδούνται, «έως θανάτου αγώνισαι περί της αληθείας και Κύριος ο Θεός πολεμήσει υπέρ σου» (Σοφία Σειράχ δ,28), βεβαιοί ο λόγος του Θεού.
..προσέξατε τας σχέσεις με τους ετεροδόξους, ιδιαιτέρως με τους παπικούς. Φωτισμένοι άγιοι, όπως ο άγιος Φώτιος, ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός έχουν δηλώσει μετά παρρησίας τι σημαίνει Παπισμός. Παλαιότερες, αλλά και πρόσφατες βαρβαρικές ενέργειες της παπικής Ουνίας εις όλα τα ορθόδοξα κράτη επαληθεύουν εξακολουθητικώς τας δηλώσεις των αυτάς.(Ο.Τ. 923)
Με το ευλογημένον ράσον και την φυσικήν γενειάδα του (όπως τον θέλει ο λαός και η παράδοσίς μας τον μοναχό, τον ιερέα, και τον αρχιερέα) έδειχνε ότι εις την Ορθοδοξίαν και ο τύπος έχει επίδρασιν ανθρωπολογικήν και αξίαν, διότι είναι ενωμένος με την ουσίαν. Ενέπνεε σεβασμόν, απέπνεε χάριν, ωραιότητα πνευματικήν.(Ο.Τ. 923)
Στις 4-6-1989 επισκέφθηκαν την αθωνική πολιτεία εκπρόσωποι της Διευθύνσεως Πολιτιστικής Δράσεως τηε Ε.Ο.Κ. Το ποσόν που έχει ήδη εγκριθή είναι 100.000 ΕCU. Αξίζει όμως να σημειωθή η επιφύλαξις αρκετών Αγιορειτών για την αθρόα εισροή τόσων χρημάτων στο Άγιο Όρος…(Ο.Τ. 853)
Η άποψη ότι ο εγκέφαλος γεννά κατά θαυμαστό τρόπο τα συναισθήματα και τις σκέψεις είναι άποψη καθαρά υλιστική. Για τους χριστιανούς υπάρχει αθάνατη ψυχή που ζωοποιεί το σώμα και που εκφράζεται δια μέσου του εγκεφάλου. Έτσι στην κατάσταση της εγκεφαλικής νεκρώσεως η ψυχή παραμένει συνδεδεμένη με το σώμα, χάνει όμως την δυνατότητα της προς τα έξω επικοινωνίας, ενώ διατηρεί τη δυνατότητα να διαλογίζεται, να θυμάται, να μετανοεί, χωρίς βέβαια οι δραστηριότητές της αυτές να γίνονται αντιληπτές από μας λόγω καταστροφής του οργάνου εκφράσεώς της. (Ο.Τ. 930)

Διατί αμαρτάνομεν;



Διότι αγνοούμεν την αξίαν και το κάλλος της ψυχής. Όταν η ψυχή διατηρή την τάξιν αυτής και δεν εκπίπτει εκ της αξίας όπου την έθεσε ο ποιητής, απολαμβάνει όλες τις δωρεές του Ουρανίου Πατρός και δεν έχει ουδεμίαν άλλην ανάγκην. Έχει εσωτερικήν παρηγορίαν και παράκλησιν.
Όταν όμως αποκόπτεται από την επικοινωνίαν μετά του Ουρανίου Πατρός, αρχίζει να στρέφεται προς τα κτίσματα και δια των αισθήσεων να απολαμβάνη αυτά. Η στροφή και η επιθυμία προς τα κτίσματα εμπεριέχει πολλάκις την αμαρτία και τον εξ αυτής θάνατον.
Η ψυχή ελησμόνησε το θείον κάλλος και την θείαν αυτής ευγένειαν και στρέφεται προς τα κτίσματα να παρηγορηθή. Από το σημείον αυτό αρχίζει η εκτροπή της ψυχής εκ της αληθείας και γίνεται η αρχή της αμαρτίας.

Συμπροσευχὴ μετὰ τῶν ἑτεροδόξων

Τὸ διπλοῦν ἁμάρτημα

Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου
Αἰδεσ. π. Διονυσίου Τάτση

Aκατανόητη εἶναι ἡ ἐπιθυμία μερικῶν ᾿Ορθοδόξων ἡγετῶν νὰ ἐπισκέπτονται τὸ Βατικανὸ καὶ ν᾿ ἀσπάζονται τὸν
Πάπα, δηλαδὴ τὸν μεγαλύτερο αἱρετικό, ὅσο καὶ ἂν αὐτὸ φαίνεται σκληρὸ καὶ παράδοξο.
Δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Παπισμὸς εἶναι αἵρεση. Βέβαια, οἱ Οἰκουμενιστὲς ἀποφεύγουν νὰ ποῦν κάτι τέτοιο, γιατὶ θέλουν
νὰ διατηροῦν τὶς σχέσεις τους μὲ τὸν Πάπα.

῾Η ἐπίσημη ἐπικοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικοὺς εἶναι διπλὸ ἁμάρτημα: ἀφ᾿ ἑνὸς εἶναι καταπάτηση τῶν ἱερῶν Κανόνων, ποὺ ἀπαγο-
ρεύουν τὸ συγχρωτισμὸ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τὴ συμπροσευχὴ καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου προκαλεῖ μέγιστο σκανδαλισμὸ στὸν πιστὸ λαό,
ποὺ δὲν ἀνέχεται νὰ βλέπει τοὺς ᾿Επισκόπους, τοὺς ᾿Αρχιεπισκόπους καὶ τοὺς Πατριάρχες νὰ συμμετέχουν σὲ λατρευτικὲς
ἐκδηλώσεις (φορώντας τὰ λειτουργικά τους ἄμφια) μὲ αἱρετικοὺς καὶ νὰ εὐλογοῦν τὰ πλήθη!

Οἱ Οἰκουμενιστὲς ἰσχυρίζονται ὅτι τὸ νὰ παραστεῖ ἕνας ὀρθόδοξος κληρικὸς σὲ μιὰ λατρευτικὴ ἐκδήλωση ἑτεροδόξων δὲν
εἶναι συμπροσευχή. Συμβουλεύουν μάλιστα τὸν ἁπλὸ λαὸ νὰ θεωρεῖ αὐτὴ τὴ συμμετοχὴ ὡς κοινωνικὴ ἐκδήλωση καὶ μόνο.
Δὲν εἶναι, ὅμως, ἔτσι. Στὸ ναὸ πηγαίνουμε, γιὰ νὰ λατρέψουμε τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ὄχι γιὰ κοινωνικὲς ἐκδηλώσεις.
᾿Επίσης, σ᾿ αὐτὲς τὶς ἐκδηλώσεις γιατί φοροῦν τὰ ἄμφιά τους οἱ κληρικοί; Χρειάζονται οἱ κοινωνικὲς ἐκδηλώσεις ἄμφια;
Εἶναι, λοιπόν, συμπροσευχὴ σ᾿ ὅλο της τὸ μεγαλεῖο, μὲ ἐπισημότητα, μὲ λαμπρότητα καὶ μὲ προβολή, γιὰ νὰ εἶναι καθολικὸς ὁ
σκανδαλισμός!

῾Ο ΜΕʹ ἀποστολικὸς Κανόνας ἀναφέρει: ᾿Επσκοπος, Πρεσβτερος Δικονος αρετικος συνευξμενος, μνον, φοριζσθω, ε δ πτρεψεν ατος, ς Κληρικος, νεργσα τι, καθαιρεσθω.. ῾Η συμπροσευχὴ λοιπὸν ἀπαγορεύεται.
῾Ο δὲ ΝΣΤʹ ἀποστολικὸς Κανόνας λέει ὅτι εἶναι μεγάλο ἁμάρτημα νὰ εἰσέλθει ἕνας κληρικὸς ἤ λαϊκὸς σὲ ναὸ αἱρετικῶν, γιὰ
νὰ προσευχηθεῖ. Σημειώνουμε ἀκόμα καὶ τὸν ΛΓʹ Κανόνα τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου:
.Οτι ο δε αρετικος σχισματικος συνεχεσθαι..

Θεωροῦμε ὠφέλιμο νὰ ὑπενθυμίσουμε καὶ τὴ γνώμη τοῦ Γέροντος ᾿Επιφανίου Θεοδωροπούλου, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριζε ὅτι ἡ συμ-
προσευχὴ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς καταδικάζεται ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία ἐξ ἀγάπης. ῎Ελεγε χαρακτηριστικά:
Η συμπροσευχ παγορεεται π τν Ιερν Καννων κα ς κ τοτου, εναι πντ ποκρουστα.
Περιττεει δ ν σημεισω τι παγρευσις π τς ᾿Εκκλησας τς μεθ᾿ αρετικν συμπροσευχς κα γενικς τς κκλησιαστικς
κοινωνας, ξ γπης πορρει. ᾿Εξ γπης ο μνον πρς τος ᾿Ορθοδξους (να μ δι τοιοτων κδηλσεων, καθαρς θρησκευ-
τικν, μβλυνθ παρ᾿ ατος τ ρθδοξον ασθητριον κα λγον κατ᾿ λγον γνηται δεκτ ν τ συνειδσει ατν ρμονικ κα
διατρακτος συνπαρξις λθειας κα ψεδους, φωτς κα σκτους), λλ κα πρς ατος τος αρετικος, οτινες δι᾿ ατο το
ποκλεισμο, δι᾿ ατς τς θρησκευτικς ῾῾καραντνας᾿᾿, καλονται ν συνειδητοποισωσι τν πλνην ατν, καλονται ν
ντιληφθσι τ γεγονς τι εναι κτς τς σωζοσης Κιβωτο, καλονται ν συναισθανθσιν τι βαδζουσιν ν δ πισφαλεσττ..

Οἱ συναντήσεις ᾿Ορθοδόξων καὶ Παπικῶν κληρικῶν στὶς μέρες μας εἶναι πυκνές. Καὶ τὸ διπλὸ ἁμάρτημα τῆς συμπροσευχῆς
ἐπίσης συχνό. Κανείς, ἤ καλύτερα λίγοι, τολμοῦν νὰ διαμαρτυρηθοῦν καὶ νὰ ἐλέγξουν τοὺς ἐνόχους. ᾿Ακόμα καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ παραδοσιακὰ ἀντιδροῦσαν στὶς ἐκδηλώσεις τῶν οἰκουμενιστῶν, τώρα σιωποῦν ἐν σοφίᾳ καὶ διακρίσει! Εἶναι φοβισμένοι καὶ ἄτολμοι.
Συμβαίνει καὶ κάτι ἄλλο ἀξιοκατάκριτο: Μιλοῦν καὶ γράφουν κατὰ τοῦ Παπισμοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔχουν τὸ θάρρος νὰ μιλήσουν γιὰ τὰ ἔργα καὶ τὶς ἡμέρες τῶν ᾿Ορθοδόξων, ποὺ κατάντησαν Οἰκουμενιστές. ῾Ο σκανδαλισμὸς τοῦ πιστοῦ λαοῦ ἀπ᾿ τὶς συμπροσευχὲς τῶν
οἰκουμενιστῶν εἶναι πολὺ μεγάλος. ᾿Ακοῦμε πολλὲς φορὲς μερικοὺς Χριστιανοὺς νὰ λένε:
᾿Αφο πηγανει Πατριρχης στ Βατικαν, φο ποδχτηκε ᾿Αρχιεπσκοπος τν Ππα στν ᾿Αθνα, σημανει τι δν χουμε
μεγλες διαφορς. Ολοι τ διο εμαστε! Ο Παπικο μλιστα εναι πι νοιχτο στν κσμο π᾿ ,τι μες ο ᾿Ορθδοξοι..
Κι ἔχουν δίκαιο νὰ βρίσκονται σὲ τέτοια σύγχυση. Οἱ Οἰκουμενιστὲς αὐτὸ ἐπιδιώκουν. Ν᾿ ἀμβλύνουν τὸ ᾿Ορθόδοξο Αἰσθητήριο.

᾿Αλλὰ δόξα τῷ Θεῷ! ῾Υπάρχουν κι ἐκεῖνοι, ποὺ ἀντιδροῦν σ᾿ αὐτὲς τὶς ἐκδηλώσεις καὶ ὑψώνουν τὴν φωνή τους.
Δὲν εἶναι, βέβαια, μεγαλόσχημοι κληρικοί, εἶναι, ὅμως, ταπεινοὶ καὶ θερμοὶ Χριστιανοί, ποὺ δὲν παίζουν μὲ τὴ ᾿Ορθόδοξη
Πίστη τους. Καὶ αὐτοὺς δὲν μποροῦν νὰ τοὺς ἀγνοήσουν οἱ Οἰκουμενιστές.

 Πηγή: ᾿Εφημερ. «᾿Ορθόδοξος Τύπος», ἀριθ. 1577/17.12.2004, σελ. 6