Αν η Ανάσταση υπήρξε το γεγονός, που πιστοποίησε ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Θεάνθρωπος, η Μεταμόρφωση του Χριστού έδειξε πόσο λαμπρή είναι η Θεότητά Του και πόσο «καλή» η θέωση, στην οποία ο Κύριος μάς καλεί. Και παρ’ όλο που η Ανάσταση αποτελεί το πρώτο και βασικό γεγονός της πίστεως, εν τούτοις η Μεταμόρφωση κατέχει τα πρωτεία σε δόξα και μεγαλείο μπροστά στα ανθρώπινα μάτια. Διότι την Ανάσταση δεν την είδε κανένας και ο αναστημένος Χριστός εμφανιζόταν μπαίνοντας στη δική μας συχνότητα και παίρνοντας τις δικές μας διαστάσεις. Τη Μεταμόρφωση, όμως, την αντίκρυσαν εκστατικοί οι μαθητές, μπαίνοντας αυτοί στη συχνότητα του Πνεύματος και παίρνοντας τη διάστασή Του. Μ’ αυτό τον τρόπο έγιναν αυτόπτες της μεγαλειότητος «ως εχώρουν», όπως επισημαίνεται στο κοντάκιο της γιορτής, όσο μπορούσε να χωρέσει και να αντέξει η ανθρώπινη ύπαρξή τους. Έγιναν αυτήκοοι της φωνής του Θεού, που σύστηνε τον Υιό Του στους ανθρώπους.
Ο ΜΕΓΑΣ ΦΩΤΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ Ὑπὸ τοῦ κ. ΑΝΔΡΕΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
Πανηγυρικὸς Λόγος ἐκφωνηθεὶς ὑπὸ τοῦ Καθηγητοῦ τῆς Ἱστορίας Δογμάτων καὶ Συμβολικῆς κ. Ἀνδρέου Θεοδώρου ἐν τῇ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κατὰ τὴν συνοδικὴν θείαν Λειτουργίαν ἐν τῷ Καθολικῷ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Πεντέλης τὴν 6ην Φεβρουαρίου 1970, ἑορτὴν τοῦ Ἁγίου Φωτίου.
Ἡ 6η Φεβρουαρίου εἶναι ἡ ἡμερομηνία, τὴν ὁποίαν ἡ Ὀρθόδοξος Καθολικὴ Ἐκκλησία ἡμῶν ὥρισεν εἰς μνήμην Φωτίου τοῦ Μεγάλου. Δι’ ὃ καὶ ἡμεῖς σήμερον, ἀγαλλομένῳ ποδὶ καὶ σκιρτώσῃ καρδίᾳ, προσήλθομεν εἰς τὸν Ἱερὸν τοῦτον Ναόν, ἵνα, ἐν ἱεροπρεπεῖ καὶ κατανυκτικῷ καὶ ἡσυχίῳ μοναστικῷ περιβάλλοντι, τιμήσωμεν τὸν ἑορταζόμενον Ἅγιον, ὅστις, διαγράψας τροχιὰν αἰγλήεσσαν καὶ λαμπροφόρον ἐν τῷ πνευματικῷ στερεώματι τῆς Ἐκκλησίας, κατέστη ἀστὴρ παμφαὴς καὶ πολύφωτος, ἀποστίλβων τὴν θεσπεσίαν μαρμαρυγὴν καὶ τὸ ἀείζωον πνευματικὸν κάλλος τῆς Ὀρθοδοξίας, καταλάμπων δὲ τοῖς ἑαυτοῦ μεγαλείοις ἐν οἷς ἐθαυμάστωσεν αὐτὸν ὁ Κύριος, ἅπαν τὸ οἰκουμενικὸν πλήρωμα τῆς γεραρᾶς καὶ σεπτῆς ἡμῶν Μητρὸς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
ΚΥΡΙΑΚΗ Β’ ΛΟΥΚΑ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΗΝΑ
«...πλήν ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν». Ἀδελφοί, νά ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς σας καί νά τούς εὐεργετεῖτε, χωρίς νά ἐλπίζετε τίποτε ὡς ἀνταπόδοσιν ἀπό αὐτούς. Μιμεῖται τόν Θεόν ἐκεῖνος πού εὐεργετεῖ τούς ἐχθρούς του, ἔστω κι ἄν μένουν ἀδιόρθωτοι. Ὅπως ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ἔτσι καί οἱ περισσότεροι Ἅγιοι καί μεγάλοι σοφοί πού κατεῖχαν τήν θεανθρώπινη φιλοσοφία, σπουδαῖοι ἄνθρωποι, προσεύχονταν γιά τούς ἐχθρούς.