ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ

του Αγίου Ιουστίνου (Πόποβιτς)

Το αλάθητον είναι φυσικόν θεανθρώπινον ιδίωμα και φυσική θεανθρωπίνη λειτουργία της Εκκλησίας ως Θεανθρωπίνου Σώματος του Χριστού, του οποίου αιωνία Κεφαλή είναι η Αλήθεια, η Παναλήθεια, η Δευτέρα Υπόστασις της Υπεραγίας Τριάδος, ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός. Δια του δόγματος περί του αλαθήτου του Πάπα εις την πραγματικότητα ο Πάπας ανεκηρύχθη εις Εκκλησίαν και ο πάπας- άνθρωπος, κατέλαβε την θέσιν του Θεανθρώπου. Αυτός είναι ο τελικός θρίαμβος του ουμανισμού, αλλά συγχρόνως και ο «δεύτερος θάνατος» (Αποκ. 20,14. 21,8) του παπισμού, μέσω δε αυτού και μετ΄ αυτού και του κάθε ουμανισμού. Όμως, κατά την Αληθινήν Εκκλησίαν του Χριστού, η οποία από της εμφανίσεως του Θεανθρώπου Χριστού υπάρχει εις τον επίγειον κόσμον μας ως Θεανθρώπινον Σώμα, το δόγμα περί του αλαθήτου του Πάπα είναι όχι μόνον αίρεσις, αλλά παναίρεσις. Διότι καμμία αίρεσις δεν εξηγέρθη τόσον ριζοσπαστικώς και τόσον ολοκληρωτικώς κατά του Θεανθρώπου Χριστού και της Εκκλησίας Του, ως έπραξε τούτο ο παπισμός δια του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα –ανθρώπου. Δεν υπάρχει αμφιβολία, το δόγμα αυτό είναι η αίρεσις των αιρέσεων, μία άνευ προηγουμένου ανταρσία κατά του Θεανθρώπου Χριστού. Το δόγμα αυτό είναι, φευ! η πλέον φρικτή εξορία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού από την γην, νέα προδοσία του Χριστού, νέα σταύρωσις του Κυρίου, μόνον ουχί επί του ξυλίνου, αλλ΄ επί του χρυσού σταυρού του παπικού ουμανισμού. Και ταύτα πάντα είναι κόλασις, κόλασις δια το άθλιον γήϊνον ον, που λέγεται άνθρωπος. (σελίς 158).

Ο τυφλός προ του Σταυρού



Τι είν' η βοή στο Γολγοθά που κόσμος τρέχει απάνω;
-Πηγαίνουν να σταυρώσουν δυο μαζί με κάποιον πλάνο.
-Ποιοι ναν οι δυο, που εκδικητής ο χάρος τους προσμένει;
-Κλέφτες, φονιάδες, άρπαγες, κακούργοι ξακουσμένοι.
-Και ποιος ο πλάνος που κι αυτός θα σταυρωθή μαζί τους;
-Τους Φαρισαίους ρώτησε, είναι δουλειά δική τους!
-Θα πάω να δω...

Είπα να δω κι ήρθαν στο νου μου πάλι,
τα χρόνια που ήμουνα τυφλός. Τυφλός! Εσείς οι άλλοι
δεν ξέρετε πόσο η ψυχή μέσα στα στήθη είν' άδεια,
όταν με μάτια ορθάνοιχτα βαδίζει στα σκοτάδια!
Πως τη θυμούμαι τη στιγμή που εστάθη αυτός μπροστά μου
και μ' ευσπλαχνίσθη, κι έσκυψε, πήρε πηλό από χάμου
κι αλείφοντας τα μάτια μου με τον πηλό εκείνο,
μου είπε να πάω στου Σιλωάμ τη στέρνα να τα πλύνω!

Όταν τον πρωτοακτίκρυσα τον Φωτοδότη εμπρός μου,
στην όψη του είδα όλες μαζί τις ομορφιές του κόσμου.
Μοσχοβολούσε κι έλαμπε το κάθε κίνημά του...
Φως και τα χείλη, κι η φωνή, τα μάτια κι η ματιά του.
Στα χείλη του η παρηγοριά, στα μάτια του η ελπίδα...
Έστρεψα τότε ολόγυρα τα δυο μου μάτια κι είδα
κάθε που ζει και που δεν ζει, κι είδα παντού γραμμένη
την όψη του, λες κι ήτανε καθρέπτης του η οικουμένη.

Φως η ζωή, χαρά το φως! Ας πάω να δω τον πλάνο
που θα καρφώσουν στο Σταυρό. Κατά το λόφο επάνω
κόσμος, περιγελάσματα κι οχλοβοή κι αντάρα
χίλιες φωνές σαν μια φωνή κι όλες σαν μια κατάρα.
Που πάει; Σπρώχνει και σπρώχνεται και πνίγεται και πνίγει,
και σταματά προσμένοντας. Παράμερα ξανοίγει
τρεις μαυροφόρες που κρατούν μια λιγοθυμισμένη.
Θε νάναι μάνα η δύστυχη! Ξάφνου, με μιας σωπαίνει
το πλήθος που ανταριάζονταν. -Γκάπ! Γκούπ! Καρφώνουν, κρότοι
πνιγμένοι μεσ' στα βογγητά! Υψώνονται οι δυο πρώτοι
σταυροί• κανείς δεν στρέφεται. Γκάπ! Γκούπ! Ξανακαρφώνουν
μα βόγγος δεν ακούγεται. Να, και τον τρίτον υψώνουν
............ ......... ......... ......... ......... ......... ......... ......... ......... ......... ....
Πως; Συ που μούδωσες το φως, εσένα πλάνο λένε;
Κι ήταν γραφτό τα μάτια μου να βλέπουν για να κλαίνε;
Τι να τα κάνω και της γης και τ' ουρανού τα κάλλη;
Πάρε το φως που μούδωσες και τύφλωσέ με πάλι!

Ιω. Πολέμης

(από το βιβλίο "Εκλεκτά τροπάρια από την Υμνολογία μας")

ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ


Κατά του Οικουμενισμού
Σύναξη Ορθοδόξων Κληρικών και Μοναχών
Απρίλιος 2009
       Όσοι με τη Χάρη του Θεού ανατραφήκαμε με ευσεβή δόγματα και ακολουθούμε σε όλα την Μία, Αγία, Καθολική, και Αποστολική Εκκλη­σία πιστεύουμε ότι:
       Ή μοναδική οδός σωτηρίας των ανθρώπων1 είναι ή πί­στη στην Αγία Τριάδα, στο έργο και στη διδασκαλία του Κυρίου ημών Ιησού Χρίστου, τα συνεχιζόμενα εις το σώμα Αυτού, την Αγία Εκκλησία. Ο Χριστός είναι το μόνο αλη­θινό φως2 δεν υπάρχουν άλλα φώτα για να μας φωτίσουν, ούτε άλλα ονόματα που μπορούν να μας σώσουν «Ουκ εστίν εν άλλω ούδενί ή σωτηρία. ουδέ γάρ όνομα εστίν έτε­ρον υπό τον ουρανόν το δεδομένον εν ανθρώποις, εν ω  δει σωθήναι ημάς»3. Όλα τα άλλα πιστεύματα, όλες οι θρη­σκείες, που αγνοούν και δεν ομολογούν τον Χριστό «εν σαρκί έληλυθότα»4 είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα και έργα του Διαβόλου5, δεν οδηγούν στην αληθινή θεογνω­σία και στην δια του θείου βαπτίσματος αναγέννηση, αλλά πλανούν τους ανθρώπους και τους οδηγούν στην απώλεια. Οι Χριστιανοί πιστεύοντες εις την Άγια Τριάδα, δεν έχου­με τον ίδιο Θεό με καμία άλλη θρησκεία· ούτε με τις λεγό­μενες μονοθεϊστικές θρησκείες, τον Ιουδαϊσμό και τον Μωαμεθανισμό, οι όποιες δεν πιστεύουν στην Αγία Τριάδα.
       Επί δύο χιλιάδες χρόνια η ιδρυθείσα από το Χριστό και καθοδηγούμενη από το Άγιο Πνεύμα Εκκλησία έμεινε σταθερή και ακλόνητη στην διδαχθείσα από το Χριστό, παραδοθείσα από τους Άγιους Αποστόλους και φυλαχθείσα από τους Άγιους Πατέρες σωτηριώδη Αλήθεια. Δεν κάμφθηκε από τους σκληρούς διωγμούς των Ιουδαί­ων αρχικά και των ειδωλολατρών στη συνέχεια κατά τους τρεις πρώτους αιώνες· ανέδειξε πλήθος μαρτύρων και εξήλθε νικήτρια, αποδείξασα την θεϊκή της προέλευση. Όπως λέ­γει θαυμάσια ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: «Ουδέν Εκκλησίας δυνατώτερον... "Ανθρωπον εάν πολεμής, ή ένίκησας ή ενικήθης, έκκλησίαν δε εάν πολεμης, νικήσαί σε άμήχανον ό Θεός γάρ έστιν ό πάντων ισχυρότερος»6.
       Μετά την κατάπαυση των διωγμών και τον θρίαμβο της Εκκλησίας επί των εξωτερικών εχθρών, των Ιουδαίων δη­λαδή και των ειδωλολατρών, πληθύνθηκαν και ενδυναμωθήκαν οι εσωτερικοί εχθροί της Εκκλησίας. Εμφανίσθηκαν οι ποικίλες αιρέσεις, οι όποιες επεχείρησαν να ανατρέψουν και να νοθεύσουν την παραδοθείσα πίστη, ώστε οι πιστοί να πάθουν σύγχυση και να ατονήσει η μπιστοσύνη τους στην ευαγγελική αλήθεια και στα παραδεδομένα.
Ό Μέγας Βασίλειος σκιαγραφώντας την εκκλησιαστική κατάσταση που δημιούργησε η επί σαράντα έτη κυριαρχήσασα, και διοικητικά, αίρεση του Αρείου λέγει: «Καταπεφρόνηται τά τών Πατέρων δόγματα, άποστολικαί παραδόσεις έξουθένηνται, νεωτέρων ανθρώπων έφευρέματα ταις Εκκλησίας έμπολιτεύεται· τεχνολογούσι λοιπόν, ου θεολογούσιν οί άνθρωποι· ή του κόσμου σοφία τά πρωτεία φέρεται παρωσαμένη τό καύχημα τού Σταυρού. Ποιμένες απελαύνονται, άντεισάγονται δε λύκοι βαρείς διασπώντες τό ποίμνιον του Χριστού»7.
       Ότι έγινε με τους εξωτερικούς εχθρούς, τις θρησκείες, συνέβη και με τους εσωτερικούς, τις αιρέσεις. Η Εκκλησία δια μεγάλων και φωτισμένων Άγιων Πατέρων οριοθέτη­σε και περιχαράκωσε την Ορθόδοξη πίστη με αποφάσεις Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων για συγκεκριμένες αμφισβητούμενες διδασκαλίες, αλλά και με την συμφωνία των Πατέρων (consensus Patrum) για το σύνολο τών θεμά­των της πίστεως. Είμαστε πλέον ασφαλείς, όταν ακολου­θούμε τους Άγιους Πατέρες και δεν μετακινούμε τα όρια που εκείνοι έθεσαν. Το «Επόμενοι τοις 'Αγίοις Πατράσι» και το «Μή μεταίρειν όρια α εθέντο οί Πατέρες ημών» απο­τελούν σταθερή γραμμή πορείας και ασφαλιστική δικλεί­δα της Ορθοδόξου πίστεως και ζωής. Κατά συνέπειαν οι βασικές θέσεις της Ομολογίας μας είναι οί εξής:
       1. Φυλάττουμε αμετακίνητα και απαραχάρακτα όσα οι Σύνοδοι και οι Πατέρες εθέσπισαν.Αποδεχόμαστε όσα εκείνοι αποδέχονται και καταδικάζουμε όσα καταδικάζουν, αποφεύγουμε δε την επικοινωνία με όσους καινοτομούν εις τα της πίστεως. Εμείς ούτε προσθέτουμε, ούτε αφαιρούμε κάποια διδασκαλία, ούτε την μεταβάλλουμε. "Ήδη ό θεοφόρος Άγιος Ιγνάτιος´ Αντιοχείας στην Επιστολή του στον Άγιο Πολύκαρπο Σμύρνης γράφει: «Πάς ό λέγων παρά τά διατεταγμένα, καν αξιόπιστος ή, καν νηστεύη, καν παρθενεύη, καν σημεία ποιή καν προφητεύή, λύκος σοι φαινέσθω έν προβάτου δορά προβάτων φθοράν κατεργα­ζόμενος». Ό Άγιος Ιωάννης, ο Χρυσόστομος ερμηνεύον­τας το του Αποστόλου Παύλου «Ει τις ευαγγελίζεται ύμίν παρ' ο παρελάβετε, ανάθεμα.», παρατηρεί ότι ο Απόστολος «ουκ είπε εάν εναντία καταγγέλλωσιν ή τό πάν άνατρέπωσιν, αλλά καν μικρόν τι εύαγγελίζωνται παρ' ο παρελάβετε, καν τό τυχόν παρακινήσωσιν, ανάθεμα εστωσαν»8. Ή Ζ' Οικου­μενική σύνοδος ανακοινώνοντας τις αποφάσεις της εναντί­ον των εικονομάχων προς τους κληρικούς της Κωνσταντι­νουπόλεως γράφει: «Τη παραδόσει της Καθολικής Εκκλη­σίας έξηκολουθήσαμεν καί ούτε ύφεσιν ούτε πλεονασμόν έποιησάμεθα, αλλ'άποστολικώς διδαχθέντες, κρατούμεν τάς παραδόσεις άς παρελάβομεν, πάντα αποδεχόμενοι καί άσπαζόμενοι όσαπερ ή 'Αγία Καθολική Εκκλησία άρχήθεν τών χρόνων άγράφως καί εγγράφως παρέλαβεν... Ή γάρ αληθινή της Εκκλησίας καί ευθύτατη κρίσις καινουργείσθαι έν αύτη συγχωρεί ουδέν, ούτε άφαίρεσιν ποιείσθαι. Ήμείς τοιγαρούν πατρώοις νόμοις επόμενοι, παρά τού ενός Πνεύματος λαβόντες χάριν, άκαινοτομήτως καί άμειώτως πάντα τά της Εκκλησίας έφυλάξαμεν»9.
       Μετά των Άγιων Πατέρων και των Συνόδων απορρί­πτουμε και αναθεματίζουμε όλες τις αιρέσεις που παρουσιά­σθηκαν κατά την ιστορική διαδρομή της Εκκλησίας. Από τις παλαιές αιρέσεις που επιβιώνουν μέχρι σήμερα κατα­δικάζουμε
τον Μονοφυσιτισμό, τον ακραίο του Ευτυχούς και τον μετριοπαθή του Σεβήρου και Διοσκόρου, σύμφω­να με τις αποφάσεις της Δ' έν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου και την χριστολογική διδασκαλία μεγάλων Άγιων Πατέρων και Διδασκάλων, όπως του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, του Άγιου Ιωάννου Δαμασκηνού, του Με­γάλου Φωτίου και των ύμνων της λατρείας.
      

       2. Διακηρύσσουμε ότι ό Παπισμός είναι μήτρα αιρέσε­ων καί πλανών·
η διδασκαλία του Filioque, της εκπορεύσεως δηλαδή του Άγιου Πνεύματος και εκ του Υιού, είναι αντί­θετη προς όσα ο ίδιος ο Χριστός εδίδαξε περί του Αγίου Πνεύματος. Σύνολος ο χορός των Πατέρων και σε συνόδους και ξεχωριστά θεωρούν τον Παπισμό ως αίρεση, διότι εκτός του Filioque παρήγαγε πλήθος άλλων πλανών, όπως το πρωτείο και το αλάθητο του πάπα, τα άζυμα, το καθαρτήριο πυρ, την άσπιλο σύλληψη της Θεοτόκου, την κτιστή Χά­ρη, την εξαγορά των αφέσεων (indulgentiae)· άλλαξε όλη σχεδόν την διδασκαλία και πράξη για το Βάπτισμα, το Χρί­σμα, τη Θεία Ευχαριστία και τα άλλα μυστήρια και μετέ­τρεψε την Εκκλησία σε κοσμικό κράτος.
       Ο σημερινός Παπισμός παρεξέκλινε πολύ περισσότερο του μεσαιωνικού Παπισμού από την διδασκαλία της Εκκλη­σίας, ώστε δεν αποτελεί πλέον συνέχεια της αρχαίας Δυτικής Εκκλησίας. Εισήγαγε πλήθος νέων υπερβολών στην «Μαριολογία», όπως την διδασκαλία περί της Θεοτόκου ως «συλλυτρώτριας» (corredemptrix) του ανθρωπίνου γένους. Ενίσχυσε την «Χαρισματική Κίνηση» πεντηκοστιανικών ομάδων, δήθεν πνευματοκεντρικών. Υιοθέτησε ανατολικές πνευμα­τικές μεθόδους προσευχής και διαλογισμού. Εισήγαγε νέες καινοτομίες στη Θεία Λατρεία, όπως τους χορούς και τα μουσικά όργανα. Εσυντόμευσε και ουσιαστικά κατάστρεψε την Θεία Λειτουργία. Στον χώρο του Οικουμενισμού έθεσε τις βάσεις για την Πανθρησκεία με την Β' Βατικάνειο Σύνοδο, αναγνωρίζοντας την «πνευματική ζωή» των αλλο­θρήσκων. Ο δογματικός μινιμαλισμός οδήγησε και σε μεί­ωση των ηθικών απαιτήσεων λόγω του δεσμού δόγματος και ήθους, με συνέπεια τις ηθικές πτώσεις κορυφαίων κλη­ρικών και την αύξηση μεταξύ των κληρικών των ηθικών εκτροπών της ομοφυλοφιλίας και της παιδοφιλίας10.

       Γενικώς υπάρχει ριζική αλλαγή του Παπισμού και στρο­φή προς τον Προτεσταντισμό μετά την Β' Βατικάνειο Σύνο­δο, ως και υιοθέτηση διαφόρων "πνευματικών" κινημά­των της «Νέας Εποχής».
       Κατά τον Άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, τον Μυσταγωγό, ο Παπισμός προκάλεσε στην Εκκλησία μεγαλύτερη ζημία από όση προκάλεσαν όλες μαζί οι αιρέσεις και τα σχίσματα. Οι Ορθόδοξοι έχουμε κοινωνία με τους προ του σχίσματος πάπες και πολλούς πάπες τους εορτάζουμε ως αγίους. Οι μετά το σχίσμα πάπες είναι αιρετικοί· έπαυσαν να είναι διάδοχοι στον θρόνο της Ρώμης, δεν έχουν απο­στολική διαδοχή, επειδή δεν έχουν την πίστη των Α­ποστόλων και των Πατέρων. Για τον λόγο αυτό τον εκά­στοτε πάπα «ου μόνον ου κοινωνικόν έχομεν, αλλά καί αίρετικόν άποκαλούμεν». Λόγω της βλασφημίας εναντίον του Άγιου Πνεύματος με την διδασκαλία περί του Filioque έχασαν το Άγιο Πνεύμα, και όλα σ' αυτούς είναι αχαρίτωτα. Κανένα μυστήριο τους δεν είναι έγκυρο κατά τον Άγιο Συμεών. «Βλασφημούσιν άρα οί καινοτόμοι καί πόρρω του Πνεύματος είσι, βλασφημούντες κατά του Αγίου Πνεύματος, καί ουκ εν αύτοίς όλως τό Πνεύμα τό ‘Αγιον διό καί τά αυτών άχαρίτωτα, ώς τήν χάριν τον Πνεύματος άθετούντων καί υποβιβαζόντων αυτό... διό καί τό Πνεϋμα ουκ έν αύτοίς τό Άγιον, καί ουδέν πνευματικόν έν αύτοίς καί καινά πάντα καί έξηλλαγμένα τά έν αύτοίς καί παρά τήν Θείαν παράδοσιν»11.
        3. Τα ίδια ισχύουν, σε μεγαλύτερο βαθμό, για τον ΙΙροτεσταντισμό, ο όποιος ως τέκνο του Παπισμού κληρονόμη­σε πολλές αιρέσεις, προσέθεσε δε πολύ περισσότερες· απορ­ρίπτει την Παράδοση δεχόμενος μόνον την Άγια Γραφή (Sola Scriptura), την οποία παρερμηνεύει, καταργεί την Ιερωσύνη ως ειδική μυστηριακή Χάρη, την τιμή των Άγιων και των εικόνων, υποτιμά το πρόσωπο της Θεοτόκου, απορ­ρίπτει τον Μοναχισμό· από τα Άγια Μυστήρια δέχεται μόνον το Βάπτισμα και τήν Θεία Ευχαριστία, αλλοιώνοντας και σ' αυτά τήν διδασκαλία και την πράξη της Εκκλησίας, διδάσκει τον απόλυτο προορισμό (Καλβινισμός) και την εκ της πίστεως μόνον δικαίωση, εσχάτως δε η «προοδευτική» του μερίς εισήγαγε την Ιερωσύνη των γυναικών και τον γάμο των ομοφυλοφίλων, τους οποίους δέχονται και στην Ιερωσύνη. Κυρίως όμως στερείται εκκλησιολογίας, διότι δεν υπάρχει η έννοια της Εκκλησίας, όπως την κατανοεί η Ορθόδοξη Παράδοση.
        4.  Ο μόνος τρόπος για να αποκατασταθεί η κοινωνία μας με τους αιρετικούς είναι η εκ μέρους τους αποκήρυξη της πλάνης και η μετάνοια, ώστε να υπάρξει αληθινή ένωση και ειρήνη· ένωση με την αλήθεια και όχι με την πλά­νη και την αίρεση. Για την ενσωμάτωση των αιρετικών στην Εκκλησία η κανονική ακρίβεια απαιτεί την διά του Βαπτίσματος αποδοχή τους. Το προηγούμενο «βάπτισμα» τους, τελούμενο εκτός της Εκκλησίας, χωρίς την τρισσή κατάδυση και ανάδυση του βαπτιζομένου εντός του δι' ειδικής ευχής ηγιασμένου ύδατος και από μή Ορθόδοξο ιερέα, δεν είναι καν βάπτισμα· στερείται της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, η οποία δεν υπάρχει στα σχίσματα και στις αιρέσεις, και επομένως δεν έχομε τίποτε κοινό πού να μας ενώνει, όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος: «Οί δε της Εκκλησίας άποστάντες ούκέτι έσχον τήν χάριν του Άγι­ου Πνεύματος έφ' έαυτοίς· έπέλιπε γάρ ή μετάδοσις τω διακοπήναι τήν άκολουθίαν... οί δέ άπορραγέντες, λαϊκοί γενόμενοι, ούτε του βαπτίζειν, ούτε του χειροτονείν είχον τήν έξουσίαν, ούκέτι δυνάμενοι χάριν Πνεύματος  Αγίου παρέχειν, ης αυτοί έκπεπτώκασιν»12.
       Είναι γι' αυτό αθεμελίωτη και μετέωρη η νέα προσπά­θεια των Οικουμενιστών να προβάλουν την θέση ότι έχου­με κοινό βάπτισμα με τους αιρετικούς,
και επάνω στην ανύ­παρκτη βαπτισματική ενότητα να στηρίξουν την ενότητα της Εκκλησίας, η οποία δήθεν υπάρχει όπου υπάρχει βά­πτισμα13. Στην Εκκλησία όμως εισέρχεται κανείς και γί­νεται μέλος της όχι με το οιοδήποτε βάπτισμα αλλά με το ένα και ενιαίος τελούμενο βάπτισμα από ιερείς έχοντας την Ιερωσύνη της Εκκλησίας.
        5. Έφ' όσον οι αιρετικοί εξακολουθούν να παραμένουν στην πλάνη, αποφεύγουμε την μετ' αυτών κοινωνία, ιδι­αίτερα τις συμπροσευχές. Οι ιεροί κανόνες στο σύνολο τους απαγορεύουν όχι μόνο τα συλλείτουργα και τις εντός των ναών συμπροσευχές, αλλά και τις απλές συμπροσευχές σε ιδιωτικούς χώρους. Η αυστηρή στάση της Εκκλησίας απέ­ναντι στους αιρετικούς προέρχεται από αληθινή αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον για τη σωτηρία τους και από ποιμαντική μέριμνα να μην παρασυρθούν οι πιστοί στην αίρεση. Όποιος αγαπά φανερώνει την αλήθεια, δεν αφή­νει τον άλλο στο ψεύδος· διαφορετικά η αγάπη και η μετ' αυτού ομόνοια και ειρήνη είναι επίπλαστες και ψεύτικες. Υπάρχει καλός πόλεμος και κακή ειρήνη. «Κρείττων γάρ επαινετός πόλεμος ειρήνης χωριζούσης Θεού» λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος14. Και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνιστά: «Εί που τήν εύσέβειαν παραβλαπτομένην ίδοις, μή προτίμα τήν όμόνοιαν της αληθείας, άλλ' ίστασο γενναίως έως θανάτου... τήν άλήθειαν μηδαμού προδιδούς». Και αλλού συνιστά με έμφαση: «Μηδέν νόθον δόγμα τω της αγάπης προσχήματι παραδέχησθε»15. Αυτήν την στάση των Πατέρων υιοθέτησε και ο μέγας αγω­νιστής και ομολογητής της Ορθοδόξου πίστεως απέναντι στους Λατίνους Άγιος Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός, ο όποιος την δική του Ομολογία Πίστεως στην Φλωρεντία κατακλείει διά των έξης: «Άπαντες οί της Εκκλησίας δι­δάσκαλοι, πάσαι αί σύνοδοι καί πάσαι αί θείαι Γραφαί φεύγειν τούς έτερόφρονας παραινούσι καί της αυτών κοινω­νίας διίστασθαι. Τούτων ούν εγώ πάντων καταφρονήσας, ακολουθήσω τοις έν προσχήματι πεπλασμένης ειρήνης ένωθήναι κελεύουσι; Τοις τό ιερόν καί θείον σύμβολον κιβδηλεύσασι καί τόν Υίόν έπεισάγουσι δεύτερον αίτιον τού Αγίου Πνεύματος; Τά γάρ λοιπά τών ατοπημάτων έώ, το γε νυν έχον, ών καί εν μόνον ίκανόν ήν ημάς εξ αυτών διαστήσαι. Μη πάθοιμεν, τούτό ποτε, Παράκλητε αγαθέ, μηδ' όυτως έμαυτού τών καθηκόντων λογισμών άποπέσοιμι της δέ σης διδασκαλίας καί τών υπό σου έμπνενσθέντων μακαρίων ανδρών έχόμενος, προστεθείην προς τούς έμούς πατέρας, τούτο,, εί μή τι άλλο, εντεύθεν άποφερόμενος, τήν εύσέβειαν»16.

6. Μέχρι των αρχών του 20ου αιώνος η Εκκλησία στα­θερά και αμετάβλητα είχε απορριπτική και καταδικαστι­κή στάση έναντι όλων των αιρέσεων, όπως ακριβώς αυτό διατυπώνεται στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας που διαβά­ζεται την
Κυριακή της Ορθοδοξίας. Αναθεματίζονται οι αιρέσεις και οι αιρετικοί, η κάθε μία ξεχωριστά· για να μή μείνει δε καμμία εκτός του αναθέματος, υπάρχει στο τέλος γενικός αναθεματισμός:«" Ολοις τοις αίρετικοίς ανάθεμα».
       Δυστυχώς αυτή η ενιαία, σταθερή και αταλάντευτη στά­ση της Εκκλησίας μέχρι των άρχων του 20ού αιώνος άρ­χισε σταδιακά να εγκαταλείπεται, μετά την εγκύκλιο πού εξαπέλυσε τό Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1920 «Πρός τάς απανταχού εκκλησίας του Χριστού», η οποία για πρώτη φορά χαρακτηρίζει επισήμως τις αιρέσεις ως εκκλησίες, που δεν είναι αποξενωμένες από την Εκκλησία, αλλά είναι οικείες και συγγενείς. Συνιστούσε νά «άναζωπυρωθή καί ένισχυθή πρό παντός ή αγάπη μεταξύ τών Εκκλησιών, μή λογιζομένας άλλήλας ώς ξένας καί αλλότριας, άλλ' ώς συγ­γενείς καί οικείας έν Χριστώ καί συγκληρονόμους καί σύσ­σωμους της επαγγελίας τού Θεού έν Χριστώ17.
       Άνοιξε πλέον ο δρόμος για να υιοθετηθεί, να διαμορ­φωθεί και να αναπτυχθεί στο χώρο της Ορθοδόξου Εκκλη­σίας η προτεσταντικής κατ' αρχήν επινοήσεως, τώρα δε και παπικής αποδοχής,
αίρεση του Οικουμενισμού, αυτή η παναίρεση, που υιοθετεί και νομιμοποιεί όλες τις αιρέ­σεις ως εκκλησίες και προσβάλλει το δόγμα της Μιας, Άγιας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Ανα­πτύχθηκε πλέον, διδάσκεται και επιβάλλεται από Πα­τριάρχες και επισκόπους νέο δόγμα περί Εκκλησίας, νέα εκκλησιολογία. Σύμφωνα με αυτό καμμία Εκκλησία δεν δικαιούται να διεκδικήσει αποκλειστικά για τον εαυτό της τον χαρακτήρα της καθολικής και αληθινής Εκκλησίας. Κάθε μία είναι ένα κομμάτι, ένα μέρος, όχι ολόκληρη η Εκκλησία. Όλες μαζί αποτελούν την Εκκλησία.
       Έπεσαν όλα τα όρια που έθεσαν οι Πατέρες· δεν υπάρ­χει οριοθετική γραμμή μεταξύ αιρέσεως και Εκκλησίας, μεταξύ αληθείας και πλάνης. Και οι αιρέσεις είναι εκκλη­σίες, πολλές μάλιστα, όπως η παπική, θεωρούνται τώρα ώς αδελφές εκκλησίες, στις όποιες από κοινού με εμάς ανέθε­σε ο Θεός την φροντίδα για την σωτηρία των ανθρώπων18. Υπάρχει και στις αιρέσεις η Χάρη του Παναγίου Πνεύ­ματος, γι' αυτό και το βάπτισμα τους, όπως και όλα τα άλλα μυστήρια είναι έγκυρα. Όσοι έχουν βαπτισθή, σε οποια­δήποτε αίρεση και αν ανήκουν, είναι μέλη του σώματος του Χρίστου, της Εκκλησίας. Οι άρές και τα αναθέματα των συνόδων δεν ισχύουν και πρέπει να διαγραφούν από τα λειτουργικά βιβλία. Στεγασθήκαμε μέσα στο
«Παγκό­σμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και ουσιαστικά προδώσαμε -καί μόνο με την ένταξη μας- την εκκλησιολογική μας αυτο­συνειδησία. Αφαιρέσαμε το δόγμα περί της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, το δόγμα «είς Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα»19.
       7. Ό διαχριστιανικός αυτός συγκρητισμός, διευρύνθη­κε τώρα και σε διαθρησκειακό συγκρητισμό, ο όποιος εξι­σώνει όλες τις θρησκείες, με την μοναδική, θεόθεν αποκαλυφθείσα από τον Χριστό θεοσέβεια, θεογνωσία και κατά Χριστόν ζωή. Προσβάλλεται επομένως όχι μόνο το δόγμα της Μιας, Άγιας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλη­σίας σε σχέση με τις αιρέσεις, αλλά και το θεμελιώδες δό­γμα της μοναδικής εν τω κόσμω Αποκαλύψεως και σωτη­ρίας των ανθρώπων διά Ιησού Χριστού σε σχέση με τις θρησκείες του κόσμου. Είναι η χειρότερη πλάνη, η μεγαλύ­τερη αίρεση όλων των αιώνων.
       8.Εμείς πιστεύουμε και ομολογούμε ότι μόνον έν τω Χριστώ υπάρχει η δυνατότης σωτηρίας. Οι θρησκείες του κόσμου και οι αιρέσεις οδηγούν στην απώλεια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι απλώς η αληθής Εκκλησία- είναι η μόνη Εκκλησία. Μόνον αύτη έμεινε πιστή στο Ευαγγέ­λιο, στις συνόδους και στους Πατέρες, και συνεπώς μόνον αυτή αντιπροσωπεύει την αληθινή καθολική Εκκλησία του Χριστού. Κατά τον όσιο Γέροντα Ιουστίνο Πόποβιτς, ο Οικουμενισμός είναι κοινό όνομα για τις ψευδοεκκλησίες της Δυτικής Ευρώπης. Το κοινό όνομα τους είναι η παναίρεση20.
       Αυτήν την παναίρεση έχουν αποδεχθή εκ των Ορθοδόξων πολλοί πατριάρχες, αρχιεπίσκοποι, επίσκοποι, κλη­ρικοί, μοναχοί και λαϊκοί. Την διδάσκουν «γυμνή τή κε­φαλή», την εφαρμόζουν και την επιβάλλουν στην πράξη κοινωνούντες παντοιοτρόπως με τους αιρετικούς, με συμ­προσευχές, ανταλλαγές επισκέψεων, ποιμαντικές συνερ­γασίες, θέτοντας ουσιαστικώς εαυτούς εκτός Εκκλησίας. Η στάση μας εκ των συνοδικών κανονικών αποφάσεων και εκ του παραδείγματος των Αγίων είναι προφανής. Ο καθένας πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του.
       9. Υπάρχουν βέβαια και συλλογικές ευθύνες, και κυ­ρίως των οικουμενιστικών φρονημάτων Ιεραρχών και Θε­ολόγων μας, απέναντι στο ορθόδοξο πλήρωμα και το ποί­μνιο τους. Πρός αυτούς δηλώνουμε με φόβο Θεού και αγά­πη, ότι η στάση τους αυτή και τα ανοίγματα τους στις οικουμενιστικές δραστηριότητες είναι από πάσης πλευράς κα­ταδικαστέα: Διότι
  • α) αμφισβητούν έμπρακτα την ορθοδοξοπατερική μας παράδοση καί Πίστη·
  • β) σπέρνουν την αμφιβολία στις καρδιές του ποιμνίου και κλονίζουν πολλούς, οδηγώντας σε διαίρεση καί σχί­σμα και
  • γ) παρασύρουν ένα μέρος του ποιμνίου στην πλάνη και με αυτήν στον πνευματικό όλεθρο.
Διακηρύσσουμε, λοιπόν, ότι για τους λόγους αυτούς οι κινούμενοι σ' αυτήν την οικουμενιστική ανευθυνότητα, όποια θέση και αν κατέχουν στον Εκκλησιαστικό Οργανισμό, αντιτάσσονται στην παράδοση των Άγιων μας και συνεπώς βρίσκονται σε αντίθεση μαζί τους.
       Γι' αυτό η στάση τους πρέπει να καταδικάζεται και να απορρίπτεται από το σύνολο των Ιεραρχών και τον πιστό Λαό.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ



Οικουμενισμός ονομάζεται η ιδεολογία η οποία ευρίσκεται πίσω από την Οικουμενική Κίνηση και την τροφοδοτεί ή συνεκδοχικώς είναι η ίδια η Οικουμενική Κίνηση.
Η Οικουμενική Κίνηση είναι η κίνηση προς ένωση των χριστιανικών ομολογιών – "εκκλησιών" μεταξύ τους. Κύριος φορεύς της δραστηριοποιήσεως αυτής σήμερα είναι το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» (W.C.C. -  “World Council of Churches”), υπό την σκέπη του οποίου συνεργάζονται όλες σχεδόν οι Προτεσταντικές Κοινότητες, οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες πλην ολιγίστων, και οι Αντιχαλκηδόνιες Κοινότητες. Το Βατικανό δεν συμμετέχει στο Π.Σ.Ε., διότι, με συνέπεια προς τη διακήρυξή του ότι είναι η μόνη «εν ενεργεία» Εκκλησία επί γης, κρίνει ότι δεν μπορεί να θέτει σε ίση μοίρα και να συναριθμεί εαυτό με τις εκατοντάδες των υπολοίπων χριστιανικών ομολογιών, ούτε ακόμη και με τις «σχισματικές» Ορθόδοξες Εκκλησίες · έτσι έχει αποστείλει κατά καιρούς στο Π.Σ.Ε. μόνον παρατηρητές.
Στο περιθώριο των διαλόγων εντός του Π.Σ.Ε. διοργανώθηκαν από πολλών ετών και άλλοι θεολογικοί διαλόγοι διμερείς, όπως λ.χ. Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων (Μονοφυσιτών), Ορθοδόξων και Λουθηρανών κ.ο.κ.
Το Βατικανό, μετά τη Β΄ Βατικάνειο Σύνοδο (1964) άρχισε μια δική του προσπάθεια ενώσεως των χριστιανών υπό τον Πάπα, η οποία από τη δεκαετία του 1980 άρχισε – όπως και η δραστηριότης του Π.Σ.Ε. – να απευθύνεται και στις άλλες θρησκείες, αρχίζοντας από τις λεγόμενες «μονοθεϊστικές», τον Ιουδαϊσμό και τον Μωαμεθανισμό (όπως είναι φανερό λ.χ. στις διαθρησκειακές συναντήσεις της Ασσίζης του 1986, 1994 κ.ά. με κυρίαρχη μορφή τον Πάπα)· ανάλογο «άνοιγμα» του Π.Σ.Ε. προς τις έξω θρησκείες άρχισε με τις Συνελεύσεις του Βανκούβερ (1983), της Καμπέρρα (1991) κ.ά.
Ο Οικουμενισμός εκκίνησε σαν υπόθεση καθαρώς ενδο-προτεσταντική, για την αποφυγή του σκανδάλου που προκαλούσε ο κατακερματισμός των προτεσταντικών ομολογιών στο δυτικό κόσμο και στην ιεραποστολή, για τη διοργάνωση από κοινού των βιβλικών εκδόσεων, την αντιμετώπιση των αντιχριστιανικών ιδεολογιών, κ.ά. σκοπιμότητες. Ωστόσο, σχετική Πατριαρχική Εγκύκλιος του Οικουμενικού Πατριαρχείου «Προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού» το 1920, ανατρέποντας την παραδοσιακή Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, προσπάθησε να προσφέρει εκκλησιολογικά ερείσματα που θα ενίσχυαν τη συμμετοχή των Ορθοδόξων στην Οικουμενική Κίνηση και οδήγησε επιτυχώς σε πολύ ευρύτερη έκτοτε συμμετοχή των Ορθοδόξων στον Οικουμενισμό. Οι δύο κύριες οικουμενικές κινήσεις, «Ζωή και Εργασία» και «Πίστις και Τάξις», ασχολούμενες η μεν πρώτη με πρακτικά θέματα του χριστιανισμού και η δεύτερη με την επίλυση των διαφορών πίστεως μεταξύ των χριστιανικών ομολογιών - εκκλησιών, μετά από μακρές διεργασίες κατά το διάστημα του μεσοπολέμου, συνενώθηκαν τελικώς στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών», με επίσημη έναρξη της λειτουργίας του το 1948 στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας.
Η συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Π.Σ.Ε. υπήρξε πάντοτε προσεκτική και επιφυλακτική όχι στον πρακτικό τομέα, δηλαδή προς μια καλύτερη διεθνή χριστιανική συνεργασία για την αντιμετώπιση πανανθρωπίνων κοινωνικών, ηθικών και άλλης υφής προβλημάτων (εκπαιδεύσεως, διεθνών σχέσεων, οικονομίας, εκβιομηχανισμού  κ.ο.κ.), αλλ’ έναντι του κινδύνου αλλοιώσεως της ορθοδόξου εκκλησιολογίας και θεολογίας, αλλοιώσεως που θα εξυπηρετούσε αφ’ ενός μεν μια προσέγγιση με τους ετεροδόξους ισοπεδωτική και νοθευτική για την Ορθοδοξία, αφ΄ ετέρου δε τη δημιουργία μιας πλασματικής, πρόχειρης και επιφανειακής ενότητος μεταξύ των Χριστιανών.
Δυστυχώς, η εγκατάλειψη της αυστηρής εκκλησιολογικής γραμμής των Ορθοδόξων αντιπροσώπων μετά την Συνέλευση του Νέου Δελχί (1961) και η υιοθέτηση μιας περισσότερο «ελαστικής» εκκλησιολογίας, χριστολογίας κ.λπ. (αρχής γενομένης από τη Δ΄ Συνέλευση του Π.Σ.Ε., στο Μόντρεαλ, τό 1963) οδήγησαν σταδιακώς στο σημείο σήμερα να διολισθαίνει σοβαρότατα μακράν της Αληθείας η ορθόδοξη μαρτυρία προς τον κόσμο, υιοθετώντας επίσημα κείμενα, όπως αυτό της Θ΄ Συνελεύσεως του Π.Σ.Ε. στο Porto Allegre (2006), τα οποία ανατρέπουν και αλλοιώνουν παντελώς την αυθεντική απ’ αιώνων διδασκαλία και αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας· τα κείμενα αυτά δίνουν και εσφαλμένη εικόνα περί του τί είναι η Ορθοδοξία, στους ειλικρινείς θύραθεν μελετητές της.  Έτσι, η Οικουμενική Κίνηση σήμερα, ενώ θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί τους θησαυρούς της ορθοδόξου εν γένει Παραδόσεως και της Θεολογίας, τα οποία είναι αναλλοίωτα από την εποχή των Αποστόλων, αντιθέτως είχε ως αποτέλεσμα την εμφύτευση του θεολογικού σχετικισμού στους ορθοδόξους, και (κατά περίπτωση) είτε τον εκπροτεσταντισμό είτε τον εκλατινισμό της ορθόδοξης διδασκαλίας μεταξύ των τάξεων των Ορθοδόξων Οικουμενιστών. Η ψευδής ένωση που προωθείται με αυτό τον τρόπο, δεν είναι η ένωση «εν αληθεία» (Γ΄ Ιωάννου 4), η οποία θα διατηρήσει την Εκκλησία, ώστε να έχει «ενα Κύριον, μίαν Πίστιν, εν Βάπτισμα» - σύμφωνα μέ την αποστολική εντολή (Εφεσίους 4,5) – αλλά «ενότητα στη διαφορετικότητα» (“unity in diversity”) ένα μείγμα ετερόκλητων πίστεων, τελετουργικών της λατρείας, γραμμών ποιμαντικής αντιμετωπίσεως κ.τ.σ.– που θα τείνει να δείξει ότι ο Χριστός, ο Θεός Λόγος των Χριστιανών, δεν είναι Ενοποιός, η Κεφαλή ενός αρμονικού Σώματος, όπου «του πλήθους των πιστευσάντων ην η καρδία καί η ψυχή μία» (Πράξεις 4,32) αλλά είναι Θεός «ακαταστασίας καί ουχί ειρήνης» (πρβλ. Α΄ Κορινθίους 14, 33) ο Οποίος αντίθετα με την αποστολική επισήμανση είναι διηρημένος, «μεμέρισται ο Χριστός» (πρβλ. Α΄ Κορινθίους 1, 13). Αυτήν την εσφαλμένη, επιφανειακή και μόνον εν πράγματι (“de facto”) ενότητα και όχι την ενότητα τη θεμελιωμένη στην κοινή Πίστη, ομοφροσύνη και ομόνοια του Σώματος του Χριστού, εξυπηρετεί η «γραμμή» που επικρατεί στην Οικουμενική Κίνηση τις τελευταίες δεκαετίες να συζητούνται όχι τα σημεία διαφωνίας των μελών, ώστε να επιλυθούν, αλλά μόνον τα σημεία συμφωνίας τους.
Για τους λόγους αυτούς το θέμα του Οικουμενισμού έχει λάβει διαστάσεις τεραστίου εσωτερικού εκκλησιαστικού προβλήματος της Ορθοδοξίας, μεταξύ της μειοψηφίας των Οικουμενιστών, οι οποίοι ως επί το πλείστον κατέχουν τις ανώτατες διοικητικές Κληρικές θέσεις στις Ορθόδοξες κατά τόπους Εκκλησίες, και των πολυπληθών επιγνωμόνων και ενήμερων πιστών, Κληρικών, Μοναχών και λαϊκών, οι οποίοι βλέπουν τον Οικουμενισμό ως μια αίρεση, στο βαθμό που αυτός τείνει να αποδεχθεί και ενσωματώσει με άνωθεν επιβολή και πιέσεις, θεολογικά και εκκλησιολογικά στοιχεία που είναι αλλότρια ή ήδη σε προηγούμενες εποχές απεριμμένα από την Ορθοδοξία.  Δείγμα της διάστασης αυτής, οφειλόμενο εν πολλοίς στις βιαστικές και απρόσεκτες μεθοδεύσεις των Ορθοδόξων Οικουμενιστών, είναι και το ατυχές σχίσμα του 1924 (του Παλαιού Ημερολογίου) στην Ελλάδα και αλλού. 

ΙΕΡΟΥ ΓΕΝΝΑΔΙΟΥ ΣΧΟΛΑΡΙΟΥ

ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΑΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ
Οι Άγιοι Πατέρες και ο σύγχρονος Οικουμενισμός
  
  
        Γράμμα προς τους εκκλησιαστικούς, τον μέγα εκ­κλησιάρχη Σίλβεστρο και τον μέγα χαρτοφύλακα Α­γαλλιανό, το οποίο απέστειλε κατά την ημέρα που προσεκλήθησαν οι εκκλησιαστικοί στο παλάτι του Ξυλαλά. Και αυτή ήταν η πρώτη πρόσκλησις, αφ' ό­του ο καρδινάλιος και οι τρεις αρχιερείς του έτους ε­κείνου είχαν μυστικά προσχεδιάσει τα πάντα (για την ένωσι). 15η Νοεμβρίου (1452).         Ο ιερός Γεννάδιος ο Σχολάριος, σοφός και άγιος Μοναχός, εμόνασε πλησίον της Κωνσταντινουπόλε­ως. Τις παραμονές της πτώσεως της Πόλεως διαβλέ­πει τα ερχόμενα δεινά. Καλεί σε μετάνοια για την α­ποσόβησί τους. Δεν ενδίδει στις πανταχόθεν πιέσεις (εκκλησιαστικών και πολιτικών) για  αναγνώρισι της ψευδοσυνόδου της Φλωρεντίας.
       Η  θεία Πρόνοια τον αναδεικνύει μετά την άλωσι πρώτο Πατριάρχη και Εθνάρχη.
       Η Πόλις εάλω. Αλλά η Ορθοδοξία εσώθη και  δια  της ομολογίας του ιερού Γενναδίου. Έτσι έχουμε ελπίδα σωτηρίας.
       Το κατωτέρω κείμενο-επιστολή απευθύνεται προς εκκλησιαστικά πρόσωπα. Απoτελεί μία ύστατη προ­σπάθεια να αποσοβηθή η υποταγή στις παπικές αξιώ­σεις για να σωθή τάχα η Πόλις. Έχουν προηγηθή πολλές ομιλίες προς τον λαό, πολλά διαβήματα προς τους πολιτικούς άρχοντας, εις ώτα όμως μη ακουό­ντων.
       Τον Νοέμβριο του 1452 γράφεται η επιστολή. Ένα μήνα αργότερα, στις 12 Δεκεμβρίου, συλλειτουρ­γούν δυστυχώς οι Ορθόδοξοι με τους Λατίνους στην Αγια-Σoφιά. Ο ιερός άνδρας, σε κείμενό του που μπορεί να τιτλοφορηθή Θρήνοι Γενναδίου, χαρακτη­ρίζει το γεγονός ως «των χριστιανικών συμφορών το κεφάλαιον».
       Η «ένωσις» δεν έσωσε την Πόλι. Δεν ήταν άλλω­στε δυνατόν. Είναι αναπόδραστη νομοτέλεια, η απο­στασία από την Ορθόδοξο Πίστι να ακολουθήται από εθνικές συμφορές.
       Άγιοι πατέρες, εγώ ήθελα να έλθω, όπως κάνω πάντοτε. Αλλά δεν γνωρίζω καλά σε τι αποβλέπει αυ­τή η συνάντησις. Μάθετε εσείς τον λόγο που σας προσκαλούν. Εάν μεν είναι παρών και ο καρδινάλιος και θέλει να ειπή κάτι, ή η σύσκεψις αυτή αφορά στο να έλθη άλλοτε και να ομιλήση ενώπιόν σας και ενώ­πιον πάντων και να απολογηθήτε σ' αυτόν εκκλησια­στικώς, τότε ας έλθουν κάποιοι απεσταλμένοι σας με ένα επιπλέον άλογο, με διαταγή βασιλική, και θα έλ­θω. Εσείς μη καταπιασθήτε να ακούσετε ή να ειπήτε κάτι χωρίς εμένα. Ό,τι γνωρίζω θα είναι στην διάθεσί σας.       Εάν όμως η σύναξις αυτή γίνεται για να πάρουν την συγκατάθεσι των εκκλησιαστικών για την ένωσι που έκανε ήδη η πολιτεία -αλλοίμονο! αυτό θα είναι χωρισμός από τον Θεό-, τότε αφήστε με, μη με πειρά­ζετε. Την γνώμη μου γι' αυτό την γνωρίζει χίλιες φο­ρές και ο αυθέντης μας ο αυτοκράτωρ και οι σύμβουλοί του και εσείς όλοι. Επίσης προ ολίγων ημερών του έστειλα με τον τιμιώτατο ιερομόναχο κυρ Ιγνάτιο δώδεκα κεφάλαια (άρθρα-θέσεις) περί της υποθέσεως αυτής, τα οποία είδατε και εσείς. Εγώ ποτέ δεν θα πω κάτι άλλο, απ' αυτό που λέγω πάντοτε.       Εκείνη την σύνοδο της Φλωρεντίας την έχω όπως την έχει και ο Θεός και η αλήθεια και όλοι οι χρι­στιανοί, τα γνήσια τέκνα της Ανατολικής Εκκλη­σίας. Για να το πω σαφέστερα, ακολουθώντας την γνώμη των αγίων Πατέρων και ταπεινά την συνείδησί μου: θεωρώ την σύνοδο αυτή ψευδοοικουμενική, όπως εκείνη επί Κωνσταντίνου, η οποία ανήρεσε όπως νόμιζε το ομοούσιον. Η γνώμη μου είναι η εξής: Ό­ποιος θα μνημονεύση τον Πάπα ή θα έχη κοινωνία με αυτούς που τον μνημονεύουν ή θα συμβουλεύση ή θα παραινέση κάποιον να μνημονεύση, θα τον θεωρήσω όπως ακριβώς και η αγία και μεγάλη σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία εξήτασε το λατινικό δόγμα και κατεδίκασε όσους το πίστεψαν, τον Βέκκο δηλαδή και τους ομόφρονάς του.       Έπειτα δεν θεωρώ μικρό πράγμα το μνημόσυνο του Πάπα ή οποιουδήποτε επισκόπου. Άλλωστε η πνευματική κοινωνία των ομοδόξων και η τελεία υπο­ταγή προς τους γνησίους ποιμένας εκφράζεται με το μνημόσυνο. Οι σύνοδοι και οι άλλοι Πατέρες ορίζουν ότι: αυτών που αποστρεφόμεθα το φρόνημα πρέπει να αποφεύγωμε και την κοινωνία. και όλα τα σχετικά που γνωρίζετε ότι ορίζουν. Πάνω απ' όλα όμως ο Κύ­ριός μας λέγει: «Αλλοτρίω δε ου μη ακολουθήσωσιν, αλλά φεύξονται απ' αυτού, ότι ουκ οίδασι των αλλο­τρίων την φωνήν» (Ιω. ι', 5).       Μη γένοιτο να κάνω αιρετική την εκκλησία μου, την αγία μητέρα των Ορθοδόξων, δεχόμενος το μνη­μόσυνο του Πάπα, εφ' όσον ο Πάπας ομολογεί και πι­στεύει εκείνα, για τα οποία δεν τον δέχεται η Εκκλη­σία μας. Όποιος, λοιπόν, ομολογήσει ότι εκείνος (ο Πάπας) ορθοτομεί τώρα τον λόγο της αληθείας, ομο­λογεί ότι οι δικοί μας πρόγονοι είναι αιρετικοί.      Η γνώμη μου λοιπόν ήταν και θα είναι αυτή. Και θα είμαι οπωσδήποτε πάντοτε ακοινώνητος προς τον Πάπα και όσους έχουν κοινωνία μ' αυτόν, όπως οι Πα­τέρες μας. Διότι πρέπει να μιμούμεθα την ευσέβειά τους, αφού δεν έχομε την αγιωσύνη και την σοφία τους.       Ακούω ότι οι πατέρες του λατινισμού υποψιθυρί­ζουν κρυφά ότι η ένωσις θα γίνη υπό όρους και για ωρισμένο χρονικό διάστημα, εξαπατώντας έτσι τον πο­λύ λαό και συγκαλύπτοντας τον εκλατινισμό. Αυτά τα θεωρώ ξένα προς το εκκλησιαστικό και χριστιανικό ήθος και αντίθετα στον Θεό και τον ορθό λόγο.       Πού ακούσθηκε πίστις και εκκλησιαστική ένωσις υπό όρους; Εάν είναι καλή αυτή η ένωσις, γιατί να εί­ναι για ωρισμένο χρονικό διάστημα και όχι μόνιμη; Και εάν είναι κακή, γιατί να γίνη έστω και για μία μόνο ημέρα; Και ποιος άλλος μπορεί να είναι ο όρος για την ένωσι των ορθώς πιστευόντων και φρονού­ντων, παρά οι ενούμενοι να φρονούν και να ομολο­γούν τα ίδια;       Θα ήταν σκόπιμο να τεθούν ο εξής όρος και η εξής διορία: ο Πάπας να αφαιρέση το και εκ του Υιού από το Σύμβολο, όπως και εμείς δεν λέγομε το εκ μόνου του Πατρός και το ουκ εκ του Υιού, αν και είναι δόγμα αρχαίο της Ανατολικής Εκκλησίας, πράγμα που επιβεβαιώνουν και οι ίδιοι οι διδάσκαλοι των Λα­τίνων. Και γι' αυτά τα θέματα ας γίνεται συζήτησις, τό Σύμβολο όμως να λέγεται και από μας και από τον Πάπα, όπως ήτον αρχικά.       Αυτά όμως που λέγουν εκείνοι, δηλαδή να αναβά­λουμε προσωρινά την εξέτασι του θέματος, δεν είναι προσωρινή εκκλησιαστική οικονομία. Είναι προσω­ρινή συγκατάθεσίς μας στην προσθήκη (του filioque) και στην ένωσι που στην Φλωρεντία κακώς επικυρώ­θηκε. Είναι πρόσκαιρος εκλατινισμός -αν θα είναι βέβαια πρόσκαιρος και όχι αιώνιος!- συμπεραίνοντας από τα πρόσωπα που τον πραγματοποιούν.       Δεν είχαν ανακινηθή τα θέματα αυτά και στα χρό­νια του προηγουμένου βασιλέως από κάποιους διεφθαρμένους πολίτας και αποδείξαμε εμείς ότι όλα αυ­τά είναι παράλογα και ασυνείδητα και κατακριτέα από όλους τους ανθρώπους, ομοδόξους και ετεροδό­ξους; Διότι, προηγείται το αν θα ενωθούμε ή όχι με τους Λατίνους. και τότε ακολουθούν τα υπόλοιπα και από τις δύο πλευρές, όσα δηλαδή σχετίζονται με το αν θα ενωθούμε ή θα είμαστε χωρισμένοι.       Αυτή είναι η γνώμη μου, όπως ήδη την γνωρίζετε και εσείς και οι πάντες, και θα είναι η ίδια πάντοτε στο μέλλον. Όποιος θέλει να έχη κοινωνία μαζί μου, ας αποδεχθή την γνώμη μου. Όποιος δεν θέλει, ας κά­νη ό,τι νομίζει. Η ευθύνη δική του.
Όσον αφορά το συμφέρον της Πόλεως, λέγω ότι η σωτηρία της εξαρτάται από την εφαρμογή εκείνων που είπα στο μοναστήρι του Παντοκράτορος. Αν ε­φαρμοσθούν, δεν χρειάζεται τίποτε άλλο. Όμως δεν θα εφαρμοσθούν. Το εγνώριζα ότι δεν θα εφαρμο­σθούν. Αλλά πρέπει ο Θεός και εγώ ο ανάξιος δούλος του να είμαστε αναίτιοι.       Επίσης έστειλα μήνυμα στον μέγα δούκα. Μάλ­λον του έγραψα εκτεταμένη επιστολή, όπως γνωρίζει ο τιμιώτατος μέγας εκκλησιάρχης και ο τιμιώτατος δικαιοφύλαξ. Του έγραψα να αναφέρη στον βασιλέα ότι αυτά που σκέπτονται να κάνουν θα έχουν το κρίμα από τον Θεό και τους ανθρώπους, τους δικούς μας και τους ξένoυς, τους εχθρούς και τους συμμάχους. Και μάλιστα, ούτε ένωσις θα είναι αυτή ούτε μη ένωσις. Ούτε πλέον η εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως θα έχη λόγο προς τους Ορθοδόξους από τώρα, εάν γί­νουν αυτά όπως τα σκέπτεσθε. Αλλά σας λέγω και σας συμβουλεύω αυτό που από την αρχή εζήτησα, ευ­θύς μόλις ήρθε ο καρδινάλιος, αλλά δεν θελήσατε: Να έλθω στο παλάτι. και ας είναι οι τρεις τάξεις των πο­λιτών, η σύγκλητος, η εκκλησία και η πολιτεία. ας έρθη και ο καρδινάλιος έχοντας όσους Βενετίκους και Γενουίτας θέλει. και να δείξω πως, αυτό που λέγει ο καρδινάλιος, είναι ασύμφορο για τα δύο μέρη. Το δε συμφέρον κατά την παρούσα ταραχή των πραγμάτων είναι το εξής: τα εκκλησιαστικά να μείνουν όπως έ­χουν και να μη αλλάξουν καθόλου, ούτε στο ένα μέ­ρος ούτε στα άλλο.       Επειδή αυτοί υπόσχονται να βοηθήσουν την Πό­λι, όταν ειρηνεύση η Πόλις είτε με την βοήθειά τους είτε όχι, εξάπαντος να γίνη ένα από τα δύο: Ή να έλ­θουν δικοί τους αντιπρόσωποι με εξουσιοδότησι να κάνουμε εδώ σύνοδο, ή να υπάγουν εκεί έξι τουλάχι­στον από τα αξιολογώτερα εκκλησιαστικά πρόσωπα, και να συζητηθούν τα περί της ενώσεως εκκλησιαστι­κώς και πνευματικώς και ελευθέρως. Διότι, αν γίνη προηγουμένως ειρήνη, θα έχωμε και την συμβουλή και την γνώμη των εγγύς ομοδόξων, των Αγιορειτών δηλαδή και των αγιωτάτων πατριαρχών. Και ό,τι γί­νει, είτε πάμε εκεί είτε έλθουν εκείνοι εδώ -το καλύ­τερο-, αυτό θα είναι και στον Θεό αρεστό, επειδή θα έγινε με ελπίδα σ' Αυτόν ελευθέρως και πνευματικώς, και στους Χριστιανούς ανεπίληπτο. Μέχρι τότε όλοι εμείς να είμαστε μεταξύ μας ενωμένοι και ο βασιλεύς απροσπαθής.       Με τον τρόπο αυτό ενδέχεται να βγη κάτι καλό, ε­άν βεβαίως ο Θεός, για τον οποίο είναι δυνατά όσα για τους ανθρώπους είναι αδύνατα, ελεήση τους Χρι­στιανούς και δώση οδό και τρόπο αληθινής ενώσεως, κατά τον οποίο οι ειδήμονες και σοφοί από τα δύο μέ­ρη θα συμφωνήσουν κινούμενοι με ορθή συνείδησι εκ Θεού.       Σας είπα ότι, εάν το θελήσετε, εγώ θα έλθω και θα αναπτύξω αυτά εις πλάτος και θαρρώ ότι θα τους κα­ταπείσω αποδεικνύοντας τα ανώφελα και βλαβερά που θα ακολουθήσουν το σκεπτικό τους και τις ωφέλειες από το δικό μου σκεπτικό.      Επίσης, επειδή ελπίζετε και για κάποια βοήθεια από εκεί, αυτή η ανταλλαγή απόψεων αφ' ενός θα α­ποκαλύψη τι είδους είναι εκείνες οι ελπίδες και αφ' ε­τέρου δεν θα προσκρούετε στον Θεό.       Εάν, αντίθετα, πραγματοποιήσετε πρώτα αισχρώς τον εκλατινισμό που θέλετε, και τότε για να εξαπατή­σετε τους απλουστέρους βάλετε χρονικά όρια τάχα και ελπίδες λόγων και συζητήσεων, το συμπέρασμα του κακού αυτού διαβήματος θα είναι αυτό που πολ­λές φορές είπα. Εγώ τότε, έστω κι αν όλη η Ανατολή πάη στην Δύσι, δεν πηγαίνω. και αν όλη η Δύσις έλ­θη στην Ανατολή, εγώ θα σιωπήσω. και ήδη από τώ­ρα σιωπώ. Διότι, αν όλοι εσείς και η δήθεν σύναξίς σας γίνετε Λατίνοι, με ποιους και για ποιους και τι να ομιλή πλέον ο ταπεινός Γεννάδιος υπέρ του πατρίου δόγματος;        Αυτά τα έγραψα εκτενέστερα και στον μέγα δού­κα, όπως γνωρίζουν οι τιμιώτατοι που ανέφερα. Τώρα μόνο τα κυριώτερα σταχυολόγησα. Έχω κοντά μου και αντίγραφο του γράμματος εκείνου, στο οποίο μου απήντησε ο μέγας δούκας με τρόπο που με εξέπληξε: «Ματαίως κοπιάζεις, πάτερ, διότι αποφασίσθηκε να ε­παναφέρωμε το μνημόσυνο του Πάπα και είναι αδύνα­το να γίνη αλλοιώς. Με την προϋπόθεσι ότι δεν θα φέρης κανένα εμπόδιο, διότι τίποτα δεν θα πετύχης, έ­λα να βοηθήσης να το κάνουμε». Και εγώ του απή­ντησα: «Έλεγα (ότι θα έλθω), με την προϋπόθεσι ότι δεν θα γίνετε Λατίνοι. Εάν αποφασίσατε να γίνετε, και ήδη εγίνατε, όλα τελείωσαν και εγώ δεν έχω ευθύ­νη γι' αυτό».       Λοιπόν, πατέρες άγιοι, δεν αμέλησα και γι' αυτό το συμφέρον της Πόλης. Μάλιστα ουδόλως αμέλησα για την Πίστι και για το συμφέρον της Πόλης, το ο­ποίο κυρίως εξαρτάται από τον Θεό και την προς Αυ­τόν ορθόδοξο Πίστι μας. Είθε ο Κύριος να ανοίξη τα μάτια όλων. Ειδ' άλλως, τουλάχιστον εσάς και τους πιο εκλεκτούς από σας να φυλάξη σταθερούς στην Πίστι των Πατέρων, ώστε εξ αιτίας σας να υπάρχη κάποια ελπίδα εκ Θεού. Με τις ευχές σας να ελεήση και εμένα τον αμαρτωλό. Πάντως λυπούμαι πολύ.
Την μετάνοιά μου. Να αναγνωσθή δημοσίως, ώ­στε να ακουσθή από όλους.
                                                                                        (Από το τεύχος 21, σελίς 21-28).
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ , ΜΑΪΟΣ 2006

Η Προδοσία της Ορθοδοξίας

O πρωτοπρεσβύτερος πατέρας Θ. Ζήσης σχολιάζει:




***

«έτι γαρ μικρόν όσον, το προσδοκώμενον ήξει και ου χρονιεί»


Κάθε ορθόδοξος χριστιανός δικαιούται να απαιτήση από τους ταγούς της Ορθοδοξίας συνέπειαν και εντιμότητα. Αυτό είναι δίκαιον να τεθή ως απαίτησις από κάθε σκεπτόμενον άνθρωπο προς τους συνανθρώπους του, που παρουσιάζονται ως εκφραστές των πεποιθήσεών του και της Πίστεώς του. Διότι προτού αναλάβουν τα ηγετικά αξιώματα, προέβησαν εις ομολογίαν συμφωνίας. Εν προκειμένω, οι Ορθόδοξοι Επίσκοποι και Αρχιερείς, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, δίδουν εκτεταμένην διαβεβαίωσιν ότι θα είναι εις το «Πιστεύω» των και εις την διαποίμανσιν των λογικών προβάτων του Χριστού και εις τον ευαγγελισμόν των ανθρώπων ευθυγραμμισμένοι πλήρως προς την Ορθόδοξη Πίστη. Δεν προσφέρεται το αξίωμα από την Εκκλησίαν, δια να χρησιμοποιηθή δια προσωπικήν ωφέλειαν προβολής, χρηματισμού, ή ως βήμα δια την έκθεσιν φιλοσοφικών αντιλήψεων και θεωριών. Προσφέρεται δια να «ποιήση» ο επίσκοπος «έργον ευαγγελιστού» (Β΄ Τιμ. Δ,5). Και το έργον του ευαγγελιστού προσφέρεται εις την Ορθοδοξίαν με κατεύθυνσιν την σωτηρίαν των ανθρώπων μέσω της Ορθοδόξου Πίστεως, Παραδόσεως, πιστής εφαρμογής των Ιερών Κανόνων, προς τον ενανθρωπίσαντα Κύριον και μέσω των Μυστηρίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας της μοναδικής Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Κυρίου μας, με βασικόν και υποχρεωτικόν το Μέγα Μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Εάν όμως οι Επίσκοποι και Αρχιερείς, αλλάξουν σκέψεις και αντιλήψεις, οφείλουν να έχουν τουλάχιστον την εντιμότητα του συνεργάτου του Αποστόλου Παύλου, του Δημά. Αυτός, ο Δημάς, ως γνωστόν, απεμακρύνθη από κοντά του και μάλιστα πολύ μακράν, όταν διαπίστωσεν ότι έκλινε προς «άλλην αγάπην»… : «Δημάς δε με εγκατέλιπεν αγαπήσας τον νυν αιώνα» (Β΄ Τιμ. Δ,10). Η συμπεριφορά του Ιούδα, ο οποίος παρέμεινε εις τον κύκλον των Μαθητών του Κυρίου, διαφωνών μεν αλλά και με σκοπόν την προδοσίαν, συνιστά το τερατώδες πρόσωπον του Άδου, το οποίον και απήλαυσε τελικώς… Εκείνoι οι ηγήτορες οι οποίοι, μετά την χειροτονίαν των και την διαβεβαίωσιν, διαπίστωσαν ότι οι προτεσταντικές, παπικές ή οι Οικουμενιστικές θέσεις είναι γι΄ αυτούς πιο βολικές, ή έστω πιο ορθές, ας αποβάλουν με θάρρος και τιμιότητα την ιδιότητα του Ορθοδόξου Ιεράρχου. Διάφορος αντιμετώπισις του θέματος αυτού, δηλαδή η παραμονή εις την Ορθοδοξίαν με σύγχρονον ζωήν, συμπεριφοράν, ή διακηρύξεις που δεν συμφωνούν με την Ιεράν Παράδοσιν τους Ιερούς Κανόνας και την Ορθόδοξον Πίστιν επί των οποίων βασίζεται πλήρως η Ορθόδοξος θεολογία, τους τοποθετούν εις την τάξιν των αιρετικών. Εκφράζουμε εκ βαθέων την ευχή η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος «η τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα» φωτίση, ενισχύση και κατευθύνη τους αξίους της αποστολής τους επισκόπους, όπως τιθέμενοι επικεφαλής του πιστού λαού του Θεού απελευθερώσουν την Ορθόδοξο Εκκλησία από το αιρετικό οικουμενιστικο-παπικό καρκίνωμα και την οδηγήσουν δια της αγιοπνευματικής-χαρισματικής οργανώσεως προς την διαρκή Πεντηκοστή, «ίνα εν ενί στόματι και μια καρδία» αναπέμπεται από τον πιστό Ορθόδοξο λαό ο ύμνος και η δοξολογία προς τον εν Τριάδι προσκυνητό Θεό, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα εις τους αιώνας των αιώνων Αμήν.

***
Η νέα πρόεδρος (παπαδίνα..) του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Εκκλησιών(Σατανοεκκλησιών)
 Revd Dr Kaisamari Hintikka has been appointed as .......... of the Conference of European Churches (CEC) by the CEC Presidium meeting in Aghios Nikolaos, Crete, 27-30 April 2011.


***

Κατά τον αείμνηστον Αρχιμ. Σπυρίδωνα Μπιλάλη: Ο Οικουμενισμός, η μεγαλυτέρα αίρεσις του εικοστού αιώνος, κηρύττουσα τον δογματικόν και θρησκευτικόν συγκρητισμόν και τείνουσα εις εν είδος πανθρησκείας δια της εξισώσεως των χριστιανικών ομολογιών και θρησκειών, αποτελεί την πλέον θανάσιμον απειλήν δια την Ορθοδοξίαν... 
(Αρχιμ. Σπυρίδωνος Μπιλάλη, «Ορθοδοξία και Παπισμός», Τομ. Α' σελίς 377, Αθήναι 1969). Οικουμενισμός , Ορθοδοξία και Παπισμός) 
***
Ζούμε αναμφίβολα σε περίοδο κοσμογονικών αλλα­γών. Τα γεγονότα, κατευθυνόμενα πλέον, τρέχουν με ξέ­φρενους ρυθμούς. Ο Οικουμενισμός εξελίσσεται μέσα στην ισοπεδωτική προοπτική της Παγκοσμιοποιήσεως, που επιβάλλουν ισχυρά πολιτικοοικονομικά κέντρα. Κα­νείς πια δεν πιστεύει σοβαρά πως ο Οικουμενισμός μπο­ρεί να προσφέρει ορατή λύση στο αίτημα της χριστια­νικής ενότητος.

Ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν πρέπει ούτε να αιθεροβατούμε αλλά ούτε και να εφησυχάζουμε. Αν σεβόμαστε πραγματικά τη ζωή των ανθρώπων, αν πονάμε τον βα­σανισμένο από τις αδιέξοδες θρησκευτικές του παραδό­σεις κόσμο της Δύσεως, αλλά και τον παγιδευμένο στις δαιμονικές πλάνες κόσμο της Ανατολής, έχουμε χρέος να μείνουμε προσηλωμένοι στην Αγία μας Εκκλησία. Να κρα­τήσουμε ανόθευτη την πατροπαράδοτη πίστη μας, βιώ­νοντάς την αυθεντικά μέσα από τον καθημερινό μας αγώ­να για τον προσωπικό αγιασμό και τη θέωση. Η ορθή πίστη και ο ακριβής βίος θα μας κάνουν ικανούς για τη μαρ­τυρία της Ορθοδοξίας, αλλά -γιατί όχι;- και για το μαρ­τύριο, αν και όταν οι καιροί το απαιτήσουν...

Η εμμονή στην Ορθοδοξία, δηλαδή στη γνησιότητα της ζωής, και η εμμονή στην αλήθεια που ελευθερώνει και σώζει, δεν είναι εγωισμός, φανατισμός ή μισαλλοδοξία. Εκφράζει την οικουμενική διάσταση, την αγάπη και τη φι­λανθρωπία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Και αποτελεί την ύστατη δυνατότητα που αυτή προσκομίζει, για μια ριζο­σπαστική πνευματική αλλαγή στο χώρο της Δύσεως, αλλά και για μια έξοδο της Ανατολής από την αιχμαλω­σία των ψεύτικων θεών.
***
Στο κείμενο που ακολουθεί, ο Άγιος Ιουστίνος(Πόποβιτς) γράφει για προδοσία της Ορθοδοξίας, άνευ προηγουμένου!


Was it really necessary for the Orthodox Church, the all-immaculate Theanthropic Body and instrument of the God-Man Christ, to be so monstrously humiliated that Her theological representatives, including even Hierarchs, should seek after “organic” participation and inclusion in the World Council of Churches, which thus becomes a new ecclesiastical “organism”, a “new Church” above the churches, of which the Orthodox Church and non-Orthodox churches are merely “members”, “organically” joined to each other?  Alas, an unprecedented betrayal!”
St. Justin (Popovich), “Orthodoxy and Ecumenism: An Orthodox Opinion and Testimony” 13 November 1974)


Ομολογία Αγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ



Διά τῆς ᾽Ορθοδόξου αυτής ῾Ομολογίας τοῦ ῾Αγίου Πατρός τῆς ᾽Εκκλησίας Γρηγορίου ᾽Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ, ἀντιμετωπίσθη ὁμολογιακῶς κατά τόν ΙΔ' αἰῶνα καί ἀπεκρούσθη νικηφόρως ἡ θρασυτάτη ἐπιβουλή ἐκ τῆς αἱρεσιοβριθοῦς Δύσεως  κατά τῶν ᾽Ορθοδόξων. Aύτην την Ομολογία καί εμεῖς οἱ ἐλάχιστοι, κατασπαζόμενοι, ἐπεκτείνομεν καί κατά τῶν μετέπειτα ἀντιχρίστων ἐπιβουλῶν τῆς παπικῆς Δύσεως, μέχρι καί τοῦ συγχρόνου Οἰκουμενισμοῦ.

«Εἷς Θεός πρό πάντων, καί ἐπί πάντων, καί ἐν πᾶσι, καί ὑπέρ τό πᾶν, ἐν Πατρί καί Υἱῶ καί ἁγίω Πνεύματι παρ' ἡμῶν προσκυνούμενός τε καί πιστευόμενος· Μονάς ἐν Τριάδι, καί Τριάς ἐν Μονάδι ἀσυγχύτως ἑνουμένη, καί ἀμερίστως διαιρουμένη· Μονάς ἡ αὐτή καί Τριάς παντοδύναμος·, Πατήρ ἅναρχος, οὐ μόνον ὡς ἄχρονος, ἀλλά καί ὡς κατά πάντα τρόπον ἀναίτιος· μόνος αἰτία καί ρίζα καί πηγή τῆς ἐν Υἱῶ καί ἁγίω Πνεύματι θεωρουμένης Θεότητος· μόνος αἰτία προκαταρκτική τῶν γεγονότων· οὐ μόνος Δημιουργός, ἀλλά μόνος ἑνός Υἱοῦ Πατήρ, καί Πνεύματος ἁγίου ἑνός Προβολεύς· ἀεί ὤν, καί ἀεί ὤν Πατήρ, καί ἀεί ὤν μόνος Πατήρ τε καί Προβολεύς· μείζων Υἱοῦ καί Πνεύματος, τοῦτο μόνον ὡς αἴτιος· τἄλλα δέ πάντα ὁ αὐτός αὐτοῖς καί ὁμότιμος· — οὗ Υἱός εἷς, ἄναρχος μέν ὡς ἄχρονος· οὐκ ἄναρχος δέ, ὡς ἀρχήν καί ρίζαν καί πηγήν ἔχων τόν Πατέρα· ἐξ οὗ μόνου πρό πάντων τῶν αἰώνων ἀσωμάτως, ἀρρεύστως, ἀπαθῶς, γεννητῶς προῆλθεν, ἀλλ' οὐ διηρέθη, Θεός ὤν ἐκ Θεοῦ· οὐκ ἄλλος μέν καθ' ὅ Θεός, ἄλλος δέ καθ᾽ ὅ Υἱός, ἀεί ὤν, καί ἀεί ὤν Υἱός καί μόνος Υἱός καί ἀεί πρός τόν Θεόν ἀσυγχύτως ὤν, οὐκ αἰτία καί ἀρχή τῆς ἐν Τριάδι νοουμένης θεότητος, ὡς ἐξ αἰτίας καί ἀρχῆς ὑπάρχων τοῦ Πατρός, άλλ' αἰτία καί ἀρχή τῶν γεγονότων πάντων, ὡς δι' αὐτοῦ πάντων γεγονότων ὅς ἐν μορφῆ Θεοῦ ὑπάρχων, οὐχ ἁρπαγμόν ἡγήσατο τό εἶναι ἴσα Θεῶ· ἀλλ' ἐπί συντελεία τῶν αἰώνων ἑαυτόν ἐκένωσε, μορφήν τήν καθ' ἡμᾶς λαβών, καί ἐκ τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας εὐδοκία τοῦ Πατρός καί συνεργία τοῦ ἁγίου Πνεύματος κυηθείς τε νόμω φύσεως καί γεννηθείς, Θεός ὁμοῦ καί ἄνθρωπος, καί ὡς ἀληθῶς ἐνανθρωπήσας γέγονε ὅμοιος ἡμῖν κατά πάντα πλήν ἁμαρτίας, μείνας ὅπερ ἧν, Θεός ἀληθινός, ἑνώσας ἀσυγχύτως καί ἀτρέπτως τάς δύο φύσεις καί θελήσεις καί ἐνεργείας, καί μείνας εἷς Υἱός ἐν μιᾶ ὑποστάσει καί μετά τήν ἐνανθρώπησιν, ἐνεργῶν τά θεῖα πάντα ὡς Θεός, καί τά ἀνθρώπινα πάντα ὡς ἄνθρωπος, καί τοῖς ἀνθρωπίνοις ἀδιαβλήτοις ὑποκείμενος πάθεσιν. ᾽Απαθής μέν καί ἀθάνατος ὥν καί διαμένων ὡς Θεός, ἐκών δέ σαρκί παθών ὡς ἄνθρωπος καί σταυρωθείς καί θανών καί ταφείς, καί τῆ τρίτη ἡμέρα ἀναστάς ὅς καί τοῖς μαθηταῖς μετά τήν ἀνάστασιν ἐπιφανείς, καί τήν ἐξ ὕψους δύναμιν ἐπαγγειλάμενος, καί παραγγείλας μαθητεύειν πάντα τά ἔθνη, καί βαπτίζειν εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καί τηρεῖν διδάσκειν ὅσα ἐνετείλατο, αὐτός ἀνελήφθη εἰς τόν οὐρανόν, καί ἐκάθισεν ἐξ δεξιῶν τοῦ Πατρός, ὁμότιμον καί ὁμόθρονον ὡς ὁμόθεον ποιήσας τό ἡμέτερον φύραμα, μεθ' οὗ πάλιν φυράματος ἤξειν μέλλει μετά δόξης κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς, καί ἀποδοῦναι ἑκάστω κατά τά ἔργα αὐτοῦ. — Τότε δέ πρός τόν Πατέρα ἀνελθών ἔπεμψεν ἐπί τούς ἁγίους αὐτοῦ μαθητάς καί ἀποστόλους τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται· συνάναρχον μέν ὅν τῶ Πατρί καί τῶ Υἱῶ, ὡς ἄχρονον, οὐκ ἄναρχον δέ, ὡς καί αὐτό ρίζαν καί πηγήν καί αἰτίαν ἔχον τόν Πατέρα, οὐχ ὡς γεννητόν, ἀλλ' ὡς ἐκπορευτόν· ἐκ Πατρός γάρ καί αὐτό πρό πάντων τῶν αἰώνων ἀρρεύστως καί ἀπαθῶς, οὐ γεννητῶς, ἀλλ' ἐκπορευτῶς προῆλθεν, ἀδιαίρετον ὅν τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ, ὡς ἐκ τοῦ Πατρός προερχόμενον καί ἐν Υἱῶ ἀναπαυόμενον, ἀσύγχυτον καί τήν ἕνωσιν ἔχον, καί ἀμέριστον τήν διαίρεσιν· Θεός ὅν καί αὐτό ἐκ τοῦ Θεοῦ, οὐ ἄλλος μέν καθ' ὅ Θεός, ἄλλος δέ καθ' ὅ Παράκλητος· Πνεῦμα αὐθυπόστατον, ἐκ Πατρός ἐκπορευόμενον καί δι' Υἱοῦ πεμπόμενον, τουτέστι φανερούμενον, αἴτιον καί αὐτό τῶν γεγονότων πάντων, ὡς ἐν αὐτῶ τετελεσιουργημένων· τό αὐτό καί ὁμότιμον Πατρί τε καί Υἱῶ, χωρίς τῆς ἀγεννησίας καί τῆς γεννήσεως. ᾽Επέμφθη δέ παρά τοῦ Υἱοῦ πρός τούς οἰκείους μαθητάς, τουτέστι πεφανέρωται. Πῶς γάρ ἄν ἄλλως παρ' αὐτοῦ πεμφθείη τό μή χωριζόμενον αὐτοῦ; Πῶς δ' ἄν ἄλλως ἔλθοι μοι τό ὑπάρχον πανταχοῦ; Διό μή μόνον παρά τοῦ Υἱοῦ, ἀλλά καί παρά τοῦ Πατρός, καί διά τοῦ Υἱοῦ πέμπεται· καί παρ' ἑαυτοῦ ἔρχεται φανερούμενον. Κοινόν γάρ ἔργον ἡ ἀποστολή, δηλονότι ἡ φανέρωσις τοῦ Πνεύματος, — Φανεροῦται δέ οὐ κατά τήν οὐσίαν, Οὐδείς γάρ ποτέ Θεοῦ φύσιν ἤ είδεν ἤ ἐξηγόρευσεν, ἀλλά μετά τήν χάριν καί τήν δύναμιν καί τήν ἐνέργειαν, ἥτις κοινή ἐστι Πατρός καί Υἱοῦ καί Πνεύματος. ῎Ιδιον μέν γάρ ἑκάστου τούτων ἡ ἑκάστου ὑπόστασις, καί ὅσα τείνει πρός αὐτήν· κοινά δέ οὐχ ἡ ὑπερούσιος οὐσία μόνον, ἡ παντάπασιν ἀνώνυμος καί ἀνέκφαντος καί ἀμέθεκτος, ὡς ὑπέρ πᾶσαν ἐπωνυμίαν οὖσα καί ἔκφανσιν καί μετοχήν, ἀλλά καί ἡ χάρις καί ἡ δύναμις καί ἡ ἐνέργεια καί ἡ λαμπρότης, καί ἡ βασιλεία καί ἡ ἀφθαρσία, καί πάνθ' ἁπλῶς καθ' ἅ κοινωνεῖ, καί κατά χάριν ἑνοῦται τοῖς ἁγίοις ἀγγέλοις τε καί ἀνθρώποις ὁ Θεός· μήτε διά τό μεριστόν καί διάφορον τῶν ὑποστάσεων, μήτε διά τό μεριστόν καί ποικίλον τῶν δυνάμεών τε καί ἐνεργειῶν, τῆς ἁπλότητος ἐκπίπτων οὕτως ἡμῖν εἶς ἐστι παντοδύναμος Θεός ἐν μιᾶ θεότητι. Οὔτε γάρ ἐξ ὑποστάσεων τελείων γένοιτ' ἄν ποτε σύνθεσις, οὔτε τό δυνάμενον, ὅτι δύναμιν ἤ δυνάμεις ἔχει, δι ' αὐτό τό δύνασθαι σύνθετον ἀληθῶς ποτε λεχθείη ἄν.
Πρός τούτοις προσκυνοῦμεν σχετικῶς τήν ἁγίαν εἰκόνα τοῦ περιγραφέντος ὡς δι' ἡμᾶς ἐνανθρωπίσαντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, πρός τό πρωτότυπον ἀναφέροντες σχετικῶς τήν προσκύνησιν· καί τό τίμιον τοῦ σταυροῦ ξύλον, καί τά σύμβολα πάντα τῶν αὐτοῦ παθημάτων, ὡς ὄντα τρόπαια θεῖα κατά τοῦ κοινοῦ πολεμίου τοῦ γένους ἡμῶν· πρός δέ καί τόν τύπον τοῦ τιμίου σταυροῦ σωτήριον, καί τούς θίους ναούς καί τόπους, καί τά ἱερά σκεύη καί θεοπαράδοτα λόγια διά,τάνν αὐτοῖς ἐνοικοῦντα Θεόν. ῾Ωσαύτως προσκυνοῦμεν καί τάς τῶν ἁγίων πάντων εἰκονας διά τήν πρός αὐτούς ἀγάπην καί τόν Θεόν, ὅν οὗτοι ἀληθῶς ἠγάπησάν τε καί ἐθεράπευσαν· ἐν τῆ προσκυνήσει πρός τάς εἰκόνων μορφάς ἀναφέροντες τήν διάνοιαν. Προσκυνοῦμεν καί αὐτάς τάς τῶν ἁγίων σορούς, ὡς τῆς ἁγιαστικῆς χάριτος τῶν αὐτῶν οὐκ ἀποπτάσης ἱερωτάτων ὀστῶν· ὥσπερ οὐδέ τοῦ δεσποτικοῦ σώματος ἐν τῶ τριημέρω ἡ θεότης διηρέθη θανάτω.
Κακόν κατ' οὐσίαν ἴσμεν οὐδέν· οὐδ' είναι τοῦ κακοῦ ἀρχήν ἑτέραν ἤ τήν ἐκτροπήν τῶν λογικῶν, κεχρημένων τῆ παρά τοῦ Θεοῦ δεδομένη αὐεξουσιότητι κακῶς. Στέργομεν πάσας τάς ἐκκλησιαστικάς παραδόσεις, ἐγγράφους τε καί ἀγράφους, καί πρό πάντων τήν μυστικωτάτην τε καί πανίερον τελετήν καί κοινωνίαν καί σύναξιν, παρ' ἧς καί ταῖς ἄλλαις τελεταῖς ἡ τελείωσις, καθ' ἥν εἰς ἀνάμνησιν τοῦ κενώσαντος ἑαυτόν ἀκενώτως, καί σάρκα λαβόντος καί παθόντος ὑπέρ ἡμῶν, κατά τήν θεσπεσίαν ἐκείνου παραγγελίαν καί αὐτουργίαν, τά θειότατα ἱερουργεῖται καί θεουργεῖται, ὁ ἄρτος καί τό ποτήριον· καί αὐτό τό ζωαρχικόν ἐκεῖνο τελεῖται σῶμα καί αίμα· καί τήν ἀπόρρητον αὐτῶν μετουσίαν καί κοινωνίαν τοῖς εὐαγῶς προσιοῦσι χαρίζεται. Πάντας δέ τούς μή ὁμολογοῦντας καί πιστεύοντας ὡς τό Πνεῦμα τό ἅγιον προεμήνυσε διά τῶν προφητῶν, ὡς ὁ Κύριος ἐθέσπισε διά σαρκός ἡμῖν ἐπιφανείς, ὡς οἱ ἀπόστολοι ἐκήρυξαν πεμφθέντες ὑπ' αὐτοῦ, ὡς οἱ Πατέρες ἡμῶν καί διάδοχοι ἐκείνων ἐδίδαξαν ἡμᾶς, ἀλλ' αἱρέσεως οἰκείας ἤ ἄρξαντας, ἤ τοῖς κακῶς ἄρξασιν εἰς τέλος ἐπηκολουθηκότας, ἀποβαλλόμεθα καί ἀναθέματι καθυποβάλλομεν.
Δεχόμεθα δέ καί ἀσπαζόμεθα τάς ἁγίας καί οἰκουμενικάς συνόδους, τήν ἐν Νικαία τῶν τριακοσίων δέκα καί ὀκτώ θεοφόρων Πατέρων κατά τοῦ θεομάχου ᾽Αρείου, κατασπῶντος ἀσεβῶς εἰς κτίσμα τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, καί κατατέμνοντος εἰς κτιστά καί ἄκτιστα τήν ἐν Πατρί καί Υἱῶ καί ἁγίω Πνεύματι προσκυνουμένην Θεότητα' τήν μετ' αὐτήν ἐν Κωνσταντινουπόλει τῶν ἑκατόν πεντήκοντα ἁγίων Πατέρων κατά Μακεδονίου Κωνσταντινουπόλεως, ἀσεβῶς εἰς κτίσμα κατασπῶντος τό Πνεῦμα τό ἅγιον, καί κατατέμνοντος μηδέ ἧττον καί τούτου εἰς κτιστά καί ἄκτιστα τήν μίαν Θεότητα' τήν μετ' αὐτήν ἐν ᾽Εφέσω τῶν διακοσίων Πατέρων κατά Νεστορίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, τήν καθ' ὑπόστασιν ἕνωσιν ἀθετοῦντος ἐπί Χριστοῦ τῆς αὐτοῦ θεότητος καί ἀνθρωπότητος, καί τήν ὡς ἀληθῶς τεκοῦσαν τόν Θεόν Παρθένον, Θεοτόκον καλεῖν μηδαμῶς βουλομένου· καί τήν τετάρτην τήν ἐν Χαλκηδόνι τῶν ἑξακοσίων τριάκοντα Πατέρων κατά Εὐτυχοῦς καί Διοσκόρου, μίαν φύσιν ἐπί Χριστοῦ δογματιζόντων κακῶς· καί τήν μετ᾽ αὐτήν ἐν Κωνσταντινουπόλει τῶν ἑκατόν ἑξήκοντα πέντε Πατέρων κατά Θεοδώρου καί Διοδώρου τά αὐτά τῶ Νεστορίω φρονούντων, καί διά συγγραμμάτων τά ἐκείνου συνιστώντων, ῾Ωριγένους τε καί Διδύμου καί Εὐαγρίου τινός, τῶν παλαιῶν μέν ὄντων, μυθώδη δέ τινα ἐν τῆ τοῦ Θεοῦ ᾽Εκκλησία παρεισάγειν ἐπιχειρούντων· καί τήν μετ' αὐτήν ἐν τῆ αὐτῆ πόλει τῶν ἑκατόν ἑβδομήκοντα Πατέρων κατά Σεργίου, Πύρρου, Παύλου, Κωνσταντινουπόλεως ἀρξάντων, ἀθετούντων ἐπί Χριστοῦ τάς καταλλήλους ταῖς δύο φύσεσιν δύο ἐνεργείας καί δύο θελήματα· καί τήν ἐν Νικαία πάλιν τῶν ἑπτά καί ἑξήκοντα καί τριακοσίων Πατέρων κατά τῶν Εἰκονομάχων.
᾽Ασπαζόμεθα καί πάσας τάς κατά Θεοῦ χάριν κατά καιρόν ἤ τόπον πρός βεβαίωσιν εὐσεβείας καί εὐαγγελικῆς πολιτείας συναθροισθείσας ἁγίας συνόδους· ὧν εἰσι καί αἱ συγκροτηθεῖσαι κατά τήν μεγαλόπολιν ταύτην ἐν τῶ περιβοήτω ναῶ τῆς ἁγίας τοῦ Θεοῦ Σοφίας κατά τοῦ Καλαβροῦ Βαρλαάμ, καί τοῦ μετ' ἐκεῖνον τά ἐκείνου φρονοῦντος, καί δόλω σπεύδοντος ἐπεκδικεῖν, ᾽Ακινδύνου' οἵ τήν κοινήν χάριν Πατρός, Υἱοῦ καί Πνεύματος, καί τό φῶς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, καθό καί οἱ δίκαιοι λάμψουσιν ὡς ἥλιος, ὡς καί ὁ Χριστός προϋπέδειξεν ἐπ' ὅρους λάμψας, καί ἁπλῶς πᾶσαν δύναμίν τε καί ἐνέργειαν τῆς τρισυποστάτου Θεότητος, καί πᾶν τό διαφέρον ὁπωσοῦν τῆς θείας φύσεως κτιστόν είναι δογματίζουσι, καί κατατέμνουσι καί οὗτοι δυσσεβῶς εἰς κτιστά καί ἄκτιστα τήν μίαν Θεότητα, καί τούς εὐσεβῶς ἄκτιστον τό θειότατον ἐκεῖνο φῶς, καί πᾶσαν δύναμιν καί ἐνέργειαν πρεσβεύοντας θείαν, ὡς μηδενός ὄντος προσφάτου τῶν τῶ Θεῶ προσόντων φυσικῶς, διθεϊτας ὀνομάζουσι καί πολυθέους, ὡς καί ᾽Ιουδαῖοι Σαβελλιανοί τε καί Αρειανοί ὀνομάζουσιν ἡμᾶς. ᾽Αλλ' ἡμεῖς τούτους τε κἀκείνους, ὡς ὄντως ἀθέους τε καί πολυθέους, ἀποβαλλόμεθᾳ καί τοῦ πληρώματος τῶν εὐσεβούντων, ὡς καί ἡ ἁγία τοῦ Χριστοῦ καθολική καί ἀποστολική ᾽Εκκλησία διά τοῦ συνοδικοῦ Τόμου καί ῾Αγιορειτικοῦ, τελέως ἐκκόπτομεν, πιστεύοντες εἰς μίαν Θεότητα τρισυπόστατον καί παντοδύναμον, οὐδαμῶς τοῦ ἑνιαίου καί τῆς ἁπλότητος ἐκπίπτουσαν διά τάς δυνάμεις ἤ τάς ὑποστάσεις. ᾽Επί τούτοις πᾶσι προσδοκῶμεν ἀνάστασιν νεκρῶν, καί ζωήν ἄληκτον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ᾽Αμήν».