ΕΓΚΩΜΙΟΝ εις τους Αγίους Θεοπάτορας ΙΩΑΚΕΙΜ και ΑΝΝΑΝ

Κοσμά του Βεστίτορος.                                                                                        

Η χθες της Θεοτόκου γενεθλιακή πανήγυρις, την της παγκοσμίου χαράς ημίν εορτήν ευφήμοις δεδοξολόγημεν υμνωδίαις· η δε σήμερον ημέρα, την ευχαριστίαν τοις γεννήτορσι προσφέρει της Θεομήτορος, ων η αφορμή, απαρχή της απάντων γέγονε σωτηρίας. Τοίνυν της θυγατρός εστιν η των γονέων πανήγυρις· ώσπερ γαρ επί δόξη μητρός συνδοξάζεται τέκνον, ούτω και επί υμνωδία τέκνου, συμμεγαλύνεται μήτηρ· και η σήμερον ευφροσύνη, μνήμη εστι Δικαίων μετ’ εγκωμίων. 

O Συναξαριστής της ημέρας.

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2018


Τη Θ΄ (9η) του μηνός Σεπτεμβρίου,  μνήμη των Δικαίων Θεοπατόρων ΙΩΑΚΕΙΜ και ΑΝΝΗΣ.                                                                                                  

Ιωακείμ και Άννης των Αγίων Θεοπατόρων την μνήμην εορτάζομεν σήμερον, διότι εγένοντο πρόξενοι της παγκοσμίου χαράς, με την γέννησιν της θυγατρός αυτών και Κυρίας ημών Θεοτόκου· η κυρίως όμως μνήμη της τελευτής αυτών εορτάζεται κατά την εικοστήν πέμπτην του Ιουλίου.                                                                                          

Τη αυτή ημέρα Η΄ (8η) Σεπτεμβρίου, μνήμη του εν Αγίοις πατρός ημών ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ Επισκόπου Αχταλείας της εν Ιβηρία.

Σωφρόνιος ο Άγιος και θεοφόρος πατήρ ημών κατήγετο εκ της εν Πόντω επαρχίας Χαλδείας, εκ τινος χωρίου Λοτσίων λεγομένου, της περιφερείας Δεραίνης. Εγεννήθη εν έτει αψλη΄ (1738) εκ γονέων ευσεβών και εναρέτων. Ο πατήρ αυτού, όστις ήτο και Ιερεύς, ελέγετο Γεώργιος Σερταρίδης, η δε μήτηρ του Βαρβάρα, και εκαλείτο κατά κόσμον Συμεών. Αδελφούς είχε πέντε, εκ των οποίων ο μετ’ αυτόν Δημήτριος ήτο Ιερεύς, και αδελφάς τέσσαρας. Εκ νεαράς ηλικίας έτρεφε προς τα θεία θερμόν και διάπυρον πόθον και αγάπην, μάλιστα προς την μοναχικήν πολιτείαν, την οποίαν και ησπάσθη, νεαρώτατος ων, και προσήλθε κατ’ αρχάς εις την Ιεράν Μονήν του Αγίου Γεωργίου Χουτουρά λεγομένην, ως δόκιμος.

Δύο δρόμοι πρὸς τὸν Θεὸν ΠΙΣΤΙΣ ΚΑΙ ΓΝΩΣΙΣ -- Τοῦ κ. Μιχαὴλ Ε. Μιχαηλίδη,Θεολόγου

Αἰώνιος ἀναζητητής τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, «καί γε οὐ μακράν ἀπό ἑνός ἑκάστου ἡμῶν ὑπάρχοντα», καθώς κήρυξε καί δίδαξε τούς Ἀθηναίους ὁ μέγας τῶν ἐθνῶν ἀπόστολος, ὁ Παῦλος (Πράξ. ΙΖ΄ 27). Ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου εἶν’  ἕνα ἀεικίνητο κηνύγημα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι μιά φλογερή δίψα Θεοῦ. Εἶναι μιά ἀέναη κίνηση τοῦ παιδιοῦ πρός τόν Πατέρα, τοῦ πλάσματος πρός τόν Πλάστη καί Δημιουργό. Ὁ ἄνθρωπος μοιάζει σάν τό μικρό παιδάκι, πού κλαίει ἀπαρηγόρητο σάν χάσει γιά μιά στιγμή ἀπ’ τά χέρια του τή μητέρα. Ἤ σάν τή νύμφη τοῦ «Ἄσματος», πού μέ ἀγωνία ἀναζητᾶ τόν ἀγαπημένο της καί μέ πόνο ψυχῆς ὁμολογεῖ καί λέγει: «ἐζήτησα ὅν ἠγάπησεν ἡ ψυχή μου ἐζήτησα αὐτόν καί οὐχ εὗρον αὐτόν»(Γ΄ 1). Στήν ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ παρατηρεῖται τό πιό παράδοξο φαινόμενο:

Τη αυτή ημέρα Η΄ (8η) Σεπτεμβρίου, ο Άγιος Νεομάρτυς ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ο εν Θεσσαλονίκη μαρτυρήσας εν έτει αψοδ΄ (1774) δι’ αγχόνης τελειούται.

Αθανάσιος ο Νεομάρτυς και του Χριστού Αθλητής ήτο από μίαν κωμόπολιν της Θεσσαλονίκης, η οποία κοινώς ονομάζεται Κολιακία, υιός γονέων ευσεβών και πρώτων κατά κόσμον εις την χώραν εκείνην, διότι ο μεν πατήρ του, όστις ωνομάζετο Πολύχρους, ήτο προεστώς της κωμοπόλεως επί έτη πολλά, η δε μήτηρ του, ονομαζομένη Λουλούδα, κατήγετο εκ γένους επισήμου βουλγαρικού. Τούτον λοιπόν τον αοίδιμον Αθανάσιον εξεπαίδευσε καλώς ο πατήρ αυτού γερο-Πολύχρους πρώτον μεν εις τα κοινά γράμματα, είτα και εις την Θεσσαλονίκην τον έφερε και τον έβαλεν εις το ελληνικόν σχολείον, εις το οποίον εδίδασκε τότε Αθανάσιος ο Πάριος.

Διήγησις περί Αγάπης πάνυ ωφέλιμος.

Εις Ιερεύς και εις ευλαβής Διάκονος, τρέφοντες αμοιβαίαν αγάπην, την υπό Θεού πεφιλημένην, εκ δαιμονικής συνεργίας έπεσαν εις μίσος και έχθραν και έμειναν επί πολύν καιρόν ασυμφιλίωτοι. Επειδή δε συνέβη να αποθάνη ο Ιερεύς με το μίσος αυτό, δια τούτο ο Διάκονος ελυπείτο απαρηγόρητα, ότι δεν προέφθασε να διαλύση την έχθραν εν όσω έζη ο Ιερεύς. Όθεν εξομολογηθείς το συμβεβηκός εις τινας Πατέρας διακριτικούς, παρεκινήθη υπ’ αυτών να υπάγη εις ένα ερημίτην Μοναχόν και να φανερώση την υπόθεσιν· ο δε Διάκονος με μεγάλην προθυμίαν περιέτρεχεν εις τους ερημικωτάτους τόπους, ζητών τον ιατρόν της πληγής του. Ευρίσκει λοιπόν ένα Γέροντα και φανερώνει εις αυτόν της μνησικακίας το πάθος και ζητεί από αυτόν πληροφορίαν της συγχωρήσεως της τοιαύτης του αμαρτίας· ο δε Γέρων είπε προς αυτόν· «Αδελφέ, όστις με πίστιν ζητεί, εκείνος και ευρίσκει· και όστις κρούει προθύμως, εις εκείνον και η θύρα ανοίγεται, κατά την αψευδή του Κυρίου ρήσιν.

Λόγος Γ΄ εις το Γενέσιον της Θεομήτορος.

Τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος; (Άσμα Ασμάτων 6, 10).

Και ποίος νους πλέον δύναται να εννοήση το μεγαλείον τής χαράς τής σημερινής εορτής; Ποία γλώσσα ημπορεί να διηγηθή το ύψος της Παρθένου, οπόταν το Πνεύμα το Άγιον δια να φανερώση το μέγεθος, την τιμήν, την καθαρότητα της σήμερον τικτομένης Μαριάμ, προβάλλει ωσάν με απορίαν ερωτηματικώς: «Τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος;» Ποίος νους, λέγω, δύναται να εννοήση τους προσήκοντας ύμνους της Παρθένου, οπόταν ιλιγγιά εις το να υμνή την Θεοτόκον και ο υπερκόσμιος και Αγγελικός νους;  Ποία γλώσσα ημπορεί να είπη τους πρέποντας της Παρθένου επαίνους, οπόταν ορώμεν ως ιχθύας αφώνους εις το ύψος της Θεοτόκου και τους πολυφθόγγους ρήτορας; Φθάνει η γραφική αυτή απορία, οπού φανερά ερμηνεύει, ότι τούτο είναι υπέρ δύναμιν, διότι τούτο είναι το έθος της Γραφής εις τα δυσνόητα και υψηλά. Όθεν και δια τον Χριστόν έλεγεν ο Δαβίδ: «Τις ούτος ο Βασιλεύς της δόξης;» Και ο Ησαϊας: «Τις ούτος ο παραγενόμενος εξ Εδώμ, και ίνα τι ερυθρά αυτού τα ιμάτια;» Και δια την Μετάστασιν της Θεοτόκου λέγεται εις το Άσμα:

ΟΙ ΝΟΜΙΚΙΣΤΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΦΟΡΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΑΣΕΒΗ ΔΗΜΟΥ ΒΕΡΥΚΙΟΥ


Οι νομικές επιστημονικές θεωρίες των "νέων γραμματέων και φαρισαίων" της εποχής μας δεν καταργούν τον διαχρονικό ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ Λόγο του Ευαγγελίου και την Αλήθεια του Χριστού που αποδέχεται ο πιστός λαός του Θεού διαχρονικά γιατί εκφράζει (το αμετάβλητο αν διατηρεί αληθινό) χριστιανικό ήθος του.
Δεν αλλάζει ο Ευαγγελικός Λόγος και Νόμος, σύμφωνα με τον οποίο «Λάβετε Πνεύμα Άγιον, αν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς, αν τινων κρατήτε, κεκράτηνται» (Ιωαν. κ΄, 22) και δεν εξαντλείται στην Εξομολόγηση όταν βλασφημείται δημόσια το πρόσωπο του Χριστού και της Παναγίας μας από μέλη της Εκκλησίας που δεν έχουν αρνηθεί την χριστιανική τους πίστη. 

ΛΟΓΟΣ Β΄ εις το Γενέσιον της υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου ΜΑΡΙΑΣ.

Του Οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Ιωάννου Μοναχού και Πρεσβυτέρου του Δαμασκηνού.

Δεύτε πάντα τα έθνη, παν γένος ανθρώπων και γλώσσα και ηλικία πάσα και άπαν αξίωμα, μετ΄ ευφροσύνης το της παγκοσμίου ευφροσύνης Γενέθλιον εορτάσωμεν· ει γαρ Ελλήνων παίδες, δαιμόνων ψεύδη, μύθω κλεπτόντων τον νουν και συσκιαζόντων την αλήθειαν, και βασιλέων γενέσια δια πάσης ήγον τιμής, δώρον έκαστος προσφέρων το κατά δύναμιν, και ταύτα λυμαινομένων τον βίον, πόσω μάλλον ημάς εχρήν της Θεοτόκου τιμάν το Γενέθλιον, δι΄ ης άπαν το βρότειον επανώρθωται γένος, δι΄ ης της προμήτορος Εύας η λύπη εις χαράν μεταβέβληται; Εκείνη μεν γαρ, «Εν λύπαις τέξη τέκνα» δι΄ αποφάσεως θείας ακήκοεν· αύτη: «Χαίρε, κεχαριτωμένη»· εκείνη: «Προς τον άνδρα η αποστροφή σου»· αύτη: