Τη ΚΔ΄ (24η) Σεπτεμβρίου, μνήμην επιτελούμεν του εξαισίου θαύματος της υπερευλογημένης Δεσποίνης ημών ΘΕΟΤΟΚΟΥ και ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ, γεγονότος εν τω πανσέπτω αυτής Ναώ των Μυρτιδίων εν τη νήσω των Κυθήρων, ότε τον παράλυτον ήγειρεν.

Μυρτιδιώτισσα ονομάζεται εικών της Θεοτόκου ευρεθείσα εν Κυθήροις υπό τας εξής περιστάσεις: Εις ταύτην την νήσον, την κοινώς Τσιρίγον ονομαζομένην, υπήρχεν εις παλαιοτέραν εποχήν εις τόπος έρημος, Μυρτίδια καλούμενος, διότι ήτο πλήρης από μυρσίνας, τας κοινάς λεγομένας μυρτιάς, και μόνον προς βοσκήν των ζώων χρήσιμος. Εις αυτόν λοιπόν τον τόπον οδηγηθείς από μίαν θείαν οπτασίαν, την οποίαν είδε καθ’ ύπνον, εις ευλαβής Χριστιανός έχων πολλήν την ευλάβειαν προς την Κυρίαν Θεοτόκον, μετέβη εκεί και ιστάμενος παρετήρει του τόπου την αγριότητα· και ούτω παρατηρών, ήκουσε φωνήν αοράτως, η οποία του έλεγεν· «Εάν ερευνήσης εδώ πλησίον, θα εύρης την Εικόνα μου· διότι είναι καιρός αφ’ ότου ήλθον και ευρίσκομαι εδώ, δια να δώσω εις τούτον τον τόπον την χάριν και βοήθειάν μου».

Η ΑΓΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ -- Αθωνικά άνθη.

«…Στερέωσον Κύριε την Εκκλησίαν, ην εκτήσω τω τιμίω Σου αίματι». Εκκλ. Υμνογραφία.

 

Εις την άστατον φοράν των εγκοσμίων πραγμάτων, εις την κενότητα του παρόντος τραγικού, των ανθρώπων βίου, εις την κοιλάδα ταύτην του κλαυθμώνος, προβάλλει, ως υπερκόσμιός τις θεία αποκάλυψις, η αγία Εκκλησία μας. «Ωραία και καλή ως ευδοκία, ωραία ως Ιερουσαλήμ, θάμβος ως τεταγμέναι», η Εκκλησία, «οι οφθαλμοί αυτής ως περιστεραί επί πληρώματα υδάτων», μεταποιεί εις εαυτήν πνευματικώς τας ανθρωποπρεπείς της ασματιζούσης νύμφης αισθητικάς παρομοιώσεις. «Ως πύργος Δαβίδ», η Εκκλησία, ωκοδομημένος επί την πέτραν της πίστεως· «χίλιοι θυρεοί κρέμανται επ’ αυτόν, πάσαι βολίδες των δυνατών». «Κνήμαι αυτής στύλοι μαρμάρινοι, τεθεμελιωμένοι επί βάσεις χρυσάς», «ως σπαρτίον κόκκινον χείλη της και η λαλιά της ωραία». «Πλόκιον κεφαλής της ως πορφύρα». 

Και ότε εξήλθεν από τον παγετόν της ανυπαρξίας της και, διασχίσασα τα ερέβη της αγνοίας, ενεφανίσθη εις το προσκήνιον της ανθρωπίνης ιστορίας τη αγία Πεντηκοστή, οι άγγελοι δια την τοιαύτην της Εκκλησίας πολυποίκιλον σοφίαν και αίγλην, διαπορούντες επεφώνουν εν χαρά: «Τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος, καλή ως σελήνη, εκλεκτή ως ο ήλιος; Τις αύτη η αναβαίνουσα λελευκανθισμένη, επιστηριζομένη επί τον αδελφιδόν αυτής – Χριστόν;».   

Τη ΚΔ΄ (24η) Σεπτεμβρίου, μνήμη της Αγίας Πρωτομάρτυρος και Ισαποστόλου ΘΕΚΛΗΣ.

Θέκλα η ένδοξος Πρωτομάρτυς και Ισαπόστολος του Χριστού, η πιστή του θείου Παύλου μαθήτρια, ήτο από το Ικόνιον της Μικράς Ασίας, θυγάτηρ ούσα ευγενούς τινος και επιφανούς Ελληνίδος γυναικός ονόματι Θεοκλείας, είχε δε και αρραβωνισθή με άνδρα τινά ονόματι Θάμυριν. Κατ’ εκείνον τον καιρόν παρεγένετο από την Αντιόχειαν εις το Ικόνιον ο μέγας κήρυξ και ευαγγελιστής της αληθείας Παύλος, η πολύφθογγος σάλπιγξ του Χριστού, δια να κηρύξη τον σωτήριον λόγον, έχων εις την συνοδείαν του δύο άνδρας, Δημάν τε και Ερμογένην, οίτινες ήσαν πονηροί και υποκριταί, δεικνύοντες ότι τον ηυλαβούντο εις το φαινόμενον, ενώ η γνώμη των ήτο όλως διεστραμμένη. Ο δε θείος Παύλος, ως του Ιησού Χριστού μιμητής και αγαθός άνθρωπος, δεν είχε πανουργίαν τινά, αλλά τους ηγάπα ως αδελφούς και τους εδίδασκε πάσαν την ένσαρκον οικονομίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, πως του απεκαλύφθη ο Κύριος ενώ εβάδιζε προς Δαμασκόν και πως επίστευσεν εις Εκείνον. Όταν λοιπόν έφθασαν εις την πόλιν του Ικονίου και το έμαθεν ο εκεί διαμένων ευσεβής και αγαθός άνθρωπος Ονησιφόρος, εξήλθεν ευθύς με την γυναίκα και τους παίδας αυτού ζητών τον Παύλον, τον οποίον δεν είδε ποτέ του, και μόνον από τον μαθητήν του Τίτον είχεν ακούσει τίνος είδους ήτο εις την θεωρίαν, δηλαδή μικρός το ανάστημα, φαλακρός εις την κεφαλήν, καμπυλομύτης και απλώς ειπείν όλος Πνεύματος Αγίου πεπληρωμένος και χάριτος.

Άγιος Ησύχιος «Προς Θεόδουλο»

Ο Κύριος, θέλοντας να δείξει ότι κάθε εντολή την εκτελούμε από χρέος, ενώ η υιοθεσία που προσφέρει, συντελείται στους ανθρώπους με το αίμα Του, λέει: « Όταν κάνετε όσα έχετε διαταχθεί, να πείτε ότι είμαστε αχρείοι δούλοι και κάναμε αυτό που οφείλαμε». Γι αυτό δεν είναι μισθός έργων η Βασιλεία των Ουρανών, αλλά χάρη και δωρεά του Κυρίου που έχει ετοιμάσει για τους πιστούς δούλους Του. Δεν απαιτεί ο δούλος την ελευθερία ως μισθό, αλλά ευχαριστεί ως οφειλέτης και την περιμένει ως δωρεά.

Αθανάσιος Σακαρέλλος, θεολόγος:

…Ένας από τους λόγους ήταν, ο προβληματισμός του Σ....., για την Ορθοδοξία του γέροντα Σωφρονίου του Έσσεξ, 1ον, για το περίφημο μικτό μοναστήρι, ανδρών και γυναικών! 2ον, για την διακοινωνία του μοναστηρίου με τους παν-οικουμενιστάς της εν Γαλλία ECOF, 3ον για την μηδέποτε αναφορά του γέροντα Σωφρονίου εναντίον της σατανικής ομοιοπαθητικής που εφήρμοζε η μονή του στο Άγιο Όρος (Ι. Μ. Παντελεήμονος), και 4ον, αν και ο γέροντας Σωφρόνιος έζησε τα πιο μεστά χρόνια του, την εποχή που ο οικουμενισμός έκανε θραύση επί Αθηναγόρου, σε κανένα συγγραφικό έργο του, κάνει αναφορά εναντίον του οικουμενισμού προς οφειλομένη προστασία του ποιμνίου του, αν ο ίδιος φυσικά ήταν εναντίον του οικουμενισμού. 

Εἰς μίαν πρωτόφαντον δυσοσμίαν «ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΥΩΔΙΑ» -- Τοῦ κ. Μιχαὴλ Ε. Μιχαηλίδη, Θεολόγου

Δέ χρειάζεται μεγάλη ἀνιχνευτική προσπάθεια, γιά νά διαπιστώσει κανείς τήν ἠθική καθίζηση καί τήν παρακμή τῆς ἐποχῆς μας. Στόν κάθε βηματισμό, καί μιά δύσοσμη χωματερή. Σέ κάθε ματιά κι ἕνα γοητευτικό εἴδωλο τῆς Ἀφροδίτης. Κάθε ἄκουσμα καί μιά ἑλκυστική μελωδία τοῦ ὑπόκοσμου. Μιά πρωτόφαντη ἠθική δυσοσμία ἁπλώνεται σ’ ὅλο τόν κόσμο. Κάθε πόλη καί μιά Βαβυλώνα, μιά Ρώμη, μιά Πομπηΐα. Ἡ κακία σ’ ὅλες της τίς μορφές. Ἡ ἁμαρτία στήν πιό μεγάλη της ἔξαρση καί ἔκταση. Ἡ ἀνομία καί ἡ παρανομία, τά εὔσημα τοῦ «προοδευτικοῦ» τῆς ἐποχῆς μας. Ὁ ἀμοραλισμός καί ὁ μηδενισμός, τό ἀφιόνι τοῦ πολιτισμοῦ καί τῶν ἰδανικῶν. Ὁ πανσεξουαλισμός, ἡ κορύφωση καί ὁ ἀποπνιγμός τῆς ψυχῆς. Σ’ ἕνα τέτοιο κόσμο ἡμιλιπόθυμο, καί σχεδόν, νεκρό, ὁ μόνος ζωντανός ἀνάμεσα στούς νεκρούς, εἶναι μονάχα ὁ χριστιανός, ὁ ἀληθινός χριστιανός. Ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀρετῆς. Ὁ ἅγιος. Ὁ ὀρειβάτης πού ἀνεβαίνει πάντα ψηλά κι ὅλο ψηλότερα. Ὁ ταπεινός. Ὁ ἁγνός καί καθαρός. Ὁ δυνατός καί γενναῖος. Ὁ φωτεινός καί φωτοδότης. «Χριστοῦ εὐωδία ἐσμέν τῷ Θεῷ ἐν τοῖς σωζομένοις καί ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις», διακηρύττει ὁ τῶν ἐθνῶν ἀπόστολος, ὁ Παῦλος (Β΄Κορ. Β΄ 15).

The Conception of St. John the Baptist

This came to pass fifteen months before the birth of Christ, after the vision of the Angel that Zacharias, the father of the Forerunner, saw in the Temple while he executed the priest's office in the order of his course during the feast of the Tabernacles, as tradition bears witness. In this vision, the Archangel Gabriel appeared to Zacharias and said to him, "Thy prayer is heard; and thy wife Elizabeth shall bear thee a son, and thou shalt call his name John" (Luke 1:13). Knowing that Elizabeth was barren, and that both he and she were elderly, Zacharias did not believe what the Angel told him, although he had before him the example of Abraham and Sarah, of Hannah, mother of the Prophet Samuel, and of other barren women in Israel who gave birth by the power of God. Hence, he was condemned by the Archangel to remain speechless until the fulfilment of these words in their season, which also came to pass (Luke 1:7-24).