ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΕΑΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΟΥ ΘΩΜΑ.

ΟΤΙ ΑΙ ΠΛΗΓΑΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΦΥΓΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΣ.     

Είτα λέγει τω Θωμά· φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε, και ίδε τας χείρας μου, και φέρε την χείρα σου, και βάλε εις την πλευράν μου· και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός (Ιωάν. κ: 27).                                              

Ω και να είχα σήμερον όχι μόνον φωνήν δια να ακούσετε εις όλας τας Εκκλησίας των Ορθοδόξων, αλλά και πίστιν, όσην ζητούσιν από εμέ τα πληγωμένα πλευρά του Δεσπότου μου, και τότε να φωνάξω· «Ως θαυμαστά τα έργα Σου, Κύριε, και ανεξιχνίαστοι αι οδοί σου»! Προδίδεσαι, πωλείσαι από ένα μαθητήν ο ευεργετικώτατος Διδάσκαλος, ο παντοδύναμος Θεός, ο φιλάνθρωπος Δεσπότης, και μακροθυμείς εις την άδικον προδοσίαν, δεν αποστρέφεσαι το επίπλαστον φίλημα της προδοσίας, υπομένεις τόσα και τόσα φρικτά πάθη, πληγώνεσαι όλος μετά χαράς από την κεφαλήν έως εις τους πόδας, αφήνεις το πανάγιόν Σου Σώμα να το ίδη ο ήλιος γυμνόν και ασκέπαστον, δεν εμποδίζεις τας χείρας, ως παντοδύναμος, εκείνων όπου σε καρφώνουν επάνω εις ένα ξύλον, δεν σου φαίνεται βαρύ να σχισθή η παναγία Σου πλευρά, ακόμη και εις ένα καιρόν όπου ήτο άψυχος, και ύστερον από τόσα και τόσα σημεία μιας αγάπης τόσον ασυγκρίτου και θερμοτάτης, πάλιν ζητείς να δώσης και άλλην απόδειξιν της ιδικής σου αγάπης! Ω και πως να μη φωνάξω πάλιν, ως θαυμαστά τα έργα σου, Κύριε!

Έκαμες και αυτά τα άψυχα στοιχεία, την γην με τον ιδικόν της τρόμον, τον ουρανόν με το σκότος, το καταπέτασμα του ναού με το ιδικόν του σχίσμα, τους τάφους με το ιδικόν τους άνοιγμα, τους νεκρούς με την ιδικήν τους ανάστασιν, να σε μαρτυρήσωσιν ότι ήσουν όχι μόνον άνθρωπος, αλλά και Θεός και ύστερον από αυτά πάλιν φωνάζεις· «Φέρε τον δάκτυλόν σου, και ίδε τας χείρας μου», πάλιν λέγεις, «Φέρε την χείρα σου, και βέλε εις την πλευράν μου» (Ιωάν. κ: 27). Αληθώς ανεξιχνίαστοι οι οδοί σου ακατανόητος η υπερβολή της αγάπης σου· και ίσως να την εγνώρισε καθώς πρέπει εκείνη η πάγχρυσος ψυχή του Ιωάννου, δια τούτο εφώναξε· «Μεγάλη της αγάπης η τυραννίς, πάντων αφίστησι, και τω ποθουμένω προσδεσμεί την ψυχήν». Αυτή μόνη η αγάπη η ιδική Σου, Χριστέ μου, η ασύγκριτος και ακατανόητος, είναι όπου σε παρεκίνησε να αφήσης να Σου ανοιχθή η πλευρά, αυτή είναι όπου προσκαλεί σήμερον την χείρα του Αποστόλου σου Θωμά να εγγίξη εις τας πληγάς Σου, να ψηλαφήση την θερμότητα της αγάπης Σου. Ω και τάχα να είδε ποτέ ο ήλιος άλλο πράγμα καινότερον ωσάν τούτο, τον Ιησούν Εσταυρωμένον, πληγωμένον, και ύστερον από την πληγήν να αμφιβάλληται, ότι δεν επληγώθη από εκείνον δι’ αγάπην του οποίου εσταυρώθη; Και πάλιν ο πληγωμένος να μη αγανακτή εις την ολίγην πίστιν του φίλου, αλλά να ζητή όχι μόνον την απόδειξιν όπου γίνεται δια των οφθαλμών, αλλά και εκείνην όπου γίνεται δια της ψηλαφήσεως των χειρών; Και τι παράδοξον θέαμα τούτο; Ο Βασιλεύς πληγωμένος δι’ αγάπην του δούλου, και δια να του λύση την αμφιβολίαν, στέκεται έμπροσθεν εις τον δούλον, ανοίγει τας πληγάς, ζητεί τα δάκτυλα του δούλου να εγγίξωσιν εις τας πληγάς του Δεσπότου, δια να χωρέση με εκείνο το εγγίξιμον η θερμότης της αγάπης εις την καρδίαν του δούλου. Δεν είδε ποτέ, δεν είδεν ο ήλιος τοιούτον πράγμα καινόν, ούτε ηκούσθη εις άλλο πρόσωπον τοιαύτη συγκατάβασις. Φθάνει εις τον στρατιώτην  να ακούση ο βασιλεύς του ότι επληγώθη δια την αγάπην του, και άλλην μαρτυρίαν δεν του ζητεί δια να τον τιμήση. Φθάνει εις τον αθλητήν να ακουσθή ότι επήρε την νίκην, και παρευθύς του δίδεται ο στέφανος. Εις τον Υιόν του Θεού ηκολούθησε τούτο, να πληγωθή και να νικήση και πάλιν να ζητήται και η ιδία των χειρών ψηλάφησις. Υπομένει και τούτο Εκείνος όστις δεν αποστρέφεται κανένα είδος τιμωρίας δια την αγάπην σου, άνθρωπε, μόνον δια να γνωρίσης συ, ότι δια την σωτηρίαν την ιδικήν σου είναι εστολισμένος με τόσας πληγάς, μόνον δια να μάθης, ότι αυταί αι ιδικαί Του πληγαί είναι το καταφύγιον της ιδικής σου ψυχής, η πηγή της ιδικής σου σωτηρίας, και δια να καταλάβης πλατύτερα τούτο, δεν είναι πράγμα πολύ να μου δώσης μίαν ακρόασιν ατάραχον. Eκεί εις το κεφάλαιον του Άσματος, παρακαλώ την ημετέραν αγάπην, να έλθη δια να ακούση και να πληροφορηθή αυτό όπου της έταξα, ότι αι πληγαί του Χριστού είναι καταφύγιον και σκέπη των Χριστιανών. Όθεν φωνάζει εκεί· «Συ περιστερά μου εν σκέπη της πέτρας». Πέτρα ονομάζεται από τον μακάριον Παύλον ο Χριστός, περιστεράν λέγει την ψυχήν Γρηγόριος ο Διάλογος. Προσκαλεί λοπόν την ψυχήν, την νοητήν περιστεράν, το Πνεύμα το Άγιον εις την σκέπην αυτής της Πέτρας, και όσας φοράς την κυνηγά ο νοητός ιέραξ διάβολος με την χείρα ενός τυράννου, δια να της πέρη την ζωήν η οποία είναι η Πίστις, να τρέχη ως η περιστερά εις την σκέπην της Πέτρας, και εις τας πληγάς της νοητής Πέτρας, του Χριστού, διότι εκεί μέσα παίρνουσα η ψυχή μίαν ανδρείαν με την μίμησιν του δεσποτικού Πάθους, φεύγει τον κίνδυνον της αρνήσεως, τον ψυχικόν θάνατον. Μέσα εις αυτήν την σκέπην προσκαλεσθείς και ο Θωμάς σήμερον εδιδάχθη το Μυστήριον της Θεότητος, δια τούτο άλλο εψηλάφησε και άλλο ωμολόγησε· σώμα εψηλάφησε, και Θεόν και Κύριον εμαρτύρησεν. Αρματώνεται κατά της ψυχής το σώμα με την ιδικήν του καλοπάθειαν, τρέχε συ ψυχή νοητή περιστερά εις την σκέπην της Πέτρας, εις τας πληγάς του Δεσπότου σου και απ’ εκεί θέλεις μάθει εκείνο όπου σου φωνάζει ο μέγας Παύλος· «αλλ’ ει και ο έξω ημών άνθρωπος διαφθείρεται, αλλ’ ο έσωθεν ανακαινούται» (Β΄ Κορινθ. δ: 16). Σε περιτριγυρίζουν ωσάν τόσα κύματα αι αρπαγαί και ενοχλήσεις τούτου του κόσμου, τρέχε εις την σκέπην της Πέτρας, εις τας πληγάς του Δεσπότου σου, δια να μάθης καλλίτερα εκείνο, το οποίον ακούεις καθ’ ημέραν· «Δια πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την Βασιλείαν του Θεού» (Πράξ. ιδ: 22). Σε σύρει εις την ιδικήν Του μίμησιν ο κόσμος με τας πονηράς του συνηθείας, με τα πρόσκαιρα και πολύμοχθα πλούτη του, με τας αστάτους και προσκαίρους τρυφάς· τρέχε συ η του Χριστού περιστερά εις την σκέπην της νοητής Πέτρας, εις τας πληγάς του Δεσπότου σου, δια να εύρης εκεί ανάπαυσιν, δια να κτίσης εκεί ως η περιστερά κοίτην και υποκείμενον επιτηδειότατον εις το να γεννήσης καρπόν και τέκνα της ευαγγελικής και ουρανίου περιστεράς, και τότε θέλεις μάθει αληθώς την πονηράν συνήθειαν του κόσμου, ότι δεν είναι άλλο παρά ένα άγκιστρον των ψυχών. Μέσα εις το καταφύγιον εκείνων των πληγών θέλεις γνωρίσει τα πλούτη, τας αξίας και τας τιμάς όπου σου δεικνύει ο κόσμος, ότι δεν είναι άλλο, παρά ένας καπνός, όστις όχι μόνον φεύγει γρήγορα, αλλά εις τον ίδιον καιρόν σκοτίζει, τυφλώνει το διακριτικόν της ψυχής, της παίρνει τούτο το χάρισμα, με το οποίον δύναται να καταλάβη τις ο αληθινός και αιώνιος πλούτος· ποία η έντιμος και αθάνατος δόξα· τις η όντως τιμή, η αμετακίνητος. Ω και τι χαριτωμένη η σκέπη τούτης της Πέτρας! Ω και τις ακύμαντος λιμήν των ψυχών! Ω θαυμαστόν καταφύγιον! Ω και τι σοφώτατον, ναι, και αψευδέστατον διδασκαλείον των ψυχών είναι αύται αι πληγαί του Δεσπότου μου! Δεν είναι λοιπόν, δεν είναι άξιος μέμψεως και κατηγορίας ο Απόστολος Θωμάς, του οποίου εκαίετο η καρδία από την πολλήν αγάπην ταύτης της σκέπης, τούτου του Διδασκάλου· όθεν εφώναξεν· «Εάν μη ίδω εν ταις χερσίν Αυτού τον τύπον των ήλων» (Ιωάν. κ: 25) ου μη πιστεύσω εις τα λόγια τα ιδικά σας, ω συμμαθηταί μου, ου μη πιστεύσω. Και ηθέλετε μού είπει· επειδή το Σώμα του Χριστού ύστερον από την Ανάστασιν έγινεν ένδοξον, απαθέστατον, λαμπρότατον, λεπτότατον, όπου να περνά και δια μέσου κεκλεισμένων των θυρών, ακολουθεί να ήτο άψαυστον, ωσάν όπου δεν είχεν εκείνην την στερεότητα και αντιτυπίαν την πρώτην, πως λοιπόν προσκαλεί ο Δεσπότης τον Θωμάν να έλθη να τον ψηλαφήση; Αποκρίνεται ο Κύριλλος, ο θεόσοφος Χρυσόστομος, ο αξιέπαινος Θεοφύλακτος, ότι κατά θείαν πρόνοιαν εφυλάχθη εκείνος ο τρόπος της ψηλαφήσεως, δια να φύγη πάσα αμφιβολία. Τούτου ένεκεν άφησε και να φωνάξη ο Θωμάς· «Εάν μη βάλω την χείρα μου εις την πλευράν Αυτού, ου μη πιστεύσω» (αυτόθι). Ωσάν δηλαδή να έλεγε· «Γνωρίζω ότι κάτοπτρον των Μυστηρίων είναι αι πληγαί του Δεσπότου, και αν δεν σκύψω από κοντά να ίδω μέσα εις αυτό το μέγα και ακατάληπτον της οικονομίας Μυστήριον, πως μέλλω να κηρύξω εις την οικουμένην Θεόν φανερωθέντα εν σαρκί; Αν δεν ίδω μέσα εις αυτό το κάτοπτρον εκείνην την κάμινον της ακαταλήπτου αγάπης του Θεού, πως θέλω παραστήσει εις την Αιθιοπίαν, ότι επεσκέψατο ημάς Ανατολή εξ ύψους; Αν δεν ίδω μέσα εις αυτό το κάτοπτρον την ανθρωπότητα του Διδασκάλου μου Χριστού πάλιν γυμνωμένην, όμως επάνω εις την υπόστασιν της Θεότητος στερεωμένην, πως θα δυνηθώ να την κηρύξω, ότι αυτός είναι η απαράλλακτος εικών του Πατρός; Αφήτε με, αφήτε με, ω συμμαθηταί, να βάλω τους δακτύλους μου εις τον τύπον των ήλων, διότι Αυτός είναι εκείνος ο Λίθος περί του οποίου γράφει ο Ζαχαρίας, ότι είχεν επτά οφθαλμούς, μέσα εις τους οποίους ωσάν εις καθρέπτην λαμπρότατον, βλέπω ότι λάμπουσι τα επτά Μυστήρια, τα οποία εδίδαξεν ο Διδάσκαλός μου. Μέσα απ’ αυτού περισσότερον παρά από καμμίαν άλλην απόδειξιν και μαρτυρίαν δύναμαι να γνωρίσω την ανήκουστον υπομονήν όπου έδειξεν εις τα Πάθη Του ο Κύριός μου, την ακροτάτην υπακοήν όπου έδειξεν εις τον άναρχόν Του Πατέρα και τότε να τον κηρύξω εις την οικουμένην, ότι υπήκουσε μέχρι θανάτου, «θανάτου δε σταυρού» (Φιλ. β: 8). Τολμηρόν πράγμα και σκληρά απιστία είναι το να εγγίζω εγώ ο χόρτος εις την πλευράν εκείνην την τεθεωμένην, μέσα εκεί όπου λάμπει το πυρ το άκτιστον της θεότητος, όμως παίρνει τον φόβον ο Ζαχαρίας εκεί όπου λέγει «εν τη ημέρα εκείνη έσται ηνεωγμένη πηγή τω οίκω Δαβίδ». Πηγή είναι η πλευρά του Δεσπότου μου, όπου χύνει ζωήρυτα νάματα, ποταμούς της σοφίας, ποταμούς της ευσπλαγχνίας, ποταμούς της συγχωρήσεως των αμαρτημάτων. Αυτή η πλευρά είναι όπου ηνοίχθη εις τον οίκον του Δαβίδ, ωσάν μία ακένωτος βρύσις των χαρισμάτων του Θεού, και πρέπει να έχω εγώ φόβον, μήπως και ήθελα καή ως ο χόρτος. Αυτή είναι η βρύσις όπου δροσίζει και παρηγορεί τους λυπημένους, και πως να μην εγγίσω εγώ, όπου έχει κατακαμένην την καρδίαν μου ο χωρισμός του Δεσπότου μου; Αυτή είναι η βρύσις όπου ζωογονεί, τρέφει τους αρχαρίους, ανεβάζει εις τελείωσιν τους ατελείς. Και λοιπόν τι το παράδοξον είναι ανίσως εγώ, και επιθυμώ να εγγίσω την χείρα, και μαζί με αυτήν ακόμη και την ψυχήν εις τοιαύτην πλευράν, όπου έχει δύναμιν να με φέρει εις τελείωσιν του Αποστολικού χαρίσματος, να μου δώση την τροφήν εκείνην της σοφίας, την οποίαν χρειάζεται ένας όστις μέλλει να αντισταθή γυμνός εναντίον βασιλέων και τυράννων; Ω χαριτωμένοι λογισμοί του Θωμά! Ω αξιέπαινος τόλμη! Άμποτε να συνεργούσεν η Χάρις του και η πρεσβεία του να εχύνετο και μέσα εις τας ψυχάς τούτων μου των ακροατών η όρεξις και η επιθυμία όπου είχεν εκείνος εις το να εγγίση εις τας πληγάς του Διδασκάλου του. Eίχεν ο Θωμάς αγάπην και επιθυμίαν να εγγίση εις την πλευράν του Δεσπότου όχι δια να πωλήση τα μυστήρια, αλλά δια να αυξήση την συγγένειαν και την αγάπην· «ποθών την θέαν, λέγει ο μέγας Αθανάσιος, απεστρέφετο την ακοήν». Αγαπούσε να τον ίδη και να τον φιλήση, όχι ως ο Ιούδας δια να τον πωλήση, αλλά δια να του δώση δύναμιν να τον κηρύξη. Έκλεισε τας ακουάς εις τους λόγους, το νοσοκομείον των ψυχών, η πλευρά του Δεσπότου· πληγωμένην είχε την ψυχήν ωσάν με βέλη από τους λόγους των Αποστόλων, οι οποίοι του έλεγαν· «Εωράκαμεν τον Κύριον» (Ιωάν. κ: 25), δια τούτο εζήτει τους τύπους των ήλων. Εζήτει να εναγκαλισθή εκείνας τας χείρας, αι οποίαι ιάτρευσαν πολλούς, αι οποίαι εθεράπευσαν τας χείρας του παραβάτου Αδάμ, έχων ελπίδα καλήν ότι θέλουν ιατρεύσει και την ιδικήν του πληγωμένην ψυχήν. Δεν υπελόγησε μήπως και τον ονομάση τις ολιγόπιστον. Ευκαταφρόνητον πράγμα είχε το να κατηγορηθή από ανθρώπους, μόνον να εναγκαλισθή, να φιλήση, να προσκυνήση εκείνους τους πόδας όπου και μετά την Ανάστασιν αιματωμένοι, πληγωμένοι, ζητούσι την αγάπην ενός Μαθητού. Αύτη λέγω η επιθυμία άμποτε και να εχύνετο σήμερον μέσα εις τας καρδίας τούτων μου των ακροατών. Και αν εκείνος (καθώς λέγει ο Αυγουστίνος) ηθέλησε να εγγίση εις τας πληγάς του Χριστού, δια να ιατρεύση τας πληγάς της απιστίας των εθνών, ημείς να ιατρεύσωμεν τας πληγάς των ιδικών μας παθών. Εκείνος εζήτει να εγγίση εις την πλευράν δια να ιατρεύση εκείνους όπου ήσαν πληγωμένοι από τον θάνατον εκείνον, όστις ήλθεν από την πλευράν (του Αδάμ). Ημείς να ιατρεύσωμεν τον θάνατον της ψυχής, τον οποίον γεννά εις ημάς καθ’ ημέραν η πονηρά και διεστραμμένη ιδική μας προαίρεσις, τούτο δε δεν απομένει δυσέλπιστον, κοντά εις εκείνους όπου γνωρίζουσι τα αίτια δια τα οποία ηθέλησεν ο φιλάνθρωπος Δεσπότης να απομείνωσιν ανοικταί αι πληγαί Του, ακόμη και μετά την Ανάστασιν. Είναι δε, δια να είπω εν συντομία, τα εξής αίτια: α΄ Δια να είναι σημεία αληθινά ότι αληθώς και κυρίως έλαβε σάρκα ανθρωπίνην ο Υιός του Θεού, και όχι κατά φαντασίαν έγινεν άνθρωπος, καθώς εφλυαρούσαν οι Μανιχαίοι. β΄ Δια να ίστανται αι πληγαί ωσάν τόσοι μάρτυρες ζωντανοί, εις την ημέραν της πανδήμου εκείνης Κρίσεως να μαρτυρώσι και να φωνάζωσιν ενώπιον πάντων οποίον σκληρόν και δριμύτατον Πάθος ήτο εκείνο, όπερ υπέμεινεν ο Δεσπότης σου, άνθρωπε, δια την αγάπην την ιδικήν σου. γ΄ Δια να είναι αποδείξεις αυταί αι πληγαί της αληθούς Αναστάσεως του δεσποτικού Σώματος, και ακόμη ότι ένα και το αυτό κατά τον αριθμόν Σώμα ήτο εκείνο το οποίον εσταυρώθη και εκείνο το οποίον ανεστήθη, και όχι άλλο. δ΄ Δια να είναι χαρακτήρες και υπομνήματα ανεξάλειπτα της θερμοτάτης αγάπης όπου έχει εις σε, και τους οποίους έγραψεν επάνω εις τας χείρας, εις την πλευράν, και εις τους πόδας, όχι με κάλαμον, αλλά με τους ήλους. ε΄ Δια να είναι τρόπαια της λαμπράς νίκης όπου έκαμε κατά της αμαρτίας, κατά του δαίμονος, κατά του θανάτου και του Άδου. στ΄ Δια να είναι στολισμός και καλλωπισμός, και θρίαμβος του δεδοξασμένου και λαμπροτάτου Σώματος του ιδικού Του. ζ΄ Δια να βλέπης συ, άνθρωπε, τα γνωρίσματα της ιδικής σου απολυτρώσεως και Σωτηρίας, όπου και αν στρέψης τους οφθαλμούς. η΄ Δια να ίστανται αιωνίως τα στίγματα της υπακοής, την οποίαν έδειξεν Αυτός προς τον Πατέρα μέχρι θανάτου. θ. Δια να βλέπης πάντοτε τα λείψανα των ιερών μόχθων και πόνων του Χριστού. ι΄Δια να είναι λυτρωτήρια πάντων των αμαρτωλών, τα οποία να έχη ο Υιός δια να τα δεικνύη προς τον Πατέρα πρεσβεύων υπέρ της σωτηρίας των ανθρώπων. ια΄ Δια να είναι παρηγορία των τεθλιμμένων. ιβ΄ Δια να είναι υπόδειγμα της υπομονής και μακροθυμίας όπου πρέπει να έχωμεν ημείς. ιγ΄ Δια να είναι των χειμαζομένων προσφύγιον και λιμήν. ιδ΄ Δια να είναι παρακίνησις εις τους μετανοούντας. ιε΄ Δια να είναι σκέπη και φυλακτήριον των χειμαζομένων. ιστ΄ Δια να είναι προτροπή των κοπιώντων. ιζ΄ Δια να ίστανται παράδειγμα των Μαρτύρων. ιη΄ Δια να είναι καύχημα και δόξα των Αποστόλων. ιθ΄ Δια να είναι έλεγχος και ονειδισμός των καταδικαζομένων. κ΄ Και τελευταίον αίτιον είναι το ότι εφύλαξεν αυτάς τας πληφάς ο Δεσπότης ημών και μετά την Ανάστασιν, δια να είναι εις τους Αγγέλους θαύμα και έκπληξις. Ω και τι μυστήρια και σωτηριώδη αίτια είναι ταύτα, δια τα οποία ηθέλησεν ο πολυϋμνητός μας Ιησούς να φυλάξη τας πληγάς και μετά την Ανάστασιν. Δια να είναι, καθώς γράφει ο ιερός Αμβρόσιος εις την εξαήμερον, τα πάντα ημίν ο Χριστός. Με τα σημεία των ιδικών Του παθών να είναι εις τους πληγωμένους ιατρός, εις τους κατακαιομένους από θέρμην, πηγή· δικαιοσύνη εις τους αδικημένους, δύναμις εις τους αδυνάτους, ζωή εις τους φοβουμένους τον θάνατον, οδός εις εκείνους οπού αγαπώσι τον ουρανόν, φως εις εκείνους όπου φεύγουσι το σκότος, τροφή εις τους πεινασμένους, και να ειπώ με ένα λόγον· «τα πάντα τοις πάσι» (Α΄ Κορινθ. ιβ: 6). Τα πάντα υπέμεινε δια την ιδικήν σου αγάπην, άνθρωπε· δι’ αυτήν επληγώθη, και πάλιν δι’ αυτήν φυλάττει τας πληγάς εις έλεγχον της Ιουδαϊκής αχαριστίας, δια να έλθη καιρός να ίδωσιν «εις ον εξεκέντησαν» (Ιωάν. ιθ: 37). Αλλά και εις καύχημα ιδικόν σου είναι τούτο, άνθρωπε, να χαίρεσαι και να μεγαλύνεσαι, διότι έχεις τοιούτον Δεσπότην, όστις δια την αγάπην σου όχι μόνον επληγώθη, αλλά και φυλάττει τα σημεία των πληγών. Και όχι μόνον τα φυλάττει, αλλά και προσκαλεί τον Μαθητήν να του δείξη, ότι αυτά έχει καύχημα. Τα φυλάττει, όχι δια να πάρη εκδίκησιν, καθώς πολλοί φυλάττουσι τα αιματωμένα ενδύματα, δια να πάρωσιν εκδίκησιν και τιμωρίαν από εκείνους όπου τους έβλαψαν. Ο Δεσπότης ο ιδικός μας τα φυλάττει όχι δια να φανερώση την αχαριστίαν και απανθρωπότητα της ανθρωπίνης φύσεως, αλλά δια να δώση αφορμήν με αυτά εις τον άνθρωπον να επιστρέψη εις την αγάπην Του. Τα φυλάττει όχι δια να τα δείξη εις τον Πατέρα και να ζητήση εκδίκησιν, αλλά δια να ζητήση με αυτά συγχώρησιν και ελευθερίαν της παρούσης καταδίκης, εκείνων όπου αποτολμώσι να αποστρέφωνται την αγάπην τοιούτου πληγωμένου Δεσπότου. Λοιπόν τώρα, άνθρωπε, ειπέ μοι τι έχεις να ανταποδώσης εις τοιούτον πολυεύσπλαγχνον και φιλάνθρωπον Δεσπότην; Ή τι έχεις να απολογηθής, ότι δεν εγνώρισες καλά την αγάπην όπου έχει εις σε; Επάνω από όλα τα άλλα σημεία όπου έδειξε, ιδού όπου σου δίδει εκείνο το αδύνατον χάρισμα, το οποίον με πολύ παράπονον εζητούσεν ένας από τους παλαιούς σοφούς από τον Θεόν, το διατί δεν ήνοιξε μίαν θυρίδα εις την πλευράν των ανθρώπων να βλέπωσιν ο εις τον άλλον τι έχει μέσα η καρδία του κατά του άλλου και ποίαν αγάπην έχει ο εις προς τον άλλον. Ιδού τώρα το παράθυρον όπου σου ήνοιξεν ο Υιός του Θεού εις την ιδικήν Του πλευράν, δια να ίδης την υπερβολήν της αγάπης Του, έως μέσα εις τα απόκρυφα μέρη της καρδίας Του. Ιδού, βλέπε Τον, πως σηκώνει την χείρα και προσκαλεί τον Μαθητήν να τον ψηλαφήση, να τον ερευνήση, δια να πεισθή ότι Αυτός είναι ο ανενδεής Θεός. Και όμως δεν επιθυμεί άλλο παρά την σωτηρίαν την ιδικήν σου. Αυτός είναι ο ομοούσιος και συνάναρχος τω Πατρί, ο υπό των Χερουβίμ και Σεραφίμ προσκυνούμενος, και υπό των επιλοίπων Αγγέλων δοξαζόμενος. Και όμως δόξαν, καύχημα, χαράν έχει την φιλίαν, την μετάνοιαν, την επιστροφήν ενός αμαρτωλού, ενός βλασφήμου, ενός ολιγοπίστου, ενός μοιχού, ενός πόρνου, ενός φονέως, ενός ειδωλολάτρου, ενός φιλαργύρου, ακόμη και εκείνου του αμετανοήτου προδότου Ιούδα. Ποία όμως η ανάγκη να πολυλογώ εις εκείνους όπου πιστεύουσιν ότι έχουσι τοιούτον Δεσπότην, όστις και πληγωμένος παρακαλεί, μεσιτεύει δι’ εκείνους, οι οποίοι τον επλήγωσαν; Με εκείνο το στόμα το φαρμακευμένον από την χολήν και το οξίδιον φωνάζει εις τον Πατέρα δι’ εκείνους όπου τον επότισαν το φαρμακερόν εκείνο ποτόν. Εκείνας τας ιδίας χείρας τας πληγωμένας και καρφωμένας εις τον Σταυρόν υψώνει και μεσιτεύει εις τον άναρχον Πατέρα Του δια να σπλαγχνισθή, να λυπηθή, και να συγχωρήση εκείνους όπου τον επλήγωσαν. Από εκείνην την ιδίαν πλευράν την πληγωμένην χύνει το αίμα και το ύδωρ δια να λουσθώσι και να βαπτισθώσι και ν’ αγιασθώσιν εκείνοι όπου την ήνοιξαν. Ταύτην την ιδίαν πλευράν, αυτάς τας ιδίας πληγάς αφήνει ανοικτάς έως την σήμερον δια να τας έχης και συ, ω αμαρτωλέ, νοσοκομείον των αμαρτιών σου, παρηγορίαν εις τους πόνους σου. Με αυτάς ωσάν με τόσα στόματα σε προσκαλεί εις την αγάπην Του, σε ζητεί εις την σκέπην Του, και ακόμη στέκεσαι κρύος, ακόμη το υποφέρεις να είσαι μακρυσμένος, χωρισμένος από την αγάπην τοιούτου φιλανθρώπου Δεσπότου; Μη, σας παρακαλώ, δια την αγάπην αυτών των πληγών του Χριστού, ας μη απομείνωμεν εις την Ιουδαϊκήν αχαριστίαν, ας μη σταθώμεν εις την σκληρότητα και ανυποταξίαν των σκληροτραχήλων εκείνων και ανυποτάκτων Ιουδαίων, ας μη το υποφέρη τις να είναι η πληγή του Χριστού εις έλεγχον και μαρτυρίαν της ιδικής του ανυποταξίας και αφοβίας του Θεού. Ας επιστρέψωμεν όλοι σήμερον εις την υποταγήν, εις τους νόμους, εις τα θελήματα τούτου του πληγωμένου Ιησού, δια να είναι εις καύχημα, εις τιμήν, εις δόξαν, εις φυλακτήριον αι πληγαί Του. Ζητείς τον τρόπον πως να επιστρέψωμεν; Τον διδάσκει εις ημάς το όνομα της σημερινής ημέρας. Νέα Κυριακή λέγεται η σημερινή ημέρα, ας ανανεωθώμεν και ημείς, ας γίνωμεν νέοι, ας είπωμεν με τον Δαβίδ, εξ όλης ψυχής και καρδίας σήμερον· «Καρδίαν καθαράν κτίσον εν ημίν ο Θεός, και Πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις ημών» (Ψαλμ. ν:12). Ας απορρίψωμεν τον παλαιόν άνθρωπον, τας πρώτας συνηθείας, τα πρώτα αμαρτήματα, και ας πάρωμεν τον νέον, όστις εδοξάσθη, ανεκαινίσθη σήμερον μαζί με την ανακαινισθείσαν Σάρκα του Δεσπότου μας. Ας ανακαινίσωμεν όλας τας αισθήσεις, ας μισήσωμεν την παλαιάν  βρώσιν του ξύλου, διότι ωραίος ήτο εις όρασιν, και καλός εις βρώσιν ο θανατώσας ημάς καρπός. Ας ανακαινίσωμεν τους οφθαλμούς, ας τους χαλιναγωγήσωμεν, ας τους μάθωμεν να μη κινώνται πλέον από κάλλος ξένον. «Πως γαρ σώσει ραδίως η αλλοτρία, όν απώλεσεν η ιδία»; Θεολογεί το καύχημα και ο στέφανος των Θεολόγων Γρηγόριος. Ας ανακαινίσωμεν την όσφρησιν, και ας την μάθωμεν από την σήμερον να μη έχη άλλην ευωδίαν παρά εκείνην όπου είναι πνευματική και αγία. Ας ανακαινίσωμεν την ακοήν, ας βάλωμεν θύρας εις αυτήν όπου να εμποδίζωσι τους απατηλούς λόγους, και να ανοίγωνται μόνον εις εκείνους όπου είναι απεσταλμένοι από τον ενυπόστατον Λόγον του προανάρχου Πατρός. Ήλθε καιρός να ανακαινισθή σήμερον, εις την Νέαν Κυριακήν, και το στόμα. Να είναι κεκλεισμένον εις κάθε αργόν λόγον, δια να μη σύρη με εκείνον και τον θάνατον, αλλά να είναι ανοικτόν εις ευχαριστίαν και δοξολογίαν Εκείνου, όστις ενεφύσησε σήμερον, και έδωσε Πνεύμα άγιον του δεσμείν και λύειν τας ιδικάς μας αμαρτίας. Έφθασε καιρός να εορτάσωμεν και τα της ψυχής εγκαίνια σήμερον. Ο θυμός ας είναι πάντοτε έξυπνος, εναντίον εις εκείνον μόνον τον όφιν τον φαρμακερόν και ολέθριον, δια τον οποίον εξεπέσαμεν. Το επιθυμητικόν ας είναι πάντοτε ανοικτόν και έτοιμον προς τον Θεόν, κλεισμένον και ανενέργητον εις κάθε επίβουλον και σφαλερόν. Ο λογισμός ας είναι επιστάτης και διδάσκαλος επάνω εις όλα τα κινήματα του σώματος. Ας μη υπηρετή ο δεσπότης τον δούλον, ας μη δουλεύη η εικών του Θεού τον πηλόν του σώματος. Ας ανακαινισθή σήμερον και της αγάπης η δύναμις, ας μάθη ο καθείς να μη μισή πλέον τον αδελφόν του, δια την αγάπην του οποίου ο Χριστός απέθανε, και ιδικός σου αδελφός έγινε ο κατά φύσιν Θεός και Δεσπότης. Ιδού έφθασεν ο καιρός να ανακαινισθής και εις όλα τα άλλα, άνθρωπε, λοιπόν άφησε από τώρα και εις το εξής τον φθόνον δια την ξένην ευτυχίαν. Άφησε το να είσαι μαθητής εκείνου του διαβόλου, όστις φθονών την ιδικήν σου ευτυχίαν σε κατέπεισε με πονηρούς λόγους, ότι ο Πλάστης και Δημιουργός φθονών δήθεν την ιδικήν σου θέωσιν σε εμπόδισεν από την γεύσιν εκείνου του απηγορευμένου ξύλου. Μη ακολουθήσης τοιούτου φθονερού διδασκάλου μαθήματα, διότι με αυτά σε εκρήμνισε. Ανακαίνισε και τα σπλάγχνα σου, και κάμε αυτά ελεημονητικά, και γνωρίζων ότι και συ έχεις ανάγκην ελέους, ελέησον. Μη αποστραφής δάκρυα χήρας και ορφανών, διότι ήσουν πολλών δακρύων άξιος και σε ευσπλαγχνίσθη Εκείνος, όστις μόνος δύναται να παρηγορήση των αμαρτωλών τα δάκρυα. Μη ατιμάσης ξένον δι’ αγάπην του οποίου ο Χριστός εξενιτεύθη. Περιποιήσου τους ξένους, γνωρίζων ότι και συ είσαι ξένος και πάροικος εις ταύτην την γην. Μη αποστραφής ξένον δια να μην αποξενωθής του Παραδείσου, καθώς και πρότερον. Μίσησε τον πλούτον δι’ αγάπην του οποίου επροδόθη ο Δεσπότης σου. Μη πλουτής πλέον κατά των πενήτων, αλλά εις την υπεράσπισιν των πενήτων. Μάθε από την σήμερον να τρέφης πεινασμένους, δι’ αγάπην Εκείνου όστις σε τρέφει με το ιδικόν Του Σώμα, και σε ποτίζει με το ιδικόν Του Αίμα. Μίσησε την υπερηφάνειαν, γνωρίζων ότι όσον ήτο το ύψος του υπερηφάνου Εωσφόρου, τόσον έγινε το βάθος της καταδίκης και του κρημνισμού του. Νέα Κυριακή σήμερον· ας ανακαινισθή λοιπόν πάσα ηλικία και γένος ανθρώπων. Οι γέροντες ας ενδυθώσι το καθαρόν, το αμνησίκακον, το αναμάρτητον της ευαγγελικής νεότητος, και ας εκδυθώσι το πεπαλαιωμένον, το σεσαθρωμένον, το βαρύ και μισητόν ένδυμα της αμαρτίας. Οι νέοι ας ενδυθώσι την σεμνότητα, την φρόνησιν την γηραλέαν, και ας εκδυθώσι την αναισχυντίαν, την αυθάδειαν, την ανυποταξίαν. Ας ανακαινισθή και το τάγμα των γυναικών, ας μισήσωσιν εκείνα όπου στολίζουσι τας παλλακίδας των βασιλέων, τα χρυσά και πολυτελή φορέματα. Ας μισήσωσι της υπερηφανείας του διαβόλου τα γνωρίσματα. Ας στολισθώσι με της σωφροσύνης τον καθαρώτατον στέφανον, με της κατανύξεως το πολύτιμον εγκόλπιον, με της φιλοπτωχίας τα πολύτιμα βραχιόλια, με της φιλανδρείας το χρυσόπλαστον ένδυμα. Αι παρθένοι ας ανακαινισθώσι με την ασύγκριτον ταπεινοφροσύνην του Διδασκάλου των παρθένων, με την καθαρότητα της Μητρός του Θεού, με την κατάνυξιν και τον αγιασμόν της αειπαρθένου Μαρίας. Αυτήν ας έχωσι φύλακα της ιδικής των παρθενίας, αυτήν ας στήσωσι κάτοπτρον της ιδικής των ωραιότητος. Τοιουτοτρόπως ας ανακαινισθώμεν όλοι σήμερον, νέοι και γέροντες, άνδρες τε και γυναίκες, Ιερείς και λαϊκοί δια την αγάπην Εκείνου όστις έγινεν άνθρωπος, δια να κάμη ημάς θεούς, όστις έγινεν ο παλαιός των ημερών δια να εκδύση από ημάς «τον παλαιόν άνθρωπον συν ταις πράξεσιν αυτού» (Κολ. γ: 9), και να ενδύση τον νέον. Δι’ αγάπην Εκείνου όστις δεν απεστράφη την ψηλάφησιν του Θωμά, ας ανακαινίσωμεν, ας ζωντανεύσωμεν και ημείς σήμερον την ολίγην μας πίστιν, ας εξυπνήσωμεν την κοιμωμένην αγάπην όπου είχομεν ως τώρα εις τον Θεόν, ας τιμήσωμεν την ημέραν της εορτής με τον ανακαινισμόν της ιδικής μας ζωής. Τούτον τον ανακαινισμόν της ψυχής μάς τον ζητούσιν αι πληγαί του Χριστού σήμερον, όπου δια ταύτην την ψυχικήν ανακαίνισιν ηνοίχθησαν, και δια ταύτην φυλάττονται ανοικταί έως την σήμερον. Και λοιπόν ας μη φανώμεν αχάριστοι εις τοιούτον φιλάνθρωπον Δεσπότην, όστις επληγώθη δια να ιατρεύση τας ιδικάς μας πληγάς. Ας μην αποστραφώμεν την αγάπην Του, την οποίαν δια να γνωρίσωμεν ότι είναι θερμή και μεγάλη και ακατανόητος, ήνοιξε την πλευράν. Ας μη προτιμήσωμεν την αγάπην του κόσμου, των σαρκικών επιθυμιών, από την αγάπην Αυτού του Δεσπότου, όστις άφησε τον ναόν τού ιδικού Του Σώματος να σχισθή και να πληγωθή πανταχόθεν, δια να κάμη ημάς ναόν του Θεού. Ας μη φανή, όσον από το μέρος το ιδικόν μας, ότι ματαίως έχυσε τόσον Αίμα, και ημείς δεν το εψηφήσαμεν, ούτε το ετιμήσαμεν. Ας αγιασθώμεν με αυτό, ας φωνάξωμεν μαζί με τον Θωμάν· «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιωάν. κ: 28). Σε γνωρίζομεν και Θεόν, και Πλάστην, και Δημιουργόν, και Σωτήρα, και Ευεργέτην και Πατέρα, και Φίλον, και σε προτιμούμεν και αγαπούμεν περισσότερον παρά πατέρα σαρκικόν και μητέρα, παρά αδελφούς και φίλους. Ιδού όπου εκάμαμεν απόφασιν από την σήμερον να μη προτιμήσωμεν τίποτε άλλο εκτός από την αγάπην την ιδικήν Σου. Ας σταθή μάρτυς αύτη η νέα ημέρα της καινής Κυριακής, ότι ανεκαινίσθημεν εις την αγάπην Σου. Αρνούμεθα την παλαιάν ζωήν, και ζητούμεν Σε την όντως ζωήν. Σε προτιμούμεν περισσότερον να έχωμεν, παρά πλούτη, διότι είναι πρόσκαιρα, και Συ αιώνιος· παρά δόξας, διότι είναι ευμάραντοι, και Συ είσαι αθάνατος· παρά ηδονάς και τρυφάς σωματικάς, διότι είναι του θανάτου το άγκιστρον, και Συ της ζωής και του Παραδείσου ο Δημιουργός και ο δοτήρ. Εκάμαμεν, ναι, τοιαύτην απόφασιν σήμερον όλοι, πλην παρακαλούμεν τα σπλάγχνα της ιδικής Σου αγάπης να μη αποστραφώσιν ημάς τους αναξίους της αγάπης Σου. Παρακαλούμεν, προσκυνούμεν, και καταφιλούμεν αυτάς τας παναγίας Σου πληγάς, αυτά τα στίγματα των ιδικών Σου ζωηφόρων Παθών, να μη κρίνωσιν αναξίους ημάς της μερίδος των εκλεκτών Σου, διότι πολλά Σε παρωργίσαμεν. Πολλήν καταφρόνησιν εδείξαμεν εις τους νόμους Σου, πολλήν ψυχρότητα εις την θερμότητα της αγάπης Σου. Και το ομολογούμεν, ότι με την ολίγην πίστιν διαφέρομεν από εκείνους τους σκληροκαρδίους, τους απίστους, οι οποίοι ήνοιξαν εις Σε αυτάς τας πληγάς. Όμως δεν ελπίζομεν εις την δικαιοσύνην των έργων των ιδικών μας, αλλ’ εις το άπειρον πέλαγος της ιδικής Σου ελεημοσύνης, εις την βρύσιν την ακένωτον της φιλανθρωπίας Σου όπου τρέχει μέσα από αυτήν την παναγίαν Σου πλευράν. Εις αυτήν μόνον ελπίζομεν, εις αυτήν μόνον θαρρούμεν, και εις αυτήν καταφεύγομεν, και αυτάς τας πληγάς Σου στέλλομεν πρέσβεις εις την ιδικήν Σου θεότητα, να καταδεχθης ημάς. Πρωτύτερα με τα πονηρά έργα εχωρίσθημεν από Σου, Συ πάλιν ως παντοδύναμος Θεός, ο Πατήρ των οικτιρμών, ένωσον, δέξαι ημάς εις την πρώτην αγάπην, εις την πρώτην συγγένειαν, ενδυνάμωσον, φώτισον ημάς να σταθώμεν εις ταύτην την καλήν υπόσχεσιν του ανακαινισμού και της μετανοίας, ίνα δοξάζηται το πανάγιον και πανυπέρτιμον Όνομά Σου εις τους απεράντους αιώνας συν τω ανάρχω Σου Πατρί και τω Παναγίω Πνεύματι. Αμήν. Ταις των Σου Αποστόλου Θωμά πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς. Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: