Ἡ ἀποτείχισις ἀπό μή κεκριμένους αἱρετικούς εἶναι δόγμα -- τοῦ Δημητρίου Χατζηνικολάου, πρ. Ἀν. Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων

1. Εισαγωγή

Ἡ Ὀρθοδοξία καί ἡ Ἑλλάς βάλλονται πανταχόθεν, κυρίως ἐκ τῶν ἔσω καί δή ὑπό τῶν Οἰκουμενιστῶν «ψευδεπισκόπων» (ὅρος τοῦ ΙΕ' Κανόνος τῆς ΑΒ' Συνόδου) καί τῶν ψευδο-πολιτικῶν. Τά κτυπήματα εἶναι σφοδρά καί ἀλλεπάλληλα, ὅπως π.χ. ἡ προώθησις τῶν θανατηφόρων «ἐμβολίων», ἡ νομιμοποίησις τοῦ «γάμου» τῶν ὁμοφυλοφίλων (πού συνιστᾶ αἵρεσιν), ἡ ἐπιβολή τῆς εἰκονομαχικῆς αἱρέσεως «γκανζούφ» (πρβλ. τά πρόσφατα γεγονότα εἰς τήν «ἀντεθνικήν τερατοθήκην»), ὁ ψηφιακός ὁλοκληρωτισμός, ἡ ἀντικατάστασις τοῦ πληθυσμοῦ μέ ἰσλαμιστάς «πρόσφυγας» κ.ἄ. Ἄν ὑπῆρχεν Ὀρθόδοξος Ἱεραρχία εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, τίποτε ἀπό αὐτά δέν θά συνέβαινεν. Ἐάν π.χ. τό 2024 συμπεριεφέρετο προληπτικῶς (preemptive behavior), ὅπως ὑπαγορεύει ἡ Θεωρία Παιγνίων, καί ἠπείλει ὅτι θ’ ἀφώριζε τούς βουλευτάς πού θά ἐψήφιζον τόν «γάμον» τῶν ὁμοφυλοφίλων, αὐτός δέν θά ἐψηφίζετο! Ὄχι μόνον δέν τό ἔπραξεν, ἀλλά δέχεται καί εἰς κοινωνίαν αὐτούς τούς αἱρετικούς, θέτουσα ἑαυτήν ὑπό τό ἀνάθεμα τῶν Οἰκ. Συνόδων, κατά τό γνωστόν «ὁ μή λέγων ἀνάθεμα τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα ἔστω» (Ε' Οἰκ. Σύνοδος). Ἐκτός τούτου, κηρύσσει παλαιάς καί νέας αἱρέσεις, συντάσσεται δέ ἀναφανδόν -- κατά τήν αἵρεσιν τοῦ Σεργιανισμοῦ -- μέ τούς Φασίστας πού ἐξουσιάζουν τόν κόσμον καί ἀφαιροῦν συνεχῶς θεμελιώδεις ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, μέ τήν ἐπιβολήν τῆς ψηφιακῆς ταυτότητος καί τοῦ «προσωπικοῦ ἀριθμοῦ», μέ τήν ἐπικειμένην κατάργησιν τῶν μετρητῶν καί τήν ἐπιβολήν τοῦ ψηφιακοῦ εὐρώ κ.λπ. δῆθεν χάριν ... τῆς «εὐκολίας τῶν συναλλαγῶν», ἀλλ’ εἰς τήν πραγματικότητα διά νά ἐλέγχουν πλήρως τούς πάντας καί ν’ ἀποκλείουν ἀπό παντοῦ ὅσους δέν εἶναι «καλοί μαθηταί» τοῦ Σατανισμοῦ, τόν ὁποῖον αὐτοί ἐπιβάλλουν! Μία Ὀρθόδοξος Ἱεραρχία θά συνετάσσετο μέ τό Παύλειον «τιμῆς ἠγοράσθητε· μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀνθρώπων» (Α' Κορ. 7:23) καί θ’ ἀνέτρεπε ὅλ’ αὐτά τά δεινά. Δυστυχῶς, ὁ λαός δέν ἀντιδρᾶ εἰς τήν ἀποστασίαν τῶν «ἡγετῶν» του ἀπό τόν Θεόν, ἀπό τά Ἑλληνικά ἰδεώδη καί ἀπό αὐτήν ταύτην τήν λογικήν. Παρακολουθεῖ τά γεγονότα μέ ἀπορίαν καί, εἰς τήν καλυτέραν περίπτωσιν, προβαίνει εἰς συλλαλητήρια, ἀρθρογραφίαν καί ἄλλας ἀναποτελεσματικάς διαμαρτυρίας, ὄχι ὅμως καί εἰς τήν ἁγιοπατερικήν καί σωτήριον ἀντίδρασιν, πού εἶναι ἡ ἀποτείχισις ἀπό ψευδεπισκόπους τοῦ τύπου Βαρθολομαίου, Ἱερωνύμου κ.ἄ. Διότι κατά τά τελευταῖα 100 περίπου ἔτη, εἷς ἑσμός ψευδολόγων καί αἱρετικῶν, κληρικῶν καί λαϊκῶν, ἔχουν κατορθώσει νά πείσουν τόν ἀκατήχητον λαόν ὅτι ἡ ἀποτείχισις ἀπό αὐτούς εἶναι σχίσμα καί αἵρεσις! Ἡ φοβερά αὐτή διαστροφή τῆς Ἀληθείας ἐπανελήφθη κατά κόρον μετά τήν ἐκθρόνισιν τοῦ κ. Τυχικοῦ ἀπό τήν Ἱ. Μητρόπολιν Πάφου καί οἱ Οἰκουμενισταί ζητοῦν πλέον λιβέλλους κατά τοῦ «ἀποτειχισμοῦ» [sic]! Μέ τήν τερατώδη αὐτήν διαστροφήν οἱ Οἰκουμενισταί ἀπορρίπτουν τό Ὀρθόδοξον δόγμα τῆς ἀποτειχίσεως!

2. Οἱ Οἰκουμενισταί ἀπορρίπτουν ὅλα τά δόγματα τῆς Ὀρθοδοξίας!

Ἀλλ’ οἱ Οἰκουμενισταί δέν ἀπορρίπτουν μόνον τό δόγμα τῆς ἀποτειχίσεως, ἀλλά τήν Ὀρθοδοξίαν  ἐν τῷ συνόλῳ Της! Ὅπως μαρτυροῦν οἱ ἴδιοι εἰς τά ἐπίσημα ἔγγραφά των (βλ. Πατριαρχικάς Ἐγκυκλίους τοῦ 1902 καί τοῦ 1920), εἰς ὁμιλίας, δηλώσεις, ἄρθρα καί βιβλία των, καί βεβαίως μέ τάς πράξεις των, ἀπορρίπτουν ἐμμέσως, πλήν σαφῶς, τό Σύμβολον τῆς Πίστεως, τό ὁποῖον λέγει ὅτι Μία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ὀρθόδοξος. Αὐτό προκύπτει ἀπό τάς βλασφήμους πράξεις των, ὅπως: (1) αἱ συμπροσευχαί καί τά συλλείτουργα μέ αἱρετικούς· (2) αἱ συμφωνίαι ἑνώσεως μέ τούς Μονοφυσίτας (Σαμπεζύ, 1991) καί τούς παπικούς (Μπαλαμάντ, 1993)· (3) ἡ συμμετοχή των εἰς τό «Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν» (Π.Σ.Ε.), ὅπου ἔχουν εἰσαγάγει τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ὡς ἰσότιμον μέλος, δεχόμενοι ὅτι ἀπό μόνη Της δέν εἶναι πλήρης καί μόνον ἐν τῇ ἑνώσει Της μέ τάς ἑκατοντάδας τῶν αἱρετικῶν «ἐκκλησιῶν» θά καταστῇ πλήρης («Διακήρυξις τοῦ Τορόντο», 1950)· (4) ἡ ἐπίσημος ἀναγνώρισις τῶν ψευδο-εκκλησιῶν αὐτῶν «μέ τήν ἱστορικήν των ὀνομασίαν» (Κολυμβάρι, 2016), π.χ. ἡ ἀναγνώρισις τοῦ Παπισμοῦ ὡς «Καθολικῆς ’Εκκλησίας», ἐνῷ τοιαύτη λέγεται καί εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία· (5) ἡ «ἄρσις» τοῦ σχίσματος τοῦ 1054 (βλ. παρ. 4Β τοῦ ἐπισήμου ἀνακοινωθέντος μέ τίτλον Joint Catholic-Orthodox Declaration of His Holliness Pope Paul VI and the Ecumenical Patriarch Athenagoras Ihttps://w2.vatican.va/content/paul-vi/en/speeches/1965/documents/hf_p-vi_spe_19651207_common-declaration.html, 7-12-1965, καθώς καί New York Times τῆς 8-12-1965, ἡ ὁποία ἀναφέρει ὅτι «ἡ Ἀκοινωνησία ἐκμηδενίζεται», τοὐτέστιν ὅτι τό σχίσμα αἴρεται)· κ.ἄ. Διό καί ὁ Οἰκουμενισμός ἔχει καταγνωσθῆ καί καταδικασθῆ ὡς παναίρεσις ὑπό τοπικῶν τινων Συνόδων, ὅπως ὑπό τῆς ὑπό τόν Ἅγιον Φιλάρετον Ρωσσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς (ΡΟΕΔ, 1983), ὑπό συγχρόνων ἁγίων, ὅπως τοῦ Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς (+1979), ὑπό πολλῶν Ὀρθοδόξων θεολόγων κ.ἄ.

Ἁγ. Νικοδήμου ἁγιορείτου, Ὁμολογία Πίστεως

Η αλλαγή του Ημερολογίου εγένετο εις εφαρμογήν του προγράμματος του Αντιχρίστου Οικουμενισμού όπως αυτό διετυπώθη εις τον Καταστατικόν Χάρτην της Οικουμενιστικής Κινήσεως, την διαβόητον αιρετικήν Εγκύκλιον του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως του 1920, συμφώνως προς την οποίαν όλαι αι Αρέσεις αναγνωρίζονται ως «Εκκλησίαι Χριστού, ως σύσσωμοι και συγκληρονόμοι της Βασιλείας του Θεού».

Εν κατακλείδι, τόσον η αλλαγή του ημερολογίου αυτή καθ’ εαυτή, όσο και ο πραξικοπηματικός, αντικανονικός και παράνομος τρόπος με τον οποίον εγένετο, κατέστησαν αμέσως την Εκκλησίαν της Ελλάδος σχισματικήν, ενεργεία σχισματικήν. Αυτή υπήρξεν εξ αρχής η απαρέγκλιτος θέσις της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος και του Ματθαίου Καρπαθάκη, ο οποίος παρέμεινεν εις αυτήν την θέσιν έως τέλους και ουδέποτε, από το 1924 και μετά, ανεγνώρισε τας αποφάσεις της Νεοημερολογιτικής Εκκλησίας της Ελλάδος ως Εκκλησιαστικώς δεσμευτικάς, ούτε τα Μυστήριά της ως έχοντα Θείαν Χάριν.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ -- ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΜΗΝΑ

«… τολμήσας εἰσῆλθε πρός Πιλᾶτον καί ἠτήσατο  τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ».

Ὁ Ἰωσήφ, εὐσχήμων βουλευτής, τόλμησε καί παρουσιάστηκε στόν Πιλᾶτο καί ἐζήτησε τό σῶμα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ νά Τό ἐνταφιάσει. Πραγματικά, ἁγία γερόντισσα, ἐάν, ὅπως γιά κάθε πράγμα ὑπάρχει κατάλληλος καιρός (Ἐκκλησιαστής 3, 1) καί γιά ὅλα ὑπάρχει ὁ χρόνος, ἔτσι καί γιά τήν ἐκτέλεση τῆς ἀρετῆς πρέπει κανείς νά ζητήσει τόν κατάλληλο καιρό καί μέ ἀνδρεῖο φρόνημα νά καταγγέλει τήν ἀδικία, ὅπου καί ὅταν αὐτή διαπράττεται.

Αὐτό ἀκριβῶς τόλμησε νά πράξει καί ὁ ἄδολος καί ἔντιμος ἐκπρόσωπος τοῦ λαοῦ, βουλευτής, Ἰωσήφ ὁ ἀπ’ Ἀριμαθαίας. Ἄλλωστε καί τό τέλος γενικά στεφανώνει τίς ἀρχές· καί ἀπό τέλος μπορεῖ ὁποιοσδήποτε νά ἀποδείξει ἄν αὐτές οἱ ἐνέργειες εἶναι ἀγαθές καί κάθε ἕνας πού ἔχει κάνει μία ἀρχή, ἀπό τό τέλος γίνεται φανερός, ἄν ξεκίνησε μέ ἀγαθό ἤ ὄχι σκοπό.