O Όσιος Ορτίσιος : Kαλόν δέ τινα ειδότα τα ίδια μέτρα, αποφεύγειν το βάρος της αρχής

«Nομίζω ότι εάν μη ο άνθρωπος φυλάξη την εαυτού καρδίαν καλώς, πάντα τα καλά όσα ήκουσεν, επιλανθάνεται και αμελεί, και ούτως ο εχθρός ευρών εν αυτώ τόπον, καταβάλλει αυτόν. Ώσπερ γαρ λύχνος σκευασθείς και φαίνων, εάν αμεληθή λαβείν έλαιον, κατ’ ολίγον σβέννυται, και λοιπόν ενδυναμούται το σκότος κατ’ αυτού… ούτω και ψυχής αμελούσης, όσον το Πνεύμα το Άγιον υποχωρεί, έως τέλεον αποσβεσθή η θέρμη αυτής».

«Πλίνθος ωμή βαλλομένη εις θεμέλιον εγγύς ποταμού, ουχ’ υπομένει μίαν ημέραν.
Oπτή δε ούσα, ως λίθος διαμένει. Oύτως άνθρωπος σαρκικόν φρόνημα έχων, και μη πυρωθείς κατά τον Iωσήφ (τον Πάγκαλον δηλ.) τω φόβω του Θεού, λύεται προελθών, εις αρχήν. Πολλοί γαρ των τοιούτων οι πειρασμοί εν μέσω ανθρώπων όντων. Kαλόν δέ τινα ειδότα τα ίδια μέτρα, αποφεύγειν το βάρος της αρχής».

Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου: Aντιστάσου εις την προσβολήν του Διαβόλου.

...Αλλά και εάν ο νοητός Ναβουχοδονόσορ: ήτοι ο Διάβολος, ο αρχιτέκτων και παντομίμητος της κακίας ζωγράφος, ζητεί να στήση με τας προσβολάς του μέσα εις την φαντασίαν και ενθύμησίν σου καμμίαν εικόνα της φιληδονίας, ή φιλοδοξίας, ή φιλαργυρίας, ή άλλου πάθους (ζητεί γαρ αυτός ο κατάρατος πάντοτε, πώς να στήση εις τον νουν τας τοιαύτας ψυχοβλαβείς εικόνας, ως λέγει ο Ησαϊας «ζητήσει τέκνων, πως στήσει εικόνα αυτού» (Ησ. μ: 20) πρόσεχε καλώς, και μη προσκυνήσης αυτήν με την συγκατάθεσιν της καρδίας και του λογισμού σου, ίνα μη χωρισθής από την χάριν του Θεού· αλλά αντιστάσου εις την προσβολήν του Διαβόλου, όστις σε παρακινεί να προσκυνήσης αυτήν νοητώς· καθώς και οι τρεις Παίδες δεν επροσκύνησαν αισθητώς την αισθητήν εικόνα του Ναβουχοδονόσορ. Και αν φοβερίζη να σε κακοποιήση ο Διάβολος, μη φοβηθής, αλλ΄ ειπέ τον και συ εκείνο το των τριών Παίδων, «Γνωστόν έστω σοι, ω Τύραννε, ότι τοις θεοίς σου ου λατρεύομεν, και τη εικόνι, η έστησας, ου προσκυνούμεν» (Δανιήλ γ: 18). 

Ο Άγιος Εφραίμ ο Σύρος, μας λέγει:

«Εφ᾽ όσον αγωνίζεσαι και υπομένεις να δουλεύης στον
Κύριον, τόσον και η διάνοιά σου καθαρίζεται. Μόνον να θέλης ειλικρινώς την σωτηρία σου, αυτό είναι αρκετόν. Διότι ο Κύριος, ως ισχυρός συνεργός, βοηθεί όσους εναγωνίως επιζητούν την σωτηρίαν της ψυχής τους». 

Η δόξα εκείνη δεν περιγράφεται με λόγια

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ


Ας ανάψουμε τον πόθο για τα μέλλοντα αγαθά, διότι επιφυλάσσεται μεγάλη δόξα στους δικαίους, την οποία δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια. Διότι τα σώματα μετά την ανάστασι, αφού θα τα ξαναλάβουμε άφθαρτα, θα δοξάζωνται και θα βασιλεύουν μαζί με τον Χριστό.
Τί σημαίνει αυτό θα το γνωρίσουμε από αυτά που συμβαίνουν στην εδώ ζωή, μάλλον δε τέλεια από πουθενά δεν θα το γνωρίσουμε∙ ώστε, αφού οδηγηθούμε από τα αγαθά που έχουμε στην κατοχή μας, να σχηματίσουμε κάποιαν μακρή ιδέα γι’ αυτά∙ θα προσπαθήσω λοιπόν όσο μου επιτρέπουν οι δυνάμεις μου, να αναπτύξω αυτό που λέχθηκε. Διότι πες μου, εάν κάποιος, εσένα που έχεις γεράσει και ζης μέσα στην φτώχεια, σου υποσχόταν ξαφνικά να σε κάνη νέο και να σε φέρη στην ακμή της ηλικίας και να σε κάνη πολύ δυνατό και ωραιότερο από κάθε ένα και να σου δώση την βασιλεία όλης της γης για χίλια έτη, βασιλεία, η οποία θα συνοδεύεται από μεγάλη ειρήνη, τί δεν θα προτιμούσες να κάνης και να πάθης γι’ αυτήν την υπόθεσι; Να λοιπόν, ο Χριστός όχι αυτά, αλλά πολύ μεγαλύτερα από αυτά υπόσχεται . Διότι δεν είναι τόση η διαφορά μεταξύ του γήρατος και της νεότητας, όση είναι μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, ούτε είναι τόση η διαφορά μεταξύ βασιλείας και πενίας, όση μεταξύ της παρούσας δόξας και της μέλλουσας, αλλά είναι τόση όση διαφορά υπάρχει μεταξύ ονείρων και αλήθειας. Μάλλον δε πάλι τίποτε δεν είπα. Διότι δεν υπάρχει λόγος ικανός να παρουσιάσει το μέγεθος της διαφοράς αυτών, που θα συμβούν προς τα παρόντα. Διότι πώς θα μπορούσε να συγκρίνη κανείς τα παρόντα με την ζωή, η οποία δεν έχει τέλος; Της δε ειρήνης η διαφορά είναι τόσο μεγάλη , όση είναι η διαφορά μεταξύ ειρήνης και πολέμου ∙ και της φθοράς και της αφθαρσίας η διαφορά είναι όση είναι και η διαφορά ενός πήλινου βώλου και ενός μαργαριταριού. Μάλλον όμως όσα και να πη κανείς δεν θα μπορέση να παρουσιάση τίποτε. Διότι και αν ακόμα συγκρίνω το κάλλος των τότε σωμάτων με το φως της ακτίνας, ακόμη και αν τον συγκρίνω με την φωτεινότατη αστραπή, τίποτε αντάξιο της λαμπρότητας εκείνης δεν θα πω.
Για αυτά πόσα χρήματα και σώματα δεν άξιζε να εγκαταλείψουμε; Μάλλον όμως πόσες ζωές δεν άξιζε να απαρνηθούμε;

Αυτό που δεν πέτυχαν οι Παπικοί το 1439 ένεκα του Ορθόδοξου Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, το πέτυχαν τώρα με τους Οικουμενιστάς Αθηναγόρα και Βαρθολομαίο!

......Ἀντιλήφθηκε ὅμως ἐγκαίρως, ὅτι οἱ Λατίνοι δὲν ἐπιθυμοῦσαν τὴν ἐξέταση τῶν διαφορῶν καὶ τῶν αἰτιῶν τοῦ Σχίσματος καὶ γενικὰ ἀληθινὴ ἐκκλησιαστικὴ ἕνωση, ἀλλὰ ἐπεδίωκαν τὴν καθυπόταξη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὸν Πάπα καὶ τὴν παραδοχὴ ἐκ μέρους αὐτῆς τῶν λατινικῶν ἐτεροδιδασκαλιῶν, ἐγκαταλειπομένων τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων. Ἔτσι θεώρησε χρέος του νὰ ἡγηθεῖ τῆς πανορθοδόξου ἀντιδράσεως κατὰ τῶν λατινικῶν σχεδίων καὶ τέθηκε ἐπικεφαλῆς τῶν ἀποκληθέντων Ἀνθενωτικῶν, ὄχι μόνο κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Συνόδου, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἐπιστροφή του στὴν Κωνσταντινούπολη. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀπέκρουσε κατὰ τὴν διάρκεια τῶν συνοδικῶν συζητήσεων τὶς ἀξιώσεις καὶ τὴν ἐπιχειρηματολογία τῶν Λατίνων καὶ ἀρνήθηκε νὰ ὑπογράψει τὸν ὅρο τῆς ἐπιβληθείσης ψευδοενώσεως. Ἡ μὴ ὑπογραφὴ τοῦ ἀπαράδεκτου γιὰ τὴν κοινὴ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση, κειμένου ἐκ μέρους τοῦ Ἁγίου Μάρκου, εἶχε τόσο μεγάλη σημασία, ὥστε μόλις ὁ Πάπας Εὐγένιος Δ’ (1431 – 1447) τὸ πληροφορήθηκε ἀναφώνησε περίλυπος : «Ἐποιήσαμεν λοιπὸν οὐδέν».

Λίγο ἀργότερα ὁ αὐτοκράτορας προσέφερε στὸν Ἅγιο τὸν Πατριαρχικὸ θρόνο, ἀλλὰ αὐτὸς ἀρνήθηκε. Ἐπειδὴ δέ, δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ συλλειτουργήσει μὲ τὸν λατινόφρονα Πατριάρχη Μητροφάνη τὸν ἀπὸ Κυζίκου, ἔφυγε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς του ἔτους 1440 καὶ ἦλθε στὴν Ἔφεσο. Καὶ ἐκεῖ ὅμως δεχόταν ἐνοχλήσεις ἀπὸ τοὺς ἑνωτικούς. Γι’ αὐτὸ ἀναχώρησε μὲ προορισμὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Καθ’ ὁδόν, διερχόμενος διὰ τῆς νήσου Λήμνου, κρατήθηκε καὶ περιορίσθηκε  ἐκεῖ, μὲ ἐντολὴ τοῦ αὐτοκράτορα. Στὴ Λῆμνο παρέμεινε δύο χρόνια καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐξαπέλυσε τὴ σπουδαία ἐγκύκλιό του «τοῖς ἁπανταχοῦ τῆς γῆς καὶ τῶν νήσων εὐρισκομένοις Ὀρθοδόξοις Χριστιανοῖς». Μετὰ ὁ θεοειδὴς στὴν ψυχὴ καὶ τὴν προαίρεση Ἅγιος, ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς 23 Ἰουνίου τοῦ 1444 μ.Χ. καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Μαγγάνων. Ὁ Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος, τὸ 1456 μ.Χ., ὅρισε διὰ συνοδικῆς πράξεως, νὰ ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου στὶς 19 Ἰανουαρίου.

Ο Μοναχός Χριστοφόρος ή Παππουλάκος κοιμήθηκε φυλακισμένος από την Ιερά Σύνοδο την 19 Ιανουαρίου 1861.

........--Γιατί ξέσπασε τέτοια μανία σ΄ αυτό το μοναστήρι;                                                                     

--Η ίδια και χειρότερη μανία ξέσπασε στα περισσότερα, αδελφέ Χριστοφόρε(Παππουλάκος), αποκρίθη ο Ιγνάτιος…                                                                          
Ο Χριστοπανάγος(Παππουλάκος),  έπεσε σε βαθειά συλλογή και για πολλήν ώρα ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος πρόφερε λέξη. Μονάχα το τζιτζίκι ακουγόταν και τίποτ΄ άλλο.                     
 –Γι΄ αυτό αγωνιστήκαμε εφτά χρόνια; Ρώτησεν ο Χριστοφόρος. Γι΄ αυτό ρημάξαμε, για να στήσουμε τέτοιο βασίλειο; Τέτοιος είναι ο καρπός της λευτεριάς μας; Γιατί Ιγνάτιε; Γιατί;                                                                                                                                                          
--Γιατί η ζωή του έθνους ξεμάκρυνε από την Ορθοδοξία, γιατί είναι βυθισμένη στο ψέμα.                                                                                          

–Σε ποιο ψέμα; Ξαναρώτησεν ο Χριστοφόρος.                                                                                  
–Στο μεγάλο ψέμα. Γιατί δυο λογιώ είναι το ψέμα. Αν πας στο μπακάλη και ψουνήσεις ελιές κι αυτός αντί να σου πει πέντε, που γράφει η ζυγαριά, σου πει δέκα, σε κλέβει επειδή δεν είχες το νου σου να κοιτάξεις τη ζυγαριά. Αν όμως ο μπακάλης, θέλοντας νάναι πιο σίγουρος στην κλεψιά, καταφέρνει να ψευτίσει την ίδια τη ζυγαριά, ώστε μοναχή της να γράφει δέκα, όταν το βάρος είναι πέντε, τότε καταργιέται το κριτήριο που έστεκε ανάμεσα μπακάλη και πελάτη για να διαλαλεί το σωστό. Ο μπακάλης έχει σκοτώσει τον κριτή, κι επειδή αυτό το ψέμα, που είναι και το πιο φοβερό, δεν το υποψιάζεσαι, γι αυτό, τούτο το ψέμα, είναι ο ίδιος ο σατανάς ενσαρκωμένος. Από την ώρα που ψευτίσει η ζυγαριά, το πνέμα του ανθρώπου υποδουλώνεται και δουλεύει το διάβολο. Λευτερωθήκαμε από τον αγαρηνό και πρώτη μας πράξη στο δρόμο της λευτεριάς ήτανε να κλείσουμε το στόμα της αλήθειας. Να ψευτίσουμε τη ζυγαριά της πίστης. Να λησμονήσουμε πως τα μοναστήρια, στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς, φυλάξανε και την πίστη και την παιδεία, και πως όσοι μάθανε γράμματα, στα μοναστήρια τα μάθανε. Εκεί πρωτοσυλλάβησε το χωριατόπουλο και εκεί ακόνισε το νου του ο γραμματισμένος. Λίγο ο μακαρίτης ο κυβερνήτης, λίγο η αντιβασιλεία, λίγο οι προεστοί, λίγο οι δεσποτάδες, όλοι τους, βοηθήσανε το κράτος να γίνει η κεφαλή της εκκλησίας. Έτσι η εκκλησία έπαψε πια νάναι το πνευματικό μας κεφάλι κι έγινε όμοια με τον έφορο ή τον χωροφύλακα. Ένα παρακλάδι στο δέντρο της πολιτείας κι ο πιο ασήμαντος τροχός στη μηχανή.                                                                                                                               
–Και ποια είν΄ η ζυγαριά που ψεύτισε;                                                                                                 
--Η ιεραρχία, αποκρίθη με δάκρυα στα μάτια ο Ιγνάτιος. Απαράτησε τα δικά της ζύγια, τα ζύγια του Χριστού και ζυγιάζει με τα ψευτισμένα ζύγια που της έδωσε η εξουσία. Έτσι το Έθνος γελιέται, χωρίς να του το λένε κι ο σατανάς χασκογελά κρυμμένος σ΄ όλα τα ισκιερά μέρη του δρόμου μας.                                                                                                                                                          
Ο Χριστοφόρος είχε χάσει τη μιλιά του. Ποτέ του δεν είχε νιώσει τέτοια ταραχή. Η πίκρα, η θλίψη, κι η πιο φοβερή οργή ανάδευαν μέσα του κι ο ίδιος απορούσε πως ένιωθε τόσο οργισμένος. Σηκώθηκεν όρθιος και σα να ξύπνησε μέσα του άλλος άνθρωπος, κοίταξε αυστηρά τον Ιγνάτιο και τούπε:                                                                                                                                                       
Και εμείς γιατί καθόμαστε; Γιατί δεν παίρνουμε το ραβδί μας και γιατί δεν γυρίζουμε από πόρτα σε πόρτα, από πολιτεία σε χωριό, ν΄ ανοίξουμε τα μάτια των Χριστιανών για να φυλάγουνται από τα ψεύτικα ζύγια;                                                                                                      
Αστραπή χαράς φώτισε την ασκητική μορφή του Ιγνάτιου. Τα μάτια και των δυο είχαν πυρώσει από τη φωτιά της θέλησης για σωστικό έργο… Σαν να κινούσαν και τους δυο τα ίδια ουράνια νήματα, έπεσε ο ένας στην αγκάλη του άλλου κι η οργή τους, τα δάκρυά τους, η χαρά τους, έμοιαζαν, την ώρα αυτή του θερμού δειλινού, σαν μυστική δοξολογία στον Κύριο.                                                                                                                                                     
Ο Χριστοφόρος ένιωθε πως ένας καινούργιος άνθρωπος είχε ξυπνήσει μέσα του. Ένιωθε πως ο τόπος δεν τον χωρεί, πως κάθε άργητα έμοιαζε συνεργασία με το διάβολο.                                                                                                                                                   
–Μη βιάζεσαι τόσο, του είπεν ο Ιγνάτιος. Ο σατανάς δεν πολεμιέται εύκολα και βιαστικά. Το σκάνταλο στην εκκλησία δεν καθαρίζεται με τον τρόπο που καθαρίζεται το ψέμα στον κόσμο. Χρειάζεται μεγάλη χάρη και μεγάλη φώτιση Θεού, ώστε πολεμώντας το σατανά, να μην πειράξουμε το δόγμα, που είναι η ραχοκοκκαλιά. Κι ένα μικρό ακόμα στραβοπάτημα μπορεί να μεγαλώσει την καταστροφή.