ΟΜΙΛΙΑ Εις την πρώτην του έτους.

Πως οφείλομεν να διάγωμεν κατά το νέον έτος, ίνα ευτυχίαν και επί γης κατά το δυνατόν απολαύσωμεν.                                                                                             

Ηξίωσεν ημάς, αδελφοί, ο ουράνιος Πατήρ ημών, ίνα και πάλιν εισέλθωμεν εις νέον ενιαυτόν· ο κρατών εν ταις χερσίν Αυτού τους χρόνους δια της χαριτοβρύτου Αυτού δεξιάς δωρείται εισέτι εις ημάς την πολυτίμητον και πολυπόθητον της ζωής δωρεάν. Και ιδού εισερχόμεθα εις το νέον έτος πάντες χαίροντες και αλλήλους συγχαίροντες και τα βέλτιστα επευχόμενοι. Κατά το μεσονύκτιον της παρελθούσης νυκτός έληξε το παλαιόν έτος, ήρξατο δε το νέον. Και δη κατά την πρώτην ταύτην ημέραν του νέου έτους πας λογικός σκέπτεται, πως θα διέλθη αυτό, αν ο Θεός εν τη ζωή ταύτη αφήση αυτόν. Ναι, έκαστος δια το αρξάμενον έτος διανοείται νέας επιχειρήσεις, φαντάζεται νέας επικερδείς εργασίας, πλάττει νέα σχέδια προς πλήρωσιν των πόθων και επιθυμιών αυτού. Σπανίως καθ’ όλον το έτος ο νους του ανθρώπου προσηλούται εις το μέλλον τόσον ζωηρός, όσον κατά την πρώτην του έτους. Και προς τι όλαι αυταί αι προσδοκίαι;

Προς τι όλαι αυταί αι προσπάθειαι; Προς επιτυχίαν βεβαίως ευτυχεστέρου μέλλοντος. Ένεκα τούτου πας τις κόπους και αγωνίας καταβάλλει, ένεκα τούτου η φαντασία εκάστου σήμερον λαμπρά όνειρα πλάττει. Και δεν είναι μεν βεβαίως η προς επιτυχίαν της ευδαιμονίας σπουδή αύτη της ανθρωπότητος αξιόμεμπτος· αλλ’ όταν, άνθρωπε, κατά το έτος τούτο επιτύχης ό,τι επιθυμείς, θα είσαι άραγε ευτυχής; Αποκτήσας πλούτη, δόξαν, τιμάς και ευζωϊαν, κατέλαβες άραγε την ευδαιμονίαν; Ω! πόσον σεαυτόν πλανάς, πόσον εξαπατάσαι! Ουδέν των επί γης δύναται να σε καταστήση ευτυχή· διότι η πλήρωσις της επιθυμίας σου σε ευφραίνει προς στιγμήν, αλλ’ ευθύς αισθάνεσαι άλλην επιθυμίαν εγειρομένην εν τη καρδία σου και τυραννούσαν αυτήν. Διώκεις την ευδαιμονίαν· αλλά μόλις φθάσης αυτήν, ιδού αύτη ως φάσμα φεύγει εκ των χειρών σου. Και τι αν εντός του έτους τούτου επιτύχης την πλήρωσιν των ενδομύχων πόθων σου και δικαίων επιθυμιών σου, σε καταλάβη δε ο θάνατος; Που τότε η ευδαιμονία σου, την οποίαν επεδίωκες από πολλών ετών μετά τοσούτων αγώνων και θλίψεων και τοσούτων πικριών; Μη λοιπόν και κατά το νέον έτος επιδιώκωμεν, αδελφοί, πράγμα αδύνατον, ευτυχίαν επί γης. Ως Χριστιανοί, εισελθόντες εις αυτό, ας σκεφθώμεν ωριμώτερον περί της κατ’ αυτό δυνατής και αληθούς ευτυχίας ημών, αφού είναι πλέον ή βέβαιον, ότι ούτε ο χρυσός ούτε η κοσμική δόξα ούτε τα άλλα επίγεια αγαθά φέρουσιν ευδαιμονίαν, αλλά μόνος ο Χριστός. Μόνος εκείνος, όστις εν σχέσει στενή προς τον Χριστόν διατελεί, όστις τας εντολάς Αυτού εκτελεί, όστις εργάζεται την αρετήν, μόνος αυτός πάντοτε χαίρει και επί ταύτης της γης, μόνος αυτός και εις τον κόσμον αυτόν ευτυχεί. Μη εισερχώμεθα εις το νέον έτος μετά κουφότητος και απερισκεψίας, αδελφοί. Επετράπη εις ημάς ό,τι απηγορεύθη εις μυριάδας πολλάς, επετράπη δηλαδή να εισέλθωμεν εις το νέον έτος ζώντες και ημείς. Εν πρώτοις ας ευχαριστήσωμεν από καρδίας τον Ύψιστον τον δωρησάμενον ημίν το μέγα δώρον της ζωής προς επιστροφήν· είτα δε ας λάβωμεν απόφασιν, όπως από της αρχής του έτους τούτου επιστρέψωμεν εις τον Σωτήρα ημών, αφού εις μόνον Αυτόν θα εύρωμεν την ευτυχίαν ημών. Αν τούτο μόνον αποφασίσωμεν, το παν επετύχομεν· διότι πρόθυμος είναι ο ουράνιος ημών Πατήρ με ανοικτάς αγκάλας να μας δεχθή και τας αμαρτίας ημών να εξαλείψη και αντί παλαιών νέους κατά το νέον τούτο έτος ν’ αναδείξη και δια της χάριτος Αυτού να μας ενισχύση να εκτελώμεν τας σωτηρίους αυτού εντολάς. «Και αι εντολαί αυτού, κατά τον επιστήθιον μαθητήν, βαρείαι ουκ εισί» (Α΄ Ιωάν. ε:3). Διότι εκείνος, όστις ήλθεν, ίνα άρη αφ’ ημών το βαρύ φορτίον των αμαρτιών, δεν είναι ποτέ δυνατόν να επιβαρύνη ημάς με δυσκόλους εντολάς. Όθεν ας αποφασίσωμεν να τηρώμεν αυτάς, να εκτελώμεν τας αρετάς. Μόνη η αρετή καθιστά τον άνθρωπον ευτυχή και επί της γης· μόνη αύτη αναδεικνύει αυτόν υπέρτερον των δεινών, ώστε ούτος και εν οδύναις και συμφοραίς, αγαθήν έχων συνείδησιν, να τέρπηται επί τη μαρτυρία αυτής και εν χαρά να διατελή. Μόνη αύτη και εν τω θανάτω και εν τω τάφω δεν εγκαταλείπει αυτόν άνευ παρηγόρων ελπίδων και φαιδροτάτων προσδοκιών. Πέραν δε του τάφου, εν τη αιωνιότητι, καταστρέφει αυτόν δια πλήρους και τελείας, δι’ αρρήτου και αλήκτου ευδαιμονίας. Δια τούτο η αρετή ισχύει και τολμά από τούδε ν’ ατενίζη μετά χαράς εις την Αιωνιότητα, επί τω ακούσματι και μόνω της οποίας η ενοχή φρικιά και την ύπαρξιν της οποίας προσπαθεί ν’ αρνηθή με επιχειρήματα παράλογα και δειλά. Αιωνιότης! Οποίον μέγα όνομα και οπόσον ακατάληπτον πράγμα! Άβυσσος αιωνίων επικαλουμένη άβυσσον νέαν και εις τον ωκεανόν των αλλεπαλλήλων αιωνίων μη ευρίσκουσα τέρμα! Ο χρόνος και τα έτη και οι αιώνες, κόκκος άμμου εν σχέσει προς την άπειρον αυτής ιδέαν, την οποίαν αδυνατεί να εννοήση το ανθρώπινον πνεύμα! Και όμως, αδελφοί, δι’ αυτήν την αιωνιότητα είμεθα προωρισμένοι. Δεν ήλθομεν ίνα απέλθωμεν και μη υπάρξωμεν πλέον. Εγεννήθημεν, ουχί ίνα εν τω χώματι διαλυθώμεν, ουχί ίνα εκ της υπάρξεως εις την ανυπαρξίαν μεταβώμεν. Όχι! Επλάσθημεν δια την αιωνιότητα· έτι μικρόν και οι οφθαλμοί ημών θέλουσι κλεισθή δια παντός. Αλλά πέραν του τάφου, η απέραντος της αιωνιότητος πεδιάς αναμένει ημάς. Ο χρόνος παρέρχεται, αλλ’ ημάς προς την αιωνιότητα παρασκευάζει. Εν μόνον οφείλομεν να σκεπτώμεθα σοβαρώς, ότι τας παρερχομένας του χρόνου στιγμάς δεν επωφελούμεθα καταλλήλως προς προπαρασκευήν ημών δια την αιωνιότητα, ήτις μας αναμένει και ότι φοβερά ευθυνόμεθα δια την απώλειαν αυτών! Ω! πόσον φοβερόν ν’ αντικρύση τις την αιωνιότητα, χωρίς να σκεφθώμεν, χωρίς να φροντίσωμεν να κληρονομήσωμεν τα εκεί άρρητα αγαθά, τα οποία έχουσιν ετοιμασθή και δι’ ημάς! Ποσάκις μάλιστα, προσκολληθέντες μετά πάθους εις τα απατηλά και φθειρόμενα της γης αγαθά, είχομεν ταύτα ακριβώς του βίου ημών μόνον σκοπόν! Το παρελθών όμως δεν είναι πλέον εις την εξουσίαν ημών, μακράν ημών απέπτη και μόνον το παρόν μάς απομένει. Όθεν από σήμερον, αδελφοί, γνωρίζοντες πλέον του βίου και του χρόνου τον σκοπόν, ας χρησιμοποιήσωμεν το αρξάμενον έτος καλώς, ας μη αφήνωμεν να παρέρχηται εις μάτην μηδέ στιγμή αυτού, χωρίς να συλλογιζώμεθα την αιωνιότητα, χωρίς να εργαζώμεθα τα προς σωτηρίαν ημών· ας αποφασίσωμεν να ρίψωμεν εις το πέλαγος του παρελθόντος πάσας τας κακάς ημών συνηθείας και να πράττωμεν το αγαθόν μετά προθυμίας. Δεν επιτρέπεται πλέον κατ’ ουδένα λόγον εις ουδένα ουδεμία αναβολή, ουδεμία βραδύτης επιστροφής. «Ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι», κράζει το σκεύος της εκλογής, ο θείος Παύλος· «νυν γαρ εγγύτερον ημών η σωτηρία ή ότε επιστεύσαμεν» (Ρωμ. ιγ:11), εγγύτερον ή κατά το παρελθόν έτος, εγγύτερον κατά εν έτος. Όθεν ας επιστρέψωμεν εις Χριστόν και ολοψύχως ας αγαπήσωμεν Αυτόν. Ούτω  μόνον δυνάμεθα να καταστήσωμεν το έτος τούτο «ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν», έτος δι’ ημάς ευλογίας και να διέλθωμεν αυτό μετά ευτυχίας, όση δυνατή επί γης· ούτω μόνον θα δυνηθώμεν κατά το έτος τούτο να κερδήσωμεν και το μέγιστον πάντων των κερδών, την εν τη αιωνιότητι τελείαν και πραγματικήν ευδαιμονίαν ημών. Η τήρησις των θείων εντολών έστω το κύριον μέλημα ημών, πας δε φόβος περί του αβεβαίου του μέλλοντος μακράν ημών. Ως Χριστιανοί ας οπλίσωμεν εαυτούς δια της χάριτος του Θεού και ως φρόνιμοι ας ενισχύσωμεν εαυτούς δια μεγαλοψυχίας κατά πάντων, όσα είναι δυνατόν εις ημάς να συμβώσιν, όσα παρά του Παναγάθου Θεού προς ημάς θα σταλώσι. Βεβαίως δεν πρέπει να προσδοκώμεν πάντοτε τα τερπνά επί της γης, δεν πρέπει να ελπίζωμεν ότι τα πάντα θα βαίνωσι κατ’ ευχήν, ότι και τα μάλλον απίθανα θα συμβώσιν, όπως αι υποθέσεις ημών ευοδωθώσι· διότι τούτο κατά το παρόν δεν είναι δυνατόν. Πιθανόν να συμβώσιν εις ημάς κατά το έτος αυτό και δυσάρεστα είτε προς δοκιμασίαν, είτε προς σωφρονισμόν ημών και τιμωρίαν· και δια ταύτα οφείλομεν να μεταμελώμεθα και να μη αδιαφορώμεν και αναισθητώμεν, ως τούτο πράττουσιν οι ανόητοι εκείνοι ναύται, οίτινες εν καιρώ τρικυμίας μεθύσκονται, όπως μη βλέπωσι τα προ των οφθαλμών αυτών κακά της τρικυμίας. Αφ’ ετέρου όμως δεν πρέπει να βασανίζωμεν εαυτούς πάντοτε απαίσια προσδοκώντες και θλιβόμενοι, πριν η θλίψις καταλάβη ημάς, όμοιοι προς τους δειλούς εκείνους στρατιώτας, οίτινες φοβούμενοι ενδεχομένην εκ του συστάδην μάχην, εξαντλούσι τας δυνάμεις αυτών τελείως εκ του φόβου, πριν ή επέλθη κατ’ αυτών ο εχθρός. Αλλ’ ημείς ας εμπιστευώμεθα το μέλλον ημών εις τον Θεόν, όστις προς το συμφέρον ημών θ’ αποστείλη ευτυχίαν ή δυστυχίαν, πλούτον ή πτωχείαν, τα οποία οφείλομεν ν’ αποδεχώμεθα ευχαρίστως, ως τα μόνα συμφέροντα ημίν· οφείλομεν να είμεθα πεπεισμένοι, ότι εν όσω τηρώμεν εαυτούς ελευθέρους από της αμαρτίας, είμεθα ανώτεροι πάσης περιπετείας και ουδέν δυνάμεθα ν’ απολέσωμεν, εις ουδεμίαν πραγματικήν δυστυχίαν να εμπέσωμεν και ουδένα φόβον έχομεν. Φοβούνται βεβαίως οι άνθρωποι του βίου τα δεινά· αλλ’ όταν ημείς αγάπην και πίστιν εις τον Σωτήρα έχωμεν θερμήν και στερεάν, όταν εκτελώμεν τας σωτηρίους Αυτού εντολάς, τότε τι τούτων δύναται να φοβίση ημάς; Φοβούμεθα μη περιπέσωμεν εις πενίαν; Αλλ’ Αυτός μας αποδιώκει τον φόβον τούτον λέγων: «Εμβλέψατε εις τα πετεινά του ουρανού, ότι ου σπείρουσιν, ουδέ θερίζουσιν, ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας και ο Πατήρ ημών ο ουράνιος τρέφει αυτά· ουχ υμείς μάλλον διαφέρετε αυτών» (Ματθ. στ:26). Φρίττομεν, μη καταλάβη ημάς δυστυχία; Αλλ’ όταν πάντες μας στρέψωσι τα νώτα και πάσα ευτυχία και πάσα χαρά του βίου αφ’ ημών μακρύνη, μόνη δε σύντροφος η λύπη παραμείνη, Αυτός ημάς ενισχύει. «Μη φοβού…» λέγει, (Δευτ. λα:6) «ου μη σε ανώ, ουδ’ ου μη σε εγκαταλίπω» (Εβρ. ιγ:5). Αλλά και όταν δειλιώμεν αναλογιζόμενοι τας δυνάμεις ημών κλονιζομένας και εξαντλουμένας, Αυτός και τότε μας ενθαρρύνει λέγων: «Η δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται» (Β΄ Κορινθ. ιβ:9). Και όταν ακόμη τρέμωμεν αισθανόμενοι τον θάνατον προσεγγίζοντα, αυτός μας χαροποιεί λέγων: «Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται» (Ιωάν. ια: 26). Και έπειτα πως να μη εισερχώμεθα εις το νέον έτος μετά θάρρους αδιαφορούντες όλως, αν τοιούτον αποβή εις ημάς, και παρεσκευασμένοι να υποστώμεν πάσαν περιπέτειαν, να υποφέρωμεν γενναίως οιαδήποτε δεινά; Το μέλλον άδηλον και σκοτεινόν· ναι, αλλά τι με αυτό; Τυφλή τύχη δεν δεσπόζει ημών. Τελούμεν υπό την σκέπην υπερτάτης Αγαθότητος. Και λοιπόν ας επαναπαυώμεθα εις την αγάπην του Ουρανίου Πατρός, όστις μόνος γινώσκει το αληθές συμφέρον ημών· ημείς ας εκτελώμεν μόνον το αγαθόν, το μόνον αρεστόν εις Αυτόν. Τούτο μόνον είναι έργον ημών, ουχί δε το να βασανιζώμεθα, τι θ’ αποστείλη εις έκαστον ημών. Ευμενής επιβλέπει ο Θεός από του θρόνου της μεγαλειότητος Αυτού επί πάντας τους φοβουμένους Αυτόν. Περί της πατρικής αυτού προνοίας έχομεν εισέτι αμφιβολίας; Δεν εγνωρίσαμεν την αγάπην Αυτού εκ των συμβαινόντων εις ημάς από πολλού καιρού; Ποσάκις δεν έσωσεν ημάς από κινδύνους προφανείς; Ποσάκις δεν ενίσχυσεν ημάς, όσον, πριν συμβώσιν, εφοβούμεθα αυτούς; Τα νέφη ποτέ δεν είναι τόσον μελανά, όσον φαίνονται μακρόθεν εις τον μακράν του Θεού τελούντα. Αλλ’ ημείς, ως πιστοί και του Θεού εγγύς, εκ του παρελθόντος ας εικάζωμεν το μέλλον· ας μη φαίνηται τούτο εις ημάς ζοφερόν, διότι Εκείνος, όστις εποίησε την νύκτα, εποίησε και τους φωτίζοντας αστέρας. Εκείνος, δηλαδή, όστις επιτρέπει εις ημάς την δυστυχίαν, αποστέλλει εις ημάς και την παρηγορίαν. Και ημείς δε μαρτυρούμεν, ότι ουδέν έτος του βίου ημών υπήρξε τοσούτον τρικυμιώδες και δυστυχές, ώστε να είναι κατάμεστον εκ μόνων συμφορών, αλλ’ είχεν εν εαυτώ και την ευφρόσυνον, και τι παρήγορον και τερπνόν, και ομολογούμεν, ότι πολλάκις εις δυσκόλους περιστάσεις προσδοκώντες παρά Θεού βοήθειαν διετελούμεν μάλλον ήσυχοι ή ότε τα πράγματα ημών έβαινον κατ’ ευχήν, διότι τότε δειλοί και ανήσυχοι δεν ηδυνάμεθα ελευθέρως να παραδοθώμεν εις την χαράν, καθόσον αμφεβάλλομεν περί της εξακολουθήσεως αυτής. Εν τη πατρική Αυτού προνοία ο πανάγαθος Θεός μεριμνών περί ημών εν τη απείρω Αυτού αγάπη, έπεμψεν εις τον κόσμον τον Μονογενή Αυτού Υιόν, όστις θάνατον υπέμεινε σταυρικόν και το αίμα Αυτού έχυσεν υπέρ ημών. Εξαγορασθέντες λοιπόν αντί τοιαύτης τιμής, οφείλομεν ολοψύχως ν’ αγαπήσωμεν τον Σωτήρα ημών, οφείλομεν να θεωρώμεν ημάς αυτούς ανήκοντας εις Αυτόν, και το άγιον Αυτού θέλημα να είναι θέλημα ημών. Όθεν ας αποφασίσωμεν από της πρώτης ταύτης ημέρας του νέου έτους να ζήσωμεν κατά Χριστόν· και τότε χαίροντες ας εισέλθωμεν εις αυτό, καθόσον και δειναί περιστάσεις αν επέλθωσι καθ’ ημών, αλλ’ ημείς θα ωφελώμεθα και εξ αυτών, θ’ αποκομίζωμεν σημαντικάς ωφελείας οπόθεν άλλοι θερίζουσιν όλεθρον, αλλά και θαρρούντες ας διερχώμεθα αυτό, καθ’ όσον, αν κατ’ αυτό επί γης ζήσωμεν, ευτυχές τούτο θα διανύσωμεν, αν δε εις την αληθινήν ημών πατρίδα απέλθωμεν, εις την αϊδιον εκείνην μακαριότητα και μεγάλην χαράν θ’ αξιωθώμεν να εισέλθωμεν. Γένοιτο.                  

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: