Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΘΑΒΩΡΙΟΥ ΦΩΤΟΣ ΠΑΡΑ ΤΩ ΑΓΙΩ ΓΡΗΓΟΡΙΩ ΤΩ ΠΑΛΑΜΑ

   «Ο καινός εν Χριστώ άνθρωπος, φως ων και ορών δια φωτός, καν εαυτόν βλέπη, φως ορά, καν προς εκείνο ο ορά, φως εστι και τούτο…» Άγ. Γρηγόριος Παλαμάς.

Η θειοτάτη εορτή της Μεταμορφώσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ην εωρτάσαμεν, τόσον ούσα συγγενής προς τα επί μέρους θέματα, τα οποία απησχόλησαν τον άγιον Γρηγόριον τον Παλαμάν, διεγείρει την επιθυμίαν ημών, όπως αφιερώσωμεν το παρόν άρθρον εις το άκτιστον και άγιον εκείνο φως, όπερ περιέλαμψε και εμέθυσε πνευματικώς τους Μαθητάς του Κυρίου, και του οποίου ο Παλαμάς υπήρξεν ακαταγώνιστος προασπιστής. Δια το φως εκείνο, το τόσον οικείον εις τας ημετέρας ψυχάς, ως επιπόθησιν και δριμύν έρωτα, και τόσον ουσιώδες δια την κατανόησιν της ορθοδόξου πνευματικότητος. Αυτός ο άγιος Παλαμάς γράφει, ότι «ο καινός εν Χριστώ άνθρωπος, φως ων και ορών δια φωτός, καν εαυτόν βλέπη, φως ορά, καν προς εκείνο ο ορά, φως εστι και τούτο, καν το δι’ ου έχη το οράν, και εκείνο φως εστι· και τούτ’ εστιν η ένωσις, εν πάντ’ εκείνα είναι…». Η βαθύτης της θεολογίας του Παλαμά ήτο αυτή η μυστική εμπειρία του, κατοχυρουμένη δια της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας.

O Συναξαριστής της ημέρας.

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

Μεταμόρφωσις του Σωτήρος Χριστού.

Κατὰ τὴν διήγηση τῶν Εὐαγγελιστῶν, ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστὸς πῆρε ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τὸν Πέτρο, τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν Ἰάκωβο καὶ ἀνέβηκε στὸ ὄρος Θαβὼρ γιὰ νὰ προσευχηθεῖ.
Οἱ τρεῖς μαθητές Του, ὅπως ἦταν κουρασμένοι ἀπὸ τὴ δύσκολη ἀνάβαση στὸ Θαβὼρ καὶ ἐνῷ κάθισαν νὰ ξεκουραστοῦν, ἔπεσαν σὲβαθὺ 
ὕπνο. Ὅταν, ὅμως, ξύπνησαν, ἀντίκρισαν ἀπροσδόκητο καὶ ἐξαίσιο θέαμα. Τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἄστραφτε σὰν τὸν ἥλιο, καὶ τὰ φορέματά Του ἦταν λευκὰ σὰν τὸ φῶς. Τὸν περιστοίχιζαν δὲ καὶ συνομιλοῦσαν μαζί Του δύο ἄνδρες, ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας.
Ἀφοῦ οἱ μαθητὲς συνῆλθαν κάπως ἀπὸ τὴν ἔκπληξη,  πάντα ἐνθουσιώδης, Πέτρος, θέλοντας νὰ διατηρηθεῖ αὐτὴ  ἁγία μέθη ποὺ προκαλοῦσε  ἀκτινοβολία τοῦ Κυρίου, ἱκετευτικὰ εἶπε νὰ στήσουν τρεῖς σκηνές. Μία γιὰ τὸν Κύριο, μία γιὰ τὸ Μωϋσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία. Πρὶν προλάβει, ὅμως, νὰ τελειώσει τὴν φράση του, ᾖλθε σύννεφο ποὺ τοὺς σκέπασε καὶ μέσα ἀπ’ αὐτὸ ἀκούστηκε φωνὴ ποὺ ἔλεγε: «Οὗτος ἐστὶν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, αὐτοῦ ἀκούετε». Δηλαδή, Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ποὺ τὸν ἔστειλα γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος. Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε.
Ὀφείλουμε,
 λοιπόν, καὶ ἐμεῖς ὄχι μόνο νὰ Τὸν ἀκοῦμε, ἀλλὰ καὶ νὰΤὸν 
ὑπακοῦμε. Σὲ ὁποιοδήποτε δρόμο μας φέρει, εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ πειθαρχοῦμε.



Ἀπολυτίκιον. Ἦχος βαρύς.
Μεταμορφώθης ἐν τῷ ὄρει, Χριστὲ ὁ Θεός, δείξας τοῖς Μαθηταῖς σου, τὴν δόξαν σου καθὼς ἠδύναντο· λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, Φωτοδότα δόξα σοι.

᾿Επίκαιρη καί διδακτική ἡ διδαχή τοῦ ἁγίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου προσφέρεται γιά ἕνα γόνιμο προβληματισμό

῎Αν μποροῦσες μόνος σου νά σωθεῖς, ποιά ἀνάγκη νά ἔλθει ὁ Κύριος; ῞Οπως δέν ἔχει ὅραση τό μάτι χωρίς φῶς οὔτε μπορεῖ κανείς νά μιλήσει χωρίς γλῶσσα ἤ νά ἀκούσει χωρίς αὐτιά ἤ νά περπατήσει χωρίς πόδια ἤ νά ἐργάζεται χωρίς χέρια, ἔτσι χωρίς τόν ᾿Ιησοῦ δέν μπορεῖς νά σωθεῖς ἤ νά μπεῖς στή βασιλεία τῶν οὐ ρανῶν!.

ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ

Ο Ιησούς είναι κοινή περιουσία, ως Θεός και άνθρωπος, της Ορθοδοξίας, του Καθολικισμού, του Προτεσταντισμού και όλων των αιρετικών ομάδων των δύο τελευταίων. Αλλά το φως Του, το αϊδιον και άκτιστον, είναι κτήμα και θησαυρός αναφαίρετος μόνον της Ορθοδοξίας. Ο Καθολικισμός το ηρνήθη ως θείαν ενέργειαν, παρούσαν εν τη Εκκλησία, ο Προτεσταντισμός το ηγνόησεν, αι άλλαι αιρετικαί μικροομάδες ουδέποτε το είδον. Η Ορθοδοξία ελλάμπεται εξ αυτού, ανεχωνεύθη μετ’ αυτού, ζη με αυτό. Και εντεύθεν η αβυσσαλέα ειδοποιός διαφορά—συν ταις άλλαις—της παμφώτου αγίας Εκκλησίας μας με τας αιρετιζούσας…


Εάν ανατρέξωμεν εις τα μέσα του δεκάτου τετάρτου αιώνος, θα ίδωμεν το χάσμα, όπερ διήνοιξε το σχίσμα, να ευρύνεται, να γίνεται βαθύτερον και να συνειδητοποιήται μία ιστορική και θεολογική τομή μεταξύ Ανατολής και Δύσεως. Και ούτως η μεν Ανατολική Εκκλησία ευρίσκεται εν μυστική συναφεία και μεθέξει με το άγιον φως της Θεότητος του Ιησού, η δε Δυτική, ως αρνούμενη την κατ’ ενέργειαν άμεσον σχέσιν με τον Θεόν, ενεπλάκη «ταις του βίου πραγματείαις» και εγένετο εις εγκόσμιος οργανισμός, μόλις διακρινόμενος από τον «εν τω πονηρώ κείμενον» κόσμον…