Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΕΝΟΣ ΛΑΟΥ.

Ο Ελληνικός λαός είναι ένας λαός τραγικός. Ο μακραίων βίος του χαρακτηρίζεται απ’ όλα εκείνα τα στοιχεία, που συνθέτουν τας αρχαίας τραγωδίας, τα στοιχεία της αμαρτίας και της καθάρσεως, τον έλεον και την δικαίωσιν. Εγκαυχώμενοι συνήθως δια την προσφοράν μας εις τον κόσμον, λησμονούμεν τας κακίας μας. ναρκισσευόμενοι δια την πνευματικήν ακτινοβολίαν μας, παραβλέπομεν τα ελαττώματά μας. Η ιστορία μας είναι ιστορία εναλλασσομένου μεγαλείου και αθλιότητος, εξάρσεων και καταπτώσεων.
Και όσον μεν ευρισκόμεθα εις την περίοδον της λατρείας των ειδώλων, ερμηνεύαμεν τας εθνικάς μας συμφοράς δια της ειμαρμένης. Όταν δε ελάβαμεν τον Χριστιανισμόν, εμάθαμεν ότι αι συμφοραί του λαού μας ήσαν παιδαγωγικαί μάστιγες προς το συμφέρον μας, παραχωρούμεναι υπό του Θεού μας, του Θεού της αγάπης. Εν τούτοις θέλομεν να το αγνοώμεν, διότι περιεπέσαμεν εις απιστίαν της Θείας Προνοίας. Και θέλομεν να ερμηνεύωμεν την ιστορίαν μας «ιστορικώς». Την εκδεχόμεθα ως μίαν σειράν εσωτερικώς αλληλενδέτων γεγονότων. Αυτός, όμως, ο τρόπος ερμηνείας είναι ο κλασσικός τρόπος της αθέου κριτικής, που δεν βλέπει τίποτε άλλο από ορατάς αιτιώδεις σχέσεις γεγονότων. Όμως ο πιστός Κυρίου, ο Χριστιανός, πίσω από τα γεγονότα βλέπει πάντοτε την λειτουργίαν ενός πνευματικού νόμου, διεπομένου υπό της δικαιοσύνης και του ελέους του Θεού. Η ραγδαία εξέλιξις των εγκοσμίων πραγμάτων, αι καταπλήσσουσαι τον νουν εφευρέσεις, τα κολοσσιαία επιτεύγματα του μηχανικού πολιτισμού, έχουν προκαλέσει τοιούτον θάμβος και έκστασιν εις τας ψυχάς των Χριστιανών, ώστε να βλέπουν μόνον «γεγονότα» και να πιστεύουν μόνον εις την αξίαν των «γεγονότων». Έτσι έχει δημιουργηθή μία σχεδόν ψυχολογία θαυμασμού ενώπιον των γεγονότων. Αι αισθήσεις είναι ισχυρότατα όργανα επαφής με τον κόσμον. Ενώπιον λοιπόν αυτής της «πλησμονής» των γεγονότων, η ενέργεια της πίστεως ατονεί, ώστε να μη βλέπωμεν τα υπερκόσμια και να μη δυνάμεθα να παρακολουθήσωμεν τα εγκόσμια πράγματα υπό το φως της πίστεως. Μας παρασύρει η αίσθησις των γεγονότων και αδυνατούμεν να παρακολουθήσωμεν τον μυστικώς λειτουργούντα πνευματικόν νόμον, όστις προσδιορίζει τα ανθρώπινα πράγματα. Πίσω από την φρίκην των συμφορών δεν ημπορούμεν να «διίδωμεν» το έλεος του Θεού και την δικαιοσύνην του. Κι έτσι, ο τρόπος αυτός κρίσεως των ρεόντων ανθρωπίνων πραγμάτων ουδόλως διαφέρει από τον τρόπον κρίσεως των αθέων, που βλέπουν «διαλεκτικώς» την εξέλιξιν της ανθρώπινης ιστορίας. Και εντεύθεν διακόπτομεν τον δεσμόν με τον Θεόν της Παλαιάς Διαθήκης, που ερρύθμιζε και αυτάς ακόμη τας λεπτομερείας της ζωής του περιουσίου λαού του. Και ρίπτομεν εις φοβεράν υπεύθυνον λήθην τον πνευματικόν νόμον της Καινής Διαθήκης, κατά τον οποίον: «ει η ημών αδικία Θεού δικαιοσύνην συνίστησι, τι ερούμεν; μη άδικος ο Θεός ο επιφέρων την οργήν»; Δια τούτο και απορούμεν πως η Χριστιανική Ελλάς υφίσταται τόσας συμφοράς. Τριάκοντα χρόνια προ της πτώσεως του Βυζαντίου, ο μέγας μοναχός της Μονής του Στουδίου Ιωσήφ ο Βρυέννιος, εκήρυττεν εις το παλάτι και εις τον κόσμον ότι η υποδούλωσις εις τους Τούρκους είναι αναπόφευκτος δια τον αμαρτωλόν βίον των Βυζαντινών, από του Βασιλέως και του Πατριάρχου μέχρι του τελευταίου πολίτου και του εσχάτου Μοναχού. Και το Βυζάντιον έπεσε και υπεδουλώθη 400 χρόνια. Και αι οιμωγαί υψώθησαν μέχρις ουρανού… Έδωκεν ο Θεός και ηλευθερώθημεν. Αλλά πάλιν η αμαρτία κατέκλυσεν παν το Ελληνικόν. Και την ώραν, που τραγικοί υπνοβάται ημείς, ενομίσαμεν ότι γίνεται πραγματικότης το μεγαλειώδες εκείνο όνειρον του επαναπατρισμού μας, την ώραν εκείνην παρεσκευάσαμεν την τραγικωτέραν συμφοράν της νεωτέρας ιστορίας μας, καταστρέφοντες φρικτώς τρία και πλέον εκατομμύρια Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Αλλά τα δεινά δεν ετελείωσαν. Από συμφοράς εθνικής εις συμφοράν, εφθάσαμεν σήμερον εις το απελπιστικώτερον αδιέξοδον, που εγνώρισε ποτέ ο Ελληνισμός, και κατηντήσαμεν «ονειδισμός και χλευασμός τοις κύκλω ημών». Και διατί όλα αυτά; Διατί αι συνεχιζόμεναι συμφοραί του Έθνους; Δια να συνέλθωμεν από την αμαρτωλόν νάρκην, άρχοντες και αρχόμενοι,  Επίσκοποι και Μοναχοί. Διότι η αμαρτία επλεόνασεν. Η αποστασία από τον Θεόν καθίσταται γενική. Ο ιερός Κλήρος από των Επισκόπων μέχρι των ιερέων, δεν δίδουν καλόν παράδειγμα, εξαιρέσει ολίγων. Οι πρωθυπουργοί μας, τον βλάσφημον των θείων και μασσώνον, διαδέχεται έτερος επηρμένος ειδωλολάτρης, νοσταλγός των θεών του Ολύμπου, φιλοδοξών ως άλλος Ιουλιανός να καταργήση την θρησκευτικήν διδασκαλίαν από τα σχολεία. Οι Ιεράρχαι μας ερωτοτροπούν με τους αιρετικούς από μίαν κακώς εννοουμένην αγάπην και από την φενάκην ότι θα μας βοηθήσουν οι Παπικοί. Ολόκληρος η Ελλάς φλέγεται από την αμαρτίαν, την αθεϊαν, τον μασσωνισμόν, τας αιρέσεις. Πως λοιπόν αυτός ο δυστυχής λαός θα ίδη ειρήνην και ευτυχίαν; Και πώς να μη έρχεται η οργή του Θεού; Εάν θα ημπορούσαμεν να ίδωμεν με πνευματικά μάτια τους εξωτερικώς λαμπρούς φαινομένους Χριστιανούς μας, δεν θα εβλέπαμεν ειμή αθλίους, ρακενδύτους και καταπληγωμένας ψυχάς από την αμαρτίαν, την απιστίαν και τας αιρέσεις. Θα εβλέπαμεν ανθρώπους δίχως πνεύμα. Και ο πρώτος δι’ ύδατος κατακλυσμός εγένετο με το αιτιολογικόν: «δια το είναι αυτούς σάρκας». Ας φοβηθώμεν τον δεύτερον κατακλυσμόν, τον δια πυρός, ως λέγει ο Απόστολος Πέτρος, κατά τον οποίον «ουρανοί πυρούμενοι λυθήσονται και στοιχεία καυσούμενα τήκεται!». Μία οδός εξόδου μας απομένει: Η επιστροφή. Η επιστροφή εις τον Θεόν. Ας συνέλθωμεν. Ας βάλωμεν αρχήν μετανοίας. Οι Εκκλησιαστικοί ηγέται μας και Ποιμένες ας δείξουν περισσότερον σεβασμόν εις τους Ιερούς Κανόνας της Εκκλησίας, ας μιμηθούν τους αγίους Πατέρας εις την αγιότητα του βίου και την εμμονήν εις τα δόγματα. Αι ενωτικαί τάσεις με προσχήματα και διαλόγους και πλαδαρές αγάπες είναι τεχνάσματα του σατανά. Να προσέξουν, διότι ο ευσεβής λαός δεν ανέχεται νόθευσιν της πίστεώς του. Η ιστορία ας γίνη οδηγός εις τας κρίσεις μας. Ωσαύτως, ο τραγικός λαός μας να μη στηρίζεται «επ’ άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων, οις ουκ έστι σωτηρία», αλλ’ ας ελπίζη μόνον εις τον Θεόν και εις αυτόν να στραφή εν μετανοία. Διότι «οι μακρύνοντες από του Θεού απολούνται». Ο Θεός είναι ο καλύτερος φίλος και ο πιστότερος και ισχυρότερος σύμμαχος και από τους Αγγλοαμερικάνους και από τα ποικίλης αποχρώσεις μπλοκ του σατανά.

θ.μ.δ

Δεν υπάρχουν σχόλια: