Στρατόπεδα συγκέντρωσης και ρατσιστική μεταχείριση ανήλικων παιδιών

Ι Εισαγωγικά

Είναι πρόδηλο ότι, μετά την πανθομολογούμενη παταγώδη αποτυχία της δρακόντειας επιβολής ατελέσφορων εκ του αποτελέσματος, αυστηρών εγκλεισμών μας και την περιαγωγή της Χώρας εις μία κατάσταση οιονεί πολιορκίας δια της επιβολής πλήρους αναστολής των θεμελιωδών, επί μακρόν, δικαιωμάτων ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και μετακινήσεως των πολιτών (άρθρο, 2, άθρρο, 5, άρθρο 25 του Συντάγματος), η Πολιτεία διολισθαίνει προς μία πιο σκληρή πρακτική ρατσιστικής και διακριτικής μεταχειρίσεως πολιτών, στοχοποιώντας τους ως «αρνητές, μιάσματα, συνωμοσιολογους,», μετέρχεται δηλαδή, ηθικο-κοινωνικά απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και αξιολογικά επονείδιστα καταφρονητικές φράσεις καθώς και πρακτικές αστυνόμευσης του ιδιωτικού τους βίου, ήτοι :  στιγματισμού και αποκλεισμού τους από την κοινωνική ζωή του τόπου, ακριβώς επειδή ασκούν ενστάσεις δια της βίαιης επιβολής ιδίως των εκ του φαρμακείου διατεθειμένων αυτό-ελέγχων, θεμελιώνοντας τους ισχυρισμούς εις την Συνταγματική, Ευρωπαϊκή και Διεθνή Νομιμότητα.

Η πρωτοφανής αυτή μισαλλοδοξία και ρατσιστική βία, φαλκίδευσης του θεμιτού δικαιώματος ελεύθερης εκφράσεως της γνώμης κατά το άρθρο 14 του Συντάγματος, μίας μερίδας πολιτών, είναι πρωτοφανής και συμβαίνει επειδή  η ως άνω εκφορά της διαφορετικής τους απόψεως, αντιβαίνει καταδήλως προς τις «διαταγές» της κυβέρνησης, με αποτέλεσμα τοιουτοτρόπως, εξαιτίας και συνεπεία της ως άνω επιλήψιμης συμπεριφοράς της κυβέρνησης, να υποσκάπτονται προδήλως τα θεμέλια του Δημοκρατικού μας Πολιτεύματος.

Η εμπρηστική στάση, εν ολίγοις της κυβερνήσεως, ενσπείρει διχόνοια εις την κοινωνία, διαταράσσοντας την κοινωνική ειρήνη και διασαλεύοντας την δημόσια τάξη και ασφάλεια, καθότι δια του αυθαίρετου αποκλεισμού μίας μερίδας της κοινωνίας η οποία είναι φορέας διαφορετικών απόψεων, τιτρώσκει ανενδοίαστα το αντίστοιχο δικαίωμα ελεύθερη ανάπτυξης της προσωπικότητας τους.

Ιι Πραγματικά Περιστατικά

Τέτοιου είδους φαινόμενα πλήθυναν αρχής γενομένης την 12η-04-2021, όταν εξαρτήθηκε, κατά την έναρξη των λυκείων όλης της επικράτειας, η εκ του συστάδην παρακολούθηση των μαθημάτων, από την προηγούμενη προσαγωγή πιστοποιητικού αυτοελέγχου εν είδει πιστοποιητικού φρονήματος δίκην της αόριστης νομικής έννοιας της δημόσιας υγείας και εις όποιον αρνούταν αιτιολογημένα, (εννοώ όποιο παιδί με τους γονείς οι οποίοι συνασκούν την γονική μέριμνα, ομού ή κεχωρισμένως δήλωνε την άρνησή του ) ουδόλως ο Διευθυντής του σχολείου το δέχονταν με επαχθή συνέπεια, το παιδί, να επωμίζεται αδίκως και ανυπαιτίως, αδικαιολόγητες απουσίες με ό,τι τούτο συνεπάγεται πρακτικά αλλά και δια την ψυχολογία του ανηλίκου.

 Εξάλλου κατ’ άρθρο 1518 του Α.Κ η άσκηση της επιμέλειας συμπεριλαμβάνει τα εξής :

Η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, την μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του.

Κατά την ανατροφή του τέκνου, οι γονείς το ενισχύουν, χωρίς διάκριση φύλου, να αναπτύσσει υπεύθυνα και με κοινωνική συνείδηση την προσωπικότητά του. Η λήψη σωφρονιστικών μέτρων επιτρέπεται μόνον εφόσον αυτά είναι παιδαγωγικώς αναγκαία και δεν θίγουν την αξιοπρέπεια του τέκνου.

Κατά την μόρφωση και την επαγγελματική εκπαίδευση του τέκνου, οι γονείς λαμβάνουν υπόψιν, τις ικανότητες και τις προσωπικές του κλίσεις.

Εκ παραλλήλου το άρθρο 1511 παράγραφος 2 διαλαμβάνει ρητώς τα εξής :

Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του, πριν από κάθε απόφαση σχετική με την γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντά του.

Οι Διευθυντές των Σχολείων ήσαν εκ του Υπουργείου υποχρεωμένοι να επιδείξουν έκνομη, ανισότιμη, μεροληπτική και ρατσιστική μεταχείριση εις βάρος των ανήλικων τέκνων που δε δέχονταν τον αυτοέλεγχο ανίχνευσης ιού, θίγοντας κατάφωρα την αξιοπρέπεια τους, ήτοι προσβάλλοντας βάναυσα και ιταμώς την προσωπικότητά τους, κατ’ άρθρο 57 του Α.Κ και δη κατά τρόπο καταφανώς αντιπαιδαγωγικό, αναφορικώς με την  επιβολής της υποχρεωτικής και καθολικής υποβολή των παιδιών, άνευ της συγκαταθέσεως των συνασκούντων την γονική μέριμνα, ήτοι των γονέων, -άρθρο 11 παράγραφος 3 του Κώδικα Ιατρικής δεοντολογίας, Ν. 3418/2005) εις την βάσανο του ατομικού ελέγχου διάγνωσης περί του ιού-covid-19, (αυτοδιαγνωστικό τεστ ταχείας ανίχνευσης αντιγόνου του ιού που χορηγείται εκ των φαρμακείων), άλλως, εις περίπτωση μη στανικής και εξαναγκαστικής συμμορφώσεως των προς τα ως άνω απαγορεύτηκε, η είσοδος των παιδιών, εις την εκάστη Σχολική μονάδα, με ιδιαζόντως επαχθής συνέπεια να λαμβάνει εξ υπαιτιότητας των Διευθυντών των Σχολείων, αδικαιολόγητες απουσίες, δήθεν μην παρακολουθήσεως των μαθημάτων, προσάπτοντας του απαράδεκτα το στίγμα του κοινωνικώς απόκληρου, περιθωριακού οιονεί μιάσματος, (οιονεί πιστοποίηση φρονημάτων), και της στερήσεως εις την ελεύθερη πρόσβαση εις την εκπαιδευτική διαδικασία κατά το άρθρο 16 παράγραφος 2.

Γ. Το εν ισχύ πλέγμα διατάξεων το οποίο καταστρατηγείται

H αντιδημοκρατική αυτή πολιτική, άκρως διακριτικής μεταχειρίσεως των παιδιών, αντιβαίνει προδήλως εις το άρθρο 2 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας», καθώς επίσης και το άρθρο 120 παράγραφος 2 το οποίο αναφέρει τα εξής : «ο σεβασμός στο Σύνταγμα και στους Νόμους που συμφωνούν με αυτό καθώς και η αφοσίωση στην Πατρίδα και την Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων»

 

Εις επίρρωση των ως άνω, καθίσταται πασίδηλο και κατάδηλο ότι δια των ως άνω παράνομων βιαίων πράξεων (επιβολής ελέγχων), ασκήσεως ψυχικής βίας, εκφοβισμού, και παραπληροφόρησης, καταλύεται σφόδρα το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού και η ακώλυτη ελευθερία αποφάσεως σχετικώς με την διάθεση της εν γένει υγείας και του σώματος των παιδιών, πράγμα το οποίο κατακρημνίζει εκκωφαντικά το άρθρο 5 παρ. 2 και 5, το άρθρο 7 παρ. 2 του άρθρο 2 παρ. 1, το άρθρο 25 του Συντάγματος καθώς επίσης και ομοίως, το άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής, Συμβάσεως των δικαιωμάτων Ανθρώπου αλλά και «Το δικαίωμα εις την προσωπική Ελευθερία και Ασφάλεια» καθώς και την Σύμβαση για τα Ανθρώπινα δικαιώματα και την Βιοιατρική του Συμβουλίου της Ευρώπης η οποία έχει κυρωθεί με το Ν. 2619/1998, οι οποίοι έχουν υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος και διαλαμβάνει εις το άρθρο 5 «Επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει αφού το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δώσει την ελεύθερη συναίνεσή του, κατόπιν της προηγούμενης σχετικής ενημέρωσής του».

Περαιτέρω,  συμπληρωματικώς παραβιάζεται, ο Ν. 2251/1994 περί προστασίας του Καταναλωτή,ο Ν 3418/2005 Κώδικας Ιατρικής δεοντολογίας (άρθρο 12 παρ. 1 « ο Ιατρός δεν επιτρέπεται να προβεί στην εκτέλεση αποιασδήποτε ιατρικής πράξεως, χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του ασθενούς», και το Π.δ 216/2001 Κώδικας Νοσηλευτικής δεοντολογίας, τα οποία αναγνωρίζουν το ανθρώπινο πρόσωπο, ως αυτόνομη προσωπικότητα, υποκείμενο δικαίου ως προς την πληροφόρηση αξιολόγηση και συναίνεση έναντι οιασδήποτε επιχειρούμενης επί της υγείας του Ιατρικής πράξεως αυτής καθ’ αυτήν, δοθέντος ότι το φυσικό πρόσωπο, ως λήπτης παροχής υγείας ως προς τις τυχόν Ιατρικές πράξεις, έχει σαφώς αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα, ενδελεχούς και εμπεριστατωμένης πληροφόρησης, αξιολόγησης των ιατρικών πληροφοριών, ίνα εν τέλει συναινέσει έναντι οιασδήποτε ιατρικής πράξεως.

Ωσαύτως ο σεβασμός προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του λήπτη υπηρεσιών υγείας καθώς και το αναφαίρετο δικαίωμα προς την φυσική και ψυχική του ακεραιότητα, η προστασία της ιδιωτικής ζωής του σχετικώς προς τις ιατρικές πληροφορίες,-Ιατρικό απόρρητο- ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα καθώς και η αξία και αξιοπρέπεια του ασθενούς ενώπιον του θανάτου και του πόνου, λογίζονται ιδιαζόντως καίρια και σημαντικά δεδομένα προς κατά τον Νόμο διαφύλαξη και προς προστασία από την Πολιτεία.

Ο πυρήνας του δικαιώματος της υγείας, επιβάλλει από την Πολιτεία να απέχει από οιαδήποτε πράξη ή παράλειψη καθίσταται ικανή και πρόσφορη αφενός να προκαλέσει βλάβη προς την σωματική, διανοητική, ψυχική ευεξία του ανθρώπου, και αφετέρου να περιορίσει το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα ως μείζονα έκφανση της προσωπικότητας του ανθρώπου ως αυτόνομου υποκείμενου δικαίου, τουτέστιν, να λαμβάνει απερίσπαστα και ανεξάρτητα αποφάσεις δια την υγεία του.

Ως εκ τούτου το ίδιο το κράτος οφείλει να, προστατεύει το δικαίωμα εις την υγεία του πολίτη δια των προαναφερθέντων διατάξεων τόσον δια των προ- παρατιθέμενων  διατάξεων, έναντι προσβολών από το δημόσιο όσο και δια της επενέργειας του ως Κράτος, έναντι των προσβολών από μη κρατικά αλλά ιδιωτικά υποκείμενα, διασφαλίζοντας την ακώλυτη και αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος εις την υγεία των πολιτών, λαμβάνοντας τα κατάλληλα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 25 του Συντάγματος περί της αρχής της αναλογικότητας και του άρθρου 2 παρ. 1 περί της αξίας του ανθρώπου, με κράτιστο εν γένει υπέρτερο γνώμονα το αξία και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Περαιτέρω και ισχυροποιητικώς,  δυνάμει της Διακηρύξεως της Λισσαβώνας που εκδόθηκε από την Παγκόσμια Ιατρική Ένωση, ορίζεται ότι ο ασθενής, αφού ενημερωθεί για την κατάσταση της υγείας του, έχει το δικαίωμα να συμφωνήσει με την θεραπεία που του προτείνεται ή να διαφωνήσει με αυτήν και να μην την αποδεχτεί και ως εκ τούτου κατοχυρώνεται ρητώς το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης του ασθενούς ως απόρροια της ανθρώπινης υποστάσεώς του, σύμφωνα με το οποίο μπορεί να αποφασίζει ο ίδιος αποκλειστικά για την υγεία του.

Επιπροσθέτως συμφώνως με τον Κώδικα της Νυρεμβέργης που περιλαμβάνει ένα σύνολο Αρχών και Κανόνων ηθικής Ιατρικής δεοντολογίας (μεταξύ των οποίων την αρχή της ενημερωμένης συναίνεσης του ασθενούς, την απουσία του εξαναγκασμού), αναγνωρίζεται ρητώς ως πρώτος κανόνας ότι «η εθελοντική ενημερωμένη συναίνεση του ανθρωπίνου υποκειμένου είναι απολύτως ουσιώδης, όπου έχει γίνει σήμερον παγκοσμίως δεκτός και έχει ενσωματωθεί και στο άρθρο 7 του Διεθνούς Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα («Ειδικότερα, απαγορεύεται η υποβολή προσώπου χωρίς την συγκατάθεση του σε ιατρικό ή επιστημονικό πείραμα») και έχει κυρωθεί από την Ελληνική Πολιτεία, με τον Νόμο 2462/1997 συμφώνως με την διαδικασία του άρθρου 28 παράγραφος 1 του Συντάγματος και έχει αποκτήσει υπερνομοθετική ισχύ.

Ως εκ τούτου λοιπόν κάθε κρατική επιδίωξη άμεση ή έμμεση υποβολή του υποχρεωτικού εξαναγκασμού σε διαγνωστικά τεστ ή σε εμβολιασμό για την αντιμετώπιση της ασθένειας που προξενεί ο κορωνοιός SARS-COV-2, κείται προδήλως εκτός του Νομικού μας πολιτισμού και παραβιάζει απροκάλυπτα τις αρχές και το Ευρωπαϊκό πλαίσιο Δικαίου, τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, των Διεθνών Συμβάσεων και Συμφώνων, του Κώδικα της Νυρεμβέργης, εξ αυτού του λόγου, δέον όπως εκληφθεί ως απάνθρωπη μεταχείριση και ψυχικός βασανισμός του ανθρώπινου προσώπου.

Δ. Νόμος Περί Ρατσισμού

Προσέτι κατά το άρθρο 16 παράγραφος 2 του Συντάγματος, η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους, και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη εθνικής και θρησκευτικής συνειδήσεως, και την διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες, ως εκ τούτου συνάγεται αιτιωδώς εκ του Συντάγματος ότι ουδείς μαθητής δύναται να αποκλειστεί από την εκπαιδευτική διαδικσία, η οποία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους, ούτε η φοίτησή του είναι δυνατόν να εξαρτάται από την προηγούμενη συμμετοχή του και μάλιστα εκουσίως από οιαδήποτε ιατρική πράξη.

Ως εκ τούτου δηλαδή, το παιδί στερείται της ελευθέρας πρόσβασης εις την εκπαίδευση τόσο δια ζώσης όσο και εξ αποστάσεως κατά ανισότιμο τρόπο, υφιστάμενο μία πρόδηλα διακριτική μεταχείριση προς της ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς της κατά παράβαση του άρθρου 4 και 5 του Συντάγματος με την ανεδαφική και αλυσιτελή αιτιολογία ότι δεν υποκύπτει σε έναν πρόδηλα αντισυνταγματικά νόμο, βλαπτικό δια την υγεία και την προσωπικότητά του

Ο κοινωνικός αποκλεισμός και η επιβολή οιονεί ποινής- στίγματος, από την δημόσια εκπαίδευση φέρει ασφαλώς ρατσιστικά χαρακτηριστικά κατά το άρθρο 82Α του Ποινικού Κώδικα, διότι στοχοποιείται φέροντας το στίγμα «του  ανυπάκουου, συνωμοσιολόγου, ακραίου» και του φαλκιδεύεται η πρόσβαση, καθοιονδήποτε τρόπο, είτε εκ του συστάδην είτε δια ζώσης προς την εκπαίδευση, ένα αξιοκατάκριτο, επιλήψιμο, και αξιόμεμπτο γεγονός το οποίο κλυδωνίζει εκ βάθρων τα θεμέλια του Δημοκρατικού μας Πολιτεύματος.

Είναι πρόδηλο ότι δια του αποκλεισμού των παιδιών, ένεκεν ασκήσεως του δικαιώματος ελεύθερης αποφάσεως επί της υγείας του, συνιστά μία πράξη λεκτικής βίας, με κατάδηλα ρατσιστικά  χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 927/1979 –μετά την τροποποίηση του με τον Ν. 4285/2014 και τον Ν. 4491/2017-  είνα και συνταγματικά άλλωστε κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε Έλληνα προς ίση μεταχείριση, ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και απαγόρευση κάθε διάκρισης που αφορά το άτομό του (άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος). Αλλά και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) ισχύει η απαγόρευση των διακρίσεων κατά την απόλαυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται και προστατεύονται από τη Σύμβαση (άρθρο 14 αυτής εν συνδυασμώ με το άρθρο 28 του Συντάγματος.

Ως εκ τούτου λοιπόν ο καθείς δύναται, να αναπτύσσεται ελευθέρως την προσωπικότητα του, εκδηλώνοντας, εφόσον δεν παραβιάζει το Σύνταγμα δεν φαλκιδεύει τα αντίστοιχα δικαιώματα των άλλων και δεν προσβάλλει τα χρηστά ήθη, τις ιδιαίτερες εκδηλώσεις την ιδιωτικής του ,ασφαλώς υποκείμενος εις την υφιστάμενη νομοθεσία συνάδουσα με το Σύνταγμα κατά το άρθρο 120 παράγραφος 2 του Συντάγματος.

Επομένως, δια του ως προρρηθέντος πλέγματος των διατάξεων, καταπολεμώνται και κολάζονται ποινικώς, λογιζόμενες ανυπερθέτως ως εγκληματικές, οι διακρίσεις, οι οποίες ερείδονται επί ρατσιστικών ελατηρίων, πάσης φύσεως, οι οποίες πέραν ότι πλήττουν τα έννομα αγαθά των φορέων τους, εκ παραλλήλου, τους στιγματίζουν ως ορισμένη πληθυσμιακή ομάδα, όπως εν προκειμένω ορισμένα παιδιά, με γνώμονα την ιδιαιτερότητά της, αυτή  με αποτέλεσμα, πέραν της αξιοποίνου πράξης αφεαυτής να διακυβεύεται και η κοινωνική ειρήνη και η δημόσια τάξη, με τον συνεπακόλουθο κοινωνικό αποκλεισμό της, την περιθωριοποίησή της, αλλά και το επαπειλούμενο κίνδυνο διασάλευσης της κοινωνικής ειρήνης και της ομαλής κοινωνικής συμβιώσεως των ατόμων αυτών ή τις ομάδας με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, αντίδρασης και της αυτονόητης διαθέσεως περί της υγείας τους

Οι ως άνω συμπεριφορές πέραν από έκνομες και πρόδηλα αντισυνταγματικές, διότι βλάπτουν το έννομο αγαθό της προσωπικότητας της τιμής, του δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού του ανθρώπινου προσώπου, περαιτέρω αντιβαίνουν, με τα θεμέλια μίας δημοκρατικής, πλουραλιστικής και ανεκτικής κοινωνίας, η οποία δια των Κρατικών Θεσμών και Δίκαιων Νόμων της επιτυγχάνει τελεσφόρως την αρμονική συνύπαρξη και την διασφάλιση την δημοσίας τάξεως και ειρήνης από οιονδήποτε επίδοξο καταλύτη αυτής.

Το δικαστήριο εις τις περιπτώσεις εγκλημάτων από ρατσιστικά ελατήρια, ασφαλώς εξετάζει ενδελεχώς την φύση της πράξεως αυτής καθ’ εαυτήν, εάν οι ενέργειες, πράξεις και τα λεγόμενά του εκάστοτε δράστη, θεμελιώνουν την υπόσταση του ρατσιστικού αδικήματος, αποβλέποντας προς την υποκίνηση βίας ή μίσους, ή δια αυτών ακόμη και εχθροπάθειας και ύστερα προβαίνει σε μία εκτεταμένη αξιολογική στάθμιση αντικρουόμενων εννόμων αγαθών, υποκείμενη εις την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Συντάγματος) ούτως ώστε, να δικαιολογηθεί ειδικά και εμπεριστατωμένα (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) τυχόν φαινόμενη περιστολή του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης κατά το άρθρο 14 παράγραφος 1 του Συντάγματος (του δράστη), καθότι προκρίνεται ως απολύτως αναγκαίος δια του του τρόπου αυτού, ήτοι την τυχόν αναλογικής επιβολή ποινής προς την πράξη του δράστη, προκειμένου να επιτευχθεί η αντικειμενικώς υπέρτερη προς την Δημοκρατία αλλά και το σύνολο της κοινωνίας και της δημόσια συμβίωσης ειρηνική συνύπαρξη όλων των ετερόκλητων κοινωνικών ομάδων ανεξαρτήτως ιδιαιτεροτήτων, σεβόμενοι άπαντες, το Σύνταγμα και του νόμους.

Τα ως άνω καθίστανται απολύτως αναγκαία δια την εξέλιξη και πρόοδο μίας κοινωνίας, ήτοι ο σεβασμός του άλλου προς όλες τους τις εκφάνσεις και ο άμεσος ποινικός κολασμός των παραβατών, πλην όμως ο Νόμος αυτός να εφαρμόζεται ορθώς και όχι καταχρηστικώς, ήτοι να συμβάλλει προς την εν τοις πράγμασι διασφάλιση της ομαλής συμβίωσης και όχι ως ένα εργαλείο φίμωσης του οιουδήποτε αντιφρονούντα.

Εν κατακλείδι ενόψει της Μεγάλης Εβδομάδας ας ελπίσουμε ότι η κατάστασις θα βελτιωθεί και θα ευρεθεί μία λύση όπως η εξ αποστάσεως διδασκαλία των διατηρούντων σύννομα επιφυλάξεις περί της υγείας τους μαθητές και όχι να τους αποκλείει συλλήβδην και ανατιόλογητα.

Χαράλαμπος β Κατσιβαρδάς

Δικηγόρος Παρ Αρείω Πάγω

Δεν υπάρχουν σχόλια: