Μια ακούσια αμαρτία πόσο «ακούσια» είναι; --- Του αειμνήστου Ιωάννου Κορναράκη, Ομοτ. Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών

Συχνά έχουμε όλοι οι άνθρωποι την εμπειρία μιας ακούσιας αμαρτίας. Και βέβαια κάθε εξομολόγος-πνευματικός πατέρας ακούει πολύ συχνά, σχεδόν σε κάθε εξομολόγηση, τη διαβεβαίωση ή τον ισχυρισμό του εξομολογούμενου για το αθέλητο μιας αμαρτίας του,
-Σας διαβεβαιώνω ειλικρινώς. πάτερ μου, ότι αυτή η αμαρτία μου έγινε χωρίς να το αντιληφθώ. Εντελώς ακούσια χωρίς να είναι στη βούλησή μου ή στην σκέψη μου να την κάνω.
Πόσο ειλικρινής ή τουλάχιστον σίγουρη μπορεί να είναι μια τέτοια διαβεβαίωση και πόσο αληθινός ένας τέτοιος ισχυρισμός;
Ένα βιβλικό επιχείρημα για τον ακούσιο χαρακτήρα πολλών αμαρτιών μας είναι ασφαλώς το έβδομο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους επιστολής του αποστόλου Παύλου. Εκεί ο απόστολος των εθνών εκθέτει σε αδρές γραμμές τον αντιφατικό (συγκρουσιακό) χαρακτήρα της λειτουργίας της ανθρώπινης ψυχής, κατά τη σχέση της, αφ’ ενός μεν με το νόμο του Θεού αφ’ ετέρου δε με την «οικούσαν» σ’ αυτήν αμαρτία.

Η ΗΣΥΧΙΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΠΑΡΑ ΤΩ ΠΑΛΑΜΑ

   «… ούτω γινόμεθα ναός Θεού, όταν μη φροντίσι γηϊναις το συνεχές της μνήμης διακόπτηται… αλλά πάντα αποφυγών ο φιλόθεος επί τον Θεόν αναχωρή»                 Μ. Βασίλειος.

Η Ησυχία δεν αποτελεί διακοσμητικόν τι πλαίσιον της προσευχής. Είναι το αναγκαίον περιβάλλον της. Εν τοις θορύβοις «το μοναδικόν του νου, καθ’ ο συνίσταται ο εντός και όντως Μοναχός, δυαδικόν, έστι δ’ ότε και πολυσχιδές, καθίσταται». Η διάσπασις του ενιαίου της ψυχής καθιστά αδύνατον την αληθή προσευχήν. Διασπάται το «μοναδικόν» του νου εις «δυαδικόν» ή και «πολυσχιδές» εκ των συνομιλιών και από αυτής της θέας των ανθρώπων. Εν αναλύσει, και αυτή η προσδοκία ελεύσεώς τινος προκαλεί σύγχυσιν. Αλλά και γράφων ο Ησυχαστής προς τινα, έστω και πνευματικά, πάλιν δεν δύναται ν’ αποφύγη την περισπώσαν τον νουν μέριμναν.

O Συναξαριστής της ημέρας.

Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017


Ιωνά του προφήτου, Κοδράτου αποστόλου.

                                                      
Ιωνάς ο Προφήτης ήτο υιός του Αμαθί, καταγόμενος από Γιέτ Καριαθμαούς και κατοικών πλησίον εις την Άζωτον, ήτις ήτο πόλις των Ελλήνων παραθαλάσσιος· προεφήτευσε δε περί τα έτη ωλη΄- ωι΄ (838 – 810) προ Χριστού. Μήτηρ αυτού ήτο η χήρα εκείνη, προς την οποίαν επέμφθη ο Ηλίας, όταν δια προσευχής του εγένετο πείνα εις την Σαμάρειαν, και εις όλην την επικράτειαν των δέκα φυλών. Όθεν και δια την φιλοξενίαν εκείνην ηυλόγησε τον καμψάκην, ήτοι το αγγείον του εκαίου και την υδρίαν του αλεύρου, ώστε ούτε εκενώθη, ούτε ωλιγόστευσεν εν όσω επεκράτει η πείνα. Ούτος δε ο Ιωνάς είναι ο υιός της προρρηθείσης χήρας, τον οποίον παραδόξως ανέστησεν ο Προφήτης Ηλίας εκ των νεκρών. Αφού δε επέρασεν ο καιρός της πείνης, ηγέρθη και επήγεν εις γην Ιούδα και εκεί προεφήτευσε με την Χάριν του Αγίου Πνεύματος. Προσταχθείς δε από τον Θεόν, δια να υπάγη να κηρύξη εις την Νινευϊ την καταστροφήν, την οποίαν έμελλε να πάθη μετ’ ολίγον, δεν υπήκουσεν.

Τη αυτή ημέρα Κ΄ (20η) Σεπτεμβρίου, μνήμη των Αγίων Πατέρων ημών και Ομολογητών ΥΠΑΤΙΟΥ Επισκόπου και ΑΝΔΡΕΟΥ Πρεσβυτέρου.

Υπάτιος ο Επίσκοπος και Ανδρέας ο Πρεσβύτερος κατήγοντο από την χώραν των Λυδών, όταν δε ήσαν παιδία επήγαιναν εις εν σχολείον, και με τας συνεχείς νηστείας και αγρυπνίας, τας οποίας έκαμνον, και με την καθαράν ζωήν και την πολλήν ταπεινοφροσύνην και την εις πάντας αγάπην, όπου μετεχειρίζοντο οι αοίδιμοι, υπερέβαλλον όλους τους εκεί μαθητάς· και ο μεν Υπάτιος ηγάπησε την μοναδικήν ζωήν, ο δε Ανδρέας ενεπιστεύθη την διακονίαν της Εκκλησίας. Επειδή δε ο Επίσκοπος Εφέσου έμαθε την ενάρετον αυτών πολιτείαν, έστειλε και τους έφερε· και τον μεν Υπάτιον εχειροτόνησεν Επίσκοπον, τον δε Ανδρέαν Πρεσβύτερον, ήτοι Ιερέα. Λέων δε ο δυσσεβής και εικονομάχος, μαθών περί αυτών, ότι είναι κήρυκες της αληθείας και διδάσκουσι πάντας να σέβωνται και να προσκυνώσι τας αγίας Εικόνας, έστειλε και τους έφερε· και πρώτον μεν τους έβαλεν εις την φυλακήν· έπειτα δε επρόσταξε να σύρωνται κατά γης και να διασπαράττωνται. Μετά ταύτα απέσπασε μεν τα δέρματα των ιερών αυτών κεφαλών, επάνω δε των γυμνών κεφαλών των κατέκαυσε πολλάς αγίας Εικόνας ο αλιτήριος, ύστερον δε έχρισε τα γένειά των με πίσσαν και έσυρεν αυτούς δια μέσου της πόλεως. Τελευταίον  δε κατέσφαξεν αυτούς εις τα μέρη τα λεγόμενα του Ξηρολόφου· και μετά τον θάνατον, δεν αφήκεν ο θηριώνυμος να τους ενταφιάσουν, αλλά τους έρριψεν εις τους κύνας δια να τους φάγουν. 

Η «άπαξ παραδοθείσα πίστις» -- του αειμνήστου Στεργίου Σάκκου, Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Οι πατέρες παραλαμβάνουν από τους αποστόλους, διαφυλάττουν και ερμηνεύουν την ιερά παράδοση, η οποία, σημειωτέον, παραδόθηκε άπαξ, δεν σχηματίσθηκε κατά τον μακραίωνα εκκλησιαστικό βίο. Και αυτές οι Οικουμενικές Σύνοδοι, όπου οι μεγάλοι θεοφόροι πατέρες θεόπνευστα διατύπωσαν τα δόγματα και τους κανόνες της πίστεώς μας, δεν δημιούργησαν, αλλά ερμήνευσαν την ιερά παράδοση. Υπενθυμίζω ότι τα δόγματα δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι αποκαλυμμένες αλήθειες του θείου λόγου, όπως τις διατύπωσαν οι φωτισμένοι άγιοι ύστερα από αγώνες και μάχες της Εκκλησίας κατά της πλάνης και της πονηρίας των αιρέσεων. Και οι κανόνες ή εντολές των Συνόδων είναι οι ηθικές προτροπές του θείου λόγου, όπως τις έζησαν οι άγιοι κάθε εποχής, που δεν συσχηματίζονταν με κανένα σχήμα του καιρού τους, αλλά μεταμορφώνονταν σε σκεύη του αγίου Πνεύματος. Τα πάντα υπό τον ήλιο μπορούν να μεταβάλλονται, να τελειοποιούνται, να εξελίσσονται. Η παράδοση της Εκκλησίας, όμως, παραμένει αναλλοίωτη, ανεξέλικτη και αμετάβλητη στους αιώνες. Ούτε συμπληρώνεται ούτε τελειοποιείται, αλλά αυτή τελειοποιεί τον άνθρωπο, τον αναγεννά, και ανανεώνει την κοινωνία για να την καταστήσει και να την διατηρήσει καινή κτίση. Βεβαίως, σε κάθε εποχή οφείλει η Εκκλησία να βρίσκει νέους τρόπους, για να καθιστά προσιτή και κατανοητή στους ανθρώπους τη διδασκαλία της. Ποτέ, όμως, και για κανένα λόγο δεν μεταβάλλει ούτε στο ελάχιστο τη διδασκαλία· με απόλυτη ευλάβεια τη διατηρεί εντελώς αναλλοίωτη και απαραχάρακτη. Μιμείται την τακτική του Θεανθρώπου Αρχηγού της, ο οποίος «μη εκστάς της φύσεως μετέσχε του ημετέρου φυράματος»· χωρίς να εγκαταλείψει ούτε στιγμή τη θεϊκή του φύση προσέλαβε την ανθρώπινη κι αγκάλιασε τον πεσμένο άνθρωπο, για να τον οδηγήσει στη σωτηρία, στη θέωση.

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΧΜΕΤΗ -- του Αλεξ. Παπαδιαμάντη

Κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν εἶχε καταπλεύσει ὁ Καπετὰν Πασὰς μὲ τὴν ἀρμάδα του εἰς τὸν Μέγαν Γιαλόν, κάτω ἀπὸ τὸ Παλαιὸν Κάστρον τοῦ Βοριᾶ, ὅπου ἐξέσπων τ᾿ ἄγρια κύματα, φθάνοντα ὡς μετὰ μακρὸν δόλιχον εἰς τὸ τέρμα. Ἀλίμενον, θεσπέσιον πέλαγος, ·τὸ κράτος τοῦ Βορρᾶ‚. Ἦτο γαλήνη καὶ καύσων σφοδρός, τὰ μελτέμια εἶχον παύσει νὰ φυσοῦν περὶ τὰ τέλη Ἰουνίου, καὶ οὕτω ἠμπόρεσαν τὰ μεγάλα σκάφη νὰ σταθοῦν σχεδὸν ἐπὶ τριάκοντα ἓξ ὥρας εἰς τὸν ἄνορμον ἐκεῖνον κόλπον. Ἐπάνω στὰ πλοῖα, τὸ ἥμισυ τοῦ πληρώματος ἦσαν Τοῦρκοι, Μαυροθαλασσῖται, Μικρασιᾶται καὶ ἄλλοι· τὸ ἄλλο ἦσαν Αἰγύπτιοι καὶ Ἄραβες, Βαρβαρέζοι, Τουνεζινοὶ ·Ἀλγερῖνοι‚· καὶ τὸ τέταρτον περίπου ἦσαν τὰ συνήθη ἀγήματα τῶν Χριστιανῶν ναυτῶν, ἑκατὸν πενῆντα ὡς ἔγγιστα Ὑδραῖοι καὶ ἄλλοι τόσοι ὁμοῦ Σπετσιῶται, καὶ ὀλίγοι ἐκ τῶν λοιπῶν νήσων.

«ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει» -- Η πιο παρεξηγημένη Ιερή Παροιμία



                                 "Ασθενής και ωδιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει" 
                              και όχι "Ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει": 
  
"Σε ποιες περιπτώσεις μπορούμε θεμιτά και νόμιμα να καταλύσουμε την νηστεία; είναι ένα σύνηθες ερώτημα πιστών προς τους ιερείς και ιδιαίτερα προς τους πνευματικούς - εξομολόγους. "Aσθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει", είναι μια εξίσου συνηθισμένη απάντηση. 

Πρόκειται όμως για μια παρεξήγηση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι παροιμίες αποτελούν καταστάλλαγμα της μακρόχρονης εμπειρίας των ανθρώπων. Kαι για τον λόγο αυτό αναγνωρίστηκαν παντού και πάντοτε ως αναμφισβήτητες αλήθειες. 
Mία από τις παροιμίες αυτές είναι και η "ασθενής και ωδιπόρος (ή ωδειπόρος) αμαρτίαν ουκ έχει". Mε απλούστερα λόγια: "Ο άρρωστος και η έγκυος γυναίκα δεν αμαρτάνει εάν δεν νηστέψει". 

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΑΜΟΥ ΣΕ ΤΣΙΠΡΑ: Η ΕΙΣΡΟΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΕΠΕΛΑΣΗΣ

Επιστολή προς τον Πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα απέστειλε την Τετάρτη ο μητροπολίτης Σάμου, Ικαρίας και Κορσεών, Ευσέβιος με την οποία επισημαίνεται η προσωπική του ανησυχία, ενώ σε αυτήν, όπως τονίζει, διερμηνεύει παράλληλα και την αγωνία των κατοίκων Βαθέος Σάμου «για το άλυτο πλέον μεταναστευτικό πρόβλημα».

Σύμφωνα με το μητροπολίτη η κατάσταση στη Σάμο «έχει ξεφύγει από κάθε δυνατότητα ελέγχου και δύναται ευθαρσώς να χαρακτηρισθεί δραματική». 

Στην επιστολή του ο Μητροπολίτης αναφέρει ότι η «εισροή μεταναστών γίνεται πλέον με τη μορφή επέλασης» και η παρουσία μέσα στην πόλη βαθύ χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών επαναφέρει το νησί «εις κατάστασιν χειροτέραν αυτής του 2015. Τότε οι πρόσφυγες-μετανάστες ήταν μέν πολλοί, αλλά ήταν διερχόμενοι!».

Όπως ο μητροπολίτης αναφέρει στο Βαθύ των 6.000 κατοίκων ζουν περί τις 5.000 πρόσφυγες και μετανάστες ενώ ο καταυλισμός τους που βρίσκεται σε απόσταση 200 μέτρων από την πόλη, μπορεί να φιλοξενήσει το πολύ 800 ανθρώπους. Αυτή, τονίζεται στην επιστολή προς τον πρωθυπουργό, είναι μια κατάσταση που δημιουργεί εξάρσεις.

Και η επιστολή καταλήγει με το μητροπολίτη Σάμου να σημειώνει: «Σας διαβεβαιούμεν, ότι όλοι εμείς παραμένομεν απλοί θεαταί ενός θεάτρου παραλόγου, βιούντες την εκατάλειψιν της Πολιτείας και αδύναμοι εξ αυτού να ατιδράσωμε, απευχόμενοι απλώς τά χειρότερα, … και ὁ νοών νοείτω!».