H Θεοτόκος -- του αειμνήστου Παναγιώτου Γκιουλέ

Ως προεγνωσμένον και κρύφιον Μυστήριον της Αγίας Τριάδος και ως Μήτηρ της Νοεράς Ησυχίας εις τα Άγια των Αγίων

Ιλιγγιά ο ανθρώπινος νους προ του ασυλλήπτου Θεολογικού Μυστηρίου της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας και ο ανθρώπινος λόγος μένει άφωνος και σιωπών, γιατί αδυνατεί να εκφράση το ασύλληπτο, απερινόητο, άρρητο και ανέκφραστο αυτό μυστήριο της ευσεβείας!...                                                                                                                                                        

Γιατί όντως και «ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί(1)» δια της Θεοτόκου. Γιατί η Παρθένος εγέννησε «εν σαρκί», τον ενυπόστατο Λόγο του Πατρός, την ενυπόστατη Αλήθεια και Ζωή(1α) και έγινε η ουράνιος παστάς του Λόγου, που μέσα Της ετελεσιουργήθη το μέγα Μυστήριο της υποστατικής ενώσεως θείας και ανθρωπίνης φύσεως. Γι΄ αυτό ο ιερός Ιωάννης ο Δαμασκηνός θεολογεί: «Δικαίως και αληθώς Θεοτόκον την Αγίαν Μαρίαν ονομάζομεν· τούτο γαρ όνομα, άπαν το μυστήριον της οικονομίας συνίστησιν»(2). Αυτό σημαίνει ότι το Μυστήριο της Θεοτόκου, ως συνιστών και εκφράζον «άπαν το μυστήριον της θείας οικονομίας», είναι «κρύφιον». Γιατί, κατά την έκφρασιν, του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, ο Ιησούς «κρύφιος εστί και μετά την έκφανσιν και εν τη εκφάνσει και εν ουδενί λόγω ή νω το κατ΄ αυτόν εξήκται μυστήριον. Ώστε και νοούμενον άγνωστον μένει και λεγόμενον άρρητον μένει»(3). Το μυστήριο, δηλαδή, της Θεοτόκου, είναι και θα παραμείνη κρύφιο και κεκρυμμένο, γιατί και ο Ιησούς και κατά την σάρκωση και μετά την σάρκωση, παραμένει κρύφιος και κεκρυμμένος και το ανερμήνευτο μυστήριό Του, δεν μπορεί να εξηγηθή, από κανένα νου και από κανένα ανθρώπινο λόγο. Γι΄ αυτό και όταν προσπαθούμε να το εννοήσουμε, παραμένει απερινόητο και άγνωστο και όταν προσπαθούμε να το εκφράσουμε, παραμένει ανέκφραστο!... Επομένως και το Μυστήριο της Θεοτόκου, ως υπουργήσαν το μέγα και απόκρυφο Μυστήριο της σαρκώσεως του Θείου Λόγου, παραμένει «κρύφιον και κεκρυμμένον» μυστήριον του Αγίου Πνεύματος και ανάγεται, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, στην «αρχαίαν και αληθινήν βουλήν του Θεού της του Λόγου σαρκώσεως και της ημών Θεώσεως»(4). Γιατί στα ανεξιχνίαστα πελάγη της φιλανθρωπίας της, η της Ζωαρχικής Τριάδος ενότης «προς εαυτήν εκκλησιάσασα τω ενιαίω της γνώμης βουλήματι»(5), κατά την έκφρασιν του Μεγάλου Φωτίου, είχε αποφασίσει προαιωνίως, την σάρκωση του Θείου Λόγου και την θέωση του ανθρώπου(6). Η προαιώνιος αυτή απόφασις και «προωρισμένη βουλή» της Αγίας Τριάδος, για την σάρκωση του Θείου Λόγου, συνυφαίνεται με την προαιωνία πρόγνωση της Τρισυποστάτου Θεότητος, για την αξία της ελευθέρας προαιρέσεως και της προσωπικής αγιότητος της Πανάγνου Παρθένου, να υπηρετήση της ευσεβείας τούτο το μέγα Μυστήριο, θεολογεί ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγων: «Σε προγνούς ο των όλων Θεός αξίαν, ηγάπησε και αγαπήσας προώρισε και επ΄ εσχάτων των χρόνων, εις το είναι παρήγαγε και Θεοτόκον Μητέρα και τιθηνόν του οικείου Υιού και Λόγου ανέδειξε»(7). Ο απειροτέλειος, δηλαδή, Τριαδικός Θεός, προγνωρίσας την αξίαν της αγιότητος της Παρθένου, την ηγάπησε και αγαπήσας Την προώρισε και κατά τους εσχάτους χρόνους Την έφερε στην ύπαρξη και Την ανέδειξε Θεοτόκον και Μητέρα και τροφόν του οικείου Του Υιού και Λόγου. Και η πρόγνωσις αυτή, κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή «υπήρχε πάντοτε στην προαιώνια βουλή της Αγίας Τριάδος» ως «προεπινοούμενος τέλειος σκοπός της Δημιουργίας»(8). Γι΄ αυτό ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, θεολογών για το προεγνωσμένο μυστήριο της Θεοτόκου, λέγει ότι «η Παναγία και Ζωαρχική Τριάς έχαιρε και υπερέχαιρε προ του αιώνος, προγινώσκουσα, κατά την θεαρχικήν της ιδέαν την αειπάρθενον Μαριάμ»(9).  «Έχαιρε και υπερέχαιρε» η Παναγία Τριάς, γιατί μέσα στην προαιώνια πρόγνωσή Της, έβλεπε την Αειπάρθενο Μαριάμ, ως νέαν Πάναγνη Εύα, που θα ανεδεικνύετο η αγιασμένη συνεργός του Νέου Αδάμ της χάριτος, στην υποστατική ένωση κτιστού και ακτίστου, του πεπερασμένου κτίσματος με τον άπειρο Κτίστη και του πεπτωκότος ανθρώπου με τον «εν υψίστοις Θεόν». Γι΄ αυτό θεολογών ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, για την προαιώνια πρόγνωση και εκλογή της Θεοτόκου, λέγει ότι την Θεοτόκον «προ αιώνων ο Θεός προορίζει και των απ΄ αιώνων εξειλεγμένων εκλέγεται, ίνα ικανή προς τούτο ευρεθή»(10), για να συνεργήση στην πραγμάτωση «του απ΄ αιώνος αποκρύφου και αγνώστου μυστηρίου» της σαρκώσεως του Θείου Λόγου. Αυτό σημαίνει ότι η Θεοτόκος απετέλεσε «το μεθόριον της κτιστής και ακτίστου φύσεως»(11), λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και ως τίμιο και αγιασμένο βλάστημα των Αγίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, προσεφέρθη σαν το τελειότερο δώρο της ανθρωπότητος στους γάμους του τεχθέντος Βασιλέως με την Νύμφη Του Εκκλησία. Γι΄ αυτό και ο Ιερός της Εκκλησίας μας υμνογράφος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός, στο τέταρτο Ιδιόμελο του Μεγάλου Εσπερινού των Χριστουγέννων ψάλλει: «Τι σοι προσενέγκωμεν Χριστέ· ότι ώφθης επί γης ως άνθρωπος δι΄ ημάς; Έκαστον γαρ των υπό Σου γενομένων κτισμάτων την ευχαριστίαν  Σοι προσάγει· οι Άγγελοι τον ύμνον, οι ουρανοί τον Αστέρα, οι Μάγοι τα δώρα, οι Ποιμένες το θαύμα, η γη το σπήλαιον, η έρημος την φάτνην, ημείς δε Μητέρα Παρθένον». Η ανθρωπότης προσέφερε προς τον τεχθέντα βασιλέα της κτίσεως το πιο τέλειο και πιο άγιο ευχαριστιακό της δώρο, την Αειπάρθενον Μαριάμ, ως Παναγίαν Μητέρα Του. Γιατί η Παναγία Μητέρα του Κυρίου ήταν ο προεγνωσμένος και ο προετοιμασμένος καρπός της και «απ΄ αυτών, ακόμη, των του Αδάμ παίδων!»(12). Περιγράφων το γενεαλογικό δένδρον του Χριστού από την Παρθένο Μαρία, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, λέγει: «Των μεν του Αδάμ παίδων εκλέγεται παρά Θεού ο Σηθ, διο και εις αυτόν ο Λουκάς γενεαλογών αναφέρει το γένος άπαν, εξ ου το κατά σάρκα Χριστός»(13), «Διο και υιοί Θεού το γένος άπαν εκαλούντο του Σηθ(14), δια το μέλλειν εκ της γενεάς ταύτης υιόν ανθρώπου γενήσεσθαι τον Υιόν του Θεού· επεί και ο Σηθ, ανάστασις, μάλλον δε εξανάστασις ερμηνεύεται, ήτις εστί κυρίως ο Κύριος ζωήν αθάνατον τοις εις αυτόν πιστεύουσιν επαγγελλόμενος τε και χαριζόμενος»(15). Αυτό σημαίνει, λέγει ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι το σπέρμα του Σηθ καθαρίζεται υπό του Αγίου Πνεύματος «πολυειδώς άνωθεν των κατά γενεάς αριστίνδην εκλεγομένων»(16). Έτσι το Πνεύμα το άγιον, καθαρίζων από γενεάς εις γενεάν, το σπέρμα των Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, «προωκονόμει δε και την εις το είναι πρόοδον άνωθεν εκλεγόμενον και ανακαθαίρον την του γένους σειράν, και τους μεν αξίους ή αξιολόγων εσομένους πατέρας προσιέμενον, τους δε αναξίους τελείως αποβαλόμενον»(17). Επομένως, θα ήταν αδύνατη η σωτηρία του κόσμου και η θέωσις του ανθρώπου, εάν τις προηγηθείσες γενεές των Προπατόρων της Θεοτόκου, δεν τις αποκάθηρε διαδοχικά το Πνεύμα το Άγιον, για να γεννηθή εκ των Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, το τίμιο βλάστημα σωφροσύνης, αγιότητος και προσευχής, η Πάναγνος Παρθένος Μαρία, που εγέννησε τον Χριστό, τον Σωτήρα του κόσμου. Γιατί η Πάναγνος Μητέρα του σαρκωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός ανεδείχθη, λέγει ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «μη μόνον μολυσμού σαρκός υπερτέρα, αλλά και μεμολυσμένη λογισμών ανωτέρα»(18). Έτσι κατέστη η μόνη, κατά προαίρεσιν αναμάρτητος από όλους τους ανθρώπους, μολονότι ως θυγάτηρ του Αδάμ και κληρονόμος του προπατορικού αμαρτήματος, είχε την δυνατότητα της κατά «προαίρεσιν αμαρτίας», Εκείνη, ως αγαπώσα τον αληθινό Θεό, «εξ όλης της καρδίας, και εξ όλης της ψυχής, και εξ όλης της διανοίας, και εξ όλης της ισχύος Της»(19), έμεινε από βρέφος, άτρωτος από τα «πεπυρωμένα βέλη του πονηρού» και ακίνητος προς την κατά προαίρεσιν αμαρτίαν. Έτσι η Θεοτόκος, «ενώνοντας αυτεξούσια το πλήρωμα της ψυχικής ενεργείας με την Θεία Ενέργεια, καθήλωσε ανενεργό την μεταπτωτική ροπή προς το παρά φύσιν και κινητοποίησε αυτοπροαίρετα όλες τις ψυχοσωματικές δυνάμεις προς τους λόγους και τρόπους των θείων αρετών», λέγει νεώτερος Αγιορείτης Θεολόγος(19α). Γι΄ αυτό θεολογεί ο Θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ότι η Θεοτόκος ανεδείχθη η «αληθής εστία  και διατριβή Θεού και ιλαστήριον εκείνου (του Μωϋσέως) κρείττον ασυγκρίτως, και θεοπρεπές ταμείον της κορυφαίας ακρότητος των μυστηρίων του Πνεύματος»(20). Γιατί απεκάλυψε στον κόσμο την τελειωτική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και το «αρχαίον κάλλος της ανθρωπίνης φύσεως στην προπτωτική του κατάσταση… η Νέα Εύα είναι ο τελειότερος άνθρωπος, η ένσαρκη εικόνα του Αγίου Πνεύματος. Γι΄ αυτό και δέχεται την μεγίστη Δωρεά Του, να γεννήση εν σαρκί τον ίδιο τον Θεό»(20α). Αυτό σημαίνει ότι ο θείος φωτισμός της Θεοτόκου, άρχισε από την παιδική της ηλικία και διήρκεσε καθ΄ όλη την επίγεια ζωή Της, η δε απέκδυσις εκ της αμαυρώσεως από το Προπατορικό Αμάρτημα, έγινε κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, όταν το «Πνεύμα το Άγιον επήλθεν επ΄Αυτήν, κατά τον του Κυρίου Λόγον, ον είπεν Άγγελος, καθαίρον ταύτην και δύναμιν δεικτικήν της του Λόγου Θεότητος παρέχον, άμα δε και γεννητικήν»(21). Γι΄ αυτό ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, παρομοιάζει την Θεοτόκον ως λαμπρόν πνευματικόν ουρανόν, από τον οποίον ανέτειλε ο άδυτος ήλιος της δικαιοσύνης, που την εχαρίτωσε περισσότερο από όλους τους υπό κάτω και υπέρ άνω του φυσικού ουρανού, χαριτωμένους! Γι΄ αυτό και πλήρης θαυμασμού για τον πλούτο των χαρισμάτων Της αναφωνεί: «Τις σου το θεαυγές κάλλος υπογράψοι Θεομήτορ Παρθένε, λόγος; Ου γαρ εστι τα σα λογισμοίς και λόγοις ορίζειν· πάντα γαρ υπερβαίνει και νουν και λόγον. Υμνείν δ΄ όμως, έξεστι σου φιλάνθρωπος προσιεμένης. Συ γαρ χαρίτων απασών χωρίον και πλήρωμα καλοκαγαθίας παντοίας και πίναξ έμψυχος αρετής τε και χρηστότητος πάσης, ως μόνη πάντων ηξιωμένη συλλήβδην των του Πνεύματος χαρισμάτων»(22).

Β) Η Θεοτόκος ως μητέρα της Νοεράς Ησυχίας εις τα Άγια των Αγίων. --  του αειμνήστου Παναγιώτου Γκιουλέ

Έτσι η Θεοτόκος, το μυρίπνοο δοχείο της χάριτος και το πλήρωμα «των του Πνεύματος χαρισμάτων, ο πίναξ ο έμψυχος πάσης αρετής τε και χρηστότητος», εισήλθε, λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «εις τα προσκαίρως των αγίων άγια, η ακατάληκτος αγία των Αγίων. Εισήλθε η αχειροποίητη σκηνή του Λόγου, η λογική και έμψυχος κιβωτός του αληθινά καταπεμθέντος άρτου της ζωής, του οποίου ήταν η αχειροποίητος εκείνη κιβωτός, που ευρίσκετο η στάμνος, που έφερε το μάννα.. Εισήλθε η βίβλος της ζωής, η μη τύπους λόγου, αλλ΄ αυτόν τον του Πατρός Λόγον απορρήτως δεδαμένη..»(23). Αυτή, λοιπόν η Πάγκαλος και Πάναγνος Παρθένος, που είχε «εκ μητρικής νηδύος», το πλήρωμα των θείων χαρισμάτων και των αρετών, εισέρχεται τριετής, με την θέλησίν Της, εις τα Άγια των Αγίων! Εισέρχεται η «κεχαριτωμένη» κόρη εις τα Άγια των Αγίων, χωρίς να δεχθή καμμία επίκτητη γνώση από σοφούς και διδασκάλους, κατά τον θείο Γρηγόριο, «Αλλά τον μεν ηγεμόνα νουν υπήκοον δια πάντων αποφήνασα Θεώ, τας δε των ανθρώπων υφηγήσεις κατά κράτος απολελοιπυϊα (εγκαταλείψασα) και ούτω την άνωθεν σοφίαν άφθονον αποδεχθείσα… αύτη εν αγίοις αδύτοις καθάπερ εν θεσπεσίοις ανακτόροις ανέκειτο Θεώ!...»(24). Γιατί η Θεοτόκος, μέσα στα Άγια των Αγίων, υπερέβη την φυσική θεωρία των κτισμάτων και με την τελειωτική χάρη του Παναγίου Πνεύματος, μετεμόρφωσε το κατά φύσιν εις το υπέρ φύσιν και έθεσε υπό την εξουσίαν του Πνεύματος και αυτά τα αδιάβλητα πάθη, λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Γιατί «έζη καθάπερ εν παραδείσω… απεριμέριμνον, απραγμάτευτον ανύουσα βίον, λύπης άμοιρον, παθών αγενών αμέτοχον και θείας ηδονής, που είναι ανώτερος εκείνης, που δεν ξεχωρίζει από την οδύνη. Θεώ μόνω ζώσα, Θεώ βλεπομένη μόνω, Θεώ τρεφομένη, Θεόν μόνον ορώσα!...»(25). Γιατί αμέσως, μετά την είσοδό Της στα Άγια των Αγίων η Πάναγνος Παρθένος, «διαπετάσασα το βλέμμα της προς τις αόρατες καλλονές, δεν θεωρούσε πλέον τίποτε ευχάριστο πάνω στη γη. Γιατί με το να γίνη ανωτέρα «των της φύσεως αναγκών και των της αισθήσεως ηδονών» και τα μεν ωραία στην όραση έκρινε ανάξια να τα βλέπη, τα δε καλά για βρώση άξια παραβλέψεως, ανεδείχθη πρώτη αυτή και μόνη από όλους ανέπαφος από όλα εκείνα, με τα οποία ο επιτιθέμενος επιβάλλει την τυραννία του σ΄ εμάς και έστησε από τότε το κατ΄  αυτού τρόπαιο. Και αυτά ανταγωνιζαμένη, όχι μόνο από το πρωϊ έως το βράδυ, όχι για τον καρπό ενός φυτού, αλλά επί πολλές περιόδους ετών, προς ποικίλες και παντός είδους ηδονές, που έχουν εφευρεθή από τους άρχοντες του σκότους ως δέλεαρ κατά των ψυχών. Και αφού περιφρόνησε όλες αυτές τις ηδονές, αυτή μόνη από όλους, η θεόπαις και παραδόξως, απ΄ αυτήν ακόμη την παιδική ηλικία, παίρνει δικαίως ως βραβείο, την ουράνια τροφή από τον άγγελο και ανεδεικνύετο, ευθύς εξ αρχής, βασίλισσα των ουρανών, έχουσα στην υπηρεσία Της τους ουρανίους νόας»(26). Γι΄ αυτό ο θείος Γρηγόριος, θεωρεί την Πάναγνον θεόπαιδα ως μητέρα της Νοεράς Ησυχίας και ως προστάτιδα της Μοναχικής Πολιτείας, γιατί είναι «η πρώτη και μόνη αποταξαμένη εκ βρέφους τω κόσμω υπέρ κόσμου αειπάρθενος νύμφη…»(27). Γιατί η Πάναγνος θεόπαις, ζητούσα την άρρητο και την μυστική ένωσή Της με τον Θεόν, ευρίσκει σαν άριστο χειραγωγό Της την Νοερά Ησυχία, θεολογεί ο θείος Γρηγόριος. «Ησυχίαν την νου και κόσμου στάσιν, την λήθην των κάτω, την μύησιν των άνω, την των νοημάτων επί το κρείττον απόθεσιν· αύτη πράξις ως αληθώς, επίβασις της ως αληθώς θεωρίας ή θεοπτίας…»(28). Έτσι χειραγωγουμένη υπό της νοεράς ησυχίας η Πάναγνος Παρθένος εις τα Άγια των Αγίων, απαλλάσσεται από την αίσθηση κάθε αισθητού και υπερυψώνεται πάνω από λογισμούς και συλλογισμούς και από κάθε γνώση και απ΄ αυτήν ακόμα την διάνοια και την συμπάθεια προς το σώμα Της, και παραδίδεται στην νοερά ενέργεια «ην θείαν αίσθησιν ο Σολομών προείπε». Έτσι έφθασε στην «υπέρ γνώσιν άγνοια, γιατί συνήψε τον νουν Της με την στροφή προς τον εαυτόν Της και με την αδιάλειπτη θεία προσευχή, υπερέβη τον πολύμορφο συρφετό των λογισμών και διέκρινε» καινήν και απόρρητον οδόν προς τους ουρανούς, την νοητήν σιγήν. Έπειτα προσέχουσα η Παρθένος προς αυτήν, πετά, πάνω από όλα τα κτιστά και βλέπει μεγαλύτερη από τον Μωϋσή δόξα, και εποπτεύει την θεία Χάρη, που είναι θέαμα ασπίλων νόων και ψυχών!... Έτσι η Θεοτόκος, ενώθηκε με τον Θεό με την αδιάλειπτο νοερά προσευχή και με την καινή γλώσσα της νοητής σιγής έγινε όλη φως! Νεφέλη φωτεινή του όντως ζώντος ύδατος, αυγή της μυστικής ημέρας του μέλλοντος αιώνος!... Γι΄ αυτό ο θείος Γρηγόριος, πλήρης θαυμασμού, για το ουράνιο πνευματικό μεγαλείο της Θεοτόκου, αναφωνεί: «Τις λαλήσει τα μεγαλεία σου, Παρθένε; Ακουστάς ποιήσει πάσας τας αινέσεις σου, Θεόπαις. Θεομήτωρ εχρημάτισας· ήνωσας τον νουν Θεώ· ήνωσας Θεόν σαρκί· υιόν ανθρώπου εποίησας Θεόν, και τον άνθρωπον υιόν Θεού· κατήλλαξας τον κόσμον τω του κόσμου ποιητή…»(29). Αλλά και εμείς πάντες οι Ορθόδοξοι πιστοί, οι ευρισκόμενοι στις υπωρείες του όρους, της ορθοδόξου πνευματικότητος και ζωής, και ατενίζοντες έκθαμβοι και εκστατικοί, με το αγιασμένο βλέμμα των Αγίων Πατέρων, το ουράνιο θάμβος και το ανέκφραστο μεγαλείο του ανερμηνεύτου μυστηρίου της Θεοτόκου, ας δοξάσωμε τον μόνον αληθινό Τριαδικό Θεό, που εμεγάλυνε και εδόξασε τόσο πολύ τον εκπεσόντα άνθρωπο, ώστε να στεφανώση την Θεοτόκον ως Βασίλισσα των ουρανών μέσα στα άγια των Αγίων και έπειτα κλείνοντες ευλαβικά το γόνυ «θεασώμεθα το μέγα τούτο θέαμα, την Θεοτόκον συνδιαιωνίζουσαν την ημετέραν φύσιν με το πυρ της Θεότητος, κι΄ αφού απεκδυθούμε τους δερματίνους χιτώνες της νεκρώσεως, ους εκ παραβάσεως ενδεδύμεθα, στώμεν έκαστος εν γη αγία»(30) ψάλλοντες: «Εμεγάλυνας Χριστέ την τεκούσαν σε Θεοτόκον…» Αμήν.

 

1)  Α Τιμοθ. γ: 16

1α) Χρυς. Μοναχού Διονυσιάτου: Θεός Λόγος και ανθρώπινος λόγος.

2) Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού: Έκδ. Ορθ. Πίστεως Γ: 12  56  ΕΠΕ  Ι

3) Αγ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου Προς Γάϊον επιστολή.

4) Μητρ.  Αθανασίου Γιέφτιτς: Η περί Θεοτόκου διδασκαλία  Αγ. Ι. Δαμασκηνού.

5) Αυτόθι, σελ. 23 και Μ. Φωτίου ομιλία Θ.

6) Αυτόθι σελ. 23.

7) Αγ. Ι. Δαμασκηνού: Λόγος εις το Γενέσιον.

8) Χρυσοστόμου Μοναχού Διονυσιάτου :Θεός Λόγος και…

9) Αγ. Νικοδήμου : Αόρατος Πόλεμος σελ. 118.

10) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ομιλία ΝΒ 8.

11) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ΝΓ  37

12) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ΝΒ  11

13) Αυτόθι ΝΖ 6

14) Γεν. Δ : 26.

15) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ΝΒ  10

16) Αυτόθι ΝΖ  7

17) Αυτόθι  ΝΖ  6

18) Αυτόθι  ΝΒ  8

19) Μάρκου ιβ: 30

19α) Χρυσοστόμου Μοναχού Διον. : Θεός Λόγος και….

20) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ομιλία ΝΓ  20

20α) Χρυσοστόμου Μοναχού: Θεός Λόγος και…

21) Αγ. Ι. Δαμασκηνού: Έκδ. Ορθοδ. Πίστεως Γ 12

22) Αγ. Γρηγ. Παλαμά ομιλία ΝΓ  13.

 

 

23) Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, ομιλία ΝΓ  43  ΕΠΕ   ΙΙ

24)                                                   >>    ΝΓ 18

25)                                                   >>     ΝΓ47

26)                                                   >>     ΝΓ 46

27)                                                   >>     ΝΓ 50

28)                                                  >>      ΝΓ52

29)                                                   >>     ΝΓ 59

π. Θεόδωρος Ζήσης : ἐπειδὴ δὲν ἀναγνωρίζουµε τὸν πάπα, µᾶς προστέθηκε τώρα καὶ ὁ πατριάρχης Βαρθολοµαῖος ὡς συνήγορός του στὰ περὶ ἐλλιποῦς ἐκκλησιαστικότητος

 ∆ὲν µᾶς φτάνει ποὺ ὁ πάπας µᾶς θεωρεῖ ἐλλειµµατικούς, µὲ ἐλλατωµένη ἐκκλησιαστικότητα, ἐπειδὴ δὲν ἀναγνωρίζουµε τὸν πάπα, µᾶς προστέθηκε τώρα καὶ ὁ πατριάρχης Βαρθολοµαῖος ὡς συνήγορός του στὰ περὶ ἐλλιποῦς ἐκκλησιαστικότητος, ἀφοῦ µᾶς διδάσκει ὅτι χωρὶς αὐτοὺς δὲν µποροῦµε νὰ συγκαλέσουµε Οἰκουµενικὴ Σύνοδο. Εἶπε ἢ ἔγραψε ποτὲ πρὸς τοὺς φίλους του Παπικοὺς ὅτι ὅλες οἱ σύνοδοι ποὺ συνεκάλεσε ὁ πάπας µετὰ τὴν Ζ´ ὡς οἰκουµενικές, καὶ ἔχουν ξεπεράσει τὶς εἴκοσι, δὲν εἶναι οἰκουµενικές, γιατὶ ἀπουσιάζουν οἱ Ὀρθόδοξοι; Ἀλλὰ καὶ νὰ τὸ ἔλεγε, ποιός θὰ ἄκουγε τὴν γνώµη του; Ὁ πάπας σφετερίζεται, κλέβει τὸ δικαίωµα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίαςκαὶ συγκαλεῖ Οἰκουµενικὲς Συνόδους, καὶ ἡ οἰκοδέσποινα Ἐκκλησία δεν δεσπόζει εις τα του οίκου της, ἐπειδὴ δὲν ἀναγνωρίζουµε τὸν πάπα, µᾶς προστέθηκε τώρα καὶ ὁ πατριάρχης Βαρθολοµαῖος ὡς συνήγορός του στὰ περὶ ἐλλιποῦς ἐκκλησιαστικότητος.


Χμ! Οι μασόνοι περάσανε πρώτοι την αμφισβήτηση της οικουμενικότητας των οικουμενικών συνόδων απορρίπτοντας την οικουμενικότητα κάθε συνόδου μετά τις 7 .Και όχι μόνο αυτό ! Δεν αρκέστηκαν στην μείωση του κύρους τους με την άρνηση της οικουμενικής τους αξίας αλλά δεν τις ανάφεραν ΚΑΝ στις εκδόσεις των Ιερών Κανόνων .Σαν να μην έγιναν ποτέ ! Και αν κάνεις αναφορά σε αυτές τι σου λένε ? Τις αναφέρει το Ιερόν Πηδάλιο ? Εχουν περάσει την βεβαιότητα οτι το βιβλίο τους Το Ιερό Πηδάλιο είναι το βιβλίο που περιέχει όλους τους έγκυρους Κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, μαζί με ερμηνεία. Γράφτηκε από τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη λένε ... Αρα ? Τι μας λέτε ? Είναι η προδοσία των παρα μορφωμένων "θεολόγων " των υποτρόφων των αιρετικών ιδρυμάτων ... σε στυλ του ΠΑΠΑΡΟΛΟΓΟΥ ΖΗΣΗ . Και είναι παπαρολόγος διότι ναι μεν εδώ ομιλεί για τις συνόδους αυτές ΑΛΛΑ δεν κάνει αναφορά οτι αυτός και οι συνάδελφοι του μεγαλο καθηγητά δες παραμορφωμένοι εκ της παπικής και προτεσταντικής εσπερίας τις " εξαφάνισαν " μη διδάσκοντες τις οπως τους αξίζει .

Η προτροπή της Παρθένου -- Του αείμνηστου Στεργίου Σάκκου, Ομοτ. Καθηγητού του Α.Π.Θ.

Ώρα μοναδική στην ιστορία του κόσμου. Τα μάτια τα σάρκινα των μαθητών μπαίνουν στην πνευματική διάσταση κι ατενίζουν το άκτιστο φως. Εκεί στο υψηλό όρος όπου τους είχε ανεβάσει ο Ιησούς Χριστός και «μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών», οι τρεις απόστολοι (Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης) γίνονται θεαταί και μάρτυρες του υπερκοσμίου, «επόπται της θεότητος» και «κοινωνοί της θείας φύσεως». Βλέπουν την ουράνια δόξα σ΄ όλη τη λάμψη και το μεγαλείο της! Κλήση και πρόκληση ιερή, για τον κάθε άνθρωπο—και για τη δική σου ψυχή, αδελφέ μου--, η ενόραση του Θεού, η κοινωνία μαζί Του· αυτή η άγια συντροφιά, που διώχνει τη μοναξιά, νικά το φόβο και εμπνέει, για τα μεγάλα και υψηλά στη ζωή. Ρωτάς πως θα την επιτύχεις; Άκουσε τι ο Πατέρας αποκαλύπτει, την ώρα που γίνεται η Μεταμόρφωση επάνω στο υψηλό όρος: «Ούτος εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, αυτού ακούετε». Ο Ιησούς Χριστός είναι ο αγαπητός Υιός του Θεού και όποιος θέλει να εγγίσει τη θεϊκή μακαριότητα οφείλει να υπακούει σ΄ Αυτόν, να υποτάσσεται στο θέλημά Του και να συμμορφώνει τη ζωή του προς τις εντολές Του. Η ελεύθερη υποταγή στην εντολή του Θεού είναι αδιάψευστη εγγύηση της γνησιότητας του ανθρωπίνου πόθου για την συνάντηση με τον Θεό και η απαραίτητη προϋπόθεση, για την πραγματοποίηση της συνάντησης. Ελεύθερα πλάσματα μας έπλασε ο Θεός και σέβεται την ελευθερία μας, «για να εξαρτάται από μας και η επιθυμία, για τα ανώτερα και η αποχή από τα κατώτερα», διδάσκει ο Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος. Η ελεύθερη υποταγή και πλήρης υπακοή στον Ιησού Χριστό είναι το γνώρισμα των μαθητών του, των πρώτων, που «αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ», αλλά και όλων των άλλων, που τον ακολούθησαν ανά τους αιώνες. Αυτό είναι κατ΄ εξοχήν παράδειγμα, που μας παραδίδει η πρώτη και καλύτερη μαθήτριά Του, η Παναγία Μητέρα Του. Ταπεινά υποτάχθηκε από την πρώτη στιγμή στο μήνυμα του αρχαγγέλου Γαβριήλ· «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Κι έγινε Αυτή η ταπεινή Κόρη της Ναζαρέτ όχι μόνο κοινωνός, αλλά και συνεργός της θεότητος και η μεγαλύτερη Ευεργέτιδα της ανθρωπότητος. «Διότι αυτά τα λόγια Της, μετέτρεψαν τη γη σε ουρανό… συνέπλεξαν το ουράνιο και το ανθρώπινο γένος σ΄ ένα μοναδικό χορό γύρω απ΄ Αυτόν, που όντας Θεός έγινε και άνθρωπος», σχολιάζει ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας. Το μήνυμα της Παρθένου προς την κάθε θεοφιλή ψυχή ταυτίζεται προς τη φωνή του Θεού Πατέρα και διατυπώνεται επιγραμματικά σ΄ εκείνη την απαράμιλλη σκηνή του εν Κανά γάμου (Ιω. 2: 1-11). Αφού μετέφερε το πρόβλημα των ανθρώπων στον Υιό Της, αποσύρεται διακριτικά προτρέποντας τους διακόνους «Ό,τι αν λέγη υμίν ποιήσατε». Η συμμόρφωσή τους προς της Παρθένου την προτροπή, τους αξίωσε να δουν το θαύμα· το νερό γίνεται κρασί. Η συμμόρφωσή μας προς της Παρθένου την προτροπή και το παράδειγμα θα μας αξιώσει να ζούμε το θαύμα της μεταμορφωμένης ζωής μας. Και θα ΄ναι αυτή η μεταμόρφωση η καλύτερη τιμή στην Παναγία μας, αλλά και η ουσιαστικότερη προσφορά στον εαυτό μας.

ΕΠΙΣΗΜΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΑΝΤΙΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ -- Τοῦ αειμνήστου Ἰωάννου Κορναράκη ὁμότιμου Καθηγητού Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

Κατὰ τὴν φετεινὴ πατριαρχικὴ ἑορτὴ τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, στὸν Ἱ. Ν. τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, στὸ ΦΑΝΑΡΙ, ὁ Πατριαρχικὸς Ἄμβωνας –μὲ ἀνοίκειες γιὰ τὴν ἱερότητα τοῦ χώρου ἐκφράσεις καὶ ἐπιθέσεις κατὰ τῶν αἰτίων καὶ τῶν ὑπαιτίων τῆς κρίσεως τῆς «σύγχρονης» Ὀρθοδοξίας– δὲν εἶχε ἐπίγνωση ὅτι, ἀπὸ τὸν ἴδιο αὐτὸν χῶρο ξεκίνησαν τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα διεμόρφωσαν τὴν «σύγχρονη» Ὀρθοδοξία, στὴν σημερινή της εἰκόνα.

Διότι, οὔτε «ἀκραῖα στοιχεῖα», οὔτε «προκατειλημμένα», «ἄρρωστα μυαλὰ» τοῦ ἐξωτερικοῦ τοῦ Πατριαρχείου χώρου, εἶναι ὑπεύθυνα γιὰ τὴν κρίση τῆς «σύγχρονης» πατριαρχικῆς Ὀρθοδοξίας.

Ὁ θρῆνος, ὅμως, τοῦ κηρύγματος γιὰ τὴν «σύγχρονη» Ὀρθοδοξία –θρῆνος προστασίας τῆς «Ὀρθοδοξίας» αὐτῆς– εἶναι δικαιολογημένος, διότι προέρχεται ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ χῶρο· δηλαδή, ἀπὸ τὸν ἴδιο χῶρο πού, ὅπως θὰ ἀποδείξουμε πιὸ κάτω, ἔδωσε τὶς ἀφορμὲς γιὰ νὰ γεννηθεῖ αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ πατριαρχικὴ «σύγχρονη» Ὀρθοδοξία, τὴν ὁποίαν, ὄχι μόνον προστατεύει καὶ ἀποδέχεται, ἀλλὰ καὶ καθιερώνει ὡς τὴν γνήσια Ὀρθοδοξία καί, μάλιστα, κατὰ τὴν ἴδια τὴν ἑορτὴ τῆς αὐθεντικῆς Ὀρθοδοξίας!

Μὲ τὴν προβολὴ καὶ μὲ τὸν χαρακτηρισμὸ «σύγχρονη» θεολογία, ὁ πατριαρχικὸς χῶρος ἐννοεῖ, βεβαίως, ὅτι περιποιεῖ τιμὴ στὸ ἔργο του: στὴν οἰκουμενιστικὴ ἀποτύπωση τῆς εἰκόνας μιᾶς Ὀρθοδοξίας ἀντιπατερικῆς καὶ παγκοσμιοποιημένης!!!

Ἔτσι, ἡ προβολὴ τῆς εἰκόνας τῆς «σύγχρονης» Ὀρθοδοξίας ἀναγνωρίζεται ὡς ἡ «Ὀρθοδοξία» τοῦ Πατριαρχείου, ἀφοῦ ὁ Πατριαρχικὸς Ἄμβωνας συνηγόρησε τρεῖς φορὲς ὑπὲρ τῆς αὐθεντικότητας τῆς «σύγχρονης» θεολογίας.

Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι, ἡ καθιέρωση τῆς «σύγχρονης» Ὀρθοδοξίας ὡς «Ὀρθοδοξίας» τοῦ Πατριαρχικοῦ Οἴκου, ἀκολουθεῖ χρονικῶς τὸ Διεθνὲς Συνέδριο τῆς Ἀκαδημίας τῶν Θεολογικῶν Σπουδῶν, ποὺ ἔγινε στὸν Βόλο, ἀπὸ 3 ἕως 6 Ἰουνίου 2010, μὲ θέμα: «Πατερικὴ σύνθεση ἢ Μεταπατερικὴ θεολογία»1· ἤτοι: «ἐπιστροφὴ στοὺς Πατέρες, μὲ ἐπαναδιατύπωση ἢ ἀναθεώρηση τῆς θεολογίας τους, ἢ ἀπατερικὴ θεολογία, θεμελιωμένη στὶς ἀρχὲς τῆς Νέας Ἐποχῆς καὶ τῆς παγκοσμιοποιήσεως;»!

Εἶναι γεγονὸς πολλαπλῶς ἀποδεδειγμένο ὅτι, ἡ προαναφερθεῖσα ΑΚΑΔΗΜΙΑ τῆς Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ἔχει πλέον ἐξελιχθεῖ σὲ ἐργαστήριο οἰκουμενιστικῶν συνεδρίων καὶ σχετικῶν ἄλλων προσπαθειῶν (ὅπως, π.χ., τιμητικὴ ἐκδήλωση πρὸς χάριν τοῦ Μητροπολίτη Περγάμου, Ἰ. Ζηζιούλα, τοῦ πρωτομάστορα τῆς προσπάθειας ἑνώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ τὸν Παπισμό). Εἶναι, δηλαδή, χῶρος ἀποδομήσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας2.

Ἤδη, μὲ τὸ τελευταῖο αὐτὸ ἀντιπατερικὸ συνέδριο, τὸ 2010, ὁ πατριαρχικὸς χῶρος συγκέντρωσε ὁμόφρονές του γιὰ νὰ ἀποδομήσει τὴν αὐθεντία τῆς πατερικῆς θεολογίας, τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Τὰ Πρακτικὰ τοῦ ἐν λόγῳ συνεδρίου ἔχουν δημοσιευθεῖ στὸ ἐπιστημονικὸ περιοδικὸ τῆς Ἱ. Συνόδου ΘΕΟΛΟΓΙΑ, τ. 2/2010, σσ. 317-324.

Πρόκειται γιὰ ἕνα ἐντελῶς ἀντιπατερικὸ καὶ ἀνορθόδοξο κείμενο, ἡ ἔκδηλη διγλωσσία καὶ ἡ ἀμφισημία τοῦ ὁποίου καλύπτουν τὶς σαρωτικὲς ἀλλαγές, τὶς ὁποῖες προτίθενται νὰ πραγματοποιήσουν οἱ σύνεδροι, ἐὰν κάποιος ὁμόφρονάς τους Ἐπίσκοπος διοικήσει τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας. Πάντως, οἱ τελικὲς ἀποφάσεις τους ἔχουν πειστικὴ σαφήνεια καὶ δείχνουν «ποῦ τὸ πάνε» οἱ σύνεδροι· δηλαδή, τί, ἀκριβῶς, θέλουν νὰ ξηλώσουν στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ποῦ μπορεῖ νὰ φθάσει τὸ ξήλωμα αὐτό!!!

Λέγουν, λοιπόν: «Σχετικὰ μὲ τὴν Παράδοση, θὰ χρειασθεῖ νὰ διακρίνουμε μεταξὺ τῶν στοιχείων της, ποιά ἀπὸ αὐτὰ μποροῦν νὰ ὑπερβαθοῦν καὶ ποιά ὄχι. Ποιά ἀπὸ αὐτὰ μποροῦν νὰ συνιστοῦν καθαρὰ θεολογικοὺς συντελεστὲς καὶ ποιά ἀποτελοῦν καθαρὰ ἱστορικὰ καὶ πολιτιστικὰ στοιχεῖα. Ἡ γλῶσσα, ἡ ὁρολογία, ἡ δυνατότητα τῆς μετάφρασης τῶν βιβλικῶν καὶ λειτουργικῶν κειμένων, οἱ λειτουργικὲς μορφές, τὰ Τυπικά, τὰ ἐθιμικὰ καὶ πολιτισμικὰ στοιχεῖα τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς (ἀμφίεση κλήρου, λειτουργικὰ ἔθιμα, τέμπλο κ.ἄ.) εἶναι προφανῶς ὑπερβάσιμα. Στοιχεῖα ὅμως, τῆς Παράδοσης, ὅπως ἡ προσευχή, ἡ μετάνοια, ἡ νηστεία, ὁ ἀγῶνας κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν, ἡ ἐμπειρία τῆς χάρης, τῆς θέωσης, τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι στοιχεῖα ποὺ μποροῦν νὰ ὑπερβαθοῦν; Τὴν ἴδια ἀμηχανία προκαλεῖ ἡ ἀμφισβήτηση τῆς “αὐθεντίας” τῶν Συνόδων, μὲ τὸ πρόσχημα τῶν αὐτοκρατορικῶν ἐνδιαφερόντων καὶ παρεμβάσεων»3.

Ἐξ ἴσου ἐνδιαφέρουσες εἶναι καὶ οἱ παρακάτω ἐπισημάνσεις τοῦ Συνεδρίου τῆς πρότασης ἀποδομήσεως ὁλόκληρης τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν χοάνη τῆς σαρωτικῆς παγκοσμιοποιήσεως!!!

Στὸ συγκεκριμένο συνέδριο ἐπισημάνθηκε:

1. -«Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπαναδιατύπωσης τῆς Ὀρθόδοξης θεολογίας στὴν κάθε πολιτισμική της συνάφεια, ἡ ὁποία ἀνάγκη ἔτυχε καθολικῆς ἀποδοχῆς ἀπὸ τοὺς συνέδρους»!

2. -«Ἡ ἀνάγκη γιὰ ὑπέρβαση τῆς ἐσωστρέφειας ἀπὸ τὴν κίνηση τῆς ἐπιστροφῆς πρὸς τοὺς Πατέρες»!

3. -«Ἡ ἀνάγκη ἰσχυρῆς γονοποιητικῆς παρουσίας τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας στὶς διάφορες θεολογικές, καὶ ὄχι μόνον, ζυμώσεις στὸ παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, καθὼς καὶ ἡ ἀνάγκη διαλόγου μὲ τὶς φυσικὲς καὶ κοινωνικὲς ἐπιστῆμες. Συνάμα, παρατηρήθηκαν πολλαπλὲς διαστάσεις τῆς “κίνησης” τῆς ἐπιστροφῆς στοὺς Πατέρες, διαστάσεις ἐσωστρέφειας καὶ μοιρολατρείας, ἀποθέωση τοῦ παρελθόντος καὶ θεολογικὴ ἀπομόνωση»4.

Αὐτὰ καὶ μόνον τὰ συμπεράσματα τοῦ συνεδρίου, συνδυαζόμενα μὲ τὶς ἀκραῖες θέσεις κάποιων συνέδρων, δείχνουν ὅτι, στὸ συνέδριο τῆς ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ τοῦ Βόλου, κυριάρχησε οὐσιαστικὰ ἡ ἀποστροφὴ καὶ ἡ ἀπέχθεια πρὸς τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἡ προσπάθεια μεταλλάξεως τῆς παρακαταθήκης τῆς ἐξ ἀποκαλύψεως ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ σὲ παγκοσμιοποιημένο σκιάχτρο θρησκευτικῆς παρανοίας!!!

* * *

Ἡ σχετικοποίηση ἤ, μᾶλλον, ἡ ἀπόρριψη τῆς διαχρονικῆς παρουσίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ ἀπόρριψη τοῦ εὐαγγελικοῦ καὶ πατερικοῦ λόγου. Ἡ Ἐκκλησία, μὲ τὴν παγκοσμιοποιημένη εἰκόνα της, εἶναι κενὸς λόγος. Ἡ «σύγχρονη» Ὀρθοδοξία εἶναι φάντασμα κακόγουστο μπροστὰ στὴν αὐθεντικὴ Ὀρθοδοξία τῶν Πατέρων.

Ἡ αὐθεντικὴ Ὀρθοδοξία, στὴν χαρισματική της εἰκόνα, εἶναι μιὰ διαχρονικὴ λυτρωτικὴ παρουσία, ποὺ δὲν πάσχει ἀλλοίωση, οὔτε ἀπὸ τὸν χρόνο, οὔτε ἀπὸ τὸ μῖσος καὶ τὴν περιφρόνηση τῶν ἀρνητῶν τῆς ὑπόστασής της. Ὁ ἅγιος Μάξιμος σημειώνει: «ὁ πνευματικὸς Νόμος τῆς Νέας Διαθήκης τῷ πνεύματι νεάζει …διὰ παντὸς ἐνεργούμενος. Ἡ γὰρ Χάρις ἀπαλαίωτος»5. Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς ἰδίας ὁμιλίας του –σχολιάζοντας τὸν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου, «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας»– ὁ ἅγιος Μάξιμος σημειώνει ὅτι, ὁ θεῖος ἀπόστολος τὸ εἶπε αὐτό, «εἰδὼς ἀεὶ καινὸν τὸ μυστήριον, μηδέποτε περιλήψει νοὸς παλαιούμενον»6.

Ὅσον καὶ ἂν προσπαθοῦν, μὲ ὀρθολογιστικοὺς βερμπαλισμοὺς καὶ οἰκουμενιστικὲς λογικές, οἱ ἄνθρωποι τῆς «σύγχρονης» Ὀρθοδοξίας, δὲν θὰ μπορέσουν νὰ παρακωλύσουν τὴν διαχρονικὴ ἀκτινοβολία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπὶ τῶν πιστῶν, ποὺ ἔχουν τὰ λογικά τους καὶ ξέρουν ποιοί εἶναι καὶ ποῦ πάνε!

* * *

Ἡ Συμβολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου

στὴν δημιουργία μιᾶς ἀντιπατερικῆς

«σύγχρονης» Ὀρθοδοξίας

 

Ἡ σύγχρονη Ἱστορία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὸ 1948 μέχρι σήμερα, εἶναι γραμμένη μὲ πολλὲς σελίδες οἰκουμενιστικῆς δραστηριότητος.

Ὁ ἑκάστοτε οἰκοδεσπότης τοῦ πατριαρχικοῦ οἴκου ἡγεῖτο προσπαθειῶν ἑνώσεως τῶν μὴ δυναμένων νὰ ἑνωθοῦν. Τὸ μάτι τοῦ Πατριαρχείου, σταθερὰ στραμμένο πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους χώρους, ἀπεμπολοῦσε τὶς ἀλήθειες τῆς Ὀρθοδοξίας πρὸς χάριν μιᾶς ἐκκοσμικευμένης χριστιανοσύνης, ἀποξενωμένης ἀπὸ τὴν ἰκμάδα τῶν αὐθεντικῶν εὐαγγελικῶν καὶ πατερικῶν ἀληθειῶν.

Ἰδιαίτερα ὁ σημερινὸς οἰκοδεσπότης τοῦ ΦΑΝΑΡΙΟΥ ἔδειξε μεγάλη κινητικότητα στοὺς ἑτεροδόξους χώρους καὶ συμμετεῖχε σὲ ἑτερόδοξες λειτουργικὲς πράξεις.

Τὸ κορυφαῖο γεγονός, ποὺ ἐσχάτως καταγράφει τὴν ἔντονη ἀποδόμηση τῶν Ἱ. Κανόνων ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Βαρθολομαίου, εἶναι ἡ συλλειτουργία καὶ τοῦ Πάπα, κατὰ τὴν θρονικὴ ἑορτὴ τοῦ Πατριαρχείου, τὴν 30η Νοεμβρίου 2006. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἀπὸ τὸν ἐξώστη τοῦ Πατριαρχείου –μὲ δεμένα τὰ χέρια του μὲ τὸν Πάπα–, διαδηλώνουν ἀμφότεροι τὴν κοινὴ ἀπόφασή τους νὰ ἑνωθοῦν ἡ Ὀρθόδοξη ΕΚΚΛΗΣΙΑ μὲ τὸν Παπισμό.

Σὲ γενικὲς γραμμές, ἡ κορυφὴ τῆς «Ὀρθοδοξίας», μὲ τὰ πολλὰ καὶ γνωστὰ σὲ ὅλους οἰκουμενιστικά της ἀνοίγματα, ἔδωσε τὸ θάρρος σὲ πολλοὺς κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς οἰκουμενιστὲς νὰ προχωροῦν σὲ πράξεις ἀποδομήσεως καὶ προδοσίας τῶν ἀληθειῶν τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Ἐπιλεκτικῶς, θὰ ἐπισημανθοῦν μερικὰ ἀκραῖα ἀνοίγματα, τὰ ὁποῖα εὐθυγραμμίζονται  μὲ τὴν πατριαρχικὴ πρωτοβουλία –ἀλλὰ καὶ σκοπιμότητα– νὰ προκύπτουν στὸν ὀρθόδοξο χῶρο ἀνατρεπτικὲς ἐνέργειες κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῶν Θεοφόρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ ἕνωση τοῦ Πατριαρχείου μὲ τὸν Παπισμὸ θὰ γίνει ὁπωσδήποτε. Καί, κάποια στιγμή, ὁ ὀρθόδοξος κόσμος, ποὺ ἀγνοεῖ τὴν πραγματικότητα, ἢ ἐκεῖνοι ποὺ νομίζουν ὅτι ἡ ἕνωση αὐτὴ δὲν πρόκειται νὰ πραγματοποιηθεῖ, θὰ ἐκπλαγοῦν.

Τὸ θέμα τῆς πραγματοποιήσεως αὐτῆς ἔχει ἤδη «κλειδώσει», πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, στὸν γνωστὸ διάλογο μεταξὺ ὀρθοδόξων καὶ παπικῶν στὴν Ραβέννα τῆς Ἰταλίας. Στὸν διάλογο αὐτόν, οἱ ὀρθόδοξοι ἐκπρόσωποι ἐψήφισαν καὶ ἀποδέχθηκαν, αὐτούσιο, τὸ παπικὸ κείμενο ποὺ τοὺς παρουσίασαν οἱ παπικοὶ «ἑταῖροι» τους.

Σύμφωνα μὲ τὸ κείμενο αὐτό, ἡ παπικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀποτυπώνεται μὲ τὴν εἰκόνα πυραμίδος. Στὴν κορυφὴ τῆς πυραμίδος, εἶναι ὁ Πάπας. Ὅποιος Ἐπίσκοπος δὲν θὰ ἀποδέχεται τὸν Πάπα, θὰ μένει ἐκτὸς τῆς παπικῆς «ἐκκλησίας», ποὺ εἶναι ἡ μόνη ὁλοκληρωμένη καὶ ὁριστικῶς διαμορφωμένη μὲ τὴν ρωμαϊκὴ παράδοση.

Ὁ Πατριάρχης ἔχει προωθήσει αὐτὴν τὴν ἕνωση μὲ τὴν ἀρωγὴ τοῦ πρωτοπαλλήκαρου τῆς ἑνώσεως αὐτῆς: τοῦ Μητροπολίτη Περγάμου, Ἰωάννη Ζηζιούλα, ὁ ὁποῖος εἶναι πασίγνωστος γιὰ τὴν διαχρονική του ἐπιμονὴ στὸ κυρίαρχο καὶ ἐξουσιαστικὸ πρωτεῖο τοῦ Πάπα, καὶ ὄχι στὸ πρωτεῖο τιμῆς.

Ξαφνικά, λοιπόν, θὰ πληρώσουν τοὺς ναούς μας παπικοὶ πιστοί, γιὰ τὴν πραγματοποίηση τοῦ κοινοῦ Ποτηρίου τοῦ Πάσχα τῶν ὀρθοδόξων μὲ τοὺς παπικούς!

Ι. -Ἤδη, καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος –ἀκραῖος οἰκουμενιστής– συνέπλευσε μὲ τὸν Πατριάρχη στὰ ἀνοίγματα πρὸς τοὺς οἰκουμενιστικοὺς χώρους. Ἔφερε καὶ αὐτός, πρὶν ἀπὸ τὸν Πατριάρχη, τὸν Πάπα στὴν Ἀθήνα, καὶ πανηγύρισε τὸ γεγονὸς μὲ φιέστες καὶ ἐκδηλώσεις μειοδοσίας τῆς Ὀρθοδοξίας.

Λίγο πρὶν ἔλθει ὁ Πάπας στὴν Ἀθήνα, καὶ ἀφοῦ εἶχε ὀργανώσει τὰ πάντα γιὰ τὴν ὑποδοχή του, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐκάλεσε τέσσερεις ὁμοτίμους καθηγητὲς Πανεπιστημίου –μεταξὺ αὐτῶν καὶ τὸν ὑπογράφοντα τὸ παρόν– γιὰ νὰ τὸν βοηθήσουν νὰ συντάξει τὰ σχετικὰ κείμενα ποὺ θὰ διάβαζε ἐνώπιον τοῦ Πάπα, οὕτως ὥστε αὐτὰ νὰ ἔχουν ἀκραιφνῶς ὀρθόδοξο χαρακτῆρα. Ὡστόσο, προσωπικῶς διαπίστωσα ὅτι, τὰ συγκεκριμένα κείμενα ἀνεγνώσθησαν ἐνώπιον τοῦ Πάπα χωρὶς τὶς διορθώσεις μας.

Τὸ 2003, δύο χρόνια μετὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Πάπα, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος εἰσηγήθηκε τὸν νεωτερισμὸ τῆς «Λειτουργικῆς Ἀναγέννησης» τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ θεολογικὸ ὑπόβαθρο τῆς Ἀναγεννήσεως ποὺ εἶχε στὸ μυαλό του, δημοσιεύθηκε τὸ ἴδιο ἔτος, στὸ περιοδικὸ ΕΚΚΛΗΣΙΑ7, ὡς συνοδικὸ κείμενο, γραμμένο ἀπὸ καθηγητὲς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π. Θεσσαλονίκης. Τὸ κείμενο αὐτὸ ἀποτυπώνει, μὲ γνώμονα τὴν ἀρχὴ τῆς μετανεωτερικότητος, τὶς σαρωτικὲς ἀλλαγές ποὺ ἔπρεπε νὰ γίνουν γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ «Λειτουργικὴ Ἀναγέννηση» τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀπὸ τὶς προτεινόμενες αὐτὲς ἀλλαγές, ἀναφέρουμε δύο:

α) Λόγῳ τῶν προόδων τῶν ἀνθρωπιστικῶν καὶ κοινωνικῶν ἐπιστημῶν, θὰ πρέπει νὰ ἐπαναπροσδιορίζεται ἡ ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας, προκειμένου νὰ συμπορευόμαστε μὲ αὐτὲς τὶς προόδους καὶ τὶς πολιτιστικὲς ἐξελίξεις.

β) Γιὰ τοὺς ἰδίους λόγους, θὰ πρέπει νὰ ἐπαναπροσδιορίζεται συνεχῶς καὶ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἡ πλατύτερη ἐπαναδιατύπωση τοῦ μυστηρίου αὐτοῦ –προταθεῖσα καὶ σὲ ἄλλο κείμενο τοῦ ἰδίου, σὲ ἐπετηρίδα τῆς Σχολῆς– ἐξηγεῖ ὅτι, στὸ μυστήριο αὐτό, δὲν προσερχόμαστε γιὰ νὰ γίνουμε ἅγιοι, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε πνεῦμα ἀλληλεγγύης μεταξύ μας (στὸ πνεῦμα τῆς παγκοσμιοποιήσεως), γιὰ νὰ φθάσουμε στὰ ἔσχατα!!!

Ἐπειδή, ὅμως, ἡ ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός, τὸ συνοδικὸ αὐτὸ κείμενο πρότεινε, κατ’ οὐσίαν, τὸν διαρκῆ ἐπαναπροσδιορισμὸ τοῦ Ἰδίου τοῦ Χριστοῦ!!!

Εἶναι περίεργο ὅτι, κανεὶς Ἐπίσκοπος δὲν παρουσιάσθηκε γιὰ νὰ τὸ στηλιτεύσει. Οὔτε ἡ Διαρκὴς Ἱ. Σύνοδος ἔδωσε σημασία στὸ ὀκτασέλιδο Ὑπόμνημα τοῦ ὑπογράφοντος, τὸ ὁποῖο παραδόθηκε νομίμως σὲ ὅλα τὰ μέλη τῆς Συνόδου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

ΙΙ. -Πρὸ δεκαετίας, περίπου, στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ., ἐκπονήθηκαν –καὶ ἔγιναν ἀποδεκτές– δύο διατριβές, οἱ ὁποῖες «ἀπεδείκνυαν» ὀρθοδόξους δύο αἱρετικοὺς τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος: τὸν Διόσκορο καὶ τὸν Σεβῆρο (τὸν ἀποκαλούμενο «ἀκέφαλο» στὸ σχετικὸ τροπάριο τοῦ Ὄρθρου τῆς Ἀκολουθίας τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων).

Ἡ δικαιολογία καὶ τὸ αἴτιο τῆς ἐκπονήσεως τῶν ἐν λόγῳ διατριβῶν εἶναι ὅτι, ἀμφότερες προλειαίνουν τὸ ἔδαφος, ὥστε, μελλοντικὴ Σύνοδος νὰ πεισθεῖ γιὰ τὰ «ὀρθόδοξα» φρονήματα τῶν δύο –Συνοδικῶς καταδικασθέντων– αἱρετικῶν.

ΙΙΙ. -Ἡ «ὀρθοδοξοποίηση» τῆς σωτηριολογικῆς προτεσταντικῆς διδασκαλίας περὶ τῆς «ἀοράτου Ἐκκλησίας»:

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας κ. Ἀναστάσιος –μὲ μεγάλο ἔργο στὸν χῶρο τῆς Ἱεραποστολῆς στὴν Ἀφρική, ἀλλὰ καὶ προσφορᾶς στὴν Αὐτοκέφαλη Ὀρθόδοξη Ἀρχιεπισκοπὴ τῆς Ἀλβανίας– λόγῳ τῆς ταυτίσεώς του μὲ τὸ ἐπιστημονικό του ἀντικείμενο (δηλαδή, μὲ τοὺς ἀλλοθρήσκους καὶ ἰδιαιτέρως μὲ τὸ Ἰσλάμ), προέβη σὲ παραχάραξη εὐαγγελικοῦ χωρίου, προκειμένου νὰ δείξει ὅτι, ἀκόμα καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ τῶν ἄλλων θρησκειῶν θὰ σωθοῦν ὁπωσδήποτε, διὰ τῆς «ἀόρατης Ἐκκλησίας»!!!

Τὸ ἐπίμαχο χωρίο, τὸ ὁποῖο παραχάραξε, ἀνήκει στὴν Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, κεφ. 3, στ. 6. Στὸ χωρίο αὐτό, ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν ἀναφέρεται στὸν τρόπο τῆς σωτηρίας τῶν ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ θὰ σωθοῦν, ἀφοῦ τοὺς κηρυχθεῖ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἀποδεχθοῦν: «Τὰ ἔθνη εἶναι συγκληρονόμα καὶ σύσσωμα καὶ συμμέτοχα τῆς ἐπαγγελίας αὐτοῦ ἐν Χριστῷ διὰ τοῦ εὐαγγελίου».

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας, ὅμως, στὸ ἔργο τοῦ Ἴχνη ἀπὸ τὴν ἀναζήτηση τοῦ ὑπερβατικοῦ8, ἀντικαθιστᾶ τὴν φράση «διὰ τοῦ εὐαγγελίου», μὲ τὴν φράση «διὰ τῆς ἐκκλησίας», ἀναπτύσσοντας, ἔτσι, τὴν διδασκαλία τῆς ἀόρατης σωτηρίας! Μὲ τὴν παραχάραξη αὐτή, ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ξεπεράσει τὴν αὐθεντικὴ ἀποστολικὴ διδασκαλία περὶ τῆς σωτηρίας τῶν ἐθνῶν, διὰ τῆς ἀπὸ μέρους τους ἀποδοχῆς, ἐφαρμογῆς καὶ βιώσεως τοῦ Εὐαγγελίου. Σημειώνοντας δὲ ὅτι, «οἱ παλαιότεροι ὅσο καὶ οἱ νεότεροι θεολόγοι τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας τόνισαν ὅτι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ καὶ πέραν τῶν ὁρίων τῆς ὁρατῆς Ἐκκλησίας», ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας καταλήγει στὸ συμπέρασμα ὅτι, σὲ αὐτὴν τὴν «ἀόρατη Ἐκκλησία», καὶ τὰ ἔθνη «δύνανται νὰ ἀνήκωσι ἀοράτως καὶ οἱ ἐθνικοί, οἱ ἑτερόδοξοι…» (σσ. 423-4).

Ὅμως, στὴν ὀρθόδοξη σωτηριολογία δὲν ὑπάρχει πουθενὰ χῶρος ποὺ νὰ ἀνήκει σὲ περιοχὴ ἀόρατης σωτηρίας. Ἡ διδασκαλία αὐτὴ εἶναι προτεσταντική, σκοτεινὴ καὶ ἀδιευκρίνιστη. Σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, ὁ Θεὸς σώζει μὲν ὅλον τὸν ὁρατὸ κόσμο, ἀλλὰ μὲ ὁρατὲς καὶ συγκεκριμένες ἐνέργειες. Τὴν θεωρία περὶ «ἀόρατης σωτηρίας» ἐδημιούργησαν οἱ διαμαρτυρόμενοι, γιὰ νὰ ξεπεράσουν δυσκολίες προσωπικοῦ χαρακτῆρα (ὅπως τὴν ρωμαιοκαθολική τους προέλευση καὶ τὴν κυριαρχία τοῦ δυτικοῦ ὀρθολογισμοῦ).

* * *

Αὐτὰ τὰ ἐλάχιστα δείγματα τῆς ἀπορρίψεως, ἢ ἀποδομήσεως, ἀρχῶν τῆς ἀληθείας τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Πατέρων, δείχνουν τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχρονικῆς οἰκουμενιστικῆς δραστηριότητος τοῦ ὑποτιθεμένου «κέντρου» τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἔτσι, στὸν Πατριαρχικὸ Οἶκο, τὴν Ὀρθοδοξία τῆς πατερικῆς παρακαταθήκης διαδέχθηκε ἡ «σύγχρονη» Ὀρθοδοξία, μεταλλαγμένη στὰ μέτρα τοῦ οἰκουμενισμοῦ καὶ τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τῆς μετανεωτερικότητος.

* * *

Ὁ ὑπογράφων συνέταξε τὸ πάρον κείμενο, ὧν συνεπὴς στὸν διδακτορικό του ὅρκο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας: «ὅπου γῆς βρεθῶ, θὰ ὑποστηρίζω τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας». Ὅλοι οἱ διδάκτορες δίνουν τὸν ὅρκον αὐτόν. Ἀλλὰ καὶ οἱ Ἐπίσκοποι ὁρκίζονται νὰ ἐπιτελοῦν τὰ καθήκοντά τους θεοφιλῶς καὶ νὰ ἀνταποκρίνονται μὲ θεῖο ζῆλο στὴν τήρηση τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν διδαγμάτων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ὅσοι Ἐπίσκοποι ἀφήνουν ὀρθάνοιχτη τὴν θύρα στὸν οἰκουμενιστικὸ χῶρο καὶ ἀναλαμβάνουν δραστηριότητες ποὺ ἀκυρώνουν τὴν προσωπική τους ἀξιοπρέπεια καὶ τὸν σεβασμό τους ἔναντι τοῦ ἀξιώματός τους ὡς κληρικῶν καὶ ὡς ἀνθρώπων τῆς ἐκκλησίας, ἀποβαίνουν ἐπιλήσμονες τοῦ ὅρκου τους.

Σὲ μία τέτοια περίπτωση, φαίνεται νὰ ἐνεργεῖ τὸ μιαρὸ ἔργο του, ὁ Ἀντίχριστος, καὶ διὰ τῆς Ἐκκλησίας.

 

Ἰωάννης Κορναράκης

Ὁμότιμος Καθηγητὴς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΔΙΑ ΤΟ ΠΑΠΙΚΟΝ ΠΡΩΤΕΙΟΝ ΚΑΙ Η ΠΑΠΙΚΗ ΔΙΓΛΩΣΣΙΑ

Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Δ. Μεταλληνός,
Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

ΤΟ ΠΑΠΙΚΟ “πρωτείον δικαιοδοσίας” (JURISDICTIONIS) μένει κύρια και μόνιμη έκφραση της παπικής αλλοτριώσεως, αλλά και η ανίατη, ως φαίνεται, νόσος της Λατινικής Εκκλησίας. Αυτή ήταν η συνείδηση των Βυζαντινών Ορθοδόξων, που προσέκρουαν καθ όλη την διάρκεια των ενωτικών διαλόγων (11ος–15ος αι.) στην παπική εμμονή στο πρωτείον εξουσίας και την συνεχή απαίτηση των Παπών δια την επιβολή του στους Ανατολικούς. Είναι δε γεγονός, ότι τα περί Πάπα δόγματα (πρωτείον, αλάθητον, ο Πάπας VICARIUS –αντιπρόσωπος– του Χριστού κ.λπ.) ήταν και είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο στην επιτυχή έκβαση των σημερινών διαλόγων, όπως και κατά την “βυζαντινή” περίοδο. Πρέπει δε να υπογραμμισθή, ότι από τον δυτικό μεσαίωνα και κυρίως από την Α´ Βατικανή Σύνοδο (1869-70), με την δογματοποίηση του αλαθήτου, πρωτείο και αλάθητο συμπορεύονται ως η πεμπτουσία του Παπισμού.....


Στον διεξαγόμενο διάλογο δίνεται η εντύπωση, ότι το βάρος πίπτει στο πρωτείον, και μάλιστα κατά την πρώτη χιλιετία (ταυτίζονται όμως πρωτείο και “πρεσβεία τιμής”;), είναι δε απολύτως βέβαιο, ότι μία τυχόν κοινά αποδεκτή διατύπωση (FORMULA) θα οδηγήσει αναπότρεπτα στην αποδοχή του παπικού πρωτείου και στην μεταγενέστερη εκδοχή του. Αυτός είναι ο στόχος του Παπισμού και των ιδικών μας δυτικοφρόνων. Και δια μεν το “παπικό πρωτείο” έχουν γραφή πολλά εκατέρωθεν.


Για την ορθόδοξη τοποθέτηση στο πρόβλημα αρκεί να μελετήσουμε τον ογκώδη τόμο “Εκκλησιολογία” (Αθήναι 1973) του μακαρίτου διδασκάλου μας Ιω. Καρμίρη. Δια το “παπικόν αλάθητον” όμως, που είναι η συμπλήρωση του πρωτείου και θα αποτελέσει κατ αδήριτη νομοτέλεια το επόμενο βήμα του διαλόγου ελάχιστα λέγονται. Αν δεν γίνει μετά την αναγνώριση του πρωτείου αυτομάτως και η αποδοχή του αλαθήτου, διότι, όπως θα δούμε ο παπικός θεσμός είναι αδιανόητος χωρίς την άμεση διασύνδεση πρωτείου και αλαθήτου.


Τι είναι δε ως δόγμα πίστεως το αλάθητον; Κατά την “Εγκύκλιον της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου κατά των λατινικών καινοτομιών” (1838) πρόκειται για θεοποίηση του Πάπα (“ο παρ αυτών –δηλαδή των Λατίνων– θεοποιούμενος πάπας”). Κατά τον όσιο π. Ιουστίνο Πόποβιτς “το δόγμα περί του αλαθήτου του Πάπα… δεν είναι άλλο παρά η αναγέννησις της ειδωλολατρίας και του πολυθεϊσμού”. Ο καθηγητής δε Ιω. Καρμίρης, δεχόμενος την άμεση σύνδεση πρωτείου και αλαθήτου, παρατηρεί: “Τα συγκροτούντα τον παπικόν θεσμόν δύο δόγματα του πρωτείου και του αλαθήτου είναι απαράδεκτα υπό της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας” (όπ.π.σ. 621). Τα δύο δε αυτά παπικά δόγματα είναι “το κυριώτερον αίτιον της θλιβεράς διαιρέσεως της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας” (σ. 645).


Εξ άλλου, το παπικόν πρωτείον είναι η πηγή όλων των άλλων καινοτομιών της Λατινικής Εκκλησίας. Η ανύψωση δε του Πάπα υπέρ των Οικουμενικών Συνόδων μένει, όπως θα δούμε, μέχρι σήμερα αμετακίνητη. Ο “Λεβιάθαν”, συνεπώς, που καταβροχθίζει την έννοια της Εκκλησίας, είναι ο παπικός θεσμός. Η μεγαλύτερη αυταπάτη των Ορθοδόξων συνομιλητών είναι η επιδίωξη επανερμηνείας του πρωτείου, το οποίο, όπως και αν χαρακτηρισθή, θα παραμένει πρωτείο αντιεκκλησιαστικό και πατερικά απαράδεκτο, ως απ αρχής φορτισμένο με την πολιτική-κοσμική σημασία του. Η προσχηματική, μάλιστα, πρόταση Παπικών και Οικουμενιστών να γίνει δεκτό το παπικό πρωτείον ως “πρωτείον διακονίας”, αποδεικνύεται απατηλό πυροτέχνημα. Διότι η μεγαλύτερη έκφραση ειλικρινείας, φιλαληθείας καί διακονίας θα ήταν η επίσημη άρνηση εκ μέρους του Παπισμού όλων των παπικών καινοτομιών, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκονται τα ειδικά περί Πάπα δόγματα. Είναι, άλλωστε, ιστορικά γνωστό, ότι ο Παπισμός μετέρχεται πολλά τεχνάσματα, δια να γίνονται δεκτές οι θέσεις του.


Στην Σύνοδο της Φλωρεντίας (1439) λ.χ. έγινε δεκτό το πρωτείο του Ρώμης, “ως περιέχεται εν ταις πράξεσι των οικουμενικών συνόδων και τοις ιεροίς κανόσι”. Αυτή ήταν η διατύπωση των Ανατολικών, για να αποφευχθή η αποδοχή του παπικού πρωτείου κατά την δυτική εκδοχή του. Τότε όμως αναδύθηκε η παπική πονηρία και απάτη. Και ιδού πως:


Ο ΣΤ´ κανόνας της Α´ Οικουμενικής αρχίζει με την φράση: “Τα αρχαία έθη κρατείτω”. Στην λατινική–παπική μετάφραση όμως προτάχθηκε η φράση: “ROMANA ECCLESIA SEMPER PRIMATUM HABUIT” (η ρωμαϊκή εκκλησία είχε πάντα το πρωτείο), ώστε να θεωρηθή και το πρωτείο “αρχαίον έθος” της Εκκλησίας. Τα “πρεσβεία τιμής”, που δέχονταν οι Ανατολικοί, όταν ο Πάπας είναι “εν τη Εκκλησία”, προβάλλονταν από τους Δυτικούς ως παπικόν πρωτείον (δικαιοδοσίας).


Παρόμοιο τέχνασμα αποδεικνύεται σήμερα το και από την ορθόδοξη πλευρά, δυστυχώς, προβαλλόμενο “πρωτείον διακονίας”, διότι μπορεί μεν να νοηθή ευαγγελικώς και ορθοδόξως (πρβλ. Μάρκ. 10,44). Το πρόβλημα όμως είναι, πως νοείται παπικώς. Την απάντηση δίδει η ισχύουσα σήμερα ογκώδης παπική Κατήχησις. Το βιβλίο δε αυτό, που συντάχθηκε με την απόφαση της Β´ Βατικανής Συνόδου (1962-65) από Επιτροπή, την προεδρία της οποίας είχε ο σημερινός Πάπας ως Καρδινάλιος Γιόσεφ Ράτσιγκερ, είναι η επίσημη φωνή της Λατινικής Εκκλησίας, που προβάλλει την Πίστη και το ήθος της σ όλο το πλήρωμά της θεολογικά, αλλά και εκλαϊκευτικά, το προσφέρει δεν ως πρόταση σωτηρίας στους προτιθεμένους να εισέλθουν στους κόλπους της. Τι λέγει όμως για τα παπικά αυτά δόγματα η “Κατήχησις της Καθολικής Εκκλησίας (Βατικανό- Κάκτος 1996); Παραθέτουμε μερικές παραγράφους, που ανήκουν στην “Παράγραφο” (=Κεφάλαιον) 4, με τίτλο “Οι πιστοί του Χριστού– Ιεραρχία, Λαϊκοί, αφιερωμένη ζωή” :


Ο Σύλλογος των Επισκόπων και ο Αρχηγός του, ο Πάπας
880. Ο Χριστός “συγκρότησε τους δώδεκα (Αποστόλους) υπό μορφή Συλλόγου, δηλαδή σταθερού σώματος, επικεφαλής, του οποίου τοποθέτησε τον Πέτρο, που τον διάλεξε ανάμεσά τους”[2]. “Όπως ο Άγιος Πέτρος και οι άλλοι Απόστολοι, σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου, αποτελούν ένα και μόνο αποστολικό σύλλογο, έτσι και ο επίσκοπος Ρώμης, διάδοχος του Πέτρου, και οι επίσκοποι, διάδοχοι των Αποστόλων, σχηματίζουν μεταξύ τους ένα σύνολο”[3].


881. Ο Κύριος μόνο τον Σίμωνα, στον οποίο έδωσε το όνομα Πέτρος, τον έκανε την πέτρα της Εκκλησίας Του. Σ' αυτόν εμπιστεύθηκε τα κλειδιά[4], τον όρισε ποιμένα όλου του ποιμνίου[1]. “Αλλά αυτό το αξίωμα να δένει και να λύνει, που δόθηκε στον Πέτρο, δόθηκε επίσης, χωρίς καμιά αμφιβολία, στο σύλλογο των Αποστόλων, ενωμένων με τον αρχηγό τους”[2]. Το ποιμαντικό αυτό καθήκον του Πέτρου και των άλλων Αποστόλων ανήκει στα θεμέλια της εκκλησίας και συνεχίζεται από τους επισκόπους κάτω από το πρωτείο του Πάπα.


882. Ο Πάπας, επίσκοπος Ρώμης και διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου, “είναι η αιώνια και ορατή αρχή και θεμέλιο της ενότητας, που συνδέει τόσο τους επισκόπους μεταξύ τους όσο και το πλήθος των πιστών”[3]. “Πραγματικά, ο επίσκοπος Ρώμης, με το αξίωμά του ως αντιπρόσωπος του Χριστού και ως ποιμένας όλης της Εκκλησίας, έχει πλήρη, υπέρτατη και παγκόσμια εξουσία μέσα στην Εκκλησία, την οποία μπορεί πάντοτε ελεύθερα να ασκεί”.


883. “Ο σύλλογος η το σώμα των επισκόπων δεν έχει εξουσία, αν δεν βρίσκεται σε κοινωνία με τον επίσκοπο Ρώμης, ως αρχηγό του”. Ο ίδιος αυτός σύλλογος “είναι επίσης φορέας της υπέρτατης και πλήρους εξουσίας μέσα στην παγκόσμια Εκκλησία, την οποία όμως δεν μπορεί να ασκεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του επισκόπου Ρώμης”[5].


884. “Ο σύλλογος των επισκόπων ασκεί την εξουσία πάνω σε όλη την Εκκλησία με επίσημο τρόπο στην Οικουμενική Σύνοδο”[6]. “Δεν μπορεί να υπάρξει Οικουμενική Σύνοδος αν δεν επικυρωθεί, η τουλάχιστον αν δεν γίνει δεκτή, από το διάδοχο του Πέτρου”[7].


885. “Ο σύλλογος αυτός, με την πολλαπλή του σύνθεση, εκφράζει την ποικιλία και την παγκοσμιότητα του λαού του Θεού, και, με τη συνάθροισή του κάτω από έναν αρχηγό, εκφράζει την ενότητατού ποιμνίου του Χριστού”[8](…).


890. (…) Το ποιμαντικό καθήκον του Διδακτικού Σώματος έγκειται στην επαγρύπνηση, ώστε ο Λαός του Θεού να παραμένει στην αλήθεια, η οποία ελευθερώνει. Για να εκπληρώνουν αυτή την υπηρεσία, οι ποιμένες της Εκκλησίας προικίσθηκαν από τον Χριστό με το χάρισμα του αλάθητου σε θέματα πίστεως και ηθών. Η άσκηση αυτού του χαρίσματος μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους.


891. “Αυτό το αλάθητο έχει ο επίσκοπος Ρώμης, κεφαλή του συλλόγου των επισκόπων, χάρη στο αξίωμά του, όταν, σαν πρώτος ποιμένας μαζί με το διάδοχο του Πέτρου, ασκούν το ύψιστο διδακτικό τους αξίωμα”, προπάντων στην Οικουμενική Συνοδό[2]. Όταν, με το υπέρτατο Διδακτικό της Σώμα, η Εκκλησία προτείνει μία αλήθεια “να την πιστεύσουμε ως αποκαλυμμένη από τον Θεό”[3] και σαν διδασκαλία του Χριστού, “οφείλουμε να παραδεχθούμε μέσα στην υπακοή της πίστεως αυτούς τους ορισμούς”[4]. Το αλάθητο αυτό επεκτείνεται στις ίδιες διαστάσεις, όπου επεκτείνεται και η παρακαταθήκη της θεϊκής Αποκαλύψεως[3].


892. Η θεϊκή συμπαράσταση προσφέρεται επίσης στους διαδόχους των Αποστόλων, όταν διδάσκουν ενωμένοι με το διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, και με ιδιαίτερο τρόπο προσφέρεται στον επίσκοπο Ρώμης, ποίμενα όλης της Εκκλησίας (…).


895. “Η εξουσία αυτή, που την ασκούν προσωπικά στο όνομα του Χριστού, είναι δική τους, τακτική και άμεση, έστω και αν η άσκησή της ρυθμίζεται τελικά από την ανώτατη εξουσία της Εκκλησίας”6. Αλλά δεν πρέπει να θεωρούνται οι επίσκοποι ως αντιπρόσωποι του Πάπα, του οποίου η τακτική και άμεση εξουσία σε όλη την Εκκλησία δεν εκμηδενίζει, αλλ αντίθετα επιβεβαιώνει και προστατεύει την εξουσία των επισκόπων. Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται σε κοινωνία με όλη την Εκκλησία υπό την καθοδήγηση του Πάπα”.



Καταγράφουμε τις βασικότερες επισημάνσεις μας:

1. Το πρωτείον του Πάπα εξακολουθεί να στηρίζεται στον Άγιο Πέτρο.
2. Θεμέλιο της ενότητας «αιώνιο και ορατό» είναι ο Πάπας.
3. Ο Πάπας μένει «αντιπρόσωπος του Χριστού» και ποιμένας ΟΛΗΣ της Εκκλησίας, με «υπέρτατη και παγκόσμια εξουσία» (Episcopus Universalis).
4. Ο Πάπας υπέρκειται των Οικουμενικών Συνόδων.
5. Ο Πάπας έχει –κατ εξοχήν– το αλάθητον ως «κεφαλή» όλων των Επισκόπων και «πρώτος ποιμένας» της Εκκλησίας.
6. Όλα τελούνται (από τους Επισκόπους) «υπό την καθοδήγηση του Πάπα».
Είναι κατάδηλος ο παποκεντρισμός, θα μπορούσε –ίσως– να δικαιολογηθή στον δυτικό μεσαίωνα, αλλ όχι και σήμερα.


Παρ όλα αυτά οι ημέτεροι φιλοπαπικοί εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τον Παπισμό “πλήρη Εκκλησία”. Αλλά “πλήρης” και “καθολική” Εκκλησία είναι μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και Πατέρων. Ίσως όμως θεωρούμε και τον Παπισμό, όπως και σήμερα είναι, “πλήρη Εκκλησία”, διότι δεν τον συγκρίνουμε με τους Αγίους μας, αλλά με τους αθλίους εαυτούς μας…

Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, «Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς καὶ ὁ ὁραματισμὸς του γιὰ τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος»

«Ὁ Πατροκοσμᾶς1 εἶναι ἀπό τις γνωστότερες ἐκκλησιαστικές μορφές τῶν προεπαναστατικῶν χρόνων, ἀκόμη καί στό χῶρο τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας2, μολονότι ἡ δράση καί προσφορά του δέν ἀνήκουν κυρίως στόν χῶρο τῆς ἐπιστήμης. Αὐτό ἔχει μέ ἔμφαση ὑπογραμμίσει ὁ καθηγητής Gerhard Podskalsky, πού συμπεριέλαβε και τόν Πατροκοσμᾶ σέ καθαρά ἐπιστημονικό ἔργο του, ὡς μοναδική ἐξαίρεση.

Ἀρκοῦν δέ πρός διακρίβωση τῆς σημασίας του γιά το ὑπόδουλο Γένος, ὅσα ἐγκωμιαστικά λέγει γι’ αὐτόν ὁ ἴδιος ὁ γερμανός ἐρευνητής: «Ἐξαιρετικά δημοφιλής ἱεραπόστολος καί ἐθνοδιδάσκαλος». Χαρακτηριστικό παράδειγμα λαϊκοῦ ἱεροκήρυκα, πού «διέθετε μιά θρησκευτική εὐσέβεια ξένη πρός τήν ἀκαδημαϊκή θεολογία»--«Τά κηρύγματά του συγκλόνισαν τό Λαό τόσο ἀπό ἐθνική, ὅσο καί ἀπό θρησκευτική ἄποψη»--γι’ αὐτό ἐθεωροῦντο «ἀπό κοινωνικοπολιτική ἄποψη ἀνατρεπτικά»3. Καί εἶναι γεγονός, ὅτι στό στόμα τοῦ Λαοῦ καί τῶν Τραγουδιῶν του σώθηκε ὁ ἀπόηχος τῶν κηρυγμάτων αὐτοῦ τοῦ μεγάλου διδάχου τοῦ Γένους.

Συγκρίσεις ἐποχῶν

1. Ἡ περίοδος, στήν ὁποία ζοῦμε, ἒχει μεταβατικό χαρακτήρα, διότι μᾶς εἰσήγαγε στή λεγομένη ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ, πού προσδιορίζεται στρατιωτικοπολιτικά ἀπό τη ΝΕΑ ΤΑΞΗ πραγμάτων. Ἀνάλογο ὅμως χαρακτήρα εἶχε καί ἡ ἐποχή τοῦ Πατροκοσμᾶ, καθώς ὁ κόσμος βίωνε ἀνακατατάξεις, πνευματικές καί πολιτικοκοινωνικές, πού ὁδήγησαν τελικά στήν ἔκρηξη τῆς Μεγάλης Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1789, ἤ γιά μᾶς τῆς Μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Καί τότε καί σήμερα παρατηρεῖται πραγματική ἢ τεχνητὴ κρίση ταυτότητας. Αὐτό ὅμως συνέβαινε –καί συμβαίνει- ὄχι στην πλατειά λαϊκή βάση, ἀλλά κυρίως στόν χῶρο τῆς πολιτικῆς καί τῆς λογιοσύνης.

Ὁ διαφωτισμός τότε, ἡ μετανεωτερικότητα σήμερα, συνδέονται μέ μιά μετακενωτική κίνηση, πού σημαίνει μονοδρομική μεταφορά αὐτούσιων κατά κανόνα δομῶν τῶν δυτικῶν κοινωνιῶν στήν «καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολήν», μέ παράλληλη ὑποτίμηση τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητας καί τῶν συστατικῶν της. Και τότε μέν τονιζόταν ἰδιαίτερα ἡ ἑλληνικότητα ὡς στροφή στην ἀρχαιότητα, (ὅπως τήν ἀντιλαμβάνονταν οἱ τότε ἀρχαιολάτρες), με παράλληλη ὑποτίμηση ἤ καί περιφρόνηση τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Βυζαντίου. Σήμερα ὅμως, ὅπως ἀπεδείχθη ἀπό τό «πρόβλημα τῶν ταυτοτήτων», ὑποτιμᾶται καί αὐτή ἡ ἑλληνικότητα γιά χάρη μιᾶς σχεδιαζόμενης μεταστάσεως σέ μιάν ἄλλη («νέα») ταυτότητα, ἐπιβαλλόμενη ἀπό τήν ἔνταξή μας στην Ἑνωμένη Εὐρώπη καί τήν εἴσοδό μας στή Νέα Ἐποχή. Τότε ἐπιδιωκόταν ὁ ἐξευρωπαϊσμός μας με τήν περιθωριοποίηση τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ἁγίων μας σήμερα ὁ ἴδιος σκοπός συνδέεται μέ την ἀποσύνδεσή μας καί ἀπό αὐτή την ἐθνικότητά μας. Καί στίς δύο περιπτώσεις ὁ λόγος εἶναι γιά ἐκσυγχρονισμό καί ἀνανέωση, πού συγκαλύπτουν τίς ἀθέμιτες ἐξαρτήσεις τῆς ἐθνικῆς μας πολιτικῆς.

Ἡ ἀνάστασις τοῦ Γένους

2. Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς φλεγόταν ἀπό τόν ἱερό πόθο, ἀλλά καί την χαρισματική βεβαιότητα γιά την ἀνάσταση τοῦ Γένους, συνδεδεμένη ὄχι μέ μιά μικρή καί ἐθνικιστικά, δηλαδή φυλετικά, νοούμενη πατρίδα, ἀλλά μέ τήν Ρωμαίικη-ἑλληνορθόδοξη Οἰκουμένη στην παλαιά εὔκλειά της. Συζητοῦσε με τό Λαό γιά τό «πότε θά ἔρθει το ποθούμενο», μιλώντας -ὅπως οἱ Κολλυβάδες, ὁ Ρήγας καί οἱ Φαναριῶτες- γιά τό ρωμαίικο: «Αὐτό μια μέρα θά γίνει ρωμαίικο», ἐπανελάμβανε. Καί αὐτά σέ περίοδο, πού εἶχαν ἐνταθεῖ οἱ ἐξισλαμισμοί.

Ἡ ἀνάσταση τοῦ Γένους προσανατολιζόταν στήν Πόλη καί τήν αὐτοκρατορία τῆς Νέας Ρώμης, τῆς Πόλης τῶν ὀνείρων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τήν ἀποκατάσταση τοῦ Γένους προσδοκᾶ καί στίς «Προφητεῖες» του, προσπαθώντας νά κινητοποιήσει τόν πόθο τῆς παλιγγενεσίας, ἀναθερμαίνοντας την «ἀποσταμένη ἐλπίδα». Καί ὁ Λαός καταξίωνε τά κηρύγματά του, ἐντάσσοντάς το στό τραγούδι του: «Βοήθα μας Ἅη-Γιώργη / καί σύ Ἅγιε Κοσμᾶ / νά πάρουμε τήν Πόλη / καί τήν ἁγιά-Σοφιά». Ὄχι μόνο τήν Ἀθήνα!

Ἡ ἀνάσταση τῆς Ἑλληνορθόδοξης Ρωμανίας (Βυζαντίου) ἦταν τότε ἡ κυριαρχοῦσα στά εὐρύτερα στρώματα τοῦ Λαοῦ ἰδεολογία. Ὑπῆρχαν μυστικοί πόθοι τοῦ Γένους. Ἡ λαϊκή ποίηση ὑποσχόταν (στήν Παναγία), ἢδη μετά την Ἅλωση: «Πάλι μέ χρόνους μέ καιρούς, πάλι δικά Σου θάναι». (Ὅταν τά ἒχει ἡ Παναγία, εἶναι καί δικά ΜΑΣ, ἐνῶ, ὅπως στήν ἐποχή μας, τό ἀντίστροφο δέν εἶναι βέβαιο...).Συνήθεις σ’ ὅλη τήν διάρκεια τῆς δουλείας ἦσαν οἱ ἐκφράσεις «πότε θά γίνει ρωμαίικο», «ὅταν θά γίνεται Ρωμανία» (ποντιακό).

Ὁ Πατροκοσμᾶς, μαζί μέ τους Νεομάρτυρες -ἱερομάρτυρας και αὐτός- ἀνανέωνε τήν αὐτοπεποίθηση, τό αὐτοσυναίσθημα τῶν Ραγιάδων, τονώνοντας μέ τό κήρυγμά του γιά «τό ρωμαίικο» καί την ἐθνική συνείδηση. Καί ὡς μόνο μέσο γι’ αὐτή τήν ἐνδυνάμωση τῆς συλλογικῆς συνειδήσεως θεωροῦσε τήν ἐμμονή στήν πίστη: «Το κορμί σας ἄς τό καύσουν΄ ἄς το τηγανίσουν΄ τά πράγματά σας ἄς τά πάρουν, μή σᾶς μέλλει. Δώσατέ τα. Δέν εἶναι δικά σας. Ψυχή και Χριστός σᾶς χρειάζονται. Αὐτά τά δύο ὅλος ὁ κόσμος νά πέση δεν ἠμπορεῖ νά σᾶς τά πάρη, ἐκτός και τά δώσετε μέ τό θέλημά σας. Αὐτά τά δύο νά τά φυλάττετε, νά μή τά χάσετε».

Νά μή τρέχουν εἰς Αὐλάς

3. Αὐτός «ὁ λιανός καί κοντός καί τυλιγμένος μέσα στό ράσο του»4 λαϊκός ἱεροκήρυκας σαγήνευε τούς ἀκροατές του, γιατί ἦταν γνήσια ἔκφραση τῆς Ὀρθοδοξίας. Τήν ὁδό τῶν Ἁγίων μας ἀκολούθησε καί ὁ Πατροκοσμᾶς, ἐντασσόμενος στήν πορεία τῆς «καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ και τῆς θεώσεως». Ἔγινε δόκιμος ἁγιορείτης ἀσκητής: «Ἐπῆγα εἰς τό Ἅγιον Ὄρος καί ἔκλαιγα διά τές ἁμαρτίες μου», σημειώνει. Ἔτσι ἔθεσε τά θεμέλια τῆς ἱεραποστολικῆς δράσεώς του. Ἱεραποστολή χωρίς πνευματικές-ἀσκητικές προϋποθέσεις δέν μπορεῖ να ὑπάρξει στήν Ὀρθοδοξία.Ὅταν ἡ ἱεραποστολική δραστηριότητα θεμελιωθεῖ ἁπλῶς στήν ἀτομική ἠθική καί τήν ἀκαδημαϊκή γνώση, τότε εἰσάγεται ὁ δυτικός ἀκτιβισμός στήν πράξη μας. Ὁ Πατροκοσμᾶς ἀνῆκε στήν παράταξη τῶν κολλυβάδων, καί ὑπάρχουν ἀποδείξεις γι’ αὐτό.Ἡ ἡσυχαστική δέ ἐμπειρία του ἦταν προϋπόθεση τῆς θεολογίας του. Εἶναι πατερικός κατά πάντα, καί αὐτό προέρχεται ἀπό τίς κοινές μέ τούς Πατέρες ἐμπειρίες του. Τό προορατικό χάρισμα καί τό μαρτύριό του, μέ ὅλα τά θαυμαστά στοιχεῖα, πού συνδέονται μέ αὐτό, εἶναι ἐπιβεβαίωση τῆς ἐνοικήσεως μέσα του τῆς ἁγιοτριαδικῆς Χάριτος, πού τόν καταξίωσε σέ προφήτη τοῦ Λαοῦ Του. Ἡ θυσιαστική ἀγάπη του γιά το Γένος καί ἡ ἐπιλογή τῆς ἱεραποστολικῆς δράσης ἦταν καρπός τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματός του. Και αὐτό συνιστοῦσε καί στούς διαθέτοντες, λόγῳ τῆς σπουδῆς τους, τά κατάλληλα προσόντα: «Χρέος ἔχουν ἐκεῖνοι, ὁποῦ σπουδάζουν, νά μή τρέχουν εἰς ἀρχοντικά και αὐλάς μεγάλων (νά μή γίνωνται δηλαδή αὐλοκόλακες) καί νά ματαιώνωσι (=χαραμίζουν) τήν σπουδή τους, διά νά ἀποκτήσουν πλοῦτον καί ἀξίωμα, ἀλλά νά διδάσκωσι μάλιστα τόν κοινόν Λαόν, ὅπου ζῶσι μέ πολλήν ἀπαιδευσίαν και βαρβαρότητα...»5.

«Οἱ πίστες τοῦ διαβόλου»

4. Ὁ πόθος τοῦ Πατροκοσμᾶ για τήν κοινή τοῦ Ἔθνους ἀνάσταση συνδέθηκε μέ τήν ἐπιλογή τῶν κατάλληλων γιά τήν πραγμάτωση τοῦ στόχου αὐτοῦ μέσων. Και αὐτά ἦταν: Ἡ ἀναθέρμανση στο ἀδυνατισμένο συνειδησιακά, λόγῳ τῆς δουλείας, Ἔθνος τῆς ἀληθινῆς Πίστεως, τῆς Ὀρθοδοξίας: «Ἔμαθα –λέγει- πώς μέ τή χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ και Θεοῦ δέν εἴσθενε Ἕλληνες (δηλαδή εἰδωλολάτρες), δέν εἶσθε ἀσεβεῖς αἱρετικοί, ἄθεοι, ἀλλ’ εἴσθενε εὐσεβεῖς ὀρθόδοξοι χριστιανοί... τέκνα καί θυγατέρες τοῦ Χριστοῦ μας...»6. Αὐτά σημαίνουν: Ὁδηγεῖ ὄχι ἀόριστα σέ Θεό, ἀφοῦ καί οἱ Μασόνοι γιά Θεό μιλοῦν, ἀλλά στόν μόνο ἀληθινό Θεό, τον ἱστορικό Ἰησοῦ Χριστό, τήν μόνη φανέρωση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στόν κόσμο (πρβλ. Ἰωάν. 17, 6). Ζητεῖ τήν ἀποσύνδεση τοῦ Ἔθνους ἀπό κάθε ἴχνος εἰδωλολατρίας (νεοπαγανισμοῦ) καί αἱρέσεως, πού εἶναι ἐκφράσεις ἀσεβείας καί βλασφημίας πρός τόν Θεό. «Ὅλες οἱ πίστες –θρησκευτικές δηλαδή διδασκαλίες- εἶναι, λέγει, ψεύτικες, κάλπικες, ὅλες τοῦ διαβόλου». Αὐτό σημαίνει: Καί ὁ ἀλλοτριωμένος φράγκικος χριστιανισμός και ὅλες οἱ «θρησκεῖες», πού διαπορθμεύονται στή Χώρα μας ἀπό τήν ἄθεη καί αἱρετική Δύση. «Μόνον ἡ πίστις τῶν εὐσεβῶν και Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν -τῶν Ἁγίων δηλαδή- εἶναι καλή και ἁγία». Ἕλληνας ἔξω ἀπό την Ὀρθοδοξία κατ’ αὐτόν δέν εἶναι δυνατόν νά νοηθεῖ. «Ἐμεῖς οἱ εὐσεβεῖς καί Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί (μόνον) τήν Ἁγίαν Τριάδα πιστεύομεν, δοξάζομεν καί προσκυνοῦμεν. Αὐτή εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός καί ἔξω ἀπό τήν Παναγίαν Τριάδα ὅσοι λέγονται θεοί εἶναι δαίμονες...»7. Αὐτό εἶναι τό νόημα τῶν λόγων του.

Τό κήρυγμά του εἶναι Τριαδοκεντρικό, ἀλλά καί Χριστοκεντρικό.Ὁ Χριστός γιά τόν Πατροκοσμᾶ εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά καί «ὁ γλυκύτατος αὐθέντης καί δεσπότης». Καταλαβαίνουμε τήν αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ λόγου σέ ἕνα λαό, πού εἶχε ἢδη μέσα στήν παρατεινόμενη δουλεία του νά ὀνομάζει «αὐθέντη» τόν τύραννο Σουλτάνο καί «δεσπότη» τόν ἐπίσκοπό του. Καί αὐτό συνεχίζεται, στήν παρατεινόμενη δουλεία μας μέχρι σήμερα. Τό κήρυγμά του ὅμως δεν ἦταν μιά ἄχρωμη ἠθικολογία, ἀλλά Θεολογία, πού προβαλλόταν ὡς τό ὀντολογικό θεμέλιο τοῦ Ὀρθοδόξου ἤθους. Διότι ἀπό τήν ὀρθόδοξη πίστη, μετουσιωμένη σέ φρόνημα, πηγάζει τό ὀρθόδοξο ἦθος, ὁ ὀρθόδοξος τρόπος ὑπάρξεως. Ἤ ἑνωνόμεθα ἤ χανόμεθα 5. Τό ἀναγεννητικό ἔργο τοῦ Ἁγίου μας ἀπέβλεπε στήν ἀνάσταση καί τῆς ρωμαίικης κοινωνίας, ἀφοῦ μάλιστα εἶχε συνειδητοποιήσει, ὅτι «γινήκαμε χειρότεροι ἀπό τά θηρία». Ὡς γνήσιος ἁγιορείτης, ἐνεφορεῖτο ἀπό τό κοινοβιακό - κοινοτικό ἰδεῶδες τῆς πατερικῆς παράδοσης, μέ κύριο φορέα και ἐκφραστή του τόν Μ. Βασίλειο. Ὁ Ἅγιος Πατέρας ἢθελε τήν ἐνορία ὡς ἀδελφότητα, μέ κοινοβιακή - κοινοτική συγκρότηση καί συλλογικότητα.Ἤξερε, ἂλλωστε, ὅτι στήν κοινότητα-ἐνορία σώθηκε το ὑπόδουλο Γένος. Κατά μία μαρτυρία τοῦ ἑνετοῦ Προβλεπτῆ τῆς Λευκάδας, ὁ Γέροντας προέτρεπε τούς κατοίκους τῆς Πρέβεζας να μή ἐκκλησιάζονται στίς ἐνορίες ἐκεῖνες, πού δέν εἶχαν ἐνσωματωθεῖ σέ ἀδελφότητα. Τό μήνυμα τῆς ἐνέργειάς του: ἤ ἑνωνόμαστε ἤ χανόμαστε. Καί αὐτό ἰσχύει και σήμερα! Ὅριζε, μάλιστα ἐκλογή τῶν ὑπευθύνων μέ βάση ὀρθόδοξη («μέ τή γνώμη ὅλων τῶν χριστιανῶν») . Γιά τήν ὀρθή ὅμως λειτουργία τῆς προτεινόμενης ἀπό αὐτόν κοινωνίας κήρυττε τήν κατά Χριστόν ἰσότητα τῶν δικαιωμάτων ἀνδρῶν καί γυναικῶν, τή μόρφωση τῆς γυναίκας, τήν ἱερότητα τοῦ γάμου, μέ βάση τή λειτουργική ἰδιαιτερότητα τῶν φύλων καί τη θέση τους στό κοινωνικό σῶμα, τήν Ἐκκλησία. Ἤθελε τόν ἄνδρα στήν οἰκογένεια «ὡσάν βασιλέα» καί τήν γυναῖκα «ὡσάν βεζύρη»8 (πρωθυπουργό δηλαδή), καί ἀπόδοση δικαιοσύνης ἀπέναντι σε ὅλους, καί τούς Ἑβραίους («...ὅσοι ἀδικήσατε χριστιανούς ἤ ἑβραίους»). Ἀποδεικνύει ἔτσι, ὅτι ἡ ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας, ὅταν λειτουργεῖ, δέν χρειάζεται ἀντιρατσιστικούς νόμους. Ὁ ρατσισμός, τόν ὁποῖο προσπαθοῦν σήμερα νά θεραπεύσουν, δεν ὐπῆρξε ποτέ ὑπόθεση τῆς πατερικῆς παραδόσεως, ἀλλά τῆς Εὐρώπης, στήν ὁποία ὑποδουλωθήκαμε.

Στήν κοινωνία πού αὐτός προέβαλλε, ζητοῦσε ἀλληλοσεβασμό ἀρχόντων καί ἀρχομένων, σεβασμό στούς ἱερεῖς παραπάνω ἀπό τούς βασιλεῖς καί τούς ἀγγέλους, ἀλλά καί στούς προεστούς και τούς γεροντοτέρους. Τίς ρωμαίικες, ἑλληνορθόδοξες ρίζες τῆς κοινωνικῆς του προτάσεως ἀποκαλύπτει ἡ θέση του γιά τούς προεστούς -τούς κοτσαμπάσηδες. «Ὅ,τι χρεία τύχη τῆς χώρας, τους προεστούς γυρεύουν καί σεῖς κοιμᾶστε ξέγνοιαστοι»9. Βλέπετε, οἱ Τοῦρκοι δέν εἶχαν τά γνωστά ἀπό τήν κατοχή ναζιστικά ἀντίποινα. Ἕνα «σαμποτάζ» τό πλήρωσαν ὅλα τά Καλάβρυτα! Οἱ Ὀθωμανοί ἀποκεφάλιζαν τό ἔθνος, κρεμώντας τόν Πατριάρχη καί τίς κορυφές τοῦ Γένους, ὣς τούς Προεστούς. Ἀκολουθώντας τόν Ἀπ. Παῦλο (Ρωμ. 13,1 κ.ἑπ.) συνιστᾶ στό λαό νομιμοφροσύνη, ἀλλ’ ὂχι δουλικότητα. «Νά πείθωνται (=να ὑπακούουν) εἰς τάς κατά Θεόν βασιλικάς προσταγάς»» (Πρβλ. Πράξ. 5,29), σέ ὅσα δηλαδή «δέν ἀντιστέκονται στό Εὐαγγέλιο». Ὅπως λέγει καί ὁ Μ. Βασίλειος σχετικά: «ἐν οἷς ἐντολή Θεοῦ μή ἐμποδίζηται» (PG 35,972/3).

Διαχρονική ὅμως σημασία ἒχει καί ἡ διάκριση, πού κάνει μεταξύ τῶν δύο θηρίων, τοῦ ἀνατολικοῦ καί τοῦ δυτικοῦ, πού μόνιμα συνιστοῦν τίς θανατηφόρες ἀπειλές τοῦ Γένους (Ἔθνους) μας: «Και διατί δέν ἔφερεν ὁ Θεός –λέγει- ἄλλον βασιλέα, πού ἦταν τόσα ρηγάτα ἐδῶ κοντά (τά δυτικά βασίλεια) νά τούς τό δώση (=τό βασίλειό μας), μόνον ἤφερε τον Τοῦρκον μέσαθε ἀπό τήν Κόκκινη Μηλιά καί τοῦ τό ἐχάρισε;» (Φοβερός λόγος, ἀλλά αὐτό ἔγινε, διότι «ἤξευρεν ὁ Θεός, πὼς τά ἄλλα ρηγάτα μᾶς βλάπτουν εἰς τήν πίστιν, καί (ἐνῶ) ὁ Τοῦρκος δέν μᾶς βλάπτει. Ἄσπρα (χρήματα) δῶσ’ του καί καβαλλίκευσέ τον ἀπό τό κεφάλι...»10. Δέν ἔδινε μόνο ἀπάντηση στούς ἑνωτικούς εὐρωπαΐζοντες κάθε ἐποχῆς, ἀλλά καί στους μεταπατερικούς Οἰκουμενιστές μας, πού ἐπιμένουν νά μή διακρίνουν τήν ἐγωπαθολογική τύφλωσή τους, ὅτι ὁ ἀληθινός κίνδυνος προέρχεται ἀπό τήν διαστροφή τῆς πίστεως καί λιγότερο ἀπό την ὁποιαδήποτε ἀθεΐα.Γι’ αὐτό δέν διστάζει νά ἀποκαλεῖ τόν πάπα (τόν παπικό θεσμό) ὡς ἀντίχριστο (Α΄ Ἰω. 2, 18) καί νά λέγει «τόν πάπαν νά καταρᾶσθε», προβλέποντας χαρισματικά τή θέση τοῦ Πάπα στο παγκόσμιο σήμερα σύστημα ἐξουσίας, ὡς «Πλανητάρχη Νο δύο»...

Ὁ Πατροκοσμᾶς, περαιτέρω, ἱεραρχεῖ τήν Πατρίδα στήν Ὀρθοδοξία, λέγοντας: «Ἡ πατρίδα μου ἡ ψεύτικη, ἡ γήινη καί ματαία εἶναι ἀπό τοῦ ἁγίου Ἄρτης τήν ἐπαρχίαν, ἀπό τό Ἀπόκουρον...». «Ἐμεῖς, Χριστιανοί μου, δέν ἔχομεν ἐδῶ πατρίδα»11 (πρβλ. Ἑβρ. 13,14). Ἡ προτεραιότητα δίνεται πάντα στήν Πίστη, τήν Ὀρθοδοξία, στήν ὁποία ὁ Πατροκοσμᾶς ἱεραρχεῖ τά πάντα. Προέβλεπε ὅτι ἡ νόσος τῆς ἐποχῆς μας θά εἶναι ἡ παντοειδής χρήση τῆς Ὀρθοδοξίας ἁπλά γιά τή στήριξη τῆς ἀπολυτοποιημένης «ἑλληνικότητας». Ὁ Πατροκοσμᾶς –θά τό πῶ γιά μια ἀκόμη φορά καί ἐδῶ, ἦταν πρῶτα Ὀρθόδοξος καί μετά Ἕλληνας. Ἡ ἀναντίρρητη φιλοπατρία του, ἱεραρχόταν στήν Ὀρθοδοξία του, χωρίς τήν ὁποία πεθαίνει ἡ Ἑλλάδα, πού μᾶς ἐκληροδότησαν οἱ Πατέρες μας.

Παιδεία καί γλῶσσα

6. Διέβλεπε ὅμως, ὅτι ἡ ἐπιδιωκόμενη ἀνάσταση καί ἀπελευθέρωση τοῦ Γένους ὄφειλε νά στηριχθεῖ στήν ἀνάπτυξη τῆς Παιδείας12. Θεωρεῖ ἔτσι «ἁμαρτία» νά μένουν «τά παιδιά ἀγράμματα καί τυφλά»· «Καλύτερα νά μένουν φτωχά καί γραμματισμένα παρά πλούσια καί ἀγράμματα». Τά ἀγράμματα παιδιά χαρακτηρίζει «γουρουνόπουλα», ἐλέγχοντας ἔτσι την ἀδιαφορία τῶν γονέων γιά τή μόρφωσή τους. Γνήσιος πατερικός και ἔξω ἀπό τόν σκοταδισμό εἶναι ὁ λόγος του. «Ἡ πίστις μας δεν ἐστερεώθη ἀπό ἀμαθεῖς Ἁγίους, ἀλλά ἀπό σοφούς καί πεπαιδευμένους...». Ἔχουμε ἐδῶ ἀπήχηση τῆς διακήρυξης τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: «οὔκουν ἀτιμαστέον τήν παίδευσιν, ὅτι οὕτω δοκεῖ τισίν» (Ἐπιτάφιος εἰς τόν Μ. Βασ. ΙΑ΄). Ἔβλεπε ὅμως τήν παιδεία πατερικά ὡς ἁγιοπνευματικό φωτισμό καί ὄχι ὡς εὐρωπαΐζοντα φωταδισμό, πού ἀφήνει ἀνέγγιχτη καί ἀκάθαρτη τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Τό σχολεῖο γιά τόν Πατροκοσμᾶ ἦταν ἐπέκταση τῆς Ἐκκλησίας, ναός τῆς θεοκεντρικῆς παιδείας. Γι’ αὐτό ἔλεγε ὅτι οἱ πολλές ἐκκλησιές δέν ὠφελοῦν τήν πίστη χωρίς καλλιέργεια τοῦ ἀνθρώπου. Μήπως, ἀλήθεια, και μεῖς, στήν εὐρωπαϊκή πλέον δουλεία μας, ἀντί νά ἀνεγείρουμε πολλούς καί πολυτελεῖς ναούς ἤ μοναστήρια-φρούρια, θά πρέπει να στρέφουμε τήν φροντίδα καί μέριμνά μας καί στήν ἀνέγερση καί τον ἐξοπλισμό σχολείων τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσής μας; Τό παιδευτικό ὅραμα, πού μᾶς κληροδότησε ὁ Ἅγιός μας, δέν εἶναι ὁ homo oeconomicus, capitalisticus και marxisticus, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας.

Μέ τό ὅραμα τῆς παιδείας συνδέεται ἀχώριστα καί ἡ κένωσή του στό θέμα τῆς γλώσσας. Ἡ γλωσσική καί ὑφολογική ἁπλότητά του δέν ὀφειλόταν, βέβαια, στήν ἀνεπάρκειά του.Ὁ ἴδιος κατεῖχε ὑψηλή παιδεία, παρέλαβε ὅμως τον γλωσσικό κώδικα τῆς ἐποχῆς του καί τόν συνταίριαξε μέ τή γλώσσα τοῦ Εὐαγγελίου καί τῆς Λατρείας, ἁπλοποιώντας τίς μορφές, ἀλλά διακρατώντας τόν γλωσσικό πλοῦτο τῆς παράδοσής μας. Ὁ «δημοτικισμός» ὅμως τοῦ Πατροκοσμᾶ δέν εἶναι καρπός ἰδεολογικῶν και κομματικῶν ἐμμονῶν, ἀλλά φυσικός καί ἀβίαστος. Δέν ἦταν οὔτε δημοτικιστής, οὔτε καθαρευουσιάνος, ὅπως ἐπιμένουμε νά εἴμαστε ἐμεῖς. Οἱ μορφές πάντα ἁπλουστεύονται στή μακραίωνη πορεία τοῦ Ἔθνους, ὁ γλωσσικός του ὅμως πλοῦτος μένει, ὁλόκληρος καί ζωντανός μέσα στή λατρεία μας. Ὁ Πατροκοσμᾶς δεν ἐβίασε τή γλώσσα, οὔτε κοραϊκά, οὔτε ψυχαρικά. Ἀπέφυγε κάθε ἀκρότητα, διότι σκοπός του ἦταν ἡ ὠφέλεια τῶν ἀκροατῶν του.Ὁ «δημοτικισμός» του ἦταν ἐθνικός. Γι᾽ αὐτό δίπλα στίς λαϊκές ἐκφράσεις παραθέτει αὐτούσια χωρία τῆς Γραφῆς καί τῆς Λατρείας. Ὅ,τι δέχεται ὁ Λαός καί καταλαβαίνει. Αὐτό ἐπιδιώκει, ὅταν ἀγωνίζεται γιά τήν ἐπικράτηση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καί στό χῶρο τοῦ σχολείου. Δέν πρόκειται για ἐθνικισμό καί φυλετισμό, ἀλλά για πρόταξη τῆς γλώσσας, στήν ὁποία σώζεται ὅλος ὁ ἑλληνορθόδοξος πολιτισμός μας.

Μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί Ἑλληνικότητος

7. Αὐτός ἧταν ὁ ὁραματισμός τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ γιά τό ἀναγεννώμενο Γένος/Ἔθνος. Ἕνα ὅραμα, πού ἐρείδεται στίς ἁγιοπατερικές πνευματικές προϋποθέσεις. Μέ τήν κατήχηση καί νουθεσία του ἀναπροσδιορίζει ὀρθόδοξα τήν ταυτότητα τοῦ Ὀρθοδόξου Ἑλληνισμοῦ, πού ἐκαλεῖτο καί πάλι νά συνεχίσει τήν πρωταγωνιστική ἀποστολή του στήν Ὀρθόδοξη Οἰκογένεια. Ὁραματιζόταν μιά ρωμαίικη κοινωνία «κατοικία τοῦ Θεοῦ, κατοικία τῶν ἀγγέλων», ὅπως καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ὅταν ἔλεγε: «Γῆν οὐρανώσωμεν, γῆν οὐρανόν ποιήσωμεν»! Μια ἀταξική ἀδελφοποιία στά ὅρια ἑνός ὑπαρκτοῦ χριστιανισμοῦ, ὅπως συμβαίνει στήν μοναστική ἀδελφότητα καί τήν προέκτασή της στόν κόσμο, τήν ὀρθοδοξοπατερικά δομημένη ἐνορία. Ἡ πολιτεία καί ἡ δράση του κινοῦνται μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί Ἑλληνικότητας. Εἶχε συνείδηση, ὅτι ὁ κόσμος ἐξελίσσεται καί ὅτι ὁ νέος κόσμος, πού εἰσαγόταν ἀπό τήν ἀλλοτριωμένη Δύση, ἀπειλοῦσε ἀκάθεκτα τόν κόσμο τῆς ὀρθόδοξης παράδοσής μας. Γι᾽ αὐτό εἶναι πάντα ἐπίκαιρος ὁ λόγος του, ἰδιαίτερα στή σύγχρονή μας ἑλληνική πραγματικότητα, πού ἀπό τό 1830 εἶναι μόνιμο θλιβερό προτεκτοράτο τῆς Εὐρώπης. Καί τό ἐρώτημα εἶναι: Τί μένει ἀπό τόν ὁραματισμό τοῦ Πατροκοσμᾶ σήμερα;

Αἱ προφητεῖαι του

Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ἒπραξε πατερικά τό καθῆκόν του  ἀπέναντί μας. Μᾶς περιέγραψε μέ πληρότητα τι εἶναι Ὀρθοδοξία καί πῶς ἐπιτυγχάνεται ἡ ἱστορική πραγμάτωσή της. Βλέποντας ὅμως τήν σημερινή τραγική κατάστασή μας, διαπιστώνουμε ὃτι οἱ Νεοέλληνες διαψεύσαμε τίς προσδοκίες τοῦ Πατροκοσμᾶ κυριολεκτικά. Αὐτό ὅμως τό διεῖδε καί ἐκεῖνος χαρισματικά στις «προφητεῖες» του: Μᾶς ἤθελε φύλακες καί ὁμολογητές τῆς ἀμωμήτου Πίστεώς μας, συνιστώντας να «ἔχουμε σταυρό στό μέτωπο, για νά μᾶς γνωρίζουν ὅτι εἴμεθα χριστιανοί»13, καί μεῖς καταντήσαμε: μασόνοι, μαρξιστές, ἄθεοι, παπόδουλοι, βλάσφημοι καί δαιμονολάτρες νεοπαγανιστές. Ἤθελε τον Κλῆρο μας ἡγέτη τοῦ Ἔθνους στήν ὀρθόδοξη μαρτυρία καί ὁμολογία. Καί ὅμως αὐτός προεῖδε ὅτι οἱ κληρικοί θά γίνουν «οἱ χειρότεροι καί οἱ ἀσεβέστεροι τῶν ὅλων»14 Καί κάτι φοβερότερο: Εἶπε ὅτι «οἱ παπάδες θά χαλάσουν τήν θρησκεία»! Ἀρκεῖ νά φέρουμε στό νοῦ μας τήν ὑποδούλωσή μας στον βλάσφημο Οἰκουμενισμό καί την ἀντίχριστη κίνηση τῆς Πανθρησκείας. Προβλέποντας τήν στρεβλή πορεία τῆς παιδείας μας θά πεῖ, ὅτι «Τό κακό θά ἔρθῃ ἀπό τούς διαβασμένους»16, ἐννοώντας ἀσφαλῶς τούς διαφωτιστές καί μετανεωτερικούς διανοουμένους μας. Μήπως δέν περιέγραφε τήν ἐποχή μας, ὅταν ἔλεγε: «Θά βγοῦν πράγματα ἀπό τά σχολεῖα, πού ὁ νοῦς σας δέν φαντάζεται»17. Ἀδιάψευστα δέ περιγράφει προορατικά και τήν κοινωνική ζωή μας, ὅταν ἔλεγε ὅτι οἱ Πολιτικοί μας Ἡγέτες «θά βάλουν φόρο στίς κόττες καί στά παράθυρα»18! Εὐστοχότερη ὅμως ἐπισήμανση τῆς δημοσιονομικῆς ὀργάνωσής μας δέν θά μποροῦσε σήμερα νά ἐπινοηθεῖ, ἀπ’ ὅσο ἡ προφητεία του: «Οἱ ληστές (γράφε: oἱ διαχειριζόμενοι τίς τύχες μας) θα φύγουν ἀπό τά βουνά καί θά κατεβοῦν στίς πόλεις καί θά φοροῦν ποδήματα»19. Κάτι πού θυμίζει τό «ὁ δολοφόνος μέ τό φράκο»! Ἀλλά και γιά τά νομοθετήματα, πού ρυθμίζουν (γρ. ἀπορρυθμίζουν) τόν ἠθικο-κοινωνικό μας βίο ἐπαληθεύθηκε ἡ πρόβλεψή του: «Θά δοῦμε και θά ζήσουμε τά Σόδομα καί τά Γόμορρα»20! Προβλέποντας δέ το ρεῦμα τῆς ἀναγκαστικῆς μετανάστευσης τῶν καιρῶν μας, θά πεῖ: «Ἐσεῖς θά πᾶτε νά κατοικήσετε ἀλλοῦ καί ἂλλοι θἀρθοῦν νά κατοικήσουν σέ σᾶς»21, βλέποντας την ἐγκατάλειψη τῆς Χώρας ἀπό τους Ἕλληνες καί τήν εἰσβολή τῶν ξένων (λαθρομεταναστῶν).

Διαβάζοντας τίς «προφητεῖες» του, νομίζεις ὅτι γράφθηκαν για τήν ἐποχή μας, σέ ὅ,τι ἀφορᾷ στην ἀποστασία καί πνευματική νέκρωσή μας. Στόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ, κινούμενος καί ὁ ἐπίσης ἡσυχαστής Μακρυγιάννης θα ἐκφράσει τήν ἀντίθεσή του προς τήν ἐθνική πορεία μας: «Ἄν μᾶς ἔλεγε κανένας αὐτήνη τή λευτεριά, ὁπού γευόμαστε, θά περικαλούσαμεν τόν Θεόν, νά μᾶς ἀφήσει εἰς τούς Τούρκους ἄλλα τόσα χρόνια, ὅσο νά γνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τί θά εἰπεῖ πατρίδα, τί θα πεῖ θρησκεία, τί θά εἰπεῖ φιλοτιμία, τί ἀρετή, καί τιμιότης».
Ζώντας στήν ἐθνική μας ἀποτυχία, πού διεῖδαν, ὁ καθένας μέ τον τρόπο του, Πατροκοσμᾶς καί Μακρυγιάννης, δέν μᾶς μένει τίποτε ἄλλο ἀπό τήν ταπεινή ἱκεσία: Χριστέ καί Παναγιά μου, καί σύ, Ἅγιε Κοσμᾶ,
Βοηθῆστε τήν Ἑλλάδα, νά ἀναστηθεῖ ξανά!

Σημειώσεις:

1. Ὁ ἀείμνηστος Κώστας Σαρδελῆς εἶχε καταγράψει τό 1974 (!) ἑκατοντάδες ἐπιστημονικές μελέτες γιά τόν Πατροκοσμᾶ (Κων. Σαρδελῆ, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, Ἀναλυτική Βιβλιογραφία, 19742) καί ἔκτοτε, ἀπασχολεῖται συνεχῶς ἡ ἒρευνα μέ τό πρόσωπό του. Βλ. Τή διατριβή τῆς Ἄρτεμης Ξανθοπούλου-Κυριακοῦ, Ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός καί οἱ Βενετοί (1777-1779). Τά τελευταῖα χρόνια τῆς δράσης του καί το πρόβλημα τῶν Διδαχῶν, Θεσσαλονίκη 1984. Αὐγουστίνου Ν. Καντιώτου, Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός (1714-1779), Ἀθῆναι 1977. Ἰωάννου Β. Μενούνου, Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ Διδαχές. Φιλολογική μελέτη-Κείμενα. Ἀθήνα (1979). π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Ἃγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός-Ἀπόστολος τῆς ἑνότητας τοῦ Γένους, στό: Παράδοση καί Ἀλλοτρίωση, Ἀθήνα 1986, σ. 85-110. Τοῦ Ἰδίου, Ἡ διαλεκτική τῶν ταυτοτήτων τοῦ Πατροκοσμᾶ καί τοῦ Ἴωνα Δραγούμη, στό: Μαρτυρίες γιά θέματα πνευματικά καί κοινωνικά, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 97-110. Ἄρθρα: στη ΘΗΕ, τ. 7, 1965, στ. 894-899 (Νικ. Σωτηρόπουλος), καί στό Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό Ἐκδοτικῆς Ἀθηνῶν, τ. 5 (1991) σ.42-43 (Ἄρτεμης Ξανθοπούλου-Κυριακοῦ) κ.π.ἄ.
2.Μολονότι, πέρα τῆς ἀλληλογραφίας του, δεν ἔγραψε καμμιά μελέτη.
3.
Gerhard Podskalsky, (μετάφρ. π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ), Ἡ Ἑλληνική Θεολογία
ἐπί Τουρκοκρατίας (1453-1821), Ἀθήνα 2005, σ. 427-428.
4. Εὐθυμίας Μοναχῆς (Ἰουλίας Γκελτῆ), Οἱ προφητεῖες τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ
μέσα στήν ἱστορία, Ἀθῆναι 2004, σ. 525.
5. Βλ. καί τίς ἐπιστολές του στό: Αὐγουστίνου Ν. Καντιώτου, ὅπ. π., σ.317 ἑπ.
6. Ἰωάννου Μενούνου, ὅπ. π., σ. 115/116.
7. Ἰωάννου Μενούνου, ὅπ. π., σ. 142 ἑπ., 119/120.
8. Ἰωάννου Μενούνου, σ. 134, 184 ἑπ. Αὐγουστίνου Καντιώτου, σ. 197.
9. ’Ιωάννου Μενούνου, σ. 281/2, σ. 144.
10.Αὐγουστίνου Καντιώτου, σ. 154, Ἰωάννου Μενούνου, σ. 270.
11. Στό ἴδιο, σ. 116, 143/144, 149/150.
12.
G. Pοdskalsky, ὃπ.π.,σ. 349.
13.Αὐγ. Καντιώτου, ὅπ.π. σ. 349.
14. Στό ἴδιο, σ. 342.
15.Μ. Τρίτου, Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ Φωτιστής τοῦ Γένους, ὁ Προφήτης, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 361.
16. Αὐγ. Καντιώτου, ὅπ.π., σ. 342.
17. Εὐθυμίας Μοναχῆς, Οἱ προφητεῖες..., σ. 421.
18.Αὐγ. Καντιώτου, ὅπ. π., σ. 343.
19. Εὐθυμίας Μοναχῆς, ὅπ. π., σ. 432.
20. Εὐθυμίας Μοναχῆς, ὅπ. π., σ. 434 ἑπ.