Ἡ ἀποτείχισις ἀποτελεῖ ἀποκοπήν ἀπό τήν αἵρεσιν, ὄχι ἀπό τήν Ἐκκλησίαν, κ. Τρακάδα!

Τοῦ Δημητρίου Χατζηνικολάου, πρ. Ἀν. Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων

Ἄν καί φοβοῦμαι ὅτι ὁ διάλογος μέ τόν κ. Τρακάδαν ἔχει ἤδη κουράσει τούς ἀναγνώστας, ἐν τούτοις ὑποχρεοῦμαι νά ἐπανέλθω, διότι ἐπανῆλθεν ὁ κ. Τρακάδας μέ νέας ἀντιφάσεις, παρανοήσεις καί ἀβάσιμα συμπεράσματα πού ἀπορρέουν ἀπό τήν αἵρεσιν τοῦ «Δυνητισμοῦ», τήν ὁποίαν κηρύττει. Δέν ἐκπλήσσομαι, βεβαίως, διότι ὅλ’ αὐτά εἶναι «ἴδιον τῶν Αἱρετικῶν» (βλ. Δοσιθέου Δωδεκάβιβλος, Βιβλ. Θ՛, Κεφ. Α՛, Παρ. ΙΔ՛). Εἰς τό νέον ἄρθρον του («Ο.Τ.», 26-7-24) ἀναμασᾶ τά ἤδη ἀνασκευασθέντα «ἐπιχειρήματά» του, λέγει ὅτι ἡ ἀποτείχισις ἀποτελεῖ ἀποκοπήν ἀπό τήν Ἐκκλησίαν, καί καταλήγει εἰς τό παντελῶς ἀστήρικτον συμπέρασμα, ὅτι ἐφόσον δέχομαι ἔγκυρα μυστήρια εἰς τούς Οἰκουμενιστάς, δέν χωρεῖ ἄλλη συζήτησις καί ὀφείλουν οἱ ἀποτειχισμένοι νά ἐπανέλθουν εἰς κοινωνίαν μέ αὐτούς, διά νά μή διακινδυνεύσουν τήν σωτηρίαν των! Ἀπαντῶ ἐν συντομίᾳ.

1. Κατ’ ἀρχάς, ὁ κ. Τρακάδας μ’ ἐρωτᾶ ἄν μέ τόν ὅρον «ψευδεπίσκοπος» ἐννοῶ «ἐπίσκοπον» χωρίς ἱερωσύνην, κάτι πού θά ἦτο ἀντίφασις, ἐφόσον ἔγραψα ὅτι τά μυστήρια τῶν Οἰκουμενιστῶν εἶναι ἔγκυρα. Ἐξ ἄλλου, εἰς τό πρῶτον ἄρθρον μου ἐν τῷ πλαισίῳ αὐτοῦ τοῦ διαλόγου («Ο.Τ.», 10-11-23) διευκρίνισα ὅτι ὁ ὅρος αὐτός ἀπαντᾶται εἰς τόν 15ον Κανόνα τῆς ΑΒ' Συνόδου. Κατά τόν Δοσίθεον Ἱεροσολύμων (ἔ.ἀ., Βιβλ. Ι՛, Μέρος Ε՛, Κεφ. ΙΒ՛, Παρ. Α՛ Δ՛), ὁ ὅρος αὐτός ἀναφέρεται εἰς τόν «ἐπίσκοπον» διά τόν ὁποῖον ἰσχύει τοὐλάχιστον ἕν ἀπό τά ἀκόλουθα τρία: (α) πάσχει κανονικῶς ἡ τοποθέτησίς του· (β) δέν ἔχει ἔγκυρον χειροτονίαν· καί (γ) ἡ διδασκαλία του δέν εἶναι Ὀρθόδοξος.

2. Ἀριστοτέχνης εἰς τήν «κοπτοραπτικήν» (διά τήν ὁποίαν κατηγορεῖ ἀδίκως τόν ὑποφαινόμενον!), ὁ κ. Τρακάδας «πανηγυρίζει» μέν πού δέχομαι ἔγκυρα μυστήρια εἰς τούς Οἰκουμενιστάς, ἀλλά παραλείπει ν’ ἀναφέρῃ καί τήν ἀμέσως ἑπομένην ἐπισήμανσίν μου: «Εἰς τό σημεῖον τοῦτο, ὅμως, ἀπαιτεῖται μεγίστη προσοχή: Ὁ κοινωνῶν ἐν γνώσει μέ αὐτούς [σ.σ. τούς Οἰκουμενιστάς], παρά τάς ὡς ἄνω θείας ἐντολάς δι’ ἀποτείχισιν, λαμβάνει μέν Χριστόν, ἀλλ’ ὡς παραβάτης τῶν θείων αὐτῶν ἐντολῶν ‘δαρήσεται πολλάς’ ...» («Ο.Τ.», 19–7–2024). Πρός τεκμηρίωσιν αὐτοῦ τοῦ ἰσχυρισμοῦ, παρέθεσα τό χωρίον Α՛ Κορ. 11:27-31, ὅθεν προκύπτει ὅτι οἱ ἐν γνώσει κοινωνοῦντες μέ αἱρετικούς ὄχι μόνον δέν ἁγιάζονται, ἀλλά κατακρίνονται, διότι μεταλαμβάνουν ἀναξίως. Τήν ἐπισήμανσιν αὐτήν κάμνει καί ὁ Δοσίθεος (ἔ.ἀ. Βιβλ. Α՛, Κεφ. ΙΣΤ՛, Παρ. Δ՛). Συνεπῶς, διατί νά κοινωνήσουν οἱ ἀποτειχισμένοι μέ τούς Οἰκουμενιστάς; Τά μυστήριά των ἔχουν ἁγιαστικήν Χάριν μόνον διά τούς ἐν ἀγνοίᾳ κοινωνοῦντας, οἱ ὁποῖοι «δαρήσονται ὀλίγας», ὅπως ἐπεσήμανα, κατά τό Λουκ. 12:47-48, ἐφόσον «ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρὸς μου μοναὶ πολλαί εἰσιν» (Ἰω. 14:2). Παρεμπιπτόντως, ἄς τονισθῇ ὅτι οἱ γονεῖς καί οἱ ἀνάδοχοι πρέπει ὁπωσδήποτε ν’ ἀπαιτοῦν ἀπό τούς ἱερεῖς νά βαπτίζουν κανονικῶς τά παιδία, μέ τρεῖς καταδύσεις καί ἀναδύσεις, καί ὄχι μέ «ποδόλουτρον»!

3. Γράφει ὁ κ. Τρακάδας: «Αὐτή εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί ὅστις ἀποκόπτεται ἀπό αὐτήν, δηλ. καί ἀπό τόν μή καταδικασμένον οἰκουμενιστήν ... ὅσοι ἀποκόπτονται, ἀποκόπτονται ἀπό τά ἔγκυρα μυστήρια ... ἐφ’ ὅσον ἡ ’Εκκλησία εἶναι ἡ Ταμειοῦχος τῆς Χάριτος, ὅτιδήποτε ἄλλο δέν εἶναι, καθώς μόνον μία Ἐκκλησία δύναται νά ὑφίσταται. Οἱ ἀποτειχισμένοι εἰς ποίαν Ἐκκλησίαν ἀνήκουν, ἐάν δέν ἀνήκουν πλέον εἰς τήν Ταμειοῦχον τῆς Χάριτος;». Ἐδῶ ὑπάρχουν δύο διαστροφαί. Πρῶτον, ὅπως ἐπεσήμανα εἰς τά προηγούμενα ἄρθρα μου, ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι ἄθροισμα καταδεδικασμένων ὑπό Οἰκ. Συνόδων αἱρέσεων, ἄρα εἶναι προφανῶς καταδεδικασμένη αἵρεσις, ἔχει δέ καταδικασθῆ καί εἰς τάς ἡμέρας μας ὑπό τοπικῶν Συνόδων καί τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ὅπως ὑπό τῆς ΡΟΕΔ (1983). Δεύτερον, ἡ ἀποτείχισις δέν ἀποτελεῖ ἀποκοπήν ἀπό τήν Ἐκκλησίαν, ἀλλ’ ἀπό τήν αἵρεσιν, διό καί ἐπαινεῖται ἀπό τόν 15ον Κανόνα τῆς ΑΒ՛ Συνόδου! Φαντασθεῖτε ἡ Σύνοδος ν’ ἀπένειμεν ἐπαίνους εἰς ὅσους ... ἀποκόπτονται ἀπό τήν Ἐκκλησίαν! Ὁποία διαστροφή! Ὁ ἀποτειχιζόμενος δέν πηγαίνει εἰς ἄλλην «ἐκκλησίαν», ἀλλά μετακινεῖται ἀπό τό «νοσοῦν» εἰς τό «ὑγιαῖνον» μέρος τῆς Ἐκκλησίας. Ὅπως γράφει ὁ Δοσίθεος (ἔ.ἀ., Βιβλ. Ι΄, Μέρος Ε΄, Κεφ. ΙΑ΄, Παρ. Δ΄), ὅταν οἱ Πατριάρχαι διδάσκουν καί πράττουν παρά τά διατεταγμένα, τότε «κρίνονται, καθαιροῦνται, καί ἀποβάλλονται ὑπό τοῦ ὑγιαίνοντος μέρους τῆς Ἐκκλησίας» (ἡ ἔμφασις προσετέθη). Σημειωτέον ὅτι τινές ἐπικαλοῦνται τό παύλειον, ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει «σπίλον ἢ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων» (Ἐφ. 5:27), διά νά ἰσχυρισθοῦν ὅτι ἡ παραδοχή ὅτι ὑπάρχει καί «νοσοῦν» μέρος εἰς τήν Ἐκκλησίαν εἶναι δῆθεν αἱρετική, μή κατανοοῦντες ὅτι τό χωρίον αὐτό ἀναφέρεται εἰς τήν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὄντως δέν ἔχει σπίλον ἢ ρυτίδα, καί ὄχι εἰς τά μέλη της, τά ὁποῖα ἔχουν καί σπίλους καί ρυτίδας.   

4. Γράφει ἐπίσης ὁ κ. Τρακάδας ὅτι δέν ὑπάρχει δῆθεν αἵρεσις τοῦ «Δυνητισμοῦ» καί ὅτι ἀπό τά χωρία πού ἔχω παραθέσει δέν συνάγεται ὑποχρεωτική ἀποτείχισις πρό τῆς καταδίκης τῶν αἱρετικῶν. Εἰς τό ἄρθρον τῆς 19-7-24, παρέθεσα τό ἀκόλουθον χωρίον τοῦ Μ. Ἀθανασίου: «Πᾶς ἄνθρωπος, τό διακρίνειν παρά Θεοῦ εἰληφώς, κολασθήσεται, ἐξακολουθήσας ἀπείρῳ ποιμένι, καί ψευδῆ δόξαν ὡς ἀληθῆ δεξάμενος· τίς γάρ κοινωνία φωτί πρός σκότος;» (P.G. 26, σ. 1321). Ἐδῶ λέγει ὁ Ἅγιος ὅτι πᾶς ἄνθρωπος ἔχει λάβει ἀπό τόν Θεόν τό χάρισμα τῆς διακρίσεως μεταξύ τῆς ὀρθῆς καί τῆς ἐσφαλμένης γνώμης, διό καί θά κολασθῇ ἄν δεχθῇ ὡς ἀληθῆ τήν ψευδῆ δοξασίαν ἑνός ἀπείρου/ἀμαθοῦς/ἀνικάνου «ποιμένος», ἀντί ν’ ἀκολουθήσῃ τήν φωνήν τῆς συνειδήσεώς του, πού εἶναι ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ, μέ τήν προϋπόθεσιν, βεβαίως, ὅτι ὁ ἄνθρωπος διάγει τόν βίον του ἐν ἁπλότητι καί καθαρᾷ καρδίᾳ καί ζητεῖ συνεχῶς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Εἰς αὐτό τό χωρίον, εἶναι φανερόν ὅτι ὁ αἱρετικός «ποιμήν» δέν ἔχει καταδικασθῆ. Εὑρίσκεται εἰς τήν μερίδα τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά διδάσκει αἱρετικάς δοξασίας λόγῳ ἀπειρίας ἤ ἀμαθείας. Ἐν τούτοις, ὁ πιστός φέρει τήν πλήρη εὐθύνην διά τόν κολασμόν του ἄν δέν ἀποτειχισθῇ ἀπό τόν ἐν λόγῳ ψευδοποιμένα! Τοὐτέστιν, ἡ ἀποτείχισις εἶναι ὑποχρεωτική ἀπό αὐτόν, παρά τό γεγονός ὅτι αὐτός δέν ἔχει εἰσέτι καταδικασθῆ. Ἕν ἀκόμη παράδειγμα μή κατανοήσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Τρακάδα τῶν χωρίων πού ἔχω παραθέσει.

 

5. Ὁ κ. Τρακάδας δικαιολογεῖ τήν «ἁγιοποίησιν» (αὐτή εἶναι ἡ ὀρθή λέξις ἐν προκειμένῳ) τῶν γνωστῶν γερόντων ὑπό τοῦ ὑβριστοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὀλετῆρος τῆς Ἐκκλησίας «πατριάρχου» Βαρθολομαίου, διότι, λέγει, αὐτή δέν ἦλθεν ἄνωθεν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας! Δέν γνωρίζει ἆραγε τήν προπαγάνδαν πού προγήθη μέ ἐκδόσεις κ.λπ.; Εὑρισκόμενος εἰς Αὐστραλίαν καί ἐν τῷ Οἰκουμενισμῷ, ὁ γράφων ἐβίωσα αὐτήν τήν προπαγάνδαν περί τό 1996, ὅταν κατέφθανον εἰς τάς ἐνορίας τῆς Ἑλληνικῆς παροικίας φορτία μέ αὐτά τά βιβλία! Γαλουχηθείς εἰς τόν «εὐσεβισμόν», δέν ἀντελήφθην τότε τήν πονηρίαν τῶν Οἰκουμενιστῶν νά θέσουν εἰς ἐφαρμογήν τό «δόξαν παρ' ἀλλήλων λαμβάνοντες» (Ἰω. 5:44), «ἁγιοποιοῦντες» γέροντας πού συνέπλεον μέ αὐτούς καί τούς ἐνεκωμίαζον. Ἐρωτῶ: Ὑπάρχει ἆραγε κάποιος ἀπό τήν ἐποχήν πού ἐπεκράτει ὁ Ἀρειανισμός (4ος αἰών) ἤ ὁ Μονοφυσιτισμός (5ος αἰών), ἤ ὁ Μονοθελητισμός (7ος αἰών) ἤ ἡ Εἰκονομαχία (8ος-9ος αἰών) ὁ ὁποῖος συνεπορεύθη μέ τήν μερίδα τῶν αἱρετικῶν, κοινωνῶν μετ' αὐτῶν καί ἐγκωμιάζων αὐτούς, καί κατόπιν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία νά τόν ἁγιοκατέταξε; Προφανῶς, ὄχι, ἀκόμη καί ἄν ὁ ἴδιος δέν ἐκήρυττεν αἵρεσιν! Οἱ Πατέρες ἐξηγοῦν: «Οἱ μέν [σ.σ. αἱρετικοί] τέλεον περί τήν πίστιν ἐναυάγησαν· οἱ δέ, εἰ καί τοῖς λογισμοῖς οὐ κατεποντίσθησαν, ὅμως τῇ κοινωνίᾳ τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (Ἁγ. Θεοδώρου Στουδίτου, P.G. 99, σ. 1164Α)· «ἐάν ὁ ἐπίσκοπος ἤ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὄντες ὀφθαλμοί τῆς Ἐκκλησίας, κακῶς ἀναστρέφωνται, καὶ σκανδαλίζωσι τὸν λαόν, χρὴ αὐτούς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γὰρ ἐστιν ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον, ἤ μετ’ αὐτοὺς ἐμβληθῆναι, ὡς μετὰ Ἄννα καὶ Καϊάφα, εἰς τὴν γέεναν τοῦ πυρός» (Μ. Ἀθανασίου, P.G. 27, σ. 1369C)· «λέγει γάρ ὁ Θεός τῷ Μωϋσεῖ, Ἀποσχίσθητε ἀπό τῶν ἀνδρῶν τούτων [σ.σ. τῶν ἀσεβῶν], ἵνα μή συναπόλησθε» (Δωδεκάβιβλος, Βιβλ. Η՛, Κεφ. Δ՛, Παρ. Δ՛)· «οἱ Κανόνες καί τῶν Πατριαρχῶν ἄρχουσιν, εἰ γάρ ἔξω τῶν Κανόνων ποιοῦσιν, οὐ στοιχοῦμεν αὐτοῖς» (Δωδεκάβιβλος, Βιβλ. Β՛, Κεφ. Ε՛, Παρ. ΙΔ՛)· καί «ἐκεῖνοι μνημονεύονται, ὅσοι ὀρθοτομοῦσιν» (Δωδεκάβιβλος, Βιβλ. Ι՛, Κεφ. Δ՛). Ἀκούετε, κ. Τρακάδα, ὅσοι δέν ὀρθοτομοῦν δέν πρέπει νά μνημονεύωνται! Οἱ ἐπί Βέκκου μαρτυρήσαντες Ἁγιορεῖται, εἰς τήν γνωστήν ἐπιστολήν των πρός τόν Βασιλέα Μιχαήλ Παλαιολόγον (1275) λέγουν ὅτι ὅσοι μνημονεύουν μή ὀρθοτομοῦντας «ἐπισκόπους» παίζουν θέατρον ἐνώπιον τῶν φρικτῶν μυστηρίων! (Βλ. V. Laurent καί J. Darrouzes, Dossier Grec de L´Union de Lyon (1273-1277), Institut Francais D´Etudes Byzantines, Paris 1976, σ. 377-403.) Σημειωτέον ὅτι καί εἰς τά νέα αὐτά χωρία οὐδαμῶς ὑπονοεῖται ὅτι πρόκειται διά καταδικασθέντας αἱρετικούς, ἀλλ’ ἰσχύουν καί διά μή καταδικασθέντας. Λοιπόν, ἐκείνους πού ἡ Ἁγία Γραφή, αἱ Σύνοδοι καἰ οἱ Πατέρες χαρακτηρίζουν «ἐχθρούς τοῦ Θεοῦ», ἐπειδή ἐκοινώνουν (ἐν γνώσει) μέ αἱρετικούς, τούς ἀναθεματίζουν καί ἀποφαίνονται ὅτι αἱ ψυχαί των χάνονται μαζί μέ αὐτάς τῶν αἱρετικῶν, ἡμεῖς θά τιμῶμεν ὡς ἁγίους;

6. Ὁ κ. Τρακάδας κλείνει τό ἄρθρον του μέ ἑνωτικόν πνεῦμα, κάμνων ἔκκλησιν πρός τούς ἀποτειχισμένους διά τόν συντονισμόν τῶν δυνάμεών μας, προκειμένου νά συγκροτηθῇ μία ἀληθῶς Πανορθόδοξος Σύνοδος κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Αὐτό ἀκριβῶς ἐπεδίωκε καί ὁ Ἅγιος πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος (+1955), ὅπως καί ὅλοι οἱ ἀποτειχισμένοι πού ἔχουν ὀρθόδοξον φρόνημα, ἀλλά μέσῳ τῆς ἐμπράκτου ἐνστάσεως, ἤτοι τῆς ἀποτειχίσεως, καί ὄχι μέ «χαρτοπόλεμον» (Καθηγητής Ἰ. Κορναράκης, +2013).  

7. Ὡς ἄνθρωπος, εἶναι κατανοητόν νά κάμνῃ λάθη ὁ κ. Τρακάδας. Δέν δικαιοῦται, ὅμως, νά ψεύδεται, νά μέ κατηγορῇ ἀδίκως ὅτι δῆθεν χρησιμοποιῶ ἐπιπολαίως διάφορα χωρία, τά ὁποῖα αὐτός ἀδυνατεῖ νά κατανοήσῃ, καί ὅτι δῆθεν ἀγνοῶ τά βασικά. Ἐκτός τοῦ προαναφερθέντος παραδείγματος (βλ. παρ. 4), ἐπισημαίνω διά πολλοστήν φοράν καί ὅτι δέν εἶναι ἀληθής ὁ ἰσχυρισμός του ὅτι «ὅλοι οἱ κανονολόγοι ἀρχαῖοι καί νέοι ἑρμηνεύουν δυνητικά τόν Κανόνα καί ὑποστηρίζουν ὅτι εἰσάγει δικαίωμα». Ἐννοεῖ δικαίωμα εἰς τήν κοινωνίαν μέ τήν αἵρεσιν, βεβαίως, ἐνῷ, ὅπως ἐπεσήμανα εἰς τό ἄρθρον τῆς 31-5-24, ἀντιφάσκει πρός ἑαυτόν, παραδεχθείς ὅτι «ὁ ΙΕ΄ Κανὼν δὲν ἐπιτρέπει τὴν κοινωνίαν μὲ αἱρετικούς»! Ὡς ἕν τρίτον παράδειγμα μή κατανοήσεως τῶν χωρίων καί τῶν ἱερῶν κανόνων πού ἔχω παραθέσει, εἰς τό ἄρθρον τῆς 19-7-24, ὅπως γίνεται εὐκόλως ἀντιληπτόν ἀπό τά συμφραζόμενα, παρέθεσα τό χωρίον «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος» (Τίτ. 3:10-11) διά νά δείξω ὅτι δέν χρειάζεται Σύνοδος διά ν’ ἀποφασίσῃ ἄν εἶναι αἱρέσεις αἱ προφανεῖς βλασφημίαι τῶν Οἰκουμενιστῶν, ἐφόσον αὐταί ἔχουν χιλιάκις καταδικασθῆ, γεγονός πού τούς καθιστᾶ αὐτοκατακρίτους. Λοιπόν, «ἐπιπολαίως» παρέθεσα αὐτό τό χωρίον;

Ὡς ἕν τέταρτον παράδειγμα, ὁ κ. Τρακάδας, εἰς τήν προσπάθειάν του νά πλήξῃ τήν ἀξιοπιστίαν μου, γράφει ὅτι ἡ περίπτωσις τοῦ Ὠριγένους πού ἀνέφερα ὡς παράδειγμα διά τό ὑποχρεωτικόν τῆς ἀποτειχίσεως «ἀπεδείχθη ἐσφαλμένη, καθώς ὁ Ὠριγένης εἶχεν ἤδη καταδικασθῆ». Δέν τό ἀπεδείξατε αὐτό, κ. Τρακάδα, ἁπλῶς τό ὑποθέτετε! Εἰς τό ἄρθρον τῆς 31-5-24 ἔγραψα: «Ἐκ τῶν ὑστέρων, συνεβουλεύθην πολλούς ἱστορικούς, οἱ ὁποῖοι γράφουν μέν πολλά διά τόν Ὠριγένην, ἀλλά δέν ἀναφέρουν καταδίκην του ὡς αἱρετικοῦ ἐν ὅσῳ αὐτός ἔζη». Ἀπό τούς ἱστορικούς πού συνεβουλεύθην, ὀλίγοι μόνον (τοῦ 19ου καί τοῦ 20οῦ αἰῶνος) γράφουν ὅτι ἀφωρίσθη ὁ Ὠριγένης ἐν ὅσῳ ἔζη, χωρίς ὅμως νά παραθέτουν τάς πηγάς των, ἄρα καί αὐτοί ἁπλῶς τό ὑποθέτουν! Συμφώνως πρός τήν πηγήν πού παρέθεσα (Δωδεκάβιβλος, Βιβλ. Γ΄, Κεφ. Η΄, Παρ. Β΄), τό παράδειγμα αὐτό δέν εἶναι ἐσφαλμένον, ἐφόσον ἡ πηγή ἀναφέρει ὅτι ὁ Ὠριγένης ἐξεδιώχθη ἀπό τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἀλεξανδρείας, ὄχι ὅμως καί ὅτι ἀφωρίσθη! Ἄν εἶχεν ἀφορισθῆ ἐν ὅσῳ ἔζη, θά τό ἔγραφεν ὁ Δοσίθεος, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζει τόν Ὠριγένην «ἄθεον» (ἔ.α., Βιβλ. Β΄, Κεφ. Ε΄, Παρ. ΙΒ΄) καί «ἐλεεινόν» (ἔ.ἀ., Βιβλ. Α΄, Κεφ. ΙΔ΄, Παρ. Δ΄) καί ἀναφέρει ὅτι καθῃρέθη ὑπό τοῦ Ἀλεξανδρείας Δημητρίου, λόγῳ τῆς εὐνουχίσεώς του καί τῆς παρ’ ἐνορίαν χειροτονίας του, καί ὄχι λόγῳ τῶν αἱρέσεών του (ἔ.ἀ., Βιβλίον Α΄, Κεφ. Ι΄, Παρ. Ζ΄). Ἀναφέρει ἐπίσης ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Ὠριγένης καί τά συγγράμματά του ἀνεθεματίσθησαν συνοδικῶς μετά τόν θάνατόν του, τό πρῶτον μέ πρωτοβουλίαν τοῦ Ἐπιφανίου Κύπρου (ἔ.ἀ., Βιβλ. Γ΄, Κεφ. ΙΓ΄, Παρ. ΣΤ΄) καί τό δεύτερον ὑπό τῆς Ε՛ Οἰκ. Συνόδου (ἔ.ἀ., Βιβλ. Α΄, Κεφ. ΙΔ΄, Παρ. Δ΄). Αἱ ἰδικαί σας «ἀποδείξεις» περί τοῦ ἀντιθέτου, κ. Τρακάδα, βασίζονται εἰς εἰκασίας καί προφανεῖς παρερμηνείας λέξεών τινων, ὅπως ἡ λέξις «ἐκκήρυκτος».

Πηγή:  Ἐφημερίς «Ὀρθόδοξος Τύπος», Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2024, ἀρ. φύλλου 2508, σελ. 7


Dimitris Hatzinikolaou, former Associate Professor University of Ioannina, Dept. of Economics University Campus, 45110 Ioannina, HELLAS

E-mail: dhatzini@uoi.gr

π. Νικόλαος Δημαράς

π. Νικηφόρε, εὐλογεῖτε!

Ἡ Παναγία μας βοήθειά μας!

Ἕνας λόγος ἀκόμη καθαιρετικός καί ἀφοριστικός λόγος του Οἰκουμενιστῆ Μανιώτη:

 Ἔδωσε ἐκκλησιαστικό βῆμα στόν γλοιώδη -(=ἄνθρωπος πού προακλεῖ ἀηδία μέ τήν συμπεριφορά του)- καί μέγαν γλείφτην τῶν ψευδεπισκόπων τοῦ ΙΕ΄ Ἱεροῦ Κανόνος τῆς ΑΒ΄, "παπα-Βαγγέλη" Παπανικολάου, ἀναγνωρίζοντάς τον ὡς ἱερέα, μέσα στήν "Παναγία Σουμελᾶ", γιορτάζοντας τά "εἰκοσιπέντε χρόνια τῆς ἀρχιερατείας (δεσποτοκρατείας) του". Διάβασε τούς σχετικούς Ἱερούς Κανόνες, πού τόν καθαιροῦν καί τόν ἀφορίζουν. 

Ἐπειδή Σοῦ γράφω ἀπό ἄλλον ὑπολογιστή, θά ἀνταποκριθῶ στό αἴτημά Σου, ὅταν συνδεθῶ μέ τό λάπτοπ μου. Τό καράβι, δυστυχῶς, μπάζει ἀπό παντοῦ νερά...

Αὐτός ὁ ψευτοπαπᾶς, ὁ Βαγγέλης Παπανικολάου εἶναι ὁ κατ' ἐξοχήν πολέμιος τῶν Παλαιοημερολογιτῶν καί ὁ ὑπουλότερος ἐχθρός τοῦ λόγου τῆς ὑπάρξεώς μας καί τῆς ὑποστάσεώς μας: τῆς ὑποχρεωτικῆς καί ἐπιβεβλημένης ἀποτείχισης, κατά τόν 15ον τῆς ΑΒ΄ καί τόν 31ον Ἀποστολικόν! Σχεδόν σέ κάθε ὁμιλία του, αὐτός ὁ ψευτοπαπᾶς, μιλάει εἰρωνικά καί μέ μίσος ἐναντίον τῆς εὐλογημένης ἀπό τόν Θεόν καί τήν Παράδοση, Πατερικῆς ἀποτειχίσεως καί  "καταδικάζει τό τάχα σχίσμα" ἀπό τήν κανονικήν τάχα "ἐκκλησίαν" τῶν αἱρετικῶν καί ἀνιέρων Νεοημερολογιτῶν-Οἰκουμενιστῶν, τήν φαινομένην ὡς ἐκκλησίαν, κατά τόν Μέγαν Θεολόγον, Γρηγόριον τόν Ναζιανζηνόν!

Εὐλόγησον,

ἐν ἀγάπῃ Χριστοῦ,

π. Νικόλαος

Κοινοποίηση: π. Ζήσην Τσιότραν

Η Κοίμησις της Θεοτόκου -- του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου.

«Σήμερον η Θεοτόκος, ως νοερή και θεοφώτιστη σελήνη, εισέρχεται μαζί με τον ήλιον της δικαιοσύνης εις τον πνευματικόν ουρανόν και χάνεται μεν από την πρόσκαιρη αυτήν ζωή, αλλά συγχρόνως ανατέλλει και γίνεται ολόλαμπρη από το αξίωμα της αθανασίας που αποκτά. Σήμερον η χρυσοφτιαγμένη από τον Θεόν κιβωτός του αγιάσματος, αναχωρεί από τα επίγεια σκηνώματά Της και μετακομίζεται στην άνω Ιερουσαλή προς ανάπαυσιν αιωνίαν… Τώρα λοιπόν η Θεοτόκος, αφού έκλεισε τα αισθητά μάτια Της, ανυψώνει ωσάν αστέρια μεγάλα και λαμπερά, που δεν έδυσαν ακόμα, τους νοητούς για μας οφθαλμούς Της και τους έχει άγρυπνους, για να εξευμενίζη το πρόσωπον του Θεού, χάριν της προστασίας του κόσμου. Τώρα, με την κοίμησίν Της, αφού έκλεισε με την σιωπή τα θεοκίνητα χείλη Της, ανοίγει το στόμα Της δια να πρεσβεύη αδιάκοπα υπέρ όλου του ανθρωπίνου γένους. Τώρα, αφού τα σωματικά και θεοφόρα χέρια Της τα κατέβασε κι΄ αφού απέκτησε την αφθαρσία, τα υψώνει προς τον Δεσπότην Κύριον ικετευτικώς υπέρ ολοκλήρου της ανθρωπότητος».

Ὁ Διωγμός τῆς Ἱ.Μ. Ἐσφιγμένου ἀποτελεῖ ἐκκλησιαστικόν πραξικόπημα!

Τοῦ Δημητρίου Χατζηνικολάου, πρ. Ἀν. Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων

Τό τέρας τῶν αἱρέσεων, ὁ Διάβολος, βρυχᾶται καί πάλιν ζητῶν νά καταπίῃ τούς πάντας (Α՛ Πέτρ. 5:8). Διά τήν ἐξόντωσιν τῆς παραδοσιακῆς Ἱ.Μ. Ἐσφιγμένου Ἁγ. Ὄρους, ἔστησε διά τῶν ὀργάνων του μίαν ἀπάτην πελωρίων διαστάσεων. Συγκεκριμένως, τόν Δεκέμβριον τοῦ 2002, ὁ Οἰκουμενιστής «πατριάρχης» -- διάβαζε αἱρεσιάρχης -- Βαρθολομαῖος, ὁ ὁποῖος ταυτίζει τόν Τριαδικόν Θεόν μέ τούς ψευδοθεούς τῶν ἄλλων θρησκειῶν, λέγει τό κοράνιον «ἅγιον», ἔχει οὐσιαστικῶς ὑποταχθῆ εἰς τόν «πάπαν Ρώμης» ἀπό τήν 7-12-1965 κ.λπ., ἐκήρυξε τήν ἐν λόγῳ Μονήν «σχισματικήν», διότι δέν τόν μνημονεύει! Ἄν ἡ πρᾶξις αὐτή ἦτο νόμιμος, τότε οἱ Ἐσφιγμενῖται μοναχοί θά ἔπρεπε νά ἐκκενώσουν τήν Μονήν μέ βάσιν τό ἄρθρον 105 (παρ. 2) τοῦ Συντάγματος.

Ἡ πρᾶξις αὐτή τοῦ Βαρθολομαίου, ὅμως, εἶναι ἀντι-ευαγγελική, ἀντι-κανονική, ἀντι-συνοδική, ἀντι-πατερική καί ἀντι-συνταγματική, ἀποτελεῖ δηλαδή ἐκκλησιαστικόν πραξικόπημα! Διότι ἡ διακοπή κοινωνίας μέ αἱρετικούς «ἐπισκόπους» ἐπιβάλλεται ἀπό ὅλας τάς Γραφάς, ὅλας τάς Συνόδους καί ὅλους τούς Ἁγίους Πατέρας: «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι» (Ἅγ. Μᾶρκος Εὐγενικός, Patrologia Graeca, ἐφεξῆς P.G., τ. 160, σ. 101). Τό δέ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος (βλ. προμετωπίδα καί ἄρθρον 3) προστατεύει τήν Ὀρθοδοξίαν, τήν ὁποίαν τηροῦν καί ὑπερασπίζονται οἱ ὑπό τόν π. Μεθόδιον Ἐσφιγμενῖται μοναχοί, ἐνῷ ὁ «πατριάρχης» καί ἡ «νέα ἀδελφότης», γνωστοί ὡς «Κατσουλιέρηδες», εἶναι καθαιρετέοι καί ἀναθεματιστέοι, ὡς αἱρετικοί. Σημειωτέον δέ ὅτι οἱ «Κατσουλιέρηδες» φέρονται ἐπισήμως ὡς «Ἱ.Μ. Ἐσφιγμένου» καί μέ ἄπειρον θράσος χαρακτηρίζουν τούς ἀληθινούς Ἐσφιγμενίτας ὡς «καταληψίας», ἐνῷ αὐτοί εἶναι ἐκεῖνοι πού ἔχουν ποδοπατήσει τόν Καταστατικόν Χάρτην τοῦ Ἁγίου Ὄρους (ΚΧΑΟ), τό ἱ. Εὐαγγέλιον, τό Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος, καθώς καί πᾶσαν λογικήν καί ἠθικήν ἀρχήν!

 

Τό ἐάν οἱ Ἐσφιγμενῖται Πατέρες σφάλλουν ἤ ὄχι διά τήν νόμιμον καί ἐπαινετήν ἀποτείχισίν των ἀπό τούς Οἰκουμενιστάς (βλ. ΙΕ' Κανόνα τῆς ΑΒ' Συνόδου) θά πρέπῃ ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον μίας ἀληθῶς Πανορθοδόξου Συνόδου (καί ὄχι ψευδο-συνόδου, ὅπως ἐκείνην τοῦ 2016), εἰς τήν ὁποίαν, βεβαίως, ὁ «πατριάρχης» καί οἱ ὁμόφρονές του ὄχι μόνον δέν θά προεδρεύουν, ἀλλά θά εἶναι ὑπόδικοι διά καθαίρεσιν καί ἀναθεματισμόν. Τό 2002, ὁ «πατριάρχης» Βαρθολομαῖος ἐνήργησε κατά τῆς Ἱ.Μ. Ἐσφιγμένου ὡς «πάπας τῆς Ἀνατολῆς»! Ἀκόμη καί ἐάν ἦτο Ὀρθόδοξος Χριστιανός, ἡ ὡς ἄνω πρᾶξις του θά ἦτο ἄκυρος, πολλῷ δέ μᾶλλον τώρα πού δέν εἶναι Ὀρθόδοξος. Ἐφόσον ἀπό τό 1972 οἱ Ἐσφιγμενῖται ἐγκαλοῦν τούς Οἰκουμενιστάς δι’ αἵρεσιν, ἡ ὁποία μάλιστα τό 2002 ἦτο ἤδη συνοδικῶς καταδεδικασμένη ὑπό τοπικῶν Συνόδων καί τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ὅπως, χάριν παραδείγματος, ὑπό τῆς Ρωσσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς (ΡΟΕΔ, 1983), ἕπεται ὅτι μόνον μία (ἀληθῶς) Πανορθόδοξος (=Οἰκουμενική) Σύνοδος ἔχει τήν ἁρμοδιότητα νά κρίνῃ τό θέμα. Τά δογματικά ζητήματα πού ἔχουν λάβει παγκόσμιον διάστασιν δεν ἐπιλύονται παπικῷ τῷ τρόπῳ, ἀλλά δι’ Οἰκουμενικῆς (=Πανορθοδόξου) Συνόδου. Ὁ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων γράφει: (1) «οἱ Κανόνες καί τῶν Πατριαρχῶν ἄρχουσιν, εἰ γάρ ἔξω τῶν Κανόνων ποιοῦσιν, οὐ στοιχοῦμεν αὐτοῖς» (Δωδεκάβιβλος, Βιβλ. Β՛, Κεφ. Ε՛, Παρ. ΙΔ՛)· (2) «ὅσοι Ἱερεῖς ὑπετάγησαν τῷ Πάπᾳ, καί ἀφορίζουσι τούς ὀρθοδόξους τούς μή πειθομένους τῇ Ἐκκλησίᾳ τῶν Λατίνων, μή δεδιέναι τούς Χριστιανούς (σ.σ. νά μήν φοβῶνται οἱ Χριστιανοί) τόν ἀφορισμόν αὐτῶν, ὅτι ἐστίν ἄκυρος, καί ἐπιστρέφει εἰς τούς Ἀφορίσαντας ὡς ἐπιβάτας τῶν ἁγίων Κανόνων καί Ἀλλοτριοεπισκόπους (Δωδεκάβιβλος, Βιβλ. Η՛, Κεφ. ΙΗ՛, Παρ. Ζ՛)· καί (3) «ἡ Σύνοδος τό ἔσχατον κριτήριον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ οὖσα ἀναιρεῖ τήν διχόνοιαν τῶν ὁμοπίστων, καί βεβαιοῖ τήν ὀρθοδοξίαν» (Δωδεκάβιβλος, Βιβλ. Β՛, Κεφ. ΣΤ՛, Παρ. Γ՛).

Ἐν ἄλλαις λέξεσι, ὁ διωγμός τῆς Ἱ.Μ. Ἐσφιγμένου εἶναι κατά πάντα παράνομος, ὄχι μόνον ἐξ ἐπόψεως Δογματικῆς, ἀλλά καί ἐξ ἐπόψεως κανονικοῦ καί κοσμικοῦ Δικαίου, καί ἄρα θά πρέπῃ νά παύσῃ πάραυτα, ἐφόσον βασίζεται εἰς τό ἐκκλησιαστικόν πραξικόπημα τοῦ 2002. Θά πρέπῃ δέ νά κατηγορηθῇ ὁ Βαρθολομαῖος εἰς τά ποινικά δικαστήρια ὡς ὁ ἠθικός αὐτουργός διά τούς θανάτους πολλῶν Ἐσφιγμενιτῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἀποθνήσκουν ἀδιάγνωστοι, «ὡσάν τό σκυλί στ’ ἀμπέλι», κατά τό κοινῶς λεγόμενον, ἤ ἀπό ἀτυχήματα, ὅπως τοῦ μοναχοῦ Τρύφωνος (2003), ἐξ αἰτίας τῶν διαφόρων παρανόμων ἀποκλεισμῶν πού ἐπεβλήθησαν εἰς τήν Μονήν. Τά περί δῆθεν ὑποχρεώσεώς των νά μνημονεύουν τόν ἀπό 7-12-1965 «Οὐνίτην» Βαρθολομαῖον, τά ὁποῖα ἐρεύγονται μερικοί, ὅπως ἡ δημοσιογράφος Φ. Πιπιλῆ (αὐτή πού, ὡς ἄλλη εἰκονομάχος, ἔχει ζητήσει ν’ ἀφαιρεθοῦν τά ὀνόματα τῶν Ἁγίων ἀπό τούς δρόμους καί τάς στάσεις λεωφορείων καί τραίνων) καί ὁ νομικός Ἀ. Βαβοῦσκος, ἀποτελοῦν διαστροφήν τῆς ἀληθείας, ἐφόσον τόν μέν Βαρθολομαῖον θεωροῦν ἐσφαλμένως Ὀρθόδοξον τούς δέ Ἐσφιγμενίτας «ἀντάρτας» καί «καταληψίας»! Κατ’ ἀλήθειαν, συμβαίνει τό ἀκριβῶς ἀντίθετον: οἱ Ἐσφιγμενῖται ἔχουν χρέος νά ΜΗ μνημονεύουν τόν Βαρθολομαῖον, ἐφόσον αὐτός εἶναι αἱρετικός, τοὐτέστιν ἐπαναστάτης κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Ὁ Μ. Ἀθανάσιος γράφει: «Ἐάν ὁ ἐπίσκοπος ἤ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὄντες ὀφθαλμοί τῆς Ἐκκλησίας, κακῶς ἀναστρέφωνται, καὶ σκανδαλίζωσι τὸν λαόν, χρὴ αὐτούς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γὰρ ἐστιν ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον, ἤ μετ’ αὐτοὺς ἐμβληθῆναι, ὡς μετὰ Ἄννα καὶ Καϊάφα, εἰς τὴν γέεναν τοῦ πυρός» (P.G., τ. 27, σελ. 1369C).

 

Βεβαίως, οἱ διῶκται ἐπικαλοῦνται τάς δικαστικάς ἀποφάσεις ἐναντίον τῶν Ἐσφιγμενιτῶν, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν ὡς φυσικόν ἐπακόλουθον τοῦ ὡς ἄνω ἐκκλησιαστικοῦ πραξικοπήματος καί ἄρα εἶναι ἄκυροι. Παρευρέθην εἰς δύο δίκας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν παρῳδίαι. Ἐπί πολλάς ὥρας ἔπαιζον μαγνητοφωνημένας ὁμιλίας τοῦ π. Μεθοδίου, μέ στόχον ν' ἀποδείξουν ὅτι μέ τά πύρινα κηρύγματά του κατά τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (κατ’ ἀλήθειαν, Σατανισμοῦ), ὁ π. Μεθόδιος ἦτο ὁ ἠθικός αὐτουργός διά ... τήν «βόμβαν μολότωφ» (στουπί ἀναμμένον) πού τό 2013 ὁ μοναχός Ἀντύπας, ἐν ἀμύνῃ εὑρισκόμενος, ἔρριξεν ἀπό τό «κονάκι» τῆς Μονῆς (Καρυαί) εἰς «τόν γάμον τοῦ καραγκιόζη», πρός ἐκφοβισμόν τῶν εἰσβολέων «Κατσουλιέρηδων», οἱ ὁποῖοι προσεπάθησαν μέ Bobcat νά γκρεμίσουν τό κονάκι καί νά σκοτώσουν τούς μοναχούς πού εὑρίσκοντο ἐντός αὐτοῦ. Οἱ αὐτοί εἶχον ἐπιτεθῆ εἰς τό κονάκι μέ λοστούς καί βαριοπούλας τό 2006. Παρά ταῦτα, ὅλοι οἱ Διαστροφεῖς τῆς Ἀληθείας τῶν ΜΜΕ (=Μέσα Μαζικοῦ Ἐξανδραποδισμοῦ) τόν μέν π. Μεθόδιον ἐμφανίζουν ὡς δῆθεν «καταληψίαν» πού προτρέπει εἰς βίαν, τούς δέ «Κατσουλιέρηδες» ὡς δῆθεν ἀνθρώπους τῆς ἀγάπης! «Ἐλησμόνησαν», ὅμως, νά παίξουν εἰς τάς ἐν λόγῳ δίκας καί τά κηρύγματα τοῦ π. Μεθοδίου, ὅπου λέγει ὅτι «τό ὅπλον μας εἶναι τό κομβοσχοίνι»! Τόσον «ἀμερόληπτοι» ἦσαν!

Οἱ αὐτοί Διαστροφεῖς τῆς Ἀληθείας περιγράφουν σήμερον τό ζήτημα τῆς ἀληθινῆς Ἱ.Μ. Ἐσφιγμένου ὡς ἑξῆς: «Πρόκειται γιά γέροντες οἱ ὁποῖοι ἀπό τό 1972 κρατοῦν σκληρήν στάσιν ἔναντι τῆς ἡγεσίας τῆς Ὀρθοδοξίας ἔχοντας διακόψει  κάθε ἐπαφήν μέ τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, διαφωνῶντας γιά τάς συναντήσεις μέ ἐκπροσώπους τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας». Ἡ «περιγραφή» αὐτή ἀποτελεῖ «μπάζωμα» τοῦ ζητήματος τῆς Ἱ.Μ. Ἐσφιγμένου, κατ’ ἀπομίμησιν τοῦ «μπαζώματος» τοῦ Ἐγκλήματος τῶν Τεμπῶν! Διότι, πρῶτον, ἀντί νά εἴπουν ὅτι ἡ Ἱ.Μ. Ἐσφιγμένου διέκοψε τήν κοινωνίαν μέ τούς κατ’ οὐσίαν οὐνίτας «πατριάρχας», ὡς ἀντίδρασιν εἰς τήν ἀπό 7-12-1965 «ἄρσιν» τῆς ἀκοινωνησίας μέ τόν «πάπαν Ρώμης», ἤτοι εἰς τήν «ἄρσιν» τοῦ Σχίσματος τοῦ 1054 (βλ. παρ. 4Β τοῦ ἐπισήμου ἀνακοινωθέντος εἰς τήν ἀκόλουθον ἠλεκτρονικήν διεύθυνσιν https://w2.vatican.va/content/paul-vi/en/speeches/1965/documents/hf_p-vi_spe_19651207_common-declaration.html), χωρίς βεβαίως ὁ «πάπας» ν’ ἀποκηρύξῃ τάς 20 περίπου αἱρέσεις του, ἁπλῶς ὁμιλοῦν διά ... «συναντήσεις μέ ἐκπροσώπους τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας»!

Δεύτερον, ὁμιλοῦν διά ... «σκληρήν στάσιν ἔναντι τῆς ἡγεσίας τῆς Ὀρθοδοξίας», δίδοντες ἔτσι τήν ψευδῆ ἐντύπωσιν ὅτι οἱ Ἐσφιγμενῖται εἶναι αὐτοί πού συμπεριφέρονται μέ «σκληρότητα» καί «ἐγωϊσμόν» ἔναντι τῆς «ὀρθοδόξου» ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς! Κατ’ ἀλήθειαν, ὅμως, ἡ τελευταία κηρύσσει αἱρέσεις ἀπωλείας καί, ὅπως προανεφέρθη, οἱ Ἐσφιγμενῖται (καί ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι) ἔχουν χρέος νά διακόψουν πᾶσαν κοινωνίαν μετ’ αὐτῆς. Διότι ὅσοι κοινωνοῦν ἐν γνώσει μέ αἱρετικούς εἶναι «ἐχθροί τοῦ Θεοῦ» καί ἐν δυνάμει ἀναθεματισμένοι: «Ἐχθρούς γάρ Θεοῦ ὁ Χρυσόστομος, οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας, μεγάλῃ καί πολλῇ τῇ φωνῇ ἀπεφήνατο» (Ἁγ. Θεοδώρου Στουδίτου, P.G. 99, σ. 1049)· καί «τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει τοῖς ὑβρίζουσι καί ἀτιμάζουσι τάς σεπτάς Εἰκόνας, ἀνάθεμα» (Ζ’ Οἰκ. Σύνοδος, Πράξεις Α' καί Ε').

Σημειωτέον ὅτι τό 1998 ὁ Βαρθολομαῖος ἐξύβρισε τούς ἀνθενωτικούς Ἁγίους ὡς «θύματα τοῦ ἀρχεκάκου ὄφεως», ἐνῷ τό 2016 ἐπραγματοποίησε τήν ψευδο-σύνοδον τοῦ Κολυμπαρίου, μέ τήν ὁποίαν ἀνεγνώρισεν ὡς «ἐκκλησίας μέ τήν ἱστορικήν των ὀνομασίαν» ὅλας τάς αἱρέσεις, τάς ὁποίας αἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔχουν ἀναθεματίσει. Ἐπίσης, τό 2019 ἐδημιούργησε τό Οὐκρανικόν σχίσμα, μέ τό ὁποῖον συνέβαλε εἰς τόν Ρωσσο-Οὐκρανικόν πόλεμον τοῦ 2022. Εἰς δέ τάς ἐπικρίσεις ἐναντίον του ὅτι, ἐξ αἰτίας τῶν ἀντικανονικῶν, αἱρετικῶν καί διχαστικῶν ἐνεργειῶν του, μερικαί ἑκατοντάδες ἑκατομμύρια Ὀρθοδόξων διέκοψαν τήν κοινωνίαν μαζί του, αὐτός, ὁ ὑποτιθέμενος «ἐγγυητής τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας», ἀπαντᾶ ὡς ἑξῆς: «Σκασίλα μου»!!! Συνεπῶς, ἡ ὡς ἄνω «περιγραφή» τοῦ προβλήματος, καθώς καί τό ἀπολύτως ψευδές «ἐπιχείρημα» τῆς «κυβερνήσεως», τῶν συστημικῶν «δημοσιογράφων» κ.ἄ., ὅτι δῆθεν «δέν εἶναι δυνατόν κάποιοι νά παρουσιάζωνται περισσότερον εὐσεβεῖς ἀπό ἄλλους», ἀποτελεῖ ἐγκληματικόν «μπάζωμα» τῆς ἀληθείας!

Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἕπεται ὅτι ὁ «πατριάρχης» οὐδέν δικαίωμα εἶχε τό 2002 ν' ἀνακηρύξῃ «σχισματικούς» τούς Ἐσφιγμενίτας ἄνευ ἀποφάσεως Πανορθοδόξου Συνόδου. Οἱ δέ Ἐσφιγμενῖται ἔχουν ὄχι μόνον δικαίωμα ἀλλά καί χρέος νά μή τόν μνημονεύουν καί νά μή συναθροίζωνται μετ’ αὐτοῦ εἰς τούς ἱερούς ναούς, ὅπως διδάσκει ὁ Μ. Ἀθανάσιος (βλ. ἀνωτέρω), ἀλλά καί ὁμοφώνως σύμπασα ἡ Ἐκκλησία. Τό κατηγορητήριον, συνεπῶς, κατά τῶν Ἐσφιγμενιτῶν Πατέρων διά «σχίσμα» καταρρέει παταγωδῶς! Συμπαρασύρει δέ καί ὅλας τάς καταδικαστικάς ἀποφάσεις ἐναντίον των, αἱ ὁποῖαι, ὅπως προανεφέρθη, ἦσαν ἀπόρροιαι τῆς ψευδοῦς κατηγορίας περί «σχίσματος».   

Τέλος, ἀκόμη καί πολλοί ἀπό αὐτούς πού ἐναντιοῦνται εἰς τόν διωγμόν τῆς ἀληθινῆς Ἱ.Μ. Ἐσφιγμένου, μέ κριτήρια κυρίως ἀνθρωπιστικά, σπεύδουν νά δηλώσουν ὅτι δέν συμφωνοῦν μαζί της εἰς ἄλλα ἐπί μέρους ζητήματα καί δή εἰς τήν ἐκ μέρους τῆς Μονῆς μή ἀναγνώρισιν τῶν «νεοφανῶν ἁγίων», Παϊσίου, Πορφυρίου κ.ἄ. Οἱ γέροντες αὐτοί «ἡγιοποιήθησαν» ἀπό τόν ὑβριστήν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὀλετῆρα τῆς Ἐκκλησίας «πατριάρχην» Βαρθολομαῖον, κατά τό «δόξαν παρ' ἀλλήλων λαμβάνοντες» (Ἰω. 5:44), ἐπειδή ὄχι μόνον τόν ἠκολούθουν εἰς τόν ὄλεθρον ὅπου αὐτός ὁδηγεῖ τήν Ὀρθοδοξίαν, ἀλλά καί τόν ἐνεκωμίαζον! Ἐρωτῶ: Ὑπάρχει κάποιος ἀπό τήν ἐποχήν πού ἐπεκράτει ὁ Ἀρειανισμός (4ος αἰών) ἤ ὁ Μονοφυσιτισμός (5ος αἰών), ἤ ὁ Μονοθελητισμός (7ος αἰών) ἤ ἡ Εἰκονομαχία (8ος-9ος αἰών) ὁ ὁποῖος συνεπορεύθη μέ τήν μερίδα τῶν αἱρετικῶν, κοινωνῶν μετ' αὐτῶν καί ἐγκωμιάζων αὐτούς, καί κατόπιν ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία νά τόν ἐδέχθη ὡς Ἅγιον; Προφανῶς, ὄχι, ἀκόμη καί ἄν ὁ ἴδιος δέν ἐκήρυττεν αἵρεσιν! Διότι, ὅπως διδάσκει ὁ Ἅγ. Θεόδωρος Στουδίτης, «οἱ μέν (σ.σ. αἱρετικοί) τέλεον περί τήν πίστιν ἐναυάγησαν· οἱ δέ, εἰ καί τοῖς λογισμοῖς οὐ κατεποντίσθησαν, ὅμως τῇ κοινωνίᾳ τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (P.G. 99, σ. 1164 Α)· καί, ὅπως γράφει ὁ Δοσίθεος, «λέγει γάρ ὁ Θεός τῷ Μωϋσεῖ, Ἀποσχίσθητε ἀπό τῶν ἀνδρῶν τούτων (σ.σ. τῶν ἀσεβῶν), ἵνα μή συναπόλησθε» (Δωδεκάβιβλος, Βιβλ. Η՛, Κεφ. Δ՛, Παρ. Δ՛). Λοιπόν, ἐκείνους πού ἡ Ἁγία Γραφή, αἱ Σύνοδοι καἰ οἱ Ἅγιοι Πατέρες χαρακτηρίζουν «ἐχθρούς τοῦ Θεοῦ», τούς ὁποίους ἀναθεματίζουν καί διά τούς ὁποίους ἀποφαίνονται ὅτι αἱ ψυχαί των χάνονται μαζί μέ αὐτάς τῶν αἱρετικῶν, ἐπειδή ἐκοιμήθησαν ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῶν, ἡμεῖς θά τιμῶμεν ὡς ἁγίους;

Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ του Αγίου Ιουστίνου (Πόποβιτς)

Υπό το πρίσμα αυτής της ευαγγελικής και ιεράς ορθοδόξου παραδόσεως είναι αντιευαγγελική και αντίχριστος φρικαλεότης το να φονεύεται ο αμαρτωλός λογω της αμαρτίας. Εν προκειμένω καμμία ιερά εξέτασις δεν δύναται να ανακυρυχθή ως ιερά. Εν τελευταία αναλύσει, όλοι οι ουμανισμοί φονεύουν τον αμαρτωλόν λόγω της αμαρτίας, εξοντώνουν τον άνθρωπον μαζί με την αμαρτίαν. Διότι δεν θέλουν τον Θεάνθρωπον, ο Οποίος είναι η μόνη σωτηρία του ανθρώπου και από την αμαρτίαν, και από τον θάνατον, και από τον διάβολον. Εκείνος που δεν είναι υπέρ του Θεανθρώπου είναι ως εκ τούτου κατά του ανθρώπου, και είναι ως εκ τούτου δολοφόνος του ανθρώπου, και ακόμη είναι ως εκ τούτου και αυτόχειρ. Διότι αφήνει τον άνθρωπον εις την πλήρη εξουσίαν της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου, εκ των οποίων μόνον ο Θεάνθρωπος δύναται να τον σώση και κανείς άλλος υπό τον ουρανόν. Μεταχειριζόμενος κατ΄ αυτόν τον τρόπον τον αμαρτωλόν, ο ουμανιστικός άνθρωπος αναποφεύκτως αυτοκτονεί:  φονεύει την ιδίαν την ψυχήν του, παραδίδει τον εαυτόν του εις την κόλασιν, εις αιωνίαν συναναστροφήν με τον διάβολον, αυτόν τον έκπαλαι «ανθρωποκτόνον» (Ιωάνν. 8, 44).

Ο στάρετς Αρσένιος: Ήμασταν οι χειρότεροι άπ' όλους!

….Λέτε, λοιπόν, πώς ο κομμουνισμός γκρέμισε εκκλησίες, φυλάκισε πιστούς, πολέμησε την Εκκλησία. Ναι, έτσι είναι. Ας εξετάσουμε όμως τα πράγματα συνολικότερα και βαθύτερα. Ας ανατρέξουμε σε όσα προηγήθηκαν. Πολύ πρωτύτερα ο λαός μας είχε χάσει την πίστη του, είχε περιφρονήσει την παράδοσή του, είχε λησμονήσει την ιστορία του, είχε αρνηθεί τα ιερά και τα όσιά του. Ποιος φταίει γιαυτό; Η τωρινή εξουσία; Εμείς φταίμε! Και τώρα θερίζουμε ό,τι σπείραμε... 


"Ας θυμηθούμε, τι παράδειγμα έδιναν στο λαό οι διανοούμενοι, οι ευγενείς, οι έμποροι, οι δημόσιοι υπάλληλοι· και προπαντός, τί παράδειγμα δίναμε εμείς, οι κληρικοί. Ήμασταν οι χειρότεροι άπ' όλους! Γι' αυτό και των παπάδων τα παιδιά, βλέποντας μέσα στις οικογένειές τους την ανηθικότητα και τη φιλοχρηματία, γίνονταν οι πιο φανατικοί άθεοι, οι πιο μαχητικοί επαναστάτες. Πολύ πρίν από την επανάσταση του 1917 ο κλήρος είχε χάσει κάθε δυνατότητα καθοδηγήσεως του λάου. Είχε γίνει -- αλίμονο! -- μια κάστα επαγγελματιών, όπου βασίλευαν η απιστία καί η διαφθορά. Από το πλήθος των μοναστηριών της πατρίδας μας, μόνο πεντ'-έξι ήταν φωτεινοί φάροι του χριστιανισμού και του πνεύματος: το Βάλαμο, η Όπτινα με τους μεγάλους στάρτσι, το Ντιβέγιεβο, το Σάρωφ καί ίσως ενα-δύο ακόμα. Στα υπόλοιπα όχι μόνο την πίστη και την αρετή δεν συναντούσε κανείς, αλλά και σκανδαλιζόταν από το κοσμικό φρόνημα και την ανόητη επιδεικτικότητα. 

"Τι μπορούσε να πάρει ο λαός από τέτοιους ρασοφόρους, από τέτοιους δήθεν εκπροσώπους του Θεού; Εμείς τον σπρώξαμε στην επανάσταση, γιατί δεν του δώσαμε το καλό παράδειγμα. Δεν του εμπνεύσαμε την πίστη, την αγάπη, την υπομονή, την ταπείνωση. Μην τα ξεχνάτε όλα αυτά, μην τα ξεχνάτε! Γι' αυτό μας εγκατέλειψε τόσο εύκολα ο λαός.
 

Γι' αυτό αρνήθηκε μαζί μ' εμάς και το Θεό. Γι' αυτό γκρέμισε τις εκκλησιές.
 
" Δεν μπορώ, λοιπόν, να κατηγορήσω την εξουσία, το σημερινό καθεστώς. Γιατί οι σπόροι της αθεΐας έπεσαν τότε στο έδαφος πού εμείς οι ίδιοι είχαμε προετοιμάσει με τα λάθη μας και τον ξεπεσμό μας. Αυτή ήταν η αιτία και η αρχή του κακού. Όλα όσα ακολούθησαν, ακόμα και τούτο το στρατόπεδο και το μαρτύριο μας καί οι άσκοπες θυσίες τόσων αθώων ανθρώπων, δεν είναι παρά οι αναπόφευκτες συνέπειες.

π. Θεόδωρος Ζήσης:

Ἐνδεικτικὰ ἀναφερθήκαμε στοὺς δύο αὐτοὺς μεγάλους ἀγωνιστὰς καὶ ὑποστηρικτὰς τῆς καλῆς ἑνώσεως καὶ τῆς καλῆς εἰρήνης (Ἰωσὴφ Βρυέννιο καὶ Γεννάδιο Σχολάριο), ποὺ ἐκφράζουν διαχρονικὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ τὴν Μεγάλη Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ὁποία ἀπὸ τὸν περασμένο αἰώνα προωθεῖ τὴν κακὴ ἕνωση μὲ σοφιστικὰ ἐπιχειρήματαὅπως γράφει  Γεννάδιος Σχολάριοςκαὶ ἀποκαλεῖ τὸν πάπα ὄχι ἁπλῶς «ἅγιο», πρᾶγμα ποὺ κατακρίνει  Ἰωσὴφ Βρυέννιοςἀλλὰ ἁγιώτατο καὶ σεβασμιώτατο καὶ ἀγαπητὸ ἀδελφὸ καὶ κανονικὸ ἐπίσκοπο Ρώμηςθυμιάζουσα αὐτὸν ὡς «εὐλογημένον ἐρχόμενον ἐν ὀνόματι Κυρίου» καὶ μνημονεύουσα τὸ ὄνομά του σὲ ὀρθόδοξη ἀκολουθία καὶ πλεῖστα ἄλλαὍταν  «Ὀρθόδοξος Τύπος» ἱδρύθηκε ἀπὸ τὸν Γέροντα Χαράλαμπο Βασιλόπουλο Ἀθηναγόρας ποὺ προσπαθοῦσε νὰ ἐπιβάλει τὴν κακὴ ἕνωση εἶχε ἀντιμέτωπη στὸ σύνολό της σχεδὸν τὴν Ἐκκλησία τῆς ῾Ελλάδος καὶ ἰσχυρὲς θεολογικὲς καὶ μοναστικὲς δυνάμεις τωρινὸς Πατριάρχης τὴν ἔχει σύμμαχοκαὶ οἱ θεολογικὲς καὶ μοναστικὲς δυνάμεις μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ἐξασθενοῦνἀκόμη καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος.