ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΕΛΕΗΜΟΝΕΣ

Κάποτε, στο κάστρο της Αφρικής, ζούσε ένας χριστιανός πολύ πλούσιος, ο Πέτρος, ο οποίος όμως ήταν σκληρόκαρδος και ανελεήμονας. Ήταν τόσο άσπλαχνος, που κυριολεκτικά, δεν έδινε ούτε του αγγέλου του νερό.
Μια μέρα, οι ζητιάνοι του κάστρου συγκεντρώθηκαν σʼ ένα απόμερο σημείο κι εκεί, μετρώντας τις εισπράξεις της ημέρας, συζητούσαν τι τους έδιναν ως ελεημοσύνη.
Όταν αναφέρθηκε το όνομα του Πέτρου, όλοι δήλωσαν πως δεν είχαν δει τίποτα από τα χέρια του. Ακούγοντας αυτές τις δηλώσεις για έναν τόσο πλούσιο άρχοντα,  ένας αρχάριος ζητιάνος τους χαρακτήρισε ανίκανους για την τέχνη της επαιτείας ( ζητιανιάς) και απεφάσισε να πάει ο ίδιος και νʼ αποσπάσει ελεημοσύνη απʼ αυτόν τον τόσο άκαρδο
 
άνθρωπο. Ζήτησε, μάλιστα, να βάλουν και στοίχημα, αν τα κατάφερνε, να του δώσουν οι άλλοι ζητιάνοι όλες τις εισπράξεις της ημέρας εκείνης κι αν έχανε, να τους δώσει αυτός με την σειρά του τις εισπράξεις μιας εβδομάδας. Η συμφωνία κλείστηκε και ο θαραλλέος ζητιάνος πήγε στο σπίτι του άρχοντα Πέτρου.

H συνέχεια, “κλικ’’ πιο κάτω στο: Read more

Mνημόνευση του λατινόφρονα κ. Βαρθολομαίου, που μνημονεύει τον Πάπα ως αγιώτατο Επίσκοπο Ρώμης, σημαίνει ότι η Εκκλησία μας είναι εκκλησία Πλάνης:

Εις τα ζητήματα της πίστεως δεν χωρούν ανθρώπινοι συναισθηματισμοί. Αείποτε η Εκκλησία του Χριστού «δια τους λόγους των χειλέων Του εφύλαξεν οδούς σκληράς». Μέσος όρος δεν υπάρχει. Ή πιστεύομεν ή δεν πιστεύομεν. Ή ο από δέκα αιώνων Καθολικισμός περιέπεσεν εις αιρέσεις, οπότε πρέπει να τας αποβάλη και κατόπιν να έλθη προς ένωσιν Δογματικήν και Εκκλησιαστικήν ή δεν έχει αιρέσεις οπότε η Εκκλησία μας πλανάται επί δέκα αιώνας. Και όχι μόνον δέκα αιώνας, αλλά πλανάται μεθ' όλων των Οικουμενικών Συνόδων και των αγίων Πατέρων, και τα πάντα γίνονται άνω κάτω. Και κατά συνέπειαν πρέπει να διορθώσωμεν Ιερούς Κανόνας, να συμπληρώσωμεν το Σύμβολον της Πίστεως, να διασκευάσωμεν τα λειτουργικά μας βιβλία, να χρίσωμεν με ασβέστη τους τοιχογραφημένους αγίους Πατέρας μας και να καύσωμεν τας φορητάς εικόνας των, αφού επλανήθησαν και πλανούν και ημάς τόσους αιώνας. Πρέπει να παύσωμεν του λοιπού να λέγωμεν εις τας προσευχάς  μας «δι' ευχών των αγίων Πατέρων ημών». Πρέπει να κλαύσωμεν δια τα πλήθη των Ομολογητών, που εμαρτύρησαν ματαίως και προ του σχίσματος και μετά το σχίσμα. Και πρέπει να σβήσωμεν πλέον και την ιεράν κανδήλαν, που καίει ακοίμητα εις την είσοδον του Ναού του Πρωτάτου, επάνω εις τα άγια λείψανα των Αγιορειτών Πατέρων, που εμαρτύρησαν από τους Ενωτικούς του 13ου αιώνος, διότι δεν εδέχθησαν το μνημόσυνον του Πάπα. Εάν δεν είναι αιρετική η παπική Εκκλησία, τότε τα θαύματα των αγίων Ομολογητών της Ορθοδοξίας είναι δαιμονικαί απάται. Εάν δεν είναι οι Λατίνοι αιρετικοί, πρέπει να καύσωμεν όλους τους αντιλατινικούς λόγους του Μ. Φωτίου, του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Καβάσιλα, Ιωσήφ Βρυεννίου, Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, Γενναδίου του Σχολαρίου και τόσων ιερωτάτων θεολόγων μέχρι του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, ως και τας Συνοδικάς αποφάσεις. Τότε τι χρειάζονται το «Πηδάλιον», το «Ωρολόγιον», το «Τριώδιον»; Να τα ρίψωμεν εις το πυρ και να ομολογήσωμεν ότι επλανήθημεν! 

Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ του Αγίου Ιουστίνου (Πόποβιτς)

Αναμφιβόλως αι αρχαί και αι δυνάμεις της ευρωπαϊκής κουλτούρας και του πολιτισμού είναι Χριστομάχοι. Επί πολύν καιρόν διεμορφούτο ο τύπος του Ευρωπαίου ανθρώπου έως ότου αντικατέστησεν ούτος τον Θεάνθρωπον Χριστόν με την φιλοσοφίαν και την επιστήμην του, με την πολιτικήν και την τεχνικήν του, με την θρησκείαν και την ηθικήν του. Δια των συγχρόνων τεχνικών μέσων και πολιτικο-κοινωνικών επαναστάσεων, αι οποίαι είναι και αυταί γέννημα και θρέμμα της τοιαύτης της Ευρώπης, ο τοιούτος τύπος του ευρωπαίου ανθρώπου καθίσταται πρότυπον του τελείου ανθρώπου καθ΄ άπασαν την οικουμένην! Ούτως, ωσάν να πραγματοποιήται ενώπιόν μας ο τραγικός λόγος της Αποκαλύψεως: «Εκ του οίνου του θυμού της πορνείας αυτής πέπωκαν πάντα τα έθνη, και οι βασιλείς της γης μετ΄ αυτής επόρνευσαν, και οι έμποροι της γης εκ της δυνάμεως του στρήνους αυτής επλούτησαν» (Αποκ. 18, 3). Και η Ευρώπη τι σπουδαίον έκαμε δια να την αγαπήσουν τόσον; Εχρησιμοποίησε τον Χριστόν «μόνον ως γέφυραν εκ της μη πολιτισμένης εις την πολιτισμένην βαρβαρότητα, δηλαδή εκ της ατέχνου εις την έντεχνον βαρβαρότητα!» (Episkop Nikolaj Reci o Svecoveky, σ. 334).                                                                                                                                       

«Απέσταλκέ με…κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν»

ΚΥΡΙΑΚΗ 1 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2013
ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ
                                                                             
Ο χρόνος σε φάση ευλογίας

Η Εκκλησία μέσα από τη σοφία της ξεδιπλώνει μπροστά μας τις πιο ευλογημένες προοπτικές, προκειμένου να επιτυγχάνεται μια αρμονική συνύπαρξη της ζωής μας με τον ανώτερο προορισμό στον οποίο μάς έταξε η αγάπη του Θεού.  Σήμερα, λοιπόν, η μητέρα μας Εκκλησία μάς ξανοίγει στους ορίζοντες του καινούργιου, οι οποίοι παραπέμπουν σε ανεπανάληπτες ευκαιρίες για να επανατοποθετήσουμε τον εαυτό μας με μεγαλύτερη αξιοπιστία και σιγουριά στις σταθερές της αιωνιότητας. Να επιτρέψουμε δηλαδή σ’ αυτόν να βιώνει τον χρόνο, όχι βέβαια στον εφιάλτη της ανασφάλειας της φθοράς και του θανάτου –στοιχεία που ζώνουν από παντού στην καθημερινή μας ζωή- αλλά ως εμπειρία και πρόγευση του αιωνίου, δηλαδή της παρουσίας του Θεού σε κάθε στιγμή  και σε κάθε μας βήμα.
Το νόημα της ημέρας εστιάζεται στην υψηλή πρόσκληση που μάς απευθύνει η Εκκλησία να βιώσουμε τον χρόνο στην προοπτική και την αιώνια αξία του καινούργιου. Εορτάζει την 1η Σεπτεμβρίου ως αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή του νέου εκκλησιαστικού έτους, όπως καθιερώθηκε εδώ και πολλούς αιώνες. Η σημασία της Ινδίκτου, όπως αυτή πέρασε και στα ρωμαϊκά χρόνια, συνίστατο στην απαρχή του νέου έτους από άποψης χρόνου.  Οι Ρωμαίοι προσδιόριζαν το νέο χρόνο και τον συνέδεαν με γεωργικές δραστηριότητες και ειδικότερα με τη σπορά. Ο ενιαυτός είναι δανεισμένος  από το ομηρικό ρήμα «ενιαύω», που σημαίνει αναπαύομαι, ξεκουράζομαι. Στην Παλαιά Διαθήκη και ειδικότερα στο Λευιτικό , εντοπίζεται διάταξη, η οποία χαρακτηρίζει άγιο κάθε «ιωβηλαίο»  έτος, δηλαδή το πεντηκοστό έτος που έρχεται ως επιστέγασμα επτά εβδομάδων ετών. Η είσοδος του αγίου έτους σημαινόταν με σάλπιγγες και προσελάμβανε ένα χαρούμενο και ευφρόσυνο χαρακτήρα. Κάθε 50 χρόνια με σκοπό την αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής απελευθερώνονταν οι Εβραίοι δούλοι, χαρίζονταν δυσβάστακτα χρέη και επίσης τα διάφορα προϊόντα δεν συγκεντρώνονταν πλέον στις αποθήκες των μεγαλοϊδιοκτητών, αλλά είχε πρόσβαση σ’ αυτά όλος ο κόσμος και κυρίως οι πτωχοί άνθρωποι.
Ποιοτικό περιεχόμενο
Πώς όμως συνδέονται τα γεγονότα με τον Χριστό και την Εκκλησία;  Ένας πρώτος συσχετισμός εξακριβώνεται αν καταφύγει κάποιος στα Προφητικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης.  Ο προφήτης Ησαϊας αναφέρει για το Μεσσία: «Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ, ού ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με…κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν». Σύμφωνα με τους προφητικούς αυτούς λόγους, ο «ενιαυτός του Κυρίου» αποβλέπει όχι μόνο στην τακτοποίηση υλικών αγαθών και βιοτικών μεριμνών αλλά στην πνευματική ανύψωση του ανθρώπου. Την ένταξή του δηλαδή στην προοπτική της αιωνιότητας. Σε μια τροχιά που ο χρόνος παύει πλέον να κυλά μέσα στην τραγικότητα και τον εφιάλτη της φθοράς και του θανάτου, αλλά αναδεικνύεται ως ροή ευκαιριών για ν’ ανυψωθεί υπαρξιακά ο άνθρωπος και ν’ αναπαύεται αιωνίως στις αγκάλες της αγάπης του Θεού. Τότε ο καινούργιος χρόνος κηρυσσόταν ως έτος αφέσεως των χρεών και άλλων συναφών υποχρεώσεων. Απελευθερώνονταν οι άνθρωποι από δυσβάστακτα βάρη και χρέη που τους γονάτιζαν και τους οδηγούσαν σε συνθήκες εξαθλίωσης. Όπως βλέπουμε δυστυχώς να συμβαίνει και σήμερα με την κρίση που μαστίζει την ανθρωπότητα, όχι μόνο σε οικονομικό αλλά κυρίως σε πνευματικό επίπεδο. Ο χρόνος στον χώρο της Εκκλησίας είναι πάντα καινούργιος και αποκτά ένα βαθύτερο περιεχόμενο, πέραν από ένα ανιαρό και επιφανειακό πέρασμά του. Με την αξιοποίησή του ο άνθρωπος απελευθερώνεται τώρα από τα δεσμά της αμαρτίας και καταξιώνεται ως πρόσωπο, με την ανεκτίμητη αξία του ως εικόνα του Θεού. Γιατί ακριβώς αξιώνεται να εγκολπώνεται την αγάπη Του σε μια συναρπαστική και βαθιά υπαρκτική συνάντηση μαζί Του.

Αγαπητοί αδελφοί, το πέρασμα από τον παλιό στον καινούργιο χρόνο όταν δεν υπάρχει ο Χριστός στη ζωή του ανθρώπου, σημαίνει σκλαβιά και υποδούλωση. Σημαίνει μια ψυχοφθόρα βίωση των πραγμάτων. Αντίθετα, αποδοχή της αγάπης Του, συνιστά απελευθέρωση από την καταδυνάστευση της αμαρτίας,  που παραπέμπει  στη φοβερότερη μορφή δουλείας. Ο Χριστός είναι τελικά εκείνος που ελευθερώνει τον σκοτισμένο  νου του ανθρώπου και επανασυνδέει όλες τις τεθραυσμένες ψυχοσωματικές δυνάμεις του και του χαρίζει την ελευθερία στην αυθεντικότερη μορφή της. Το παλιό «ιωβηλαίο έτος» ονομάζεται τώρα «ενιαυτός Κυρίου». Δηλαδή, ο Θεός αρέσκεται στην προσφορά αγάπης σε όλους τους ανθρώπους. Ας αφήσουμε επομένως πρόσφορο έδαφος στην καρδιά μας για να καρποφορήσει ο «ενιαυτός του Κυρίου», με την κάθε ευλογημένη στιγμή που συνεπάγεται το πέρασμά του.